15 Οκτωβρίου 2021

Η μεμψιμοιρία - αρρώστια της εποχής μας

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου -συγγραφέα

ΓΕΝΙΚΑ: Μεμψίμοιρος είναι αυτός που είναι μόνιμα απαισιόδοξος, κλαίει συνεχώς τη μοίρα του, τα βλέπει όλα μαύρα. (από το “μέμφομαι” και το “μοίρα”, αυτός, δηλαδή, που κατηγορεί τη μοίρα του). Και δεν κάνει τίποτα για να αλλάξει την κατάσταση που τον κάνει να αισθάνεται θλιμμένος!

ΜΕΜΨΙΜΟΙΡΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ: Η ανάπτυξη στην κοινωνία μας έγινε με ταχύτατους ρυθμούς, μέσα σε λίγα σχετικώς χρόνια. Και όμως ο άνθρωπος ο μονόχνοτος, ο μεμψίμοιρος, ο αχάριστος συνεχώς μεμψιμοιρεί και μέμφεται και εξανίσταται εναντίον του Θεού και των συνανθρώπων του για την δήθεν δυστυχία του. 


Δεν λογαριάζει πόσο έχει βελτιωθεί η ζωή του από τότε που γεννήθηκε, ή κοιτώντας πως ζούσαν οι προηγούμενες γενιές, αλλά συνεχώς παραπονιέται και διαμαρτύρεται για ό,τι προσωρινά έχει χάσει. Ας σκεφτούμε πόσο έχει βελτιωθεί η κατοικία μας, η τροφή μας, η περίθαλψή μας, η εκπαίδευσή μας, η διασκέδασή μας... μέσα σε λίγα χρόνια.

Πόσοι από εμάς δεν θα είχαν φτάσει στην ηλικία στην οποία τώρα βρίσκονται, και απολαμβάνουν τη ζωή, αν δεν υπήρχε η σύγχρονη ιατρική και οι σύγχρονες θεραπείες. Τα παιδιά μας μορφώνονται, χωρίς ανυπέρβλητες δυσκολίες, η κοινωνία μας εξημερώνεται και συνεχώς βελτιώνεται. Μη δίνουμε σημασία σε μερικά παραδείγματα ευκαιριακά, ίσως προσωρινά εξαιτίας της οικονομικής κρίσης.

Κι αυτή ίσως η κρίση να οφείλεται στην μεμψιμοιρία μας και την απίστευτα αχόραστη απληστία μας. Ο Απόστολος Ιούδας ο Θεάδελφος μεταφέροντας μια προφητεία του Ενώχ, γράφει στην Καθολική του Επιστολή: “ήλθε Κύριος (...), ποιήσαι κρίσιν κατὰ πάντων καὶ ελέγξαι πάντας τους ασεβείς (...) Ούτοι εισι γογγυσταί, μεμψίμοιροι, κατὰ τας επιθυμίας αυτών πορευόμενοι” (Ιούδ. 15,16).

ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: Πολλά ζευγάρια που ετοιμάζονται να παντρευτούν, συχνά δεν συνειδητοποιούν ότι η συμβίωση έχει χαρές, αλλά συνοδεύεται από πολλές δυσκολίες. Συχνά, γρήγορα ο ενθουσιασμός δίνει τη θέση του σε γκρίνια και μεμψιμοιρίες. Ο λόγος είναι ότι η καθημερινότητα και οι ανάγκες της δημιουργούν κλίμα προστριβών και πλήξης. Έτσι, είναι διαφορετικό να συναντάς κάποιον που αγαπάς για να διασκεδάσεις, να κουβεντιάσεις, να πας εκδρομή μαζί του, και άλλο η καθημερινότητα και οι ερωτήσεις του τύπου: πλήρωσες το λογαριασμό; Ή, τι θα φάμε σήμερα; Συζητήσεις αυτού του είδους θεωρούνται από πολλούς φθοροποιές και ανούσιες, αλλά δυστυχώς είναι απαραίτητες για την οργάνωση της καθημερινής ζωής. Κάπως έτσι, η καθημερινότητα με τις ανάγκες της και την επανάληψη των ίδιων δείχνει σαν μυλόπετρα. Ξεκινάμε λοιπόν την κοινή μας ζωή συχνά μέσα σ’ ένα κλίμα ιδεαλισμού και ευφορίας.

Ειδικά οι νέες κοπέλες οδεύουν προς το γάμο με την ψευδαίσθηση ότι θα ξεφύγουν από την καταπίεση και τον έλεγχο των γονέων τους και θα ζουν μια ελεύθερη και ανεξάρτητη ζωή. Σύντομα όμως, η καθημερινότητα προσγειώνει απότομα. Ο γάμος δεν είναι πεδίο ελεύθερης και ανεξάρτητης ζωής. Έχει ευθύνες και υποχρεώσεις, που φέρνουν συχνά τη μεμψιμοιρία σε και τους δύο συζύγους. Η μεμψιμοιρία, εδώ, αγνοεί μια βασική παράμετρο: Η εις γάμον κοινωνία απαιτεί διπλασιασμό των καθηκόντων μας αλλά και υποδιπλασιασμό των δικαιωμάτων μας.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΜΨΙΜΟΙΡΙΑΣ: Μέσα στον καταιγιστικό ειρμό ειδήσεων περί πιθανής πτώχευσης και πείνας, στον παραλογισμό των δημοσιογραφικών κορώνων επελαύνουσας καταστροφής, εμείς πρέπει να σταθούμε γερά στα πόδια μας και κόντρα στα αισθήματα μεμψιμοιρίας που κατακλύζουν πολλούς γύρω μας. Να συμβάλλουμε στη στήριξη των συνανθρώπων μας, αντιστρέφοντας, ει δυνατόν, τις ζοφερές καταστάσεις με όπλα την πραγματική πίστη και την ανιδιοτελή θυσιαστική αγάπη. Μια αγάπη, που στέκεται απέναντι στην συνεχή ανά τους αιώνες μεμψιμοιρία.

