31 Αυγούστου 2013

Η Κατάθεση της Τιμίας Ζώνης της Παναγίας

Στις 31 Αυγούστου εορτάζουμε την Κατάθεση της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου. Αποτελεί το μοναδικό ιερό κειμήλιο που σχετίζεται με τον επίγειο βίο της Θεοτόκου, και διασώζεται μέχρι σήμερα στην Ιερά Μονή του Βατοπαιδίου στο Άγιο Όρος, στο Περιβόλι της Παναγίας. Η ίδια η Θεοτόκος την ύφανε από τρίχες καμήλας.

Οι πληροφορίες για τον επίγειο βίο της Θεοτόκου είναι λιγοστές, και προέρχονται από την Καινή Διαθήκη και την παράδοση που διασώθηκε από τους αποστολικούς ακόμη χρόνους. Η Θεοτόκος μέχρι την Κοίμησή της παρέμεινε στα Ιεροσόλυμα, και ήταν μέλος της πρώτης Εκκλησίας. Τη φροντίδα της είχε αναλάβει ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.

Οι τελευταίες στιγμές της επίγειας ζωής της είναι θαυμαστές και συγκινητικές. Κοντά της βρέθηκαν οι Απόστολοι, οι οποίοι έφτασαν από τα πέρατα της οικουμένης στα Ιεροσόλυμα με τρόπο θαυμαστό, «επί νεφελών». Και τότε, ο ίδιος ο Κύριος εμφανίστηκε θριαμβευτικά «επί νεφελών», με τη συνοδεία πλήθους αγγέλων. Η Θεοτόκος προσευχήθηκε στον Υιό της, παρηγόρησε τους Αποστόλους, υποσχόμενη ότι θα είναι πάντα κοντά στην Εκκλησία για να μεσιτεύει στον Υιό της, και παρέδωσε την πανάμωμη ψυχή της στον Κύριο.

Οι Απόστολοι εναπόθεσαν την Αγία Σορό της Θεοτόκου σε «καινόν μνημείον» στη Γεθσημανή. Εκεί η Αγία Ελένη αργότερα έκτισε το ναό της Κοιμήσεως. Τρεις μέρες μετά την κοίμηση, όπως λέγεται, κατέβηκε ο Κύριος με τη συνοδεία των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ και πλήθους αγγέλων. Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ με εντολή του Κυρίου παρέλαβε την Αγία Σορό της Θεοτόκου, και όλοι μαζί ανήλθαν στους ουρανούς. Η θαυμαστή Μετάσταση της Θεομήτορος είχε συντελεστεί. Το ιερό Σώμα της ενώθηκε πάλι με την αγνή ψυχή της.

Ο Απόστολος Θωμάς ήταν ο μόνος από τους Αποστόλους που είδε την θαυμαστή Μετάσταση της Θεοτόκου. Δεν είχε μπορέσει δηλ. να παρευρεθεί στην κηδεία της, καθώς βρισκόταν στις Ινδίες. Εκεί, έπειτα από τρεις ημέρες μετά την Έξοδο της Θεοτόκου, και ενώ τελούσε τη Θεία Λειτουργία, βρέθηκε στη Γεθσημανή με θαυμαστό τρόπο, και είδε όλα όσα συνέβησαν. Τότε παρακάλεσε την Παναγία να του δώσει για ευλογία τη Ζώνη της. Και εκείνη, καθώς ανέβαινε στους ουρανούς, του έριξε το Ιερό κειμήλιο «προς δόξαν ακήρατον, ανερχομένη Αγνή, χειρί σου δεδώρησαι τω αποστόλω Θωμά, την πάνσεπτον Ζώνην σου», όπως ψάλλουμε στο απολυτίκιο της εορτής της Καταθέσεως της Τιμίας Ζώνης.

Ο Απόστολος Θωμάς στη συνέχεια πληροφόρησε και τους υπόλοιπους Αποστόλους για τα θαυμαστά αυτά γεγονότα, και τους έδειξε την Αγία Ζώνη της Παναγίας. Εκείνοι δοξολόγησαν τον Θεό, και του ζήτησαν να τους ευλογήσει, καθώς ήταν ο μόνος που αξιώθηκε να δει την ένδοξη Μετάσταση της Θεοτόκου. Τη διαφύλαξη της Αγίας Ζώνης ανέλαβαν δύο φτωχές και ευσεβείς γυναίκες στα Ιεροσόλυμα, οι οποίες φρόντιζαν τη Θεοτόκο. Παρέλαβαν με ευλάβεια το ιερό κειμήλιο, και από τότε το έργο της διαφύλαξής του συνέχιζε από γενιά σε γενιά μια ευλαβής παρθένος καταγόμενη από την οικογένεια αυτή.

Η ανακομιδή της Τιμίας Ζώνης και η μεταφορά της στην Κωνσταντινούπολη, έγινε από τον αυτοκράτορα Αρκάδιο (395-408). Η υποδοχή της στη Βασιλεύουσα ήταν λαμπρότατη. Ο αυτοκράτορας κατέθεσε την Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου σε λειψανοθήκη που ονόμασε «αγίαν σορόν» . Η κατάθεση έγινε στις 31 Αυγούστου, τελευταία μέρα του εκκλησιαστικού έτους. Στην πόλη του Αγίου Κωνσταντίνου, της οποίας Υπέρμαχος Στρατηγός και Προστάτις ήταν η Θεοτόκος, θα φυλασσόταν πλέον η Αγία Ζώνη της Θεομήτορος. Η κόρη του Αρκάδιου, η αυτοκράτειρα Πουλχερία, ανήγειρε λαμπρό ναό προς τιμήν της Παναγίας, τον περίφημο ναό της Θεοτόκου των Χαλκοπρατείων. Στο ναό αυτό η αυτοκράτειρα κατέθεσε την Αγία Ζώνη της Παναγίας. Η ίδια μάλιστα η Πουλχερία κέντησε με χρυσή κλωστή την Τιμία Ζώνη διακοσμώντας την. Η χρυσή αυτή κλωστή είναι ευδιάκριτη και σήμερα στο τμήμα που φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου. Ο αυτοκράτορας Ιουστίνος Β και η σύζυγός του Σοφία ανακαίνισαν τον ιερό ναό των Χαλκοπρατείων και ανήγειραν εκεί και το παρεκκλήσιο της Αγίας Σορού. Εκεί, μέσα σε λειψανοθήκη και πάνω στην Αγία Τράπεζα, φυλασσόταν η Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου.

Πλήθος πιστών συνέρρεαν να την προσκυνήσουν με ευλάβεια ζητώντας από την Παναγία να μεσιτεύσει με τις πρεσβείες της στον Κύριο. Πλήθος θαυμάτων επιτέλεσε η Τιμία Ζώνη. Άνθρωποι δυστυχισμένοι και πονεμένοι βρήκαν λύτρωση με τη θαυματουργή δύναμή της. Για τον λόγο αυτό υμνήθηκε από φημισμένους ανθρώπους της εποχής. Με τη χάρη της Παναγίας, καθαγιάζει τους πιστούς που προσέρχονται ευλαβικά, για να την προσκυνήσουν. Τους ανυψώνει από τη φθορά, τους απαλλάσσει από ασθένειες και θλίψεις. Στη συνέχεια η Αγία Ζώνη τεμαχίστηκε, και τεμάχιά της μεταφέρθηκαν σε διάφορους ναούς της Κωνσταντινούπολης. Μετά την άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους το 1204, κάποια τεμάχια αρπάχτηκαν από τους βάρβαρους και απολίτιστους κατακτητές, και μεταφέρθηκαν στη Δύση. Ένα μέρος όμως διασώθηκε και παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη και μετά την απελευθέρωση της Πόλης από τον Μιχαήλ Η Παλαιολόγο. Φυλασσόταν στον ιερό ναό της Θεοτόκου των Βλαχερνών. Η τελευταία αναφορά για την Τιμία Ζώνη είναι ενός ανώνυμου Ρώσου προσκυνητή στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ του 1424 και 1453.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τούς Τούρκους το 1453, είναι άγνωστο τι απέγινε το υπόλοιπο μέρος της Αγίας Ζώνης. Έτσι, το μοναδικό σωζόμενο τμήμα είναι αυτό που φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, όπου έφτασε εκεί με εξαιρετικά περιπετειώδη τρόπο.

Ο Άγιος Κωνσταντίνος είχε κατασκευάσει έναν χρυσό σταυρό για να τον προστατεύει στις εκστρατείες. Στη μέση του σταυρού είχε τοποθετηθεί τεμάχιο Τιμίου Ξύλου. Ο σταυρός έφερε επίσης θήκες με άγια λείψανα Μαρτύρων και ένα τεμάχιο της Τιμίας Ζώνης. Όλοι οι βυζαντινοί αυτοκράτορες έπαιρναν αυτόν τον σταυρό στις εκστρατείες. Το ίδιο έπραξε και ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Β (1185-1195) σε μία εκστρατεία εναντίον του ηγεμόνα των Βουλγάρων Ασάν. Νικήθηκε όμως και μέσα στον πανικό ένας ιερέας πέταξε τον Σταυρό στο ποτάμι για να μην τον βεβηλώσουν οι εχθροί. Μετά από μερικές μέρες όμως οι Βούλγαροι τον βρήκαν. Έτσι πέρασε στα χέρια του Ασάν. Οι Βούλγαροι ηγεμόνες μιμούμενοι τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες έπαιρναν μαζί τους στις εκστρατείες τον σταυρό. Σε μια μάχη όμως εναντίον των Σέρβων ο βουλγαρικός στρατός νικήθηκε από τον Σέρβο ηγεμόνα Λάζαρο (1371-1389). Ο Λάζαρος αργότερα δώρισε τον σταυρό του Αγίου Κωνσταντίνου στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου μαζί με το τεμάχιο της Τιμίας Ζώνης.

Οι Άγιοι Πατέρες της Ιεράς Μονής διασώζουν και μια παράδοση, σύμφωνα με την οποία η Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου αφιερώθηκε στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου από τον αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ Καντακουζηνό (1341-1354), ο οποίος στη συνέχεια παραιτήθηκε από το αξίωμα, εκάρη μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ και μόνασε στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου.

29 Αυγούστου 2013

Παρακαλάμε για τη Βασιλεία των ουρανών και συνάμα χασμουριόμαστε



Η ανταπόκριση του Κυρίου στην προσευχή δεν εξαρτάται από το πλήθος των λόγων, αλλ’ από τη νήψη του νου και της καρδιάς. Και αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς απ’ όσα λέει η Γραφή για τη στείρα Άννα, τη μητέρα του προφήτη Σαμουήλ. «Κύριε», έταξε η Άννα, «αν σκύψεις πάνω από τη θλίψη της δούλης σου και με θυμηθείς και μου δώσεις παιδί, τότε εγώ θα το αφιερώσω σ’ εσένα για όλη του τη ζωή» (Α’ Βασ. 1:11).

Είναι πολλά τα λόγια αυτά; Όχι. Και όμως, επειδή με νήψη και προσοχή έκανε αυτή τη μικρή προσευχή, κατόρθωσε όσα ηθέλησε: Και την ανάπηρη φύση της διόρθωσε και την κλεισμένη μήτρα της άνοιξε και από την περιφρόνηση των ομοεθνών της λυτρώθηκε και από την άγονη γη θέρισε σιτάρι πλούσιο. Όποιος προσεύχεται, λοιπόν, ας μη λέει περίσσια λόγια.

Και ο Χριστός και ο Παύλος, άλλωστε, μας σύστησαν να προσευχόμαστε συχνά, αλλά με συντομία και μικρά διαλείμματα. Γιατί, μακραίνοντας την προσευχή, είναι δυνατό να χάσεις την προσοχή. Κι έτσι δίνεις την ευκαιρία στο διάβολο να σε πλησιάσει και να σου υποβάλει τους δικούς του λογισμούς. Αν, όμως, οι προσευχές σου είναι σύντομες και συχνές, τότε θα μπορείς εύκολα να τις κάνεις με προσοχή και νήψη, καλύπτοντας μ’ αυτές όλο τον διαθέσιμο χρόνο σου. Θέλεις κι εσύ να μάθεις άγρυπνη προσευχή και προσοχή του νου και διαρκή παραμονή κοντά στο Θεό; Πήγαινε στην Άννα και μάθε τι έκανε εκείνη.

Σηκώθηκαν, λέει, όλοι από το τραπέζι (Α’ Βασ. 1:9). Ωστόσο, η Άννα δεν πήγε ούτε να κοιμηθεί ούτε ν’ αναπαυθεί. Έτρεξε στη Σκηνή του Μαρτυρίου για να προσευχηθεί. Απ’ αυτό συμπεραίνω πως, ακόμα κι όταν έτρωγε, δεν παραφόρτωνε το στομάχι της. Διαφορετικά, δεν θα μπορούσε να προσευχηθεί, και μάλιστα με τόσα δάκρυα.