Τέτοιο παράδειγμα αγάπης είναι και η ιστορία του Σάββα που βρίσκεται στο πατερικό κείμενο της Λαυσαϊκής Ιστορίας του Παλλάδιου. Διαβάζουμε λοιπόν: “Ένας κοσμικός κατά τους χρόνους εκείνους, ονομαζόμενος Σάββας, κατήγετο από την Ιεριχώ. Αν και είχε και γυναίκα εν τούτοις ανεδείχθη τόσον πολύ φιλομόναχος, ώστε να περιτριγυρίζει τας νύκτας, τα διάφορα κελλιά των μοναχών και την έρημον και να αφήνει έξω από κάθε μοναχικόν κατάλυμα ένα μόδιον φοίνικας και την απαιτουμένην ποσότητα λαχάνων, επειδή οι ασκηταί της περιοχής του Ιορδάνου δεν έτρωγον άρτον”. Ο Σάββας, δεν αρκείτο απλώς στην «δεκάτη», δεν σκεφτόταν πιθανό «κούρεμα» του μισθού και της περιουσίας του, αδιαφορεί για το οικονομικό μοντέλο της αποταμίευσης. Ο Σάβας ελεεί «ανελέητα».

Δεν τον κυριαρχεί η λογική της άλογης αποθήκευσης για κάποια τυχόν οικονομική χρεωκοπία. Μάλιστα η αγαπητική διακονία του γίνεται «εν ταις νυξί», εκτός= “ωραρίου”, στα σκοτάδια, στην αφάνεια. Χωρίς θορυβώδη επίδειξη του κοινωνικού του έργου. Ο Σάββας λόγω της παράλογης λογικής της “απόλυτης” χριστιανικής αγάπης έφθασε στην προπτωτική αθωότητα! Μετά από αυτά αναλογιζόμαστε το μεστό μεμψιμοιρίας ερώτημα της εποχής μας που έρχεται από τα βάθη των αιώνων: “ινατί, Κύριε, αφέστηκας μακρόθεν, υπεροράς εν ευκαιρίαις, εν θλίψεσιν;” Γιατί μας αφήνεις Κύριε στα χέρια των ανελέητων δανειστών και τραπεζιτών, των ανοικονόμητων οικονομολόγων, των σαθρού ηθικού αναστήματος πολιτικών, των αδίκων κριτών αλλά και όλων των άλλων δυνάμεων που οραματίζονται την πνευματική υποδούλωσή μας; Μήπως αντίθετα από την αγάπη του φτωχού οικογενειάρχη Σάββα, όλοι εμείς αγνοούσαμε τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας, τον «ελάχιστο αδελφό του Χριστού», που ικετευτικά ζητούσε και ζητά την όποια προσφορά μας, ίσως απλώς ένα ζεστό λόγο, την εκούσια παραίτηση από την προσωπική ευχαρίστηση και το αγαπητό μας θέλημα και βόλεμα, για λίγη συντροφιά και κατανόηση, κάποτε μόνο για ένα χαμόγελο ή μια επίσκεψη στην ασθένειά του;

ΔΙΕΞΟΔΟΣ: Επειδή ο ορθόδοξος χριστιανός δεν απογοητεύεται από την κακία, αλλά συγκινείται από τη φιλανθρωπία του Θεού, έχει την πεποίθηση ότι την έξαρση του κακού θα ακολουθήσει η τελική συντριβή του. Όσο πιο πυκνό γίνεται το σκοτάδι, τόσο πιο σύντομα θα έλθει το φώς. Εάν όμως η αγάπη του Θεού θέλει να μας περάσει παιδαγωγικά από επώδυνες δοκιμασίες, πτώχευση ή και πείνα, στο τέλος θα υπερισχύσει η φιλανθρωπία Του και θα μας οδηγήσει σε βέβαιη αναψυχή. Η υπέρβαση λοιπόν της μεμψιμοιρίας μας είναι η Αγάπη. Έχοντας στο νου μας πως οι άνθρωποι υποφέρουν και πεθαίνουν από την έλλειψη Θεού, μπορούμε να βοηθήσουμε προσφέροντάς τους τον Θεό, τον Θεό του ελέους και της ευσπλαχνίας.

Χωρίς αγάπη δεν υπάρχει ζωή, και ζωή υπάρχει μόνο στην προσφορά στον άγνωστο αδελφό! Στην αγαπητικη βοήθεια εκείνων, που υποφέρουν σηκώνοντας αγόγγυστα τον «σταυρό» τους. Όσο για την ανάγκη του χρήματος ας ακούσουμε έναν σύγχρονο ορθόδοξο Γέροντα, παγκοσμίου ακτινοβολίας: “να ξαναβάλουμε και στο χρήμα πνεύμα”, επισημαίνοντας: “η συνετή άσκηση συνίσταται στο να περιορίσωμεν εαυτούς εις εκείνο το αναγκαίον ελάχιστον των πραγμάτων και της ύλης, άνευ του οποίου η ζωή θα καθίστατο αδύνατος (…) η αγάπη προς τας κτήσεις εκδιώκει την αγάπην προς τον Θεόν και τον πλησίον. Οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται και δεν θέλουν να εννοήσουν ότι εκ της απληστίας των επιθυμιών αυτών, αι οποίαι κυριεύουν τα πνεύματα και τας καρδίας αυτών εκπηγάζουν τα αναρίθμητα παθήματα ολοκλήρου του κόσμου” (Σοφρώνιος Έσσεξ). Σκεφτόμενοι έτσι, εξοικονομούμε μικροποσά από το υστέρημά μας για την κατάθεση προσφοράς αγάπης στα χέρια εμπερίστατων αδελφών μας, ενώ συγχρόνων ξεπερνιέται η μεμψιμοιρία και το άγχος της οικονομικής κρίσης.

ΕΠΙΜΥΘΙΟ: Όσο για το πώς θα υποφέρουμε πιθανό οικονομικό καταποντισμό, την απάντηση τη δίδει ο Ίδιος ο Κύριος: “Εμβλέψατε εις τα πετεινά του ουρανού” και: “Καταμάθετε τα κρίνα του αγρού”. (Ματθ. στ’ 26, 28). Ο κόσμος των πτηνών με το ανέμελο κελάδημά τους φανερώνει δοξολογική διάθεση διότι έχουν τροφέα, συντηρητή, προνοητή, χωρίς άγχος και τύρβη μεριμνών. Όσο για τον “κατ' εικόνα Θεού” άνθρωπο, ο ουράνιος Τροφέας “κελεύει μη δεί φροντίζειν”, όχι βασανιστικές μέριμνες, όχι υστερία στην κρίση, όχι στην μεμψιμοιρία της απιστίας, όχι στη γκρίνια και το κατσούφιασμα. Εμπιστοσύνη στο Χριστό χρειάζεται. Ας σκεφτούμε ότι με περισσότερα υψωμένα δεόμενα χέρια, και περισσότερα λυγισμένα γόνατα σίγουρα θα “καμφθεί” η φιλανθρωπία Κυρίου. Έτσι θα έρθει ο “κουφισμός”, η πολυπόθητη αναψυχή μας στο πυκνό, αδιαπέραστο ζοφερό σκοτάδι! Όσο γι' αυτούς που μας οδήγησαν σ' αυτή τη σημερινή κατάσταση ας θυμηθούμε πως: “Δίκαιος Κύριος και δικαιοσύνας ηγάπησε” και: “Ανάστα ο Θεός κρίνον την γήν” και ακόμη το ψαλμικό: “απωλούνται οι αμαρτωλοί… από προσώπου του Θεού”.

Βιβλιογραφία:
-Παύλος Σαββίδης, Ο γέρων-Σάββας.
-Κική Τζωρτζακάκη, Μαμά κόψε το κήρυγμα! ΚΑΛΕΝΤΗΣ ΑΘΗΝΑ, 2005
-Αιμίλιου Ψαθά, Η μεμψιμοιρία του ανθρώπου

-Π. Αδαμ. Αυγουστίδη: Η ελπίδα της χριστουγεννιάτικης απελπισίας πηγή

14 Οκτωβρίου 2021

Ἐμπειρίες ἑνός γιατροῦ στό Ἅγιο Ὄρος

Καρακασίδης Ἰωάννης
Ηλίας μοναχός, Διονύσιος ιεροδιάκονος (1912-1990),
 Χαράλαμπος μοναχός (1892-1962) και Κοσμάς μοναχός (1912-2005)

Κουτλουμουσιανό κελλί του Προφήτη Ηλία στις Καρυές
– Πῶς ἀντιμετωπίζουν οἱ μοναχοὶ τὴν ἀρρώστια;
– Μὲ ὑπομονὴ καὶ καρτερικότητα. «Ἀσθένεια, Θεοῦ ἐπίσκεψη» λένε.

Μοῦ λέει μία μέρα ἕνας μοναχός: «Γιὰ νὰ μοῦ στείλει ὁ Θεὸς τὴν ἀρρώστια σημαίνει ὅτι μὲ θυμήθηκε κι ὅτι κάτι θέλει νὰ μοῦ πεῖ. Αὐτὸς ξέρει. Κι Αὐτὸς πού μοῦ τὴν ἔδωσε, Αὐτὸς καὶ θὰ μοῦ τὴν πάρει ἂν καὶ ὅποτε Ἐκεῖνος τὸ θελήσει»

Τί νὰ πεῖς;

Ὁ γερό-Εὐγένιος λέει: «Γιὰ 4 λόγους δίνει ὁ Θεὸς τὶς ἀρρώστιες: γιὰ τὶς ἁμαρτίες τῶν γονέων μας, γιὰ τὶς ἁμαρτίες τὶς δικές μας, γιὰ νὰ ἀσκηθοῦμε στὴν ὑπομονὴ καὶ στὴν ταπείνωση καὶ γιὰ ἕναν τέταρτο λόγο ποὺ μόνο Ἐκεῖνος γνωρίζει».

Ὑπάρχουν βέβαια καὶ οἱ δυσκολίες.

Ἕνα βράδυ τὴν ἄνοιξη πού μᾶς πέρασε ἔρχεται ὁ γερο-Νικόδημος στὸ ἰατρεῖο μὲ σχισμένη τὴν ἀριστερὴ παλάμη. Δέχτηκε νὰ τοῦ τὴν περιποιηθῶ, δὲν δέχτηκε νὰ τοῦ τὴν ράψω. Δὲν μπόρεσα νὰ τὸν πείσω νὰ δεχτεῖ νὰ τοῦ κάνω τὸν ἀντιτετανικὸ ὀρό. «Ἡ Παναγία φύλαξε νὰ μὴν κοπῶ πολὺ κι αὐτὴ εἶναι ποὺ θὰ μὲ κάνει καλά».

Μία ἀπὸ τὶς πρῶτες μέρες μου στὸ Ἰατρεῖο τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἦρθε ὁ γερο-Ἱερεμίας. Χωρὶς πολλὰ λόγιά μου λέει: «Γιατρὲ ἔχω καρκίνο καὶ ἦρθα νὰ μοῦ γράψεις τὰ φάρμακά μου».

Ἔμεινα.

Ὅταν συνειδητοποίησα τί μοῦ εἶχε πεῖ προσπάθησα νὰ διασκεδάσω κάπως τὴν κατάσταση. Μάταιος κόπος. Ὁ γερο-Ἱερεμίας ἔδειχνε ὅτι δὲν τοῦ χρειαζόταν παρηγοριά. Τὴν εἶχε μέσα του. «Τώρα εἶμαι καλά, γιατρέ» μοῦ κάνει. «Ὅταν θὰ ‘ρθοῦν οἱ μεταστάσεις στὰ κόκαλα νὰ εὔχεσαι νὰ μοῦ δώσει ὁ Θεὸς δύναμη νὰ τὶς ἀντέξω».

Οἱ παλιοὶ μοναχοὶ εἶναι χάρμα ὀφθαλμῶν καὶ ἀκοῆς. Χαίρεσαι νὰ κάθεσαι δίπλα τους, ἀκόμα κι ὅταν εἶναι κατάκοιτοι. Ξανανιώνεις μαζί τους.

Δὲν εἶναι μόνο ἡ πεῖρα τους καὶ ἡ ἀνθρώπινη σοφία ποὺ ἔχουν νὰ σοῦ προσφέρουν. Σοῦ μεταδίδουν τὸν ἀέρα καὶ τὴν ἄνεση μιᾶς ἄλλης ζωῆς. Πᾶς νὰ τοὺς βοηθήσεις ἰατρικὰ καὶ σοῦ λένε: «Γιατρέ, δὲν ἔχω νὰ σοῦ δώσω τίποτα. Τὸ βράδυ ὅμως θὰ κάνω προσευχὴ γιὰ σένα. Καὶ νιώθεις γιὰ μιά στιγμὴ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ καλύτερη ἀμοιβή, τὸ πιὸ δυνατὸ «φακελάκι». Ξέρεις ὅτι φεύγοντας δὲ θὰ ‘ναι μόνο τὸ κρασί, τὰ κηπευτικὰ καὶ τὸ θυμίαμα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ σὲ ἔχουν φιλοδωρήσει…

Οἱ νέοι μοναχοὶ εἶναι πιὸ κοντά μας. Ἀντιμετωπίζουν τὴν ἀσθένεια λιγότερο φιλοσοφημένα, περισσότερο ὀρθολογιστικά. Οἱ περισσότεροι εἶναι μορφωμένοι. Μὲ ἕνα, δυὸ ἤ καὶ περισσότερα πτυχία. Ἔρχονται στὸ ἰατρεῖο γιὰ λιγότερο σοβαρὰ προβλήματα ὑγείας, ζητοῦν ἐξηγήσεις πιὸ ἐπιστημονικές. Οἱ ἀπορίες τους εἶναι πολλὲς φορὲς γιὰ μένα ἔναυσμα γιὰ περισσότερη μελέτη. Ὄχι λίγες φορὲς ἀνοίγω μπροστὰ τους κάποιο ἰατρικὸ βιβλίο γιὰ νὰ τοὺς δώσω μία πιὸ ἔγκυρη ἀπάντηση καὶ τὸ ἐκτιμοῦν αὐτό.