Αν εμείς, όταν είμαστε νηστικοί, με δυσκολία κατορθώνουμε να προσευχηθούμε, ενώ ύστερ’ από τα συμπόσια ποτέ δεν προσευχόμαστε, πολύ περισσότερο εκείνη, μια γυναίκα, δεν θα προσευχόταν μ’ αυτόν τον τρόπο μετά το συμπόσιο, αν είχε καλοφάει. Ας ντραπούμε εμείς, οι άνδρες, που παρακαλάμε για τη βασιλεία των ουρανών και συνάμα χασμουριόμαστε, ας ντραπούμε, λέω, εκείνη τη γυναίκα, που παρακαλούσε κι έκλαιγε. Δες την ευλάβειά της κι από τούτο: «Μιλούσε από την καρδιά της· τα χείλη της μόλις που κινιόνταν και η φωνή της δεν ακουγόταν καθόλου» (Α’ Βασ. 1:13).

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Πηγή

28 Αυγούστου 2013

Η σκιά του Θεού





Παραμονή της εορτής του Προδρόμου.


Μια ημέρα νηστείας και περισυλλογής για το σεβάσμιο πρόσωπο του προφήτη πού μας συγκινεί όλους.


Η ιστορία επαναλαμβάνεται και αφορά όλες τις εποχές:


Η διεφθαρμένη ηθικά εξουσία επιχειρεί να φιμώσει την αντίδραση του αγνού ανθρώπου πού έχει για νόμο του την χάρη του Θεού. Ταλαντευόμενος μεταξύ εκδικητικότητας, δεισιδαιμονίας, πώρωσης και ηδονοφιλίας ο άρχοντας υποχωρεί στους ανήθικους πού κινούν παρασκηνιακά τα νήματα και ο δίκαιος οδηγείται στην εξόντωση και την εξουθένωση.


Στο τέλος οι καταστάσεις ανατρέπονται:το θύμα τιμάται σαν μάρτυρας και ο δήμιος ελέγχεται και καταδικάζεται από όλους.


Το ζήτημα είναι η συλλογική συνείδηση να ταυτίζοταν με τον δίκαιο πριν το έγκλημα!Ο φόβος του άρχοντα και η βόλεψη του καθενός μας είναι εγκλήματα και αυτά με την σειρά τους.


Όμως ειδικά για την περίπτωση του Προδρόμου εμείς χαιρόμαστε. Χαιρόμαστε γιατί ένα πάσχα πριν από την σταύρωση του Κυρίου μας, σκοτώθηκε εκείνος μαρτυρικά, προδιαγράφοντας ΚΑΙ με το τέλος του, τον θάνατο του Χριστού.Εκήρυξε δε και στον Άδη.


Όλη μα όλη η προσωπικότητα του, από την γέννηση ως το έργο του και από την διδασκαλία τού ως τον τρόπο του θανάτου του, είναι 100% ΠΡΟΔΡΟΜΙΚΗ.


Και εμείς τιμούμε και σεβόμαστε μια τέτοια αφοσίωση, μια τέτοια ταπείνωση, μια τέτοια διάθεση εναρμόνισης με το θέλημα του Θεού.¨Εζησε ως σκιά του Ενός!


Υπάρχει πλέον υπέροχο μεγαλείο από το να ζήσεις και να υπάρξεις ως η Σκιά του Θεού;

πηγή

27 Αυγούστου 2013

Ο παπα- Γιώργης και ο άπειρος Θεός


πρωτ.. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Ό παπα-Γιώργης, ιερεύς σε κάποιο χωριό της πατρίδος μου, έλεγε κάποτε ότι τον κατέτρωγε ή απορία πώς είναι άπειρος ο Θεός και πώς είναι άπειρος στα ιδιώματα Του, όπως: άπειρος στην σοφία Του, στην παντοδυναμία Του, στην πανταχού παρουσία Του, στην παγγνωσία Του, στην αγαθότητα Του, στην αγάπη Του... άπειρος!!! άπειρος!!! αυτή ή στοχαστική και επίμονη απορία τον κατέτρωγε μέρα-νύχτα.

Σε μια γιορτή του αγίου Δημητρίου, τον κάλεσε ο ιερεύς του διπλανού χωρίου να συλλειτουργήσει μαζί του, για να λαμπρυνθεί "έτι περισσότερο" το πανηγύρι του Ναού. Πράγματι πήγε και προΐστατο της Θείας Λειτουργίας ως φιλοξενούμενος, αλλά και ως έχων τα πρεσβεία της χειροτονίας. Άρχισε ή Θεία Λειτουργία και ήλθε ή ώρα της αγίας Αναφοράς με τις εκφωνήσεις: «Στώμεν καλώς...» του ιερέως και «Ελεον ειρήνης...» των ιεροψαλτών. και ακολούθησε ή τριαδική αναφορά: «Ή Χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού...» και ή απάντησης του λαού δια των ιεροψαλτών: «και μετά του πνεύματος σου...» και ευθύς αμέσως υψώνοντας τα χέρια του ο λειτουργός παπα-Γιώργης προς τον Παντοκράτορα του τρούλου του Ναού εκφώνησε το «Άνω σχώμεν τάς καρδίας...» και τότε, σ' αυτή την στάσι κοκάλωσε!

Μετά το «Έχομεν προς τον Κύριον ..» και βλέποντας ο συλλειτουργός του την "μαρμάρωσι" του, κατάλαβε ότι κάτι θα του συνέβη, όχι όμως κακό. Τον έπιασε απαλά και τον έβαλε μέσα στο Άγιο Βήμα κατεβάζοντας συγχρόνως και τα χέρια του κάτω αφήνοντας τον, όπως μέσα του πληροφορήθηκε, στην έκσταση του και συνέχισε την Θεία Λειτουργία μόνος. Στον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων συνήλθε ο παπα-Γιώργης, επανήλθε στη θέση του και συνέχισε κανονικά μέχρι το τέλος την Θεία Λειτουργία.

Στις επίμονες ερωτήσεις του συλλείτουργου του πατρός' Ιωάννη, απαντούσε ότι "δεν θυμάται τίποτα".

Με αφορμή το βιβλίο «Εμπειρίες κατά την Θεία Λειτουργία», μου εξομολογήθηκε ο παπα-Γιώργης την δική του εμπειρία για πρώ τη φορά, με την παράκληση να σεβασθώ την ανωνυμία του.

«Με το "Άνω σχώμεν τάς καρδίας..." ένοιωσα και είδα με τα μάτια της ψυχής μου να αρπάζονται όλες οι καρδιές των εκκλησιαζόμενων χριστιανών μαζί με την δική μου και ως αστραπή να εισέρχονται σε μια απέραντη ανοιχτή ουράνια αγκαλιά του Θεού. Μα ήταν τόσο ανοιχτή αυτή ή αγκαλιά του Θεού Πατρός, όσο όλοι οι ουρανοί των ουρανών μαζί και πιο πλατειά...και όσο ανήρχοντο κατά εκατομμύρια οι καρδιές των ορθοδόξων χριστιανών τόσο και πιο πολύ πλάταινε και άνοιγε αυτή ή άπειρη σε άνοιγμα αγκαλιά του Θεού...και τότε ένοιωσα; βίωσα; κατάλαβα; δεν ξέρω. Ήρθε όμως στη ψυχή μου κάτι, πού είχα ξεχάσει "και τούτο μόνον καταληπτόν ή ακαταληψία αυτού..." και δεν χόρταινα να το απολαμβάνω μέχρις ότου συνήλθα στον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων.

Αλήθεια! Ποιος ήμουν εγώ ο χωριάτης παπάς, πού ο Θεός καταδέχτηκε να μου λύση την απορία της ψυχής μου;

Από τότε φροντίζω, όσο μπορώ, γιατί είμαι αμαρτωλός, να μη βγω άπ' αυτή την ασύνορη αγκαλιά του Θεού Πατρός και να πεθάνω μέσα σε αυτήν!!!! Ό Θεός ας με συγχώρεση»!!!

Για το άπειρο και φοβερό μεγαλείο του Θεού ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων μας λέγει:

Ό Θεός είναι τέλειος εν τω βλέπειν.
Τέλειος εν τω δύνασθαι.
Τέλειος εν μεγέθει.
Τέλειος εν προγνώσει.
Τέλειος εν άγαθωσύνη.
Τέλειος εν δικαιοσύνη.
Τέλειος εν φιλανθρωπία.

ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ.
ΠΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ 

24 Αυγούστου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

π. Γεωργίου Δορμπαράκη

῾Βλέπων δε (ο Πέτρος) τον άνεμον ισχυρόν εφοβήθη, και αρξάμενος καταποντίζεσθαι έκραξε λέγων: Κύριε, σώσον με᾽ 
(Ματθ. 14, 30)

Ένα εξαιρετικά θαυμαστό γεγονός μάς περιγράφει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, το οποίο κάνει τους μαθητές του Κυρίου να μείνουν έκθαμβοι για μία ακόμη φορά μπροστά στη θεϊκή ενέργεια του Διδασκάλου τους. Ο Κύριος έχει διαλύσει τα πλήθη που Τον ακολουθούσαν, έχει στείλει τους μαθητές Του με πλοιάριο, παρ᾽ όλη τη θαλασσοταραχή, στην απέναντι όχθη από εκεί που βρίσκονταν, έχει αποσυρθεί σε πολύωρη προσευχή στο όρος, και ξαφνικά εμφανίζεται ξημερώματα στους ταλαιπωρημένους από την ταραγμένη θάλασσα μαθητές Του, περπατώντας πάνω στα κύματα. Η αντίδραση των μαθητών ήταν εντελώς φυσική: τρόμαξαν και αμφισβήτησαν την πραγματική παρουσία Του. Κι ο Πέτρος, προκειμένου να πειστεί ότι όντως είναι ο Κύριος, ζητά από Αυτόν να έρθει κοντά Του, με τον ίδιο θαυμαστό τρόπο που και Εκείνος βρισκόταν εκεί: να περπατήσει δηλαδή πάνω στα κύματα, κάτι που γίνεται. Μα στην πορεία ο Πέτρος κλονίζεται και αρχίζει να καταποντίζεται. Στον πανικό του κραυγάζει προς τον Κύριο να τον σώσει, κι ο Κύριος βεβαίως ανταποκρίνεται αμέσως, ελέγχοντας όμως τον μαθητή του για την ολιγοπιστία του.

1. Ο Πέτρος βιώνει διπλή αντιθετική εμπειρία. Τη μία στιγμή μετέχει στο θάμβος του θαύματος: να περπατά πάνω στα κύματα· αμέσως μετά βιώνει την αγωνία του θανάτου: καταποντίζεται μέσα σ᾽ αυτά. Ζει κάτι που θα το ζήσει και αργότερα, όταν τη μία στιγμή θα ομολογεί με φωτισμό του Θεού ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού του ζώντος (῾σύ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος᾽), και την άλλη στιγμή θα δέχεται τον αυστηρότατο έλεγχο του Ίδιου ότι αποτελεί σκάνδαλο για Εκείνον, διότι ῾φρονεῖ τά τῶν ἀνθρώπων καί οὐ τά τοῦ Θεοῦ᾽. Αιτία για την εναλλαγή αυτή είναι η αστάθεια της πίστεώς του πρός τον Χριστό, που τον κάνει να κυμαίνεται μεταξύ πίστεως και ολιγοπιστίας: στην πρώτη περίπτωση – να περπατά πάνω στα κύματα – διαπιστώνουμε την πίστη του στα λόγια και την παρουσία του Κυρίου, στην άλλη – τον καταποντισμό - διαπιστώνουμε την ολιγοπιστία του ή και την απιστία του ακόμη σ᾽ Εκείνον. Αλλά το έχουμε εξηγήσει και άλλοτε: δεν έχει έλθει ακόμη η Πεντηκοστή, ώστε με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος να παγιωθεί αυτός και οι άλλοι μαθητές στη χαρισματική κατάσταση της αληθινής χριστιανικής πίστεως.

2. Φυσιολογικά, θα έπρεπε ο απόστολος Πέτρος να συνεχίσει την επί των υδάτων πορεία του όχι μόνο διότι τον κάλεσε ο Χριστός, σαν μία υπακοή επομένως στον λόγο Του, αλλά και διότι πρίν από κάποιο διάστημα ο ίδιος και οι άλλοι μαθητές σε πλοιάριο πάλι ευρισκόμενοι, μαζί με τον Κύριο όμως, όταν κινδύνευσαν από τη θαλασσοταραχή και απευθύνθηκαν έντρομοι σ᾽ Εκείνον που φαινόταν να κοιμάται, είδαν, μέσα σε θάμβος πάλι, τον Διδάσκαλό τους να διατάσσει τον άνεμο και τα κύματα να γαληνέψουν. Κι έγινε αμέσως γαλήνη μεγάλη, ώστε διερωτώντο ποιος ήταν τελικώς Αυτός τον Οποίο ακολουθούσαν.