– Πῶς ἀντιμετωπίζουν οἱ μοναχοὶ τὸν θάνατο;

– Χωρὶς φόβο. Θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ μὲ χαρά.

Ἔχω δεῖ πολλοὺς θανάτους μοναχῶν. Φεύγουν ὅλοι «πλήρεις ἡμερῶν». Ὁ ἕνας 86 χρονῶν, ὁ ἄλλος 92.

Πρὶν 3-4 μῆνες στὴν Σκήτη Κουτλουμουσίου «κοιμήθηκε» ὁ γερο-Ἰωσὴφ σὲ ἡλικία 108 χρονῶν. Μία μέρα πρὶν τὸ θάνατό του ἔκανε τὸν περίπατό του στὴ Σκήτη. «Ἀποχαιρέτισε τὴ Σκήτη» τὸ ἐξηγοῦν οἱ πατέρες.

Κοντὰ στὶς Καρυές, στὸ κελλὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ζεῖ ὁ γερο-Προκόπης τῆς συνοδείας τοῦ γέροντα Ἰερόθεου. Ἐπιμένει ὅτι εἶναι 99 χρονῶν. Ἂν δὲν σοῦ τὸ πεῖ, δὲν τὸ πιστεύεις. Γυρνάει πάντα ξυπόλητος μέσα καὶ ἔξω ἀπὸ τὰ κελί, ἀκόμα καὶ στὶς πιὸ κρύες μέρες τοῦ χειμώνα.

Κάνει χιοῦμορ. Ἂν τοῦ πεῖς «νὰ τὰ κατοστήσεις» σοῦ λέει ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι εὐχή, ἀλλὰ κατάρα!..

Δουλεύει πολύ. Τὸ ἐργόχειρό του εἶναι τὸ πλέξιμο σκουφιῶν καὶ ραπτική. Ἔχει μάτι ἀετοῦ παρόλη τὴν προχωρημένη ἡλικία του.

Ἐκεῖνο πού μοῦ κάνει ἐντύπωση εἶναι ἡ ἠρεμία καὶ ἡ γαλήνη στὸ πρόσωπό τους τὴν ὥρα ποὺ ξεψυχοῦν, ποὺ μεταδίδονται καὶ στοὺς γύρω τους.

Συχνὰ ὁ μελλοθάνατος δίνει κουράγιο σὲ ὅσους τὸν φροντίζουν. Τοὺς λέει νὰ μὴ κλαῖνε, τοὺς δίνει συμβουλὲς ἀπὸ τὴν πεῖρα του ὡς ἄνθρωπος καὶ ὡς μοναχός, τοὺς δίνει τὴν εὐχή του.

Πολλοὶ προβλέπουν τὸ τέλος τους. Φροντίζουν νὰ φεύγουν πάντα ἕτοιμοι γιὰ τὸ αἰώνιο ταξίδι. Ἐννοοῦν νὰ ἔχουν ἐξομολογηθεῖ καὶ νὰ ἔχουν κοινωνήσει. Νὰ μὴν εἶναι μαλωμένοι μὲ κανένα. «Νὰ μὴν ἔχουν χρωστούμενα».

Πρὶν δυὸ μῆνες κοιμήθηκε στὴν Μονὴ Σταυρονικήτα ὁ γερό-Νικήτας, γύρω στὰ 90. Παλιὸς Ἁγιορείτης – εἶχε 60 χρόνια στὸ Ὄρος. Μοῦ εἶπε μία μέρα ποὺ πῆγα νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ: «Ἀκόμα καὶ ἂν βγάζεις νερὸ ἀπὸ τὴν πέτρα, μὴν ἔχεις τὴν ἀπαίτηση νὰ δεῖς τὴν Παναγία».

Τὰ τελευταῖα 5-6 χρόνια τὰ πέρασε στὸ κρεβάτι μὲ ἀπανωτὰ ἐγκεφαλικά. Ἔκανε ὑπομονή.

Οἱ νεώτεροι πατέρες τῆς μονῆς τὸν ὑπηρέτησαν μὲ ὑπομονή. «Μάλωναν» ποιὸς θὰ τὸν περιποιηθεῖ. Ἀμοιβὴ τους ἦταν οἱ συμβουλές, ἡ πεῖρα, ἡ εὐχή του.

«Νιώθουμε πιὸ φτωχοὶ χωρὶς αὐτόν» εἶπε ὁ Ἡγούμενος στὴν κηδεία. «Ἦταν παράγοντας ἰσορροπίας γιὰ ὅλο τὸ μοναστήρι μας, εὐλογία τῆς Παναγίας».

Ἔτσι «κοιμοῦνται» οἱ μοναχοὶ στὸ Ἅγιο Ὄρος. Ἀφανεῖς ἅγιοι. Πού δὲν τοὺς ἔμαθε καὶ δὲν θὰ τοὺς μάθει ποτὲ κανείς. Συμφιλιωμένοι μὲ ὅλους καὶ μὲ ὅλα, μὲ τὸν ἑαυτό τους, μὲ τὸ Θεό.

Πρὶν λίγο καιρὸ ἦρθε στὸ Ὄρος γνωστός μου δικηγόρος καὶ τέως βουλευτὴς μὲ σκοπὸ νὰ ἐπισκεφθεῖ ἕνα ἀσκητή, φημισμένο γιὰ τὴ σοφία καὶ τὴν ἁγιότητά του, γιὰ κάποιο σοβαρὸ πρόβλημα ὑγείας τοῦ γιοῦ του.

Κατεβήκαμε μαζὶ στὸ καλύβι τοῦ γέροντα. Τὸν δέχτηκε ἐγκάρδια σὰ νὰ τὸν γνώριζε ἀπὸ χρόνια.

Περίμενα μὲ πολλὴ ἀνυπομονησία καὶ περιέργεια νὰ ἀκούσω τὴ «γνωμάτευση» τοῦ γέροντα: «Ἂν ὁ γιός σου καὶ σὺ δὲν κάνετε προσευχὴ ἡ ἀρρώστια θ’ ἀλλάξει δρόμο. Ἂν ὁ Θεὸς κρίνει ὅτι ὁ γιός σου εἶναι ἕτοιμος μπορεῖ νὰ σοῦ τὸν πάρει τώρα – μὴ λυπηθεῖς γι’ αὐτό. Ἂν πάλι κρίνει ὅτι δὲν εἶναι ἀκόμη ἕτοιμος θὰ σοῦ τὸν ἀφήσει κι ἄλλο».

Ὁ ἴδιος ἀσκητὴς μ’ ἀγαπάει καὶ μοῦ τὸ δείχνει πάντα μὲ πολὺ χιοῦμορ. «Πάλι ἐδῶ εἶσαι, ρὲ γιατρέ; Γιατί ἦρθες ἀφοῦ δὲν σὲ κάλεσα;». Γιὰ νὰ συμπληρώσει στὸ ἴδιο στύλ: «Καλά, ἀφοῦ ἦρθες τώρα, θὰ ἀρρωστήσω γιὰ νὰ μὴ φύγεις, χωρὶς δουλειά!».

Δείχνει τοῦ κουτὶ μὲ τὰ λουκούμια. «Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐξωτερικὸ ἰατρεῖο τὸ δικό μου! Ἔχει φάρμακα μέσα. Πάρε ἕνα. Ἐσὺ ἔχεις τόσο γλυκὰ φάρμακα;».

Μὲ ξεπροβοδίζει χαριτολογώντας. «Καλύτερα ἀγροτικὸς γιατρὸς παρὰ Καθηγητὴς Πανεπιστημίου. Τὸν ἀγροτικὸ γιατρὸ τὸν ἔχεις δίπλα σου ὅ,τι ὥρα θέλεις. Τὸν καθηγητὴ ποῦ νὰ τὸν βρεῖς;».

13 Οκτωβρίου 2021

Αρετές και πάθη μέσα στην οικογένεια (Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος)

Τὸ πρῶτο λοιπὸν πάθος, ἡ κενοδοξία ἢ καλύτερα ὁ ἐγωισμός, εἶναι ἡ πηγὴ καὶ ρίζα ὅλης της μεταπτωτικῆς διαστροφῆς καὶ ἁμαρτίας. Ἡ κενοδοξία τυφλώνει τὸ νοῦ καὶ ἐκδιώκει τὸ φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ρίχνει τὸν ἄνθρωπο σὲ φοβερὰ λάθη, γιατί λειτουργεῖ μέσα μας σὰν θανατηφόρα μέθη, ποὺ σπρώχνει στὸ βάραθρο τῆς ἀποτυχίας. Ἡ κενοδοξία ἀγνοεῖ καὶ ἀδυνατεῖ νὰ συλλάβει τὴν πραγματικότητα καὶ ζεῖ σὲ κόσμους ψεύτικους, φτιαγμένους μὲ τὴν ἀρρωστημένη ἐγωπαθῆ φαντασία.

Αὐτὸ τὸ ὀλέθριο πάθος θεραπεύεται μέσα στὸ χῶρο τῆς οἰκογένειας καὶ τῆς ἀνοχῆς, ὑπομονῆς καὶ συμβολῆς τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου. Ὅταν δὲν ἀρκεῖται κανεὶς στὶς δικές του κρίσεις καὶ ἀποφάσεις, ἀλλὰ ταπεινώνεται καὶ δέχεται τὶς ἀπόψεις τῶν ἄλλων καὶ ὑπακούει κόβοντας καὶ θυσιάζοντας τὸ δικό του θέλημα, τότε ἀρχίζει ἔτσι νὰ βγαίνει ἀπὸ τὰ στενὰ καὶ ἀσφυκτικὰ δεσμὰ τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ νὰ πλανιέται μέσα στὸν ἐλεύθερο χῶρο τῆς ταπεινώσεως.

Ἡ ταπείνωση εἶναι τὸ περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ συμβαδίζει πάντοτε μὲ μόνιμο σύντροφο τὴν πραότητα. Αὐτὲς οἱ δύο ἀρετὲς, ἡ ταπείνωση καὶ ἡ πραότητα εἶναι οἱ ἀπαραίτητοι στύλοι ποὺ συγκρατοῦν ὁλόκληρο τὸ οἰκοδόμημα τῆς οἰκογένειας, ποὺ πρέπει νὰ ἀντέξει στὶς ἐσωτερικὲς καὶ ἐξωτερικὲς θύελλες καὶ πιέσεις. Μέσα στὸν κύκλο τῆς οἰκογένειας, ὅπου οἱ σωματικὲς καὶ οἱ πνευματικὲς ἡλικίες εἶναι ποικίλες καὶ διέρχονται ἰδιόμορφες ἀλλοιώσεις, ἡ πραότητα ἀποτελεῖ τὴ συνδετικὴ ὕλη ποὺ συγκροτεῖ καὶ συνέχει τὰ μέλη τῆς οἰκογένειας καὶ τὰ ὁδηγεῖ ἤρεμα καὶ σταθερὰ στὴν καθολικὴ καὶ τελείωση καὶ ὡριμότητα.

Δεύτερο πάθος καταστρεπτικό, ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὸ προηγούμενο καὶ τὸ ἀκολουθεῖ ὅπως ἡ σκιὰ τὸ σῶμα, εἶναι ἡ φιλαυτία. Ἡ ἄλογη φιλία τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ λατρεία τοῦ ἐγώ, ποὺ ἀπαιτεῖ νὰ περιστρέφει τὰ πάντα γύρω ἀπὸ τὴ δική μας ἀρέσκεια καὶ προτίμηση. Ἡ φιλαυτία εἶναι ὁ ἄκρατος ἀτομισμὸς σὲ ὅλη τὴν ἔκτασή του, ποὺ διαλύει κάθε κοινωνικότητα καὶ δεσμὸ λόγω τῆς ἀδυναμίας νὰ ἀρνηθεῖ κανεὶς τὸν ἑαυτό του.