3. Τι ήταν εκείνο που προκάλεσε αυτήν τη μετάπτωση από την πίστη στην ολιγοπιστία; Η ευαγγελική διήγηση με πολλή ενάργεια μας δίνει την απάντηση: ο Πέτρος, όσο ήταν στραμμένος προς τον Χριστό, όσο ατένιζε Εκείνον που τον καλούσε, μπορούσε και περπατούσε σαν σε ξηρά: σταθερά και με αυτοπεποίθηση. Μόλις όμως η προσοχή του μετατοπίζεται από τον Χριστό στη φουρτουνιασμένη από τον ισχυρό άνεμο θάλασσα, συνειδητοποιεί τη μη λογική κατάσταση και η όποια πίστη του κλονίζεται και χάνεται. Ο καταποντισμός του λοιπόν είναι γεγονός. Έτσι διαπιστώνει κανείς πολύ καθαρά ότι η προσήλωση στον Χριστό, η ενατένιση του προσώπου Του, όταν είναι ανταπόκριση στην κλήση Του, συνιστά το γεγονός της πίστεως, το οποίο οδηγεί στην υπέρβαση των όποιων προβλημάτων του ανθρώπου, κι ακόμη: στην υπέρβαση των λογικών στηριγμάτων της εμπειρίας του, η οποία (εμπειρία) αρνείται, όπως στο υπόψη γεγονός, την αποδοχή του ύδατος ως ξηράς. Με άλλα λόγια, όταν ο άνθρωπος καταλαμβάνεται από το πρόσωπο του Χριστού, όταν Τον κάνει κέντρο της ύπαρξής του, εκεί βιώνει καταστάσεις πάνω από το θεωρούμενο φυσιολογικό. ῾Πιστεύεις ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;᾽, είναι η ερώτηση την οποία θέτει ο Κύριος, κάθε φορά που πρόκειται να επιτελέσει ένα θαυμαστό γεγονός.
Από την άλλη, όταν ο άνθρωπος χάσει την επαφή αυτή με τον Χριστό, όταν καταληφθεί από άλλα στοιχεία, απειλητικά για την ύπαρξή του, σαν τον Πέτρο με τα τεράστια κύματα, μοιάζει να ῾παγώνει᾽ από τον φόβο του και να βιώνει, όπως είπαμε, την αγωνία του θανάτου. ‘Ισως μπορεί κανείς να θυμηθεί εν προκειμένω το περιστατικό από την Παλαιά Διαθήκη με τη γυναίκα του Λωτ που ῾πέτρωσε᾽ κι έγινε ῾στήλη άλατος᾽: κι η γυναίκα αυτή χάνει την επαφή της με τον Θεό, διότι δείχνει ανυπακοή στο θέλημά Του, και η προσοχή της, στην περίπτωση εκείνη από περιέργεια, στρέφεται προς τη μαινόμενη φύση: τη βροχή από θειάφι. Και ῾πετρώνει᾽. Καταποντίζεται.

4. Η περίπτωση του Πέτρου λειτουργεί τυπολογικά: ξέρουμε πια οι πιστοί ότι κάθε φορά που αντιμετωπίζουμε πρόβλημα στη ζωή μας – και ποιος είναι εκείνος που θα ισχυριστεί ότι δεν έχει προβλήματα, προερχόμενα είτε από το περιβάλλον του είτε από τον εαυτό του με τα πάθη του είτε από τον ίδιο τον διάβολο; - η λύση είναι όχι η εμμονή μας στο πρόβλημα, αλλά η εν πίστει στροφή μας προς τον Χριστό. Το ῾Κύριε, σῶσόν με᾽ ή αλλιώς ῾Κύριε, ᾽Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με᾽ πρέπει να αποτελεί την αδιάκοπη κραυγή μας, τη συνεχή προσευχή μας. Το θέμα δηλαδή είναι να μη χάνουμε την επαφή μας με Εκείνον. Όταν ο λόγος του Θεού και οι άγιοί μας στη συνέχεια μιλούν για την ῾κόλλησιν᾽ που πρέπει να έχει ο άνθρωπος στον Θεό, και μάλιστα στο πρόσωπο του Χριστού - ῾ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου, ἐμοῦ δέ ἀντελάβετο ἡ δεξιά Σου᾽ σημειώνει ο ψαλμωδός για παράδειγμα - δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μιλούν για τη σωτηρία που ο άνθρωπος ζει με τον τρόπο αυτό. Η ῾κόλλησις᾽ αυτή είναι ακριβώς η αδιάκοπη, όπως είπαμε, ενατένιση του προσώπου του Χριστού. ῾Τι κάνεις εδώ;᾽ ρώτησε μια φορά ένας ιερέας κάποιον γέροντα, που καθημερινά ερχόταν στον ναό και καθόταν ώρες απέναντι στην εικόνα του Χριστού στο τέμπλο. ῾Τον βλέπω και με βλέπει, κι αυτό μου φτάνει᾽ απάντησε δακρυσμένος ο γέροντας.

Να βλέπω τον Χριστό που με βλέπει πάντοτε με το πλήρες αγάπης βλέμμα Του, αυτό συνιστά τη σωτηρία μας. Να θυμόμαστε όμως εξίσου ότι κατεξοχήν τον Κύριον Τον ῾βλέπουμε᾽, όταν είμαστε προσηλωμένοι και προσκολλημένοι στίς άγιες έντολές Του. Ο Ίδιος βεβαίωσε ότι εκεί βρίσκεται κρυμμένος και δι᾽ αυτών φανερώνεται μέσα στις καρδιές των ανθρώπων. Είναι μία πραγματικότητα, η οποία μας προκαλεί να ῾πειραματιστούμε᾽ πάνω της προκειμένου να την επιβεβαιώσουμε.

Όσοι φεύγουν πριν τελειώσει η Θεία Λειτουργία



Ήρθες, λοιπόν, στην εκκλησία και αξιώθηκες να συναντήσεις το Χριστό; Μη φύγεις, αν δεν τελειώσει η ακολουθία. Αν φύγεις πριν από την απόλυση, είσαι ένοχος όσο κι ένας δραπέτης. Πηγαίνεις στο θέατρο και, αν δεν τελειώσει η παράσταση, δεν φεύγεις. Μπαίνεις στην εκκλησία, στον οίκο του Κυρίου, και γυρίζεις την πλάτη στα άχραντα Μυστήρια; Φοβήσου τουλάχιστον εκείνον που είπε: «Όποιος καταφρονεί το Θεό, θα καταφρονηθεί απ’ Αυτόν» ( Παροιμ. 13:13).


Τι κάνεις, άνθρωπε; Ενώ ο Χριστός είναι παρών, οι άγγελοι Του παραστέκονται, οι αδελφοί σου κοινωνούν ακόμα, εσύ τους εγκαταλείπεις και φεύγεις; Ο Χριστός σου προσφέρει την αγία σάρκα Του, κι εσύ δεν περιμένεις λίγο, για να Τον ευχαριστήσεις έστω με τα λόγια; Όταν παρακάθεσαι σε δείπνο, δεν τολμάς να φύγεις, έστω κι αν έχεις χορτάσει, τη στιγμή που οι φίλοι σου κάθονται ακόμα στο τραπέζι. Και τώρα που τελούνται τα φρικτά Μυστήρια του Χριστού, τ’ αφήνεις όλα στη μέση και φεύγεις;


Θέλετε να σας πω τίνος το έργο κάνουν όσοι φεύγουν πριν τελειώσει η Θεία Λειτουργία και δεν συμμετέχουν έτσι στις τελευταίες ευχαριστήριες ευχές; Ίσως είναι βαρύ αυτό που πρόκειται να πω, μα πρέπει να το πω. Όταν ο Ιούδας πήρε μέρος στον Μυστικό Δείπνο του Χριστού, ενώ όλοι ήταν καθισμένοι στο τραπέζι, αυτός σηκώθηκε πριν από τους άλλους κι έφυγε. Εκείνον, λοιπόν, τον Ιούδα μιμούνται… Αν δεν έφευγε τότε εκείνος, δεν θα γινόταν προδότης, δεν θα χανόταν. Αν δεν ξεχώριζε τον εαυτό του από το ποίμνιο, δεν θα τον έβρισκε μόνο του ο λύκος, για να τον φάει.
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

21 Αυγούστου 2013

Οι δοκιμασίες είναι βαρύτερες στους πιστούς (Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης)

   “Να θυμάστε τον λόγο, που εγώ σας είπα: Δεν υπάρχει δούλος μεγαλύτερος από τον κύριό του. Αν εμένα δίωξαν, θα διώξουν και σας· αν φύλαξαν τον λόγο μου, θα φυλάξουν και τον δικό σας” (Ιωάννης ιε΄, 20). Και όχι μόνο από διωγμούς θα έπασχαν οι πιστοί, αλλά από κάθε είδους θλίψη: “Μέσα στον κόσμο θα έχετε θλίψη· αλλά, να έχετε θάρρος· εγώ νίκησα τον κόσμο” (Ιωάννης ις΄, 33). Και δήλωσε: “Αν κάποιος θέλει νάρθει πίσω μου, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, κι ας σηκώσει τον σταυρό του, κι ας με ακολουθεί. Επειδή, όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του, θα τη χάσει· και όποιος χάσει τη ζωή του, εξαιτίας μου, θα τη βρει” (Ματθαίος ις΄: 23,24).

   Έχοντας υπ’ όψιν αυτά τα λόγια, που πολλοί από εμάς τα έχουμε βιώσει “στο πετσί μας”, παίρνουμε θάρρος μέσα από τις θλίψεις, καθώς βιώνουμε καθημερινά τα λόγια του αποστόλου Παύλου: “σε κάθε τι συνιστώντας τον εαυτό μας ως υπηρέτες τού Θεού, με πολλή υπομονή, με θλίψεις, με ανάγκες, με στενοχώριες, με ραβδισμούς, με φυλακές, με ακαταστασίες, με κόπους, με αγρυπνίες, με νηστείες·με καθαρότητα, με γνώση, με μακροθυμία, με αγαθότητα, με Πνεύμα Άγιο, με αγάπη ανυπόκριτη· με λόγο αλήθειας, με δύναμη Θεού· με τα όπλα τής δικαιοσύνης, τα δεξιά και τα αριστερά· με δόξα και ατιμία, με συκοφαντία και με εγκωμιασμό· σαν πλάνοι, όμως κάτοχοι της αλήθειας· σαν αγνοούμενοι, αλλά είμαστε καλά γνωστοί· σαν να φτάνουμε στον θάνατο, αλλά, δέστε, ζούμε· σαν να περνάμε από παιδεία, αλλά δεν θανατωνόμαστε· σαν λυπούμενοι, αλλά πάντοτε έχουμε χαρά· σαν φτωχοί, όμως πλουτίζουμε πολλούς· σαν να μη έχουμε τίποτε, όμως τα πάντα κατέχουμε” (Β΄ Κορ. 6/ς: 4-10). Θυμάμαι σαν σήμερα, τα λόγια ενός φίλου απίστου, για τη ζωή του νονού μου, τον οποίο ο Θεός ευλόγησε με χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, αλλά κατά κόσμον θλιβόταν υπερβολικά ως τον θάνατό του. Μου είπε ο άπιστος εκείνος: “Μα πώς είναι δυνατόν ο Θεός να επιτρέπει να βασανίζεται τόσο ένας δικός Του; Αν είχατε την αληθινή πίστη, δεν θα ήταν η ζωή του ένα βασανιστήριο. Να μην έχει δουλειά, να τον κοροϊδεύουν οι εργοδότες, να αρρωσταίνει, να γκρεμίζεται το σπίτι του, να θλίβεται τόσο πολύ! Αυτό δεν είναι πίστη, είναι πλάνη!” Και πράγματι, είχα δει κι εγώ αυτόν τον ευλογημένο άνθρωπο, να προσεύχεται με δάκρυα, να ζητάει από τον Θεό να τον πάρει “ΤΩΡΑ!”. (Και πράγματι, έφυγε νέος, όταν ο αγώνας του έφθασε στην τελείωση). Απάντησα στον άπιστο φίλο μου, ότι αυτή είναι η εν Χριστώ ζωή.
Όχι χαρά και διασκέδαση, αλλά θλίψη και πόνος, και δοκιμασία. Αλλά δεν μπορούν αυτό να το δεχθούν όλοι. Μάλιστα θα έλεγα, ότι αν κάποιος δεν βιώνει αυτή τη θλίψη στη Χριστιανική του ζωή, κάτι δεν πάει καλά με αυτόν. Θα πρέπει να ανησυχεί! Γιατί δεν γνωρίζω ΚΑΝΕΝΑΝ που να προοδεύει στην εν Χριστώ ζωή, χωρίς να υφίσταται δοκιμασίες και θλίψεις.

20 Αυγούστου 2013

Θέλεις να κάνεις το καλό; Ετοιμάσου για πειρασμό...