Ἡ φιλαυτία γεννᾶ τὴν ἀνταρσία καὶ τὴν ἰδιορρυθμία καὶ γινόμαστε δυστυχῶς μάρτυρες καθημερινῶν οἰκογενειακῶν ναυαγίων, πού, ἐὰν θελήσουμε νὰ δοῦμε τὶς αἰτίες, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι αὐτὲς δὲν εἶναι ἄλλες ἀπὸ τὸν ἀτομισμό, τὴ φιλαυτία καὶ τὴν ἰδιορρυθμία, εἴτε τῶν συζύγων μεταξύ τους, εἴτε τῶν παιδιῶν στὶς σχέσεις μαζί τους. Ὅταν “μέτρον παντων” τῶν κινήσεων καὶ τῶν αἰσθημάτων μας εἶναι τὸ ἄτομό μας, ἡ ἀρέσκεια καὶ ἡ ἀνάπαυσή μας, τότε καταλαβαίνουμε πολὺ καλὰ τὸ λόγο τῶν πολλῶν διαζυγίων ποὺ δημιουργεῖ ἐρείπια καὶ τραύματα μὲ μόνες τὶς καθιερωμένες πλέον προφάσεις “αὐτὸ δὲν μοῦ ἀρέσει, δὲν μὲ ἐκφράζει, δὲν μὲ καταλαβαίνει, δὲν ταιριάζουμε”. Ἡ φιλαυτία μᾶς κάνει σκληροὺς καὶ ἀνάλγητους οὐσιαστικὰ τυφλοὺς καὶ ἀναίσθητους, γιατί προκειμένου νὰ ἱκανοποιήσει τὸν ἑαυτὸ τῆς ἀδιαφορεῖ γιὰ ὁτιδήποτε ἄλλο ἤθελε συμβεῖ, γιὰ οἱαδήποτε τραύματα καὶ ἐρείπια καὶ ἂν δημιουργηθοῦν στὰ ὑπόλοιπα μέλη τῆς οἰκογένειας καὶ κυρίως στὰ παιδιά.

Φάρμακο κατὰ τῆς φιλαυτίας ὁρίζουν οἱ ἅγιοι πατέρες τὴν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη. Ἀγάπη ποὺ δίδει τὴ ζωογόνο δύναμη νὰ ἀποθάνει τὸ “ἐγὼ” γιὰ νὰ ζήσει τὸ “ἐσὺ» μέσα στὴν κοινωνία τοῦ “ἐμείς”. Ἡ ἀγάπη “οὐ λογίζεται τὰ ἐαυτής” καὶ ἔχει διδάσκαλό της τὸ Χριστό, ποὺ παρέδωσε “ἑαυτὸν ὑπὲρ τῆς κόσμου ζωής” καὶ ἔτσι ἀνέστησε τὴν ’Ἐκκλησία.

Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ κένωση τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ἡ ἀνασυγκρότηση τοῦ προσώπου μας, γιατί αὐτὴ εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχὴν ὑγιὴς κίνηση τῆς ψυχῆς. Γιὰ νὰ μπορέσομε ὅμως νὰ “κενώσωμεν ἐαυτούς” καὶ νὰ γίνομε πλήρεις ζωῆς, τότε ἡ ἀγάπη πρέπει νὰ στραφεῖ πρῶτα πρὸς τὸ Θεὸ καὶ δὶ’ Αὐτοῦ στὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν κτίση ὁλόκληρη. Γι’ αὐτὸ ἐπιβάλλεται ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ στὰ μέλη τῆς οἰκογενείας, ὥστε νὰ καταλάβουν καλὰ ποιὸ τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς ἀγάπης, πῶς ξεκινᾶ καὶ ποῦ καταλήγει, ποιὰ εἶναι ἡ σωστὴ τροχιὰ καὶ πορεία της, ὥστε νὰ εἶναι ἁγνὴ καὶ ἀπαλλαγμένη ἀρρωστημένων συναισθημάτων καὶ ἀτομικῶν κριτηρίων.

Τὸ τρίτο πάθος, ποὺ σὰν ἰσχυρὸς κρίκος ἑνώνεται μὲ τὴν προηγούμενη ἁλυσίδα, εἶναι κατὰ τοὺς Πατέρες ἡ φιληδονία.

Ἡ φιληδονία στὴ γενική της μορφὴ σὰν ἄρνηση κάθε εἴδους φιλοπονίας, κόπου καὶ στερήσεως γιὰ τὸ καλὸ τῶν ἄλλων, ἀλλὰ καὶ σὰν ἀπολυτοποίηση καὶ θεοποίηση τῆς ἡδονῆς. Οἱ ρίζες της βρίσκονται στὴν ψυχικὴ ἀσθένεια τῆς πτώσεως καὶ τὸ σκοτισμὸ τοῦ μακράν του Θεοῦ νοῦ, μὲ προεκτάσεις καὶ ἐπιδράσεις στὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ εἶναι “ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος” καὶ “μέλος Χριστοῦ”.

Ἡ φιληδονία ἔχει σὰν πρωταρχικὸ σκοπὸ καὶ νόημα τοῦ γάμου καὶ τῆς ζωῆς ὁλόκληρης τὴν ἡδονὴ καὶ βάσει αὐτῆς ρυθμίζει τὴν ὅλη συμπεριφορά. Στερεῖ τὴν προσωπικὴ κοινωνία καὶ σχέση καὶ κατεβάζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ πρόσωπο σὲ ἀντικείμενο, γιατί στέκεται στὴν ἐξωτερικὴ ὄψη καὶ ὄχι στὸ βάθος, γι’ αὐτὸ καὶ ἔχει ἔντονο τὸ στοιχεῖο τοῦ ἀνικανοποίητου καὶ τῆς παροδικότητας. Ἐὰν ἡ φιληδονία κυριαρχήσει στὸν ἄνθρωπο, τότε πραγματικὰ τὸν κάνει δοῦλο καὶ αἰχμάλωτό της καὶ τὸν σπρώχνει σὲ δρόμους ἔξω ἀπὸ τὴν ἐλευθερία τῆς Ἐκκλησίας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ κτυπᾶ θανάσιμα τὸν οἰκογενειακὸ δεσμὸ τῆς πραγματικῆς ἀγάπης καὶ νὰ διαλύει ὅ,τι καλὸ καὶ εὐγενὲς ὑπάρχει. Ἀντίδοτο σ’ αὐτὴ τὴν ἀσθένεια εἶναι ἡ φιλοπονία. Ἡ προθυμία πρὸς κάθε ἀγώνα καὶ ἀρετή, ἐφ’ ὅσον πλέον εἶναι κανόνας, ὅτι «τὰ καλὰ κόπῳ κτῶνται καὶ πόνῳ κατορθούνται». Ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία μας, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ «τὴν ὀρθὴν κρίσιν τῶν νοημάτων», κατὰ τὸν Ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή.