Του Αββά Ισαάκ του Σύρου

Όταν θελήσεις να κάνεις αρχή καλού έργου, πρώτα να ετοιμάσεις τον εαυτό σου για την αντιμετώπιση των πει­ρασμών, που πρόκειται να έρθουν εναντίον σου. Γιατί ο ε­χθρός, όταν δει κάποιον ν' αρχίζει με θερμή πίστη μια θεάρεστη ζωή, συνηθίζει να του επιτίθεται με διάφορους και φοβερούς πειρασμούς, ώστε να δειλιάσει απ' αυτούς ο άν­θρωπος και να εγκαταλείψει την καλή του πρόθεση. Και παραχωρεί ο Θεός να πέσει σε πειρασμό για να χτυπήσεις επίμονα τη θήρα (του ελέους) Του και για να ριζώσει μέσα στο νου σου, από το φόβο των θλίψεων, η μνήμη Εκείνου, και για να Τον πλησιάσεις με τις προσευχές, ώστε ν' αγιασθεί έτσι η καρδιά σου από την ακατάπαυστη ενθύμησή Του. Και όταν Τον επικαλείσαι, θα σε ακούσει. Και θα μά­θεις έτσι, ότι ο Θεός είναι αυτός που σε λυτρώνει. Και τότε θα νιώσεις την παρουσία Εκείνου που σ' έπλασε και σε δυ­ναμώνει και σε προστατεύει. Γιατί η σκέπη και η πρόνοια του Θεού αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους. Δεν γίνεται ό­μως ορατή παρά μόνο σ' εκείνους που καθάρισαν τον εαυτό τους από την αμαρτία και είναι συνεχώς προσηλωμένοι στο Θεό. Εξαιρετικά μάλιστα φανερώνεται σ' αυτούς η βοήθεια και η πρόνοια του Θεού, όταν μπουν σε μεγάλη δοκιμασία για χάρη της αλήθειας. γιατί τότε την αισθάνονται πολύ καθαρά με την αίσθηση του νου.

Μερικοί, που είδαν αυτή (τη βοήθεια) και με τα σωμα­τικά τους μάτια, ανάλογα με τις δοκιμασίες, και διαπίστω­σαν έτσι τη συμπαράσταση του Θεού, υποκινήθηκαν απ' αυτή σε γενναίες πράξεις, όπως μαθαίνουμε για τον Ιακώβ και τον Ιησού του Ναυή και τους Τρεις Παίδες και τον απόστολο Πέτρο και τους άλλους αγίους, που άθλησαν για το Χριστό. Σ' αυτούς (η θεία βοήθεια) ήταν ολοφάνερη, έ­χοντας ανθρώπινη μορφή, δίνοντάς τους θάρρος και προε­τοιμάζοντάς τους για τον αγώνα της ευσέβειας. Αλλά και στους πατέρες, που έζησαν στην έρημο και έδιωξαν από κει τους δαίμονες και έγιναν κατοικητήρια αγγέλων, και σ' αυ­τούς παρουσιάζονταν συνεχώς οι άγιοι άγγελοι και με κάθε τρόπο τους βοηθούσαν και τους συμπαραστέκονταν σε όλα και τους στήριζαν και τους λύτρωναν από τους πειρασμούς, που οι άγριοι δαίμονες τους προξενούσαν. Αλλά και μέχρι σήμερα δεν απομακρύνεται η βοήθεια του Θεού από τους ανθρώπους που ολοκληρωτικά αφιερώθηκαν στα έργα που Εκείνος ευαρεστείται, αλλά βρίσκεται κοντά σε όλους ό­σοι Τον επικαλούνται (Αββάς Ισαάκ).

πηγή

17 Αυγούστου 2013

Γιατί έγινε το θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων και των ιχθύων;

π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού


Σε μία από τις πιο ανθρώπινες στιγμές της επιγείου δράσης Του ο Χριστός ευσπλαχνίσθηκε το λαό που Τον άκουε να κηρύττει σε έναν έρημο τόπο και είχε κουραστεί και πεινάσει, καθώς είχε περάσει όλη την ημέρα κοντά Του. Έτσι, ο Κύριος, παρότι η τροφή ήταν ελάχιστη και δεν έφτανε ίσως ούτε για τον Ίδιο και τον κύκλο των μαθητών Του, θα πάρει στα χέρια Του τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας και «αναβλέψας εις τον ουρανόν» (Ματθ. 14, 19) θα τα ευλογήσει, για να πολλαπλασιαστούν, να θρέψουν πέντε χιλιάδες άνδρες, καθώς και τις γυναίκες και τα παιδιά και θα αφήσει να περισσέψουν δώδεκα μεγάλα καλάθια από την τροφή που προέκυψε, για να αρνηθεί στη συνέχεια να γίνει βασιλιάς, όπως οι Ιουδαίοι επεχείρησαν να Τον ανακηρύξουν, ενθουσιασμένοι από το θαύμα και επειδή πίστεψαν ότι είχε βρεθεί η λύση στο βιοτικό τους πρόβλημα.

Εντύπωση μας κάνει το γεγονός ότι ο Χριστός, πριν κάνει το θαύμα κι ενώ κρατούσε στα χέρια Του την ανθρώπινη τροφή, σήκωσε τα μάτια Του στον ουρανό και ευλόγησε την ύλη. Μ’ αυτή την κίνηση ο Κύριος μάς δείχνει πως τα πάντα ανάγονται στο Θεό. Εκείνος είναι που δημιούργησε τον κόσμο. Εκείνος είναι μας δίνει τα αγαθά για την επιβίωσή μας. Εκείνος είναι που μεριμνά για τις ανάγκες μας. Εκείνος είναι που μας δίδει τον Λόγο του, για να χορτάσουμε την πνευματική μας πείνα για νόημα, ελπίδα, σκοπό. Ακόμη κι αν ο άνθρωπος φαίνεται ότι από μόνος του ρυθμίζει τα της ζωής, όποιος πιστεύει, ζητά από τον Θεό και «ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται» (Ματθ. 7,8).

Μυστήριο είναι η σχέση ουρανού και γης. Έχει μία ιερότητα μοναδική. Η πηγή της ζωής και ο Δοτήρ των Αγαθών, Εκείνος που δεν έχει καμία ανάγκη και όχι μόνο υλική, αφού είναι ο Ίδιος η πληρότητα των πάντων, δια των ακτίστων ενεργειών Του, δημιούργησε και ασχολείται με το κτιστό. Το αναδημιουργεί και το ανιστά από τον θάνατο κάθε μορφής. Και του δείχνει συνεχώς την ζωοποιό αγάπη, που είναι χαρακτηριστικό του Παναγίου Θεού, όχι μόνο με πνευματικό ή σωτηριολογικό τρόπο, αλλά ακόμη και με υλικό. Η κίνηση του Χριστού να στραφεί προς τον Ουρανό ακριβώς αυτό υποδηλώνει. Να δείξει στον άνθρωπο ότι για κάθε αγαθό αυτής ή της αιώνιας ζωής ο άνθρωπος καλείται να στραφεί προς το Θεό ως τον Πατέρα Του και να αφεθεί στο μυστήριο της ανταπόκρισης που πηγάζει από την αγάπη.

Αυτό δεν συνεπάγεται την ανθρώπινη απραξία. Το θαύμα έγινε άπαξ. Το μυστήριο όμως, στις ουσιαστικές του διαστάσεις, βιώνεται συνεχώς, μέσα από την ευχαριστιακή σχέση ανθρώπου και Θεού. Ο άνθρωπος καλείται να αναβλέπει προς τον ουρανό κάθε στιγμή της ζωής του. Να δοξάζει και να ευχαριστεί το Θεό για κάθε τι που του δίδει, ακόμη κι αν αυτό φαίνεται σταυρός και δοκιμασία. Να εμπιστεύεται το Θεό ως Πατέρα. Και να απολαμβάνει ό,τι έχει λάβει, ακόμη κι αν φαίνεται μικρό, με πνεύμα δοξολογίας και ευγνωμοσύνης. «Από Θεού άρξασαθαι». Είναι μία οδός που, χωρίς να απαξιώνει τον ανθρώπινο κόπο, αφήνει στον καθέναν μας να κατανοήσει ότι κόπος και εμπιστοσύνη γεννούν το μυστήριο. Αλλά και ότι «ουκ επ’ άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος» (Ματθ. 4,4).

Η ευλογία που παρείχε ο Χριστός στους άρτους και τους ιχθύες είναι το δεύτερο σημείο, στο οποίο αξίζει να σταθούμε. Είναι το ορατό σημείο του θαύματος. Ευλογώ σημαίνει λέω καλώ λόγο. Σημαίνει ζητώ από το Θεό την αφθονία σε ό,τι ξεκινώ ή σε ό,τι κρατώ. Μία αφθονία που γνώμονα έχει όχι την προσωπική μου αυτάρκεια, αλλά την προσφορά στους άλλους. Γιατί αυτός ήταν ο λόγος που ο Χριστός ευλόγησε τα υλικά αγαθά. Όχι για να καταστήσει τους ανθρώπους πλούσιους από αυτά, αλλά για να τους στηρίξει, να τους δώσει την χαρά να ζήσουν στην πληρότητα όχι μόνο της ψυχής εκ του λόγου Του, αλλά και του σώματος, εκ της τροφής. Γι’ αυτό και η Εκκλησία ευλογεί κάθε ανθρώπινο έργο. Όχι για να το καταστήσει αυτοσκοπό. Αλλά για να δώσει στον άνθρωπο να καταλάβει ότι το μυστήριο της σχέσης του με το Θεό αγιάζει την πορεία του, όχι όμως για να καταστεί ο ίδιος αυτάρκης, εγωκεντρικός και να αφεθεί στην απόλαυση των αγαθών για τον εαυτό του. Κάθε έργο μας είναι ευλογημένο όταν στοχεύει και στην προσφορά στους άλλους. Αλλιώς υπολείπεται και μπορεί να μετατραπεί σε παγίδα, που θα μας καταπιεί.

Τέλος, ο Χριστός θα δώσει στους μαθητές Του τα υλικά αγαθά για να τα προσφέρουν με τη σειρά τους στο λαό. Κάθε κίνηση, κάθε έργο, πνευματικό και υλικό, χρειάζεται τους διακόνους του. Δεν μοίρασε την τροφή ο ίδιος ο Χριστός, όχι μόνο για πρακτικούς λόγους, αλλά και γιατί ήθελε να δείξει στους μαθητές Του ότι κάθε έργο δεν μπορεί να είναι ατομικό. Χρειάζεται μία δράση συλλογική. Που να περιλαμβάνει και άλλους, οι οποίοι θα ενστερνίζονται το μυστήριο, την ευλογία, την αγάπη. Συνήθως οι άνθρωποι περιμένουμε έτοιμη την τροφή μας, υλική και πνευματική. Αξίζει όμως να συμβάλουμε αν όχι στην παρασκευή της, τουλάχιστον στην προσφορά και στην διάδοσή της.

Το τελευταίο υποδηλώνει την ανάγκη για αλλαγή νοοτροπίας στη ζωή μας. Συνήθως οι εμπερίστατοι παγιδεύονται στη λογική ότι ο κόσμος και η κοινωνία έχουν καθήκον να τους θρέψουν, να τους βοηθήσουν, να τους ενισχύσουν, χωρίς οι ίδιοι να χρειάζεται να κάνουν κάτι. Δικαιούνται την αγάπη, αλλά χωρίς κόπο δικό τους. Ο Χριστός όμως δεν έκανε το θαύμα για ανθρώπους που συνάντησε τυχαία, αλλά για εκείνους που κοπίασαν ακούγοντάς Τον ολόκληρη την ημέρα. Και έστειλε τους μαθητές Του, για να δείξει στους ανθρώπους ότι δεν είναι μόνος Του, όπως επίσης και ότι ο καθένας μπορεί να συμβάλει στο οποιοδήποτε έργο. Γιατί είναι βέβαιο ότι τους μαθητές στην συγκέντρωση των κλασμάτων τους βοήθησαν και κάποιοι από τους ανθρώπους που έφαγαν και χόρτασαν. Ας μη μένουμε λοιπόν σε μία παθητική φιλανθρωπία από την μία και από την άλλη ας προτρέπουμε όσους έχουν ανάγκη να καταβάλουν τον δικό τους κόπο, ώστε να δείχνουν και να αισθάνονται ότι παλεύουν για αυτό που τους χαρίζεται ως δωρεά και ευλογία.

Η ευχαριστιακή σχέση, η ευλογία που γίνεται προσφορά και όχι αυτάρκεια και η συμμετοχή μας σε κάθε έργο, υλικό και πνευματικό αποτελούν στοιχεία του μυστηρίου που χαρακτηρίζει τη σχέση Θεού και ανθρώπου. Και η Εκκλησία πάνω στο μυστήριο πορεύεται, για να υποδεικνύει στον καθέναν το χρέος του που δεν είναι μόνο πνευματικό, αλλά έχει να κάνει και με την θεραπεία των ανθρώπινων αναγκών στο μέτρο του εφικτού, μέσα όμως από το πρίσμα της συνάντησης του ουρανού και της γης. Αυτός ο δρόμος της Εκκλησίας αποτελεί μία ευκαιρία θέασης του κόσμου και της ζωής που αλλάζει τα δεδομένα και τις προκαταλήψεις της εποχής μας έναντι της πίστης. Καιρός λοιπόν για αυτοσυνειδησία και επανεύρεση του αληθινού νοήματος της σχέσης μας με το Χριστό και την Αλήθεια του Ευαγγελίου και βίωση αυτού του νοήματος στη ζωή μας.