Ἡ φιλοπονία, ἡ ἄσκηση, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἡ ἀγάπη καὶ ὁ θεῖος ἔρωτας μεταμορφώνει τὸν ἐμπαθὴ ἄνθρωπο, ἁγιάζει τὶς ψυχικὲς καὶ σωματικὲς κινήσεις καὶ ἔτσι ἐλευθερώνεται ὁ ἡγεμόνας νοῦς, ὥστε νὰ κρίνει ὀρθὰ τὰ πράγματα, νὰ ὁδηγεῖ τὸ σῶμα στὸν ἁγιασμὸ καὶ στὴ σωφροσύνη καὶ νὰ κρατᾶ τὸν ἄνθρωπο στὸ ὕψος τῆς «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» δημιουργίας του καὶ τῆς «καθ’ ὁμοίωσιν» πο­ρείας καὶ σκοποῦ.

Αὐτοὶ, λοιπὸν, οἱ τρεῖς γίγαντες τῶν παθῶν πολεμοῦν κάθε ἄνθρωπο, τόσο μέσα στὸ χῶρο τοῦ μοναχισμοῦ ὅσο καὶ μέσα στὸ χῶρο τοῦ γάμου καὶ τῆς οἰκογενείας, μὲ διαφορετικὰ ὄπλα καὶ μεθόδους, ἀλλὰ μὲ ἕνα καὶ μοναδικὸ σκοπό, τὴν ἀποτυχία τοῦ ἀνθρώπου νὰ βρεῖ μέσα ἀπὸ τὸν τρόπο καὶ τόπο τῆς ζωῆς του τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴ σωτηρία του.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος προτρέπει: «Ἐκκλησίαν ποίησόν σου τὴν οἰκίαν». Ἐκκλησία σὰν τόπο καὶ ναὸ τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦ καθημερινοῦ προγράμματος τῆς οἰκογενειακῆς προσευχῆς, ὅπου ὅλοι μαζὶ ἐνώπιον τοῦ οὐρανίου Πατρὸς στέκονται καὶ ἐκζητοῦν τὸ θεῖον ἔλεος καὶ τὴ συνεκτικὴ καὶ θεοποιὸ ἀγάπη, μετανοοῦντες γιὰ τὰ καθημερινὰ ἀνθρώπινα λάθη καὶ δε­χόμενοι τὶς εὐεργετικὲς ἐπιδράσεις τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἐκκλησία ἀκόμη καὶ σὰν τόπο πνευματικῆς θεραπείας ἐκ τῶν παθῶν, ὅπως ἀκριβῶς λειτουργεῖ μέσα στὴν Ὀρθοδοξία ἕνα ἀληθινὸ κοινόβιο μοναστήρι. Ἡ συμβίωση, ἡ συγκατοίκηση, ἡ συζυγία καὶ ἡ ἐν γένει κοινωνία τῆς κατ’ οἶκον ἐκκλησίας, δηλαδὴ τῆς οἰκογενείας λειαίνει τὶς προεξοχὲς τοῦ χαρακτήρα, πλα­ταίνει τὸ στενό τῆς καρδιᾶς καὶ διδάσκει, ὅτι χωρὶς τὴν ἐν Χριστῷ ἀγάπη καὶ προκοπὴ καὶ ἡ οἰκογενειακὴ ζωὴ εὔκολα κινδυνεύει νὰ διαλυθεῖ ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμή.

«Παλαίστρα καὶ στάδιον καὶ γυμναστήριον» ἀκόμη, ὑπὸ τοῦ ἰδίου Πατρός, χαρακτηρίζεται ἡ οἰκογένεια, γιατί πράγματι εἶναι πολὺς καὶ μακρὺς ὁ δρόμος καὶ τὰ ἐμπόδια, οἱ πειρασμοὶ καὶ οἱ θλίψεις δυσβάστακτες στὴν πορεία τῆς οἰκογενείας, γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἀναγκαῖο νὰ στηρίζονται ἐπὶ τὴν ἀσάλευτον πέτραν τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του, ὥστε νὰ μὴν τὴν καταποντίσουν τὰ κύματα.

«Το μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστι, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν». Ὁ Κύριος ἐκένωσε ἑαυτὸν καὶ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ προσέλαβε τὴν Ἐκκλησία καὶ ἔκτοτε «τρέφει καὶ θάλπει αὐτήν» ὡς νυμφίος οὐράνιος καὶ παραμένει κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας. Οὔτε Ἐκκλησία ἄνευ Χριστοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει, ἀλλὰ οὔτε καὶ ὁ Χριστὸς ἄνευ τῆς Ἐκκλησίας δίδει τὰ θεουργικὰ μυ­στήριά Του στὸν ἄνθρωπο. Ἔτσι καὶ στὴν οἰκογένεια, κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει χωρὶς τὸν ἄλλο, οὔτε σὰν σῶμα μπορεῖ νὰ συγκροτηθεῖ, ἐὰν κεφαλὴ τῆς οἰκογενείας δὲν εἶναι ὁ Χριστός.

Πρέπει νὰ τονισθεῖ, ἐπίσης, ὅτι τὸ κατ’ εὐδοκίαν θέλημα τοῦ Κυρίου γιὰ κάθε ἕναν ξεχωριστά, εἶναι ἡ σωτηρία καὶ θέωσή μας. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ σκοπὸς καὶ τὸ τέρμα ὅλης τῆς ζωῆς μας. Ἑπομένως, καὶ ἡ οἰκογένεια καὶ ὁ μοναχισμὸς δὲν εἶναι αὐτοσκοπός, ἀλλὰ μέσα σωτηρίας. Ἡ οἰκογένεια εἶναι ἕνας τρόπος σω­τηρίας, ποὺ δὲν πρέπει νὰ ἀπολυτοποιήσει τὸν ἑαυτόν της, ἀλλὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸν Κύριο. Ὅλα τὰ σχήματα τῆς ζωῆς εἶναι ἐφήμερα καὶ παροδικὰ καὶ ἀξιολογοῦνται μὲ τὸ κατὰ πόσον μᾶς ὁδηγοῦν ἢ ὄχι στὴν αἰώνια βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν ἡ οἰκογένεια δὲν ὁδηγεῖ στὸ Χριστό, τότε τὰ ἀποτελέσματά της εἶναι πρόσκαιρα, εἶναι ἀδύνατα καὶ καταδικασμένα σὲ θάνατο, ὅπως καὶ ἡ ἴδια σὰν τρόπος ζωῆς τοῦ παρόντος αἰῶνος.