Κοινωνικόν Κυριακής Ιωάσαφ- Βαρέος

16 Αυγούστου 2013

Ο Άγιος Τιμόθεος Επίσκοπος Ευρίπου

   O Άγιος Τιμόθεος, γεννήθηκε στον Κάλαμο Αττικής το 1510. Το αρχικό του όνομα ήταν Τάσος Καλαμιώτης. Αφού διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα στην γενέτειρά του από κάποιον σχετικά μορφωμένο κληρικό, συνέχισε τις σπουδές του στην Αθήνα, με έξοδα πιθανότατα του επισκόπου Ωρεών που ήταν ο πνευματικός του. Αποφασίζοντας να ιερωθεί, εκάρη μοναχός, λαμβάνοντας το όνομα Τιμόθεος, και ορίσθηκε διάκονος, ίσως και γραμματέας του επισκόπου Ωρεών, τον οποίο στη συνέχεια διαδέχθηκε. Αργότερα προήχθη σε μητροπολίτη Ευρίπου.

   Ασκητικός και αφιλοχρήματος στην προσωπική του ζωή, ο Τιμόθεος προάσπισε με σθένος τα υλικά συμφέροντα και την περιουσία της μητροπόλεως του. Προσπαθώντας να προστατεύσει το χωριό Πολιτικά από τις αρπακτικές διαθέσεις της σταυροπηγιακής I.M. Αγίου Νικολάου Γαλατάκη, ήλθε αντιμέτωπος με τον πασά του Ευρίπου, τον οποίον οι μοναχοί της Mονής Γαλατάκη ανέμιξαν στην διένεξή τους με την τοπική μητρόπολη. Προκειμένου να εξοντώσει τον Τιμόθεο, ο πασάς τον παρουσίασε ως εχθρό του κράτους, κατηγορώντας τον ότι είχε αντιταχθεί στην -βραχύβια- εντολή του όντως χριστιανομάχου σουλτάνου Σελίμ Β’, να μετατραπούν οι εκκλησίες σε τζαμιά. Την κρίση επέτεινε ο απόηχος της ήττας του οθωμανικού στόλου στις Εχινάδες Νήσους (ναυμαχία της Ναυπάκτου) από τις συνασπισμένες χριστιανικές δυνάμεις της Δύσεως υπό τον δον Χουάν τον Αυστριακό. Ειδοποιηθείς το 1572, είτε από την χριστιανή γυναίκα του πασά είτε από οθωμανούς κατοίκους του Ευρίπου στους οποίους ήταν πολύ αγαπητός, ότι απειλούταν η ζωή του, κατέφυγε, μαζί με δύο άλλους κληρικούς της μητροπόλεως, στην γενέτειρά του τον Κάλαμο, πιθανώς στην Ι.Μ. Καλολιβαδίου. Λίγο αργότερα, μη αισθανόμενος επαρκώς ασφαλής από τις απειλές του πασά, και ακολουθούμενος από άλλους μοναχούς, κατευθύνθηκε προς το Όρος των Αμώμων, όνομα με το οποίο ήταν τότε γνωστό το Πεντελικό όρος, περνώντας από το Μπουγιάτι Αττικής (Άγιο Στέφανο), το Καστράκι, το ασκητήριο του Αγίου Γεωργίου του Κοκκιναρά και το Θαλάσσι, βαλτώδη τοποθεσία στους πρόποδες του Πεντελικού. Έφθασε έτσι στην Αγία Τριάδα «του Νερού», κοντά στην οποία αποφάσισε να παραμείνει. Το γεγονός ότι συντομότατα η εκκλησία αυτή, λόγω της καλής φήμης του μητροπολίτη, άρχισε να χρησιμοποιείται ως κυριακό σκήτης, καθώς λειτουργούνταν σ’ αυτήν κάθε Κυριακή οι ασκητές της ευρύτερης περιοχής, έκαμε τον Τιμόθεο που στο μεταξύ είχε αποφασίσει να ιδρύσει μία νέα μονή, να τους προτείνει να συγκεντρωθούν σ’ αυτήν και να συγκοινοβιάσουν. Η επιλογή της θέσης της καθορίσθηκε από την εύρεση, μέσα στις αγριελιές -στην θέση όπου λεγόταν ότι κατά την αρχαιότητα υπήρχε ιερό της Αθηνάς- ενός σκελετού ασκητή, που έφερε στο θώρακά του μια εικόνα της Θεοτόκου. Έτσι η μονή αφιερώθηκε στην Κοίμηση της Θεοτόκου.
Η ίδρυση και η απαρχή της ανεγέρσεως της μονής χρονολογείται στα 1578, χρονολογία την οποία όχι μόνον συγκράτησε η συλλογική μνήμη των πατέρων της μονής και η οποία μεταγενέστερα αποτυπώθηκε, μαζί με δυο άλλες σημαντικές χρονολογίες της ιστορίας της μονής, σε επιγραφή γραμμένη σε ελεγειακό μέτρο, στην κεντρική είσοδο του καθολικού και η οποία επανατοποθετήθηκε στην ίδια θέση μετά την σχεδόν εκ βάθρων ανακατασκευή του το 1953:

«ΕΤΕΙ ΑΦΟΗ’ Ήδ’ υπό Τιμοθέουυ Ευβοίης αρχιθύταο/ Ιρή δωμήθη Θειοτόκοιο Μονή».

αλλά και σε απλοϊκό χάραγμα, σύγχρονο του κτήτορα, στο υπέρθυρο της εισόδου του μοναστηριακού κοιμητηρίου το οποίο δυστυχώς κατεδαφίσθηκε πρόσφατα με την εξαίρεση του κοιμητηριακού ναού που τιμάται στη μνήμη του Αγίου Νικολάου. Ενόσω κτιζόταν η μονή, ο Τιμόθεος, φίλος ων της ησυχίας, αποτραβήχτηκε στο ασκηταριό του Αγίου Γεωργίου (κατ’ άλλους του Αγίου Νικολάου) του Χωστού, στην Καρυττό (ή Γαργηττό), στα νότια κράσπεδα του Πεντελικού.
   Όπως στα χρόνια της αρχιερατείας του στον Εύριπο, ο Άγιος Τιμόθεος συνδύασε την πνευματική προκοπή της υπ’ αυτόν αδελφότητας με την οικονομική της αυτάρκεια. Θέλοντας να απαλλάξει την Πεντέλη από την παρουσία των ποιμένων που το καλοκαίρι έβοσκαν τα κοπάδια τους στην περιοχή όπου κτιζόταν η μονή, ο Τιμόθεος αγόρασε μέρος της περιοχής Γέρακα, στην οποία αυτοί ξεχειμώνιαζαν, με αποτέλεσμα αυτοί να απομακρυνθούν, εγκαθιστάμενοι, κατά μία εκδοχή στα Λαμπρικά, κοντά στο Κουρσουλά (το μετέπειτα Κορωπί), σε έκταση που λέγεται ότι αγόρασε ο άγιος με σκοπό να την ανταλλάξει με τον πλησιέστερο γέροντα. Εξ ού και το γεγονός ότι μεταγενέστερα κείμενα αποκαλούν Κορωπιώτες τους βοσκούς που βρήκε ο άγιος να βόσκουν τα κοπάδια τους στην Αγία Τριάδα «του Νερού». Ο κτήτορας αγόρασε επίσης την Παλαιά ή Μικρή Βραώνα, κτήμα με επτακόσια δένδρα ελαιόδενδρα, ανάμεσα στα Σπάτα (δηλ. μέρη του Σπάτα) και το Μαρκόπουλο.
   Αλλά η τύρβη που μοιραία συνεπάγεται η διοίκηση μιας μονής, και πιθανότατα εσωτερικές έριδες στους κόλπους της αδελφότητας που αριθμούσε πλέον περί τους ογδόντα μοναχούς, έκαμαν τον Τιμόθεο να εγκαταλείψει τη μονή του και το Πεντελικό και να αποσυρθεί, στα 1580 στον Άγιο Γεώργιο Βρα(υρ)ώνας, τον οποίο ανακαίνισε και στον οποίο πρόσθεσε κελιά και αποθήκες. Καλλιεργώντας -όπως και παλαιότερα στην Χαλκίδα- καλές σχέσεις με τους μουσουλμάνους περιοίκους, ο Τιμόθεος πλεύρισε με την βάρκα του πειρατικό πλοίο που μόλις είχε κουρσέψει τα παράλια της Αττικής, και πέτυχε την απελευθέρωση των γιών μιας τουρκάλας γαιοκτήμονος που κατοικούσε στον Πύργο της Βραώνας. Ευγνώμων εκείνη του δώρισε –μέσω αυτού και στη μονή– μέρος του Μεγάλου ή Νέου Βραώνα, προς την πλευρά του Μαρκόπουλου.
   Η εμφάνιση νέου μεγάλου γαιοκτήμονα στην περιοχή, συσπείρωσε τους χωρικούς εναντίον του. Μετά από πολλές προστριβές και βρίσκοντας μια ημέρα καμένη την βάρκα του από τους χωρικούς του Σπάτα (Σπάτων), ο Τιμόθεος διαπεραιώθηκε στην αντικρινή Κέα, όπου κατ’ άλλους φιλοξενήθηκε από τον τοπικό επίσκοπο στην επισκοπή, ενώ κατ’ άλλους ίδρυσε εκεί νέο μοναστήρι στην μνήμη του Αγίου Παντελεήμονος. Πέθανε περί το έτος 1590.
   Εμφανισθείς σε όνειρο σε μοναχό της Μονής Πεντέλης, τον διέταξε να μεταφέρει τα οστά του πίσω στη μονή. Εκεί τοποθετήθηκαν, μαζί με ένα «χρυσόβουλλο» (γράφει ο Κύριλλος, πατριαρχικό πιθανώς έγγραφο με την επίσημη αναγνώριση του Τιμοθέου ως Αγίου) μέσα σε «...πεποικιλμένο...» με σεντέφι κιβώτιο και ταχύτατα συνδέθηκαν με ποικίλα θαύματα, ιδίως με την απομάκρυνση των ακρίδων και την προστασία από την πανώλη. Κατόπιν τούτου, η κάρα του αγίου μεταφερόταν και περιόδευε εκτός μονής, εκεί όπου υπήρχε ανάγκη, στα χωριά της Αττικής και την Αθήνα. Σε μεταγενέστερη εποχή, σε περιόδους ανασφάλειας, φυλασσόταν, μαζί με ό,τι πολύτιμο διέθετε το μοναστηριακό σκευοφυλάκιο, στην «κρυψώνα» του μεγάλου αθηναϊκού μετοχίου της μονής, την Αγία Δύναμη. 

Η Κοίμησις της Θεοτόκου

Η Κοίμησις της Υπεραγίου Θεοτόκου συνιστά τη μεγαλύτερη από όλες τις Θεομητορικές εορτές της Εκκλησίας μας. Καί τούτο γιατί επιστεγάζει την όλη αγιασμένη επί γης πορεία της. Όπως συμβαίνει με τον Ιησού Χριστό που η εκ νεκρών Ανάστασή Του νοηματοδοτεί τη Γέννησή Του και τα άλλα γεγονότα της ζωής Του, οπότε καταλαβαίνουμε και το γιατί η Ανάσταση θεωρείται και η μεγαλύτερη εορτή της χριστιανοσύνης, όπως συμβαίνει και γενικά με το τέλος της ζωής ενός ανθρώπου που ρίχνει φως σε ό,τι προηγήθηκε από τη ζωή του, κατά τον ίδιο τρόπο και εδώ, με την Κοίμηση της Παναγίας: το τέλος της φανέρωσε ότι επρόκειτο πράγματι περί της ῾Κεχαριτωμένης᾽ και της ῾ευλογημένης εν πάσαις ταις γυναιξί᾽.
Διότι το τέλος της δεν απετέλεσε το τέλος ενός κοινού ανθρώπου. Ναι μεν φεύγει από τη ζωή αυτή, αλλά με θαυμαστό τρόπο παρευρίσκονται όλοι οι Απόστολοι, ῾μετάρσιοι γενόμενοι᾽, ῾συναθροισθέντες εν Γεθσημανή τω χωρίω᾽, αλλά πολύ περισσότερο: παρευρίσκονται όλοι οι άγιοι άγγελοι, και πάνω από όλα: ο ίδιος ο Υιός και Θεός της, ο Οποίος και παραλαμβάνει τη με μορφή παιδούλας παναγία ψυχή της. Έτσι στο γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται με έντονο τρόπο ό,τι συμβαίνει πάντοτε στην Εκκλησία μας στις διάφορες εορτές της: ῾επίγειον το φαινόμενον, ουράνιον το νοούμενον᾽. Στην Εκκλησία μας με άλλα λόγια τα πάντα προσεγγίζονται μ᾽ ένα διπλό τρόπο: με τις υλικές αισθήσεις, αλλά και με τις πνευματικές αισθήσεις. Στην Εκκλησία ζούμε όλη την πραγματικότητα του κόσμου: την επιφάνεια, αλλά και το βάθος του. Ας δούμε πιο συγκεκριμένα ορισμένα από τα παραπάνω σημεία.

1. Η Εκκλησία μας επιμένει καταρχάς στη φυσική τάξη των πραγμάτων. Η Παναγία υπακούει και αυτή στους νόμους της φύσεως: πεθαίνει, όπως όλοι οι άνθρωποι, και κηδεύεται από τους Αποστόλους και όλους τους οικείους της. Και δεν ήταν δυνατόν να μη συμβεί τούτο, όταν ο ίδιος ο Κύριος, ο Υιός και Θεός της, πέρασε από τη διαδικασία του φυσικού θανάτου. Κατά τον υμνογράφο ῾μιμουμένη τον ποιητήν σου και Υιόν, υπέρ φύσιν υποκύπτεις, τοις της φύσεως νόμοις᾽. Απλώς εκείνη δέχεται από άγγελο την πληροφορία περί της εξόδου της από τον κόσμο και ετοιμάζει με θαυμαστό πράγματι τρόπο, πνευματικά και υλικά, τα της κηδείας της, ενώ προτρέπει με στοργή τους πενθούντες αποστόλους, που είχαν συναθροιστεί εκ περάτων της γης: ῾το εμόν σώμα, καθώς εγώ σχηματίσω τη κλίνη, κηδεύσατε᾽. 

2. Η φυσική αυτή τάξη όμως συνιστά την επιφάνεια. Η Κοίμηση της Θεοτόκου αποκαλύπτει και το βάθος: Καταρχάς, οι απόστολοι γνωρίζουν το γεγονός και συναθροίζονται στη Γεθσημανή υπέρ φύσιν: ο Κύριος επί νεφελών τους φέρνει εκεί που είναι η Παναγία Μητέρα Του, για να πενθήσουν, κυρίως όμως να δοξολογήσουν το γεγονός της κοιμήσεως και της μεταστάσεώς της. Κατά την παρατήρηση μάλιστα που τους κάνει η ίδια η Θεοτόκος, όταν τους βλέπει να θρηνούν για τον επικείμενο θάνατό της: ῾Μη φίλοι μαθηταί, του εμού Υιού και Θεού, μή πένθος εργάσησθε την εμήν χαράν᾽. Μη κάνετε πένθος τη χαρά μου. Και είναι ευνόητο: η Παναγία μας μετατίθεται πλήρως στην αγκαλιά του Χριστού, ο Οποίος της προανήγγειλε διά του αγγέλου: ῾μη ταραχτείς για τον θάνατό σου, αλλά μετ᾽ ευφροσύνης δέξαι τον λόγον. Γιατί έρχεσαι προς την αθάνατη ζωή᾽.Έπειτα, παρευρίσκονται στην κοίμησή της όλοι οι άγιοι άγγελοι, οι οποίοι με πολύ σεβασμό και σεμνότητα ῾ανοίγουν τις πύλες του παραδείσου᾽ για να περάσει η πλατυτέρα των ουρανών, προπέμποντάς την με υπέροχους ύμνους και δοξολογίες. ῾Αξίως ως έμψυχον, σε ουρανόν υπεδέξαντο, ουράνια Πάναγνε, θεία σκηνώματα᾽. ῾Επήρθησαν πύλαι ουράνιαι, και Άγγελοι ανύμνησαν...Χερουβίμ υπείξε σοι, εν αγαλλιάσει, Σεραφίμ δε δοξάζει σε χαίροντα᾽. Και πάνω από όλα: έρχεται ο ίδιος ο Κύριος και Θεός, προκειμένου να παραλάβει την στα χέρια Του παραθεμένη ψυχή της Παναγίας Μητέρας Του. ῾Και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα᾽. 

3. Έτσι στην Κοίμηση της Θεοτόκου, πέραν των άλλων συγκλονιστικών, φωτίζεται το μυστηριώδες όριο της ζωής και του θανάτου. Αυτό το μεταίχμιο, που πάντοτε κέντριζε και κεντρίζει τις ανθρώπινες συνειδήσεις και πολλοί πολλά μαρτυρούν, βγαλμένα τις περισσότερες φορές όμως από το χωρίς φωτισμό Θεού μυαλό τους. Εδώ έχουμε τη συγκεκριμένη αποκάλυψη: όταν πρόκειται περί αγίου ανθρώπου, άγγελοι κι ακόμη κι ο ίδιος ο Κύριος, έρχονται να παραλάβουν την ψυχή του ανθρώπου. Κι έχουμε στην ιστορία της Εκκλησίας μας, εκτός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου εννοείται, πολλές τέτοιες καταγραφές που φανερώνουν το τι διαδραματίζεται στην ῾κρίσιμη᾽ αυτή και απρόσιτη στις σωματικές αισθήσεις ώρα. Σαν το τέλος, μεταξύ άλλων, του οσίου Παμβώ, που λέει το Γεροντικό, στο οποίο παραβρέθηκαν άγγελοι, αλλά και η Παναγία, όπως εν τέλει και ο ίδιος ο Κύριος, με την παρουσία του Οποίου άρρητη ευωδία χύθηκε παντού. Κι από την άλλη βεβαίως έχουν καταγραφεί περιπτώσεις αθέων και αρνητών και χλευαστών της πίστεως, που το τέλος τους ήταν τόσο τραγικό και ῾βρωμερό᾽ στην όσφρηση, που οι μετέχοντες ομολόγησαν ότι ποτέ δεν θα ήθελαν να ξαναβρεθούν σε παρόμοιο γεγονός, που φανέρωνε τη δαιμονική παρουσία. 

4. Το όλο αυτό ῾σκηνικό᾽ του ενδόξου τέλους της Παναγίας μας, η συμπλοκή της επιφάνειας και του βάθους, η ύπαρξη του φυσικού και του υπερφυσικού, οδηγεί τον υμνογράφο της εορτής που λειτουργεί ως η συνείδηση της Εκκλησίας, να μιλά για την Κοίμηση ως γεγονός μυστηρίου, το οποίο με φωτισμένη από τον Θεό πίστη προσπαθεί να το κατανοήσει, έστω και εκ μέρους, και να το δει στις αληθινές του διαστάσεις. ῾Ω, του παραδόξου θαύματος᾽ κραυγάζει. ῾Βαβαί των σων μυστηρίων αγνή!᾽ Και δικαιολογημένα: ῾η πηγή της ζωής, εν μνημείω τίθεται και κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται᾽. Ό,τι μυστήριο περικλείει τον θάνατο του Χριστού και την ταφή Του, το ίδιο μυστήριο, κατά τον υμνογράφο που κινείται δοξολογικά σε επίπεδο υπερβολής, περικλείει και την κοίμηση της Παναγίας Μητέρας Του, κάτι που δικαιολογεί και το γιατί οι Χριστιανοί κατ᾽ αντανάκλαση του θανάτου του Κυρίου, ψέλνουν τα εγκώμια και κάνουν περιφορά επιταφίου και στην Θεοτόκο.
Και βεβαίως έτσι συνυπάρχει και η ανάσταση που ακολουθεί. Θέλουμε να πούμε ότι όπως μετά την ταφή του Κυρίου έρχεται η ανάσταση, με την οποία νικήθηκε ο Άδης και ῾ζωής ηξιώθημεν᾽, έτσι και μετά την κοίμηση της Θεοτόκου έρχεται και η δική της ανάσταση. Διότι, κατά την παράδοσή μας, η Παναγία ναι μεν πέθανε και ετάφη, την τρίτη όμως ημέρα, όταν ανοίχτηκε ο τάφος της προς χάρη ενός από τους μαθητές του Κυρίου, που δεν παραβρέθηκε στην κοίμησή της, διαπιστώθηκε η εν σώματι μετάστασή της, συνεπώς η Παναγία βίωσε από τότε αυτό που θα βιώσουμε όλοι μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας, την ανάσταση των σωμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι στους Χαιρετισμούς της αδιάκοπα διαλαλείται ότι ῾αναστάσεως τύπον εκλάμπει᾽, όπως εξίσου δεν είναι τυχαίο ότι ο πιστός λαός μας με το αισθητήριο που διαθέτει, χαρακτηρίζει την Κοίμησή της ως το ῾Πάσχα του καλοκαιριού᾽. 

Ο υμνογράφος βεβαίως δεν βλέπει το μυστήριο της Κοιμήσεως μεμονωμένα. Θεωρεί ότι η Παναγία μας με όλη τη ζωή της ζει το μυστήριο της παρουσίας του Θεού κατά μοναδικό τρόπο, οπότε και η Κοίμησή της προεκτείνει φυσιολογικά το όλο μυστήριο. ῾Έπρεπε τοις αυτόπταις του Λόγου και υπηρέταις, και της κατά σάρκα Μητρός αυτού, την Κοίμησιν εποπτεύσαι, τελευταίον ούσαν επ᾽ αυτή μυστήριον᾽. Δηλαδή: Έπρεπε οι μαθητές του Χριστού να εποπτεύσουν και την Κοίμηση της κατά σάρκα Μητέρας Του, η οποία αποτελεί το τελευταίο σ᾽ αυτήν μυστήριο. Διότι ασφαλώς και η δική της η Γέννηση ως καρπός έντονης και πολυχρόνιας προσευχής είναι μυστήριο, αλλά πολλαπλασίως περισσότερο ο Ευαγγελισμός της και η Γέννηση δι᾽ αυτής του Θεού στον κόσμο ως ανθρώπου. 

Παρ᾽ όλα αυτά! Υπάρχει και συνέχεια του μυστηρίου για την Παναγία. Δεν τελειώνουν δηλαδή γι᾽ αυτήν τα πράγματα με την Κοίμησή της. Το αντίθετο: θα έλεγε κανείς ότι ιδίως τότε, και μέχρι της συντέλειας των αιώνων, το μυστήριο της παρουσίας της θα συνεχίζεται, γεγονός που συνιστά την παρηγοριά και την ελπίδα μας. Κι εννούμε βεβαίως αυτό που όλοι ζούμε και ψάλλει η Εκκλησία μας με το απολυτίκιο ιδίως της εορτής: ῾Εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε᾽. Η έξοδός της από τον κόσμο δεν συνιστά μία φυγή, μία λησμονιά από πλευράς της για εμάς. Η Παναγία φεύγει και ταυτοχρόνως παραμένει πιο κοντά μας. Διότι ζώντας καθ᾽ ολοκληρίαν πια μέσα στον Κύριο και Θεό της μετέχει κατά κάποιον τρόπο της πανταχού παρουσίας Εκείνου. Εκείνος της ανοίγει τα μάτια για να μας βλέπει, να μας ακούει, να συμπάσχει και να συγχαίρει μαζί μας, και κυρίως να έχει τη δύναμη να μας βοηθά. Κι αυτό είναι πια εμπειρία όλης της Εκκλησίας, που σημαίνει ότι μπορεί να γίνει και γίνεται εμπειρία και του καθενός μας, όπως συνέβη και με τον Άγιο Σιλουανό του Άθω, ο οποίος γράφει στα κείμενα που μας διέσωσε ο Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ, ότι μετανόησε για τις αποκλίσεις της ζωής του, όταν η ίδια η Παναγία του είπε με πόνο ότι θλίβεται για την αμαρτωλή ζωή του. Ποιος άραγε λόγος αιτιολογεί την αγάπη του πιστού λαού προς Εκείνην, παρά η αίσθηση της εγγύτητάς της στη ζωή μας; Και η Παναγία το είχε διαβεβαιώσει, λίγο πριν τον θάνατό της, σκορπώντας την παρηγοριά ήδη από τότε στους πιστούς, με πρώτους τους αποστόλους: ῾Μη θρηνείτε, γιατί με τη μετάστασή μου σας διαβεβαιώνω ότι όχι μόνον εσάς, αλλά και όλον τον κόσμο θα περισκέπω και θα εφορώ᾽. Αν κάτι παρόμοιο έλεγε και ο Γέροντας Πορφύριος στην εποχή μας, ότι δηλαδή μετά τον θάνατό του θα βρίσκεται πιο κοντά στους ανθρώπους, πόσο περισσότερο, ας φανταστούμε, ισχύει τούτο για την Παναγία; 

5. Μέσα στο θάμβος της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, μπροστά σε όλα τα θαυμαστά που εξαγγέλλει η χαρά της από τη μετάστασή της στους ουρανούς, προβάλλει επιτακτικά το ερώτημα: τι ήταν αυτό που έκανε την Παναγία να φτάσει σ᾽ αυτό το ύψος; Και τι πρέπει να κάνουμε κι εμείς αντιστοίχως, ώστε έστω και ελάχιστα, μια που η προοπτική μας είναι να γίνουμε κι εμείς ῾Παναγίες᾽, να σαρκώνουμε δηλαδή στη ζωή μας τον Χριστό, να γευόμαστε λίγο από τη χάρη της, χάρη στην πραγματικότητα του Κυρίου μας; Η απάντηση είναι γνωστή κι αυτήν διαλαλεί διαρκώς η Εκκλησία μας: Αν η Παναγία έγινε ό,τι έγινε, τούτο οφείλεται στην ετοιμότητά της να υπακούει στο θέλημα του Θεού. Το ῾ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου᾽ είναι το ῾μυστικό᾽ της εξυψώσεώς της στα υπερουράνια. Αυτό το ῾μυστικό᾽, ας γίνεται καθημερινά φανερό και στις δικές μας καρδιές.

14 Αυγούστου 2013

Αγρυπνία στη Μονή μας σήμερα επί τη εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου




Σᾶς ἀνακοινώνουμε ὅτι:

Τήν Τετάρτη 14 Αὐγούστου 2013 καί ὤρα 21.00μμ θά τελεστεῖ στην Ἱερά μας Μονή Ἀγρυπνία ἐπί τῇ ἑορτῇ τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. 

9 Αυγούστου 2013

H αρετή της σιωπής και τα λόγια της Παναγίας

Η μορφή της Παναγίας αποτελεί πράγματι την ενσάρκωση και προσωποποίηση όλων των αρετών. Άραγε ποια αρετή μπορούμε να σκεφτούμε η οποία δε χαρακτήριζε τη Θεοτόκο; Ή ποιος από εμάς δε θέτει ενώπιόν του την Παναγία ως παράδειγμα για την απόκτηση αρετών; Όλες οι αρετές κοσμούσαν την προσωπικότητα της. Ωστόσο, περισσότερο και ευκολότερα φανερή είναι η αρετή της σιωπής που την διέκρινε. Αν και ως μητέρα του Χριστού θα μπορούσε να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην Εκκλησία των πρώτων χρόνων, εκείνη επέλεξε να μείνει στο περιθώριο και στη σιωπή αφήνοντας τους Αποστόλους να αναλάβουν την οργάνωση και επέκταση της Εκκλησίας του Χριστού. Τα λόγια της αλλά και οι παρεμβάσεις της ήταν περιορισμένες. Πράγματι, και στα βιβλία της Καινής Διαθήκης αναφέρονται μόνο τέσσερις περιπτώσεις, στις οποίες ομίλησε η Παναγία, κάθε μια απ' τις οποίες έχει να μας διδάξει πολλά τόσο ως προς την προσέγγιση της προσωπικότητάς Της όσο και ως προς το πώς και αν πρέπει και εμείς να απευθύνουμε λόγο. 

Η πρώτη περίπτωση ήταν η φοβερή στιγμή του Ευαγγελισμού, όταν η νεαρή κόρη Μαριάμ δέχθηκε στο οίκημά της τον Αρχάγγελο Γαβριήλ ο οποίος της μετέφερε το μήνυμα της κύησης του Υιού του Θεού. Ωστόσο, η Παναγία φαίνεται πως αντέδρασε αρχικά στο χαιρετισμό και στην είδηση που έλαβε διαλογιζόμενη μήπως το όραμα και ο χαιρετισμός αυτός πρόκειται για πλάνη , αφού τόνισε πως το να κυοφορήσει είναι αδύνατο αφού δεν είχε καμία σχέση με άνδρα. Όταν, όμως, ο Αρχάγγελος της εξήγησε πως "Πνεῦμα Ἅγιον ἐπιλεύσεται ἐπί σε καί δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι" αμέσως άρθρωσε λόγο υπακοής και έλλογης υποταγής στο θέλημα του Κυρίου: ἰδοῦ ἡ δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατά τό ῥῆμά σου, 

Η δεύτερη περίπτωση ήταν όταν επισκέφθηκε η Θεοτόκος την Ελισάβετ, η οποία κυοφορούσε τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Τότε η Ελισάβετ "δανειζόμενη" το προφητικό χάρισμα απ΄ τον υιό της είπε προς την Ελισάβετ: "Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί καί εὐλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου. Και πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με;". Για τη Θεοτόκο, ωστόσο, οι επαινετικοί αυτοί λόγοι δεν έγιναν αφορμή και αιτία υπερηφανείας, αλλά αντίθετα δοξολογίας και ευχαριστίας προς το Θεό: Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τόν Κύριον καί ἡγαλλίασε τό πνεῦμά μου ἐπί τῶ Θεῶ τῶ σωτήρι μου· ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ. Ἰδοῦ γάρ ἀπό τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί· ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα ὁ Δυνατός καί ἅγιον τό ὄνομα αὐτοῦ".

Η τρίτη περίπτωση ήταν όταν ο Ιησούς δίδασκε δωδεκαετής στο ναό των Ιεροσολύμων, ενώ η μητέρα του και ο μνήστωρ Ιωσήφ βρίσκονταν στο δρόμο της επιστροφής. Και όταν μετά από αναζήτηση τριών ημερών, Τον βρήκαν στο ναό να διδάσκει και να συνομιλεί με τους Νομοδιδασκάλους η Παναγία είπε προς τον Ιησού: "Τέκνον, διά τί ἔπραξας εἰς ἡμᾶς οὕτως; ίδοῦ, ὁ πατήρ σου καί ἐγώ καταλυπούμενοι σέ ἐζητοῦμεν". Δηλαδή, γιατί μας το έκανες αυτό; Και εγώ και αυτός που θεωρείται ότι είναι ο επί γης πατέρας Σου σε αναζητούμε οδυρόμενοι. Η Παναγία φαίνεται πως έχει το σθένος ώστε να κάνει παρατήρηση, θα λέγαμε, ακόμα και σ' αυτόν τον Υιό του Θεού και Θεό. Να δώσει, έστω κι αν είναι ένας άνθρωπος ενώπιον του Θεού, μια συμβουλή στον Υιό της. Κι αυτό δεν το έπραξε για να δείξει τη δύναμη που είχε αλλά κινούμενη από αγάπη και αίσθηση του ύψιστου καθήκοντός της. 

Τελευταία περίπτωση ομιλίας της Παναγίας είναι τα λόγια που άρθρωσε στο γάμο της Κανά, που ήταν και η αιτία του πρώτου θαύματος του Χριστού. Όταν, λοιπόν, τελείωσε το κρασί απευθυνόμενη στο Υιό της Τον ενημερώνει για την έλλειψη. Εκείνος απήντησε βέβαια πως δεν είχε έλθει ακόμη η στιγμή που θα ξεκινούσε η επί γης θαυματουργική δράση του. Ωστόσο, η Παναγία είπε στους υπηρέτες μια φράση, η οποία έκτοτε ηχεί έντονα σ' όλους μας: "ὅ,τι ἄν λέγῃ ἡμῖν, ποιήσατε". Οτιδήποτε, δηλαδή, και να σας πει να το κάνετε. Η φράση αυτή βέβαια δεν αφορά μόνο τους υπηρέτες στο γάμο της Κανά, αλλά απευθύνεται σ' όλους μας και μας υποδεικνύει πως μόνος δρόμος σωτηρίας είναι η τήρηση των λόγων του Χριστού. Η Θεοτόκος αποδεικνύεται μέσα και απ' αυτό το θαύμα πως έχει πολλή δύναμη, αφού η μεσολάβησή Της μετέβαλε την αρχική άρνηση του Χριστού.  

Όλοι αυτοί οι λόγοι της Υπεραγίας Θεοτόκου, πέραν του ότι αποδεικνύουν το μεγαλείο των αρετών και της προσωπικότητάς Της γενικότερα, αποτελούν για όλους μας υπόδειγμα και κανόνα για τη διαμόρφωση και της δικής μας συμπεριφοράς και άρθρωσης λόγου, ώστε να αποφεύγουμε κατά το δυνατόν τις αργολογίες και τις κατακρίσεις. Με υπόδειγμα την προσωπικότητα της Θεοτόκου πρέπει να αποφασίζουμε πάντοτε αν θα επιλέξουμε την σιωπή ή το λόγο. Όπως η Παναγία μας, έτσι και εμείς είναι καλό να ομιλούμε για να εκφράσουμε και να αποδείξουμε την υπακοή μας στο θέλημα του Θεού αλλά και των συνανθρώπων μας, για να αποδίδουμε δοξολογικούς ύμνους προς το Θεό, για να συμβουλεύουμε με αγάπη τους συνανθρώπους μας και ιδιαίτερα τους νεότερους και τέλος για να διδάσκουμε σ' όλους τις εντολές και το λόγο του Θεού, όπως ακριβώς μας προτρέπει η Παναγία με το "ὅ,τι ἄν λέγῃ ἡμῖν, ποιήσατε".

8 Αυγούστου 2013

Λoγισμοί και πλάνη

Νὰ θυμᾶσαι καὶ νὰ φοβᾶσαι δύο λογισμούς. Ὁ ἕνας λέει: «Εἶσαι ἅγιος»·καὶ ὁ ἄλλος: «Δὲν θὰ σωθεῖς». Κι οἱ δύο αὐτοὶ λογισμοὶ προέρχονται ἀπὸ τὸν ἐχθρό, καὶ δὲν ἔχουν ἀλήθεια μέσα τους. Ἐσύ, ὅμως, νὰ σκέφτεσαι: «Ἐγὼ εἶμαι μεγάλος ἁμαρτωλός, ἀλλὰ ὁ Ἐλεήμων Κύριος ἀγαπᾶ πολύ τούς ἀνθρώπους καὶ θὰ συγχωρέσει καὶ σ΄ ἐμένα τὶς ἁμαρτίες μου».
Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

Πίστευε ἔτσι, καὶ θὰ γίνει σύμφωνα μὲ τὴν πίστη σου: Θὰ σὲ συγχωρήσει ὁ Κύριος. Μὴ βασίζεσαι, ὅμως, στοὺς προσωπικούς σου ἀγῶνες, ἔστω καὶ ἂν εἶσαι μεγάλος ἀσκητής. Ἕνας ἀσκητής μου ἔλεγε: «Βεβαίως θὰ ἐλεηθῶ, γιατί κάνω τόσες μετάνοιες τὴν ἡμέρα». Ὅταν, ὅμως, ἦρθε ὁ θάνατος, «διέρρηξε τὰ ἱμάτιά του».
Ὄχι, λοιπόν, γιὰ τὶς ἀσκήσεις μας, ἀλλὰ δωρεάν, κατὰ τὴ χάρη Του ἐλεεῖ ὁ Κύριος. Ὁ Κύριος θέλει τὴν ψυχὴ νὰ εἶναι ταπεινή, ἄκακη, καὶ νὰ συγχωρεῖ τοὺς πάντες μὲ ἀγάπη· τότε καὶ ὁ Κύριος συγχωρεῖ μὲ χαρά. Ὁ Κύριος τούς ἀγαπᾶ ὅλους, καὶ ἐμεῖς ὀφείλουμε νὰ Τὸν μιμούμαστε καὶ νὰ ἀγαποῦμε τοὺς πάντες, καὶ ἂν δὲν μποροῦμε, τότε πρέπει νὰ Τὸν παρακαλοῦμε, καὶ ὁ Κύριος δὲν θὰ ἀρνηθεῖ, ἀλλὰ θὰ βοηθήσει μὲ τὴ χάρη Του.
Ὅταν ἤμουν ἀκόμα ἀρχάριος, γνώρισα τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἀπερίγραπτη. Ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται σὺν Θεῷ καὶ ἐν Θεῷ, καὶ τὸ πνεῦμα χαίρεται γιὰ τὸν Κύριο, ἔστω καὶ ἂν τὸ σῶμα ἀποκάμνει ἀπὸ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖς, ὅμως, νὰ χάσεις αὐτὴν τὴν χάρη καὶ μὲ ἕναν κακὸ λογισμό.
Μὲ τὸν κακὸ λογισμὸ εἰσέρχεται μέσα μας μία ἐχθρικὴ δύναμη, καὶ τότε σκοτίζεται ἡ ψυχὴ καὶ τὴ βασανίζουν κακὲς σκέψεις. Τότε ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται τὴν ἀπώλειά του καὶ καταλαβαίνει ὅτι ὁ ἴδιος, χωρὶς τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, εἶναι μόνο «γῆ καὶ σποδός».
Ἡ ψυχὴ ποὺ γνώρισε τὸν Κύριο, μαθαίνει ἀπὸ τὴ μακροχρόνια πείρα της, ὅτι, ἂν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές, τότε αἰσθάνεται, ἔστω καὶ λίγο, τὴ χάρη μέσα του κι ἔχει παρρησία στὴν προσευχή. Ἄν, ὅμως, ἁμαρτήσει μὲ κάποιον λογισμὸ καὶ δὲν μετανοήσει, τότε κρύβεται ἡ χάρη καὶ ἡ ψυχὴ θρηνεῖ καὶ ὀδύρεται ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ.
Ἔτσι ἡ ψυχὴ διέρχεται ὅλη της τὴ ζωὴ στὸν ἀγώνα μὲ τοὺς λογισμούς. Ἐσύ, ὅμως, μὴ μένεις στὴν ἀκηδία ἐξαιτίας τοῦ ἀγώνα, γιατί ὁ Κύριος ἀγαπᾶ τὸν ἀνδρεῖο ἀγωνιστή.
Πονηροὶ λογισμοὶ καταπονοῦν τὴν ὑπερήφανη ψυχή, καὶ ἂν δὲν ταπεινωθεῖ, δὲν θὰ βρεῖ ἀνάπαυση ἀπὸ αὐτούς. Ὅταν ἁμαρτωλοὶ λογισμοὶ σὲ πολιορκοῦν, φώναζε πρὸς τὸν Θεὸ σὰν τὸν Ἀδάμ: «Κύριε, Ποιητή μου καὶ Πλάστη μου, βλέπεις ὅτι ἡ ψυχή μου τυραννιέται ἀπὸ τοὺς λογισμούς… Ἐλέησέ με». Καὶ ὅταν στέκεσαι ἐνώπιόν τοῦ Δεσπότου, νὰ θυμᾶσαι πάντα ὅτι Αὐτὸς θὰ ἐκπληρώσει ὅλα τὰ αἰτήματά σου, ἂν εἶναι ὠφέλιμα σὲ σένα.
Ἦρθαν σύννεφα, κρύφτηκε ὁ ἥλιος καὶ σκοτεινίασε. Ἔτσι γιὰ ἕνα λογισμὸ ὑπερηφάνειας στερεῖται ἡ ψυχὴ τὴ χάρη καὶ τὴν καλύπτει τὸ σκοτάδι. Ἀλλὰ καὶ πάλι μὲ ἕναν ταπεινὸ λογισμὸ ἐπανέρχεται ἡ χάρη. Αὐτὸ τὸ γνώρισα ἐκ πείρας.
Νὰ ξέρεις ὅτι, ἂν ὁ λογισμός σου συνηθίζει νὰ παρατηρεῖ ἀνθρώπους, πῶς ζεῖ ὁ ἕνας ἢ ὁ ἄλλος, αὐτὸ εἶναι ἔνδειξη ὑπερηφάνειας.
«Πρόσεχε τὸν ἑαυτό σου». Παρατήρησε τὸν ἑαυτό σου καὶ θὰ δεῖς: Μόλις ἡ ψυχὴ ἀποκτήσει ἔπαρση ἔναντι τοῦ ἀδελφοῦ, ἀμέσως ἀκολουθεῖ κάποιος λογισμὸς ὄχι εὐάρεστος στὸν Θεό, καὶ αὐτό, γιὰ νὰ ταπεινωθεῖ ἡ ψυχή.
Ἄν, ὅμως, δὲν ταπεινωθεῖ, τότε ἔρχεται ἕνας μικρὸς πειρασμός.
Καὶ ἂν πάλι δὲν ταπεινωθεῖ, ἀρχίζει ὁ πόλεμος τῆς σαρκός.
Καὶ ἂν πάλι δὲν ταπεινωθεῖ, τότε πέφτει πάλι σὲ κάποιο μικρὸ ἁμάρτημα.
Ἂν καὶ τότε δὲν ταπεινωθεῖ, θὰ ἔλθει μεγαλύτερη ἁμαρτία.
Κι ἔτσι θὰ ἁμαρτάνει, ὡσότου ταπεινωθεῖ.
Μόλις, ὅμως, ταπεινωθεῖ, ἀμέσως θὰ δώσει ὁ Ἐλεήμων Κύριος στὴν ψυχὴ εἰρήνη καὶ κατάνυξη, καὶ τότε θὰ περάσουν ὅλα τὰ κακὰ καὶ θὰ ἀπομακρυνθοῦν ὅλοι οἱ ἐχθρικοὶ λογισμοί. Ἔπειτα, ὅμως, πρέπει νὰ κρατᾶς μὲ ὅλες σου τὶς δυνάμεις τὴν ταπείνωση, ἀλλιῶς θὰ ξαναπέσεις στὴν ἁμαρτία.
Βλέποντας ὁ Κύριος ὅτι ἡ ψυχὴ δὲν εἶναι στερεωμένη στὴν ταπείνωση, ἀπομακρύνει τὴ χάρη, ἀλλὰ ἐσὺ μὴ φοβᾶσαι: Ἡ χάρη εἶναι μέσα σου, ἀλλὰ κρυμμένη. Μάθε νὰ σταματᾶς ἀμέσως τοὺς λογισμούς. Ἄν, ὅμως, ξεχάσεις καὶ δὲν τοὺς διώξεις ἀμέσως, τότε πρόσφερε μετάνοια. Κοπίασε σὲ αὐτό, γιὰ νὰ ἀποκτήσεις τὴ συνήθεια. Ἡ ψυχὴ ἀποκτᾶ συνήθεια, ἂν τὴν διδάξεις, καὶ ἐνεργεῖ ἔτσι σὲ ὅλη της τὴ ζωή.
Ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἔχει ἀγαθοὺς λογισμοὺς καὶ ὁ πονηρὸς πονηρούς. Ὅλοι, ὅμως, ὀφείλουν νὰ μάθουν τὸν πόλεμο μὲ τοὺς λογισμούς, καὶ νὰ μάθουν νὰ μετατρέπουν τοὺς κακοὺς λογισμοὺς σὲ ἀγαθούς. Αὐτὸ εἶναι σημάδι πεπειραμένης ψυχῆς.
Ρωτᾶς πῶς γίνεται αὐτό;
Νά! Ὅπως ὁ ζωντανὸς ἄνθρωπος αἰσθάνεται πότε κρυώνει καὶ πότε ζεσταίνεται, τὸ ἴδιο καὶ ὅποιος γνώρισε ἐκ πείρας τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀκούει πότε ὑπάρχει στὴν ψυχή του ἡ χάρη καὶ πότε ἔρχονται τὰ πονηρὰ πνεύματα.
Ὁ Κύριος δίνει στὴν ψυχὴ τὴ σύνεση νὰ ἀναγνωρίζει τὴν ἔλευσή Του καὶ νὰ Τὸν ἀγαπᾶ καὶ νὰ κάνει τὸ θέλημά Του. Ἐπίσης ἡ ψυχὴ ἀναγνωρίζει τοὺς λογισμοὺς τοῦ ἐχθροῦ ὄχι ἀπὸ τὴν ἐξωτερική τους μορφή, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἐπενέργειά τους στὴν ψυχή.
Οἱ ἐχθροὶ εὔκολα ἐξαπατοῦν ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔχει τὴν πείρα αὐτή.
Οἱ ἐχθροὶ ἔπεσαν ἀπὸ ὑπερηφάνεια καὶ μᾶς παρασύρουν στὴν ἴδια πτώση, ὑποβάλλοντας λογισμοὺς ἐπαίνου. Καὶ ἂν ἡ ψυχὴ δεχθεῖ τὸν ἔπαινο, τότε ἡ χάρη φεύγει, ἐφόσον δὲν ταπεινώνεται ἡ ψυχή. Καὶ ἔτσι σὲ ὅλη τὴ ζωὴ ὁ ἄνθρωπος θὰ μαθητεύει στὴν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ. Ἂν δὲν τὸ μάθει αὐτὸ ἡ ψυχή, δὲν θὰ γνωρίσει ἀνάπαυση ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς καὶ δὲν θὰ μπορέσει νὰ προσευχηθεῖ μὲ καθαρὸ νοῦ.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο, «Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης»:
Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου ΕΣΣΕΞ

7 Αυγούστου 2013

Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος: το πλήρωμα της εν Χριστώ ζωής μας

   Η εορτή της Μεταμορφώσεως είναι η τελευταία μεγάλη δεσποτική εορτή του εκκλησιαστικού έτους, το οποίο ολοκληρώνεται το μήνα Αύγουστο. Με βάση τις ευαγγελικές αφηγήσεις του θαυμαστού αυτού γεγονότος, ο Χριστός παρέλαβε τρεις απ' τους μαθητές Του, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, και ανέβηκαν στο όρος Θαβώρ, όπου και "μετεμορφώθη" δηλαδή το πρόσωπο του Κυρίου έγινε λαμπερό, όπως ο ήλιος, και τα ενδύματά Του πάλλευκα, όπως το χιόνι. Μάλιστα, η όψη Του ήταν τόσο λαμπερή, ώστε οι τρεις παριστάμενοι μαθητές να μην μπορούν να αντικρίζουν το πρόσωπο της Θεϊκής εικόνος Του. Ταυτόχρονα εμφανίστηκαν ο Μωυσής και ο Ηλίας, οι οποίοι συνομιλούσαν με τον μεταμορφωθέντα Ιησού για το Πάθος Του και ένα σύννεφο σκέπασε το χώρο  που παρευρίσκονταν και ακούστηκε η Φωνή του Θεού Πατρός, η οποία ονόμαζε τον Ιησού Χριστό Υιό του Θεού. Το θαυμαστό αυτό όραμα συνέβη ακριβώς μετά τη συνομιλία του Ιησού με τους μαθητές Του, κατά την οποία τους αποκάλυψε όλα όσα πρόκειται να πάθει αφού εισέλθει στα Ιεροσόλυμα. Και επειδή οι μαθητές Τον προέτρεπαν να αποφύγει να κατευθυνθεί προς τα Ιεροσόλυμα και να αποφύγει την καταδίκη, Εκείνος με τη Μεταμόρφωση Του ήθελε να τους αποδείξει ότι "τό μέν Πάθος ἑκούσιόν ἐστι" και ότι, αν και πρόκειται να παραδοθεί και να σταυρωθεί, είναι ο Υιός του Θεού του οποίου η πραγματική δόξα και η Θεϊκή Φύση αποκαλύφθηκαν στο Θαβώρ.



   Η αιώνια δόξα που αποκαλύφθηκε στο Όρος Θαβώρ είναι κάτι που ο σαρκωθείς Χριστός κατέχει πάντοτε, από την πρωταρχική στιγμή της σύλληψής του στη μήτρα της αγίας Παρθένου. Αυτή η δόξα συνυπάρχει με αυτόν στη διάρκεια όλης της επίγειας ζωής του: ακόμα και τις ώρες της έσχατης ταπείνωσής του, όπως της αγωνίας του κήπου τη Γεθσημανή, ή της κραυγής εγκατάλειψης πάνω στο Σταυρό. Η διαφορά βρίσκεται απλώς σε τούτο: σε άλλες στιγμές της επίγειας ζωής του η δόξα, αν και αληθινά παρούσα, είναι κρυμμένη κάτω απ’ το καταπέτασμα της σάρκας· στην κορυφή του Όρους στιγμιαία μόνο, το καταπέτασμα γίνεται διάφανο και η δόξα γυμνώνεται κατά ένα μέρος. Αλλά, όπως οι Πατέρες επιμένουν συνεχώς, στη Μεταμόρφωση καμιά αλλοίωση δε συνέβη στον ίδιο το Χριστό· η αλλοίωση προσφέρθηκε μάλλον στους αποστόλους. 
   Όμως, σύμφωνα με τα Ευαγγέλια, η Μεταμόρφωση συνέβη σαράντα ημέρες πριν το Πάθος, ωστόσο η Ορθόδοξη παράδοση όρισε να εορτάζεται αυτή η δεσποτική εορτή το μήνα Αύγουστο, λίγο πριν το τέλος του εκκλησιαστικού έτους. Αν και η διάταξη αυτή φαίνεται περίεργη, το νόημα και η ουσία της εορτής αίρει κάθε παραδοξότητα. Η εν τω Θαβώρ εμφανισθείσα δόξα του Κυρίου δεν ήταν κάποια στιγμιαία "μετάλλαξή" Του. Ήταν η αποκάλυψη της πραγματικής Θεϊκής Φύσης του Υιού του Θεού της πλημμυρισμένης από το Θείο Άκτιστο Φως, η πραγματική Του εικόνα. Ήταν η αποκάλυψη της δόξας που είχε ο Χριστός προαιωνίως, η δόξα με την οποία θα έλθει ξανά στη γη για να κρίνει τον κόσμο αλλά και η δόξα που θα βιώνουν οι κληρονόμοι της Επουρανίου Βασιλείας. Γι' αυτό ακριβώς και τοποθετήθηκε η εορτή της Μεταμορφώσεως στο τέλος του εκκλησιαστικού έτους. Είναι η εορτή στην οποία όλοι ενατενίζουμε και στην οποία όλοι στοχεύουμε. Ελπίζουμε ότι το τέλος της επίγειας ζωής μας, και αφού πρώτα θα έχουμε άρει το Σταυρό του επί γης αγώνα μας, θα μας κάνει κοινωνούς και μετόχους της εν Θαβώρ δόξας και του Θείου Φωτός. Είναι η εορτή που αποτελεί το πλήρωμα και το αποτέλεσμα της εν Χριστώ ζωής μας. Το Θαβώρ μας δείχνει, στο πρόσωπο του Χριστού, την ανθρώπινη φύση — τη δική μας ανθρώπινη φύση— αναληφθείσα στο Θεό, πλημμυρισμένη από θεία ζωή και δόξα, διαποτισμένη απ’ τις άκτιστες ενέργειες, κι όμως ακόμα ανθρώπινη. Μας δείχνει επομένως τη δυνατότητα που έχουμε πλέον να γίνουμε κατά χάριν Θεοί και συγκληρονόμοι του μεταμορφωθέντος Ιησού. 

Η ΙΕΡΑ ΜΑΣ ΜΟΝΗ ΑΠΟ ΨΗΛΑ!

ΟΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