Ἡ οἰκογένεια τότε θεωρεῖται ὅτι καὶ ἐπέτυχε τὸ σκοπό της, ὄχι μὲ τὶς κοσμικὲς ἐπιτυχίες τῶν μελῶν της, ὄχι μὲ τὴ μέχρι τέλους διατήρηση τῆς συνοχῆς της ἔστω, ἀλλὰ μὲ τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴ θέωση τῶν μελῶν της.

Κάθε ἄλλη ἀξιολόγηση τῆς οἰκογένειας μὲ κριτήρια ἀνθρώπινα καὶ ἐνδοκοσμικὰ ἀδικεῖ καὶ περιορίζει ἀσφυκτικὰ τὶς δυνάμεις καὶ δυνατότητές της.

Τελειώνω μὲ ἕνα λόγο ἑνὸς συγχρόνου ὁσίου ἁγιορείτου ἀσκητοῦ: «Ὅταν μάθωμε νὰ ὑπερβαίνουμε τὸ ἐγώ μας, γινόμαστε ἀληθινὰ μέλη τῆς οἰκογένειάς μας. Ὅταν γίνομε ἀληθινὰ μέλη τῆς οἰκογένειάς μας μὲ τὴν ὑπέρβαση τοῦ ἐγώ μας, τότε θὰ γίνωμε πραγματικὰ μέλη τῆς οἰκογένειας ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος, τοῦ Ἀδάμ, καὶ τότε θὰ μποροῦμε νὰ προσευχώμαστε στὸν Θεὸν ὑπὲρ ὄλου τοῦ κόσμου. Αὐτὸ, ὅμως, δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἡ ἐνοίκηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν καρδιά μας. Δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο, ὅτι πίσω ἀπὸ τοὺς τρεῖς μεγίστους Ἱεράρχες τῆς ’Εκκλησίας μας ὑπάρχουν ἁγίες μητέρες, ἅγιοι πα­τέρες καὶ ἁγίες οἰκογένειες. Ἐὰν θέλωμε νὰ διορθωθεῖ ὁ κόσμος, ἂς διορθώσωμε τὸν ἑαυτό μας καὶ τὶς οἰκογένειές μας”.

Μ’ αὐτὰ τὰ πτωχά, εὐχόμεθα ὁ πα­νάγαθος Κύριος νὰ εὐλογεῖ ὅλους καὶ νὰ συνέχει καὶ συγκροτεῖ τὶς οἰκογένειές μας μὲ τὴ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ἀμήν.

11 Οκτωβρίου 2021

Γιατί ὁ Χριστιανισμὸς δὲν πρέπει νὰ ἀλλάζει μὲ τοὺς καιροὺς;

Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος

Γιατί ὁ Χριστιανισμὸς δὲν πρέπει νὰ ἀλλάζει μὲ τοὺς καιροὺς;

Οἱ καιροὶ ἔχουν ἀλλάξει!

Πόσο χάρηκα ποὺ τὸ ἄκουσα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀκοῦτε προσεκτικὰ ὅ,τι λέγω, καὶ ὄχι μόνο ἀκοῦτε, ἀλλὰ καὶ εἶστε διατεθειμένοι νὰ τὸ τηρήσετε. Τί περισσότερο θὰ μπορούσαμε νὰ ἐπιθυμήσουμε ἐμεῖς ποὺ κηρύττουμε ὅπως διαταχθήκαμε καὶ ὅσα διαταχθήκαμε;

Ἀνεξάρτητα ἀπὸ ὅλα αὐτά, μὲ κανένα τρόπο δὲν μπορῶ νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμη σας καὶ τὸ θεωρῶ καθῆκον μου νὰ τὴν σχολιάσω καὶ νὰ τὴν διορθώσω. Διότι – μολονότι ἴσως εἶναι παρὰ τὴν θέλησι καὶ τὴν πεποίθησί σας – προέρχεται ἀπὸ ἁμαρτωλὴ πηγή, σὰν νὰ μποροῦσε ὁ Χριστιανισμὸς νὰ μεταβάλλη τὰ δόγματά του, τοὺς κανόνες του, τὶς ἁγιαστικές του τελετουργίες, γιὰ νὰ ἀνταποκριθῆ στὸ πνεῦμα κάθε ἐποχῆς καὶ προσαρμοσμένος στὰ μεταβλητὰ γοῦστα τῶν υἱῶν τοῦ αἰῶνος τούτου, νὰ μποροῦσε νὰ προσθέση ἤ νὰ ἀφαιρέση κάτι.

Κι’ ὅμως δὲν εἶναι ἔτσι. Ὁ Χριστιανισμὸς πρέπει νὰ παραμένη αἰώνια ἀμετάβλητος, χωρὶς καθόλου νὰ ἐξαρτᾶται ἤ νὰ κατευθύνεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἑκάστοτε ἐποχῆς. Ἀντίθετα ὁ ἴδιος ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι διωρισμένος νὰ κυβερνᾶ καὶ νὰ διοικῆ τό πνεῦμα τοῦ αἰῶνος γιὰ καθένα ποὺ ὑπακούει στὶς νουθεσίες του. Γιὰ νὰ σᾶς πείσω στὸ ἐν λόγῳ ζήτημα, θὰ σᾶς ἀναφέρω μερικὲς σκέψεις γιὰ νὰ τὶς μελετήσετε.

Κάποιοι εἶπαν πὼς ἡ διδασκαλία μου εἶναι αὐστηρή. Κατ’ ἀρχὴν ἡ διδασκαλία μου δὲν εἶναι δική μου, οὔτε θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἱερὴ θέσι κανεὶς δὲν πρέπει οὔτε μπορεῖ νὰ κηρύττη δικιά του διδασκαλία. Ἂν λοιπὸν ἐγὼ ἤ κάποιος ἄλλος τολμήσει ποτὲ νὰ τὸ κάνη, μπορεῖτε νὰ μᾶς βγάλετε ἐκτὸς Ἐκκλησίας.

Ἐμεῖς κηρύττουμε τὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῶν ἁγίων Ἀποστόλων του καὶ τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας ποὺ κατευθύνεται ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Συνάμα φροντίζουμε μὲ κάθε δυνατὸ τρόπο νὰ διατηρήσουμε τὴν διδασκαλία αὐτὴ ἀκεραία καὶ ἀπαραβίαστη στὸν νοῦ καὶ στὴν καρδιά σας. Παρουσιάζουμε κάθε σκέψι καὶ χρησιμοποιοῦμε κάθε λέξι μὲ πολλὴ προσοχή, γιὰ νὰ μὴ σκιάσουμε μὲ κανένα τρόπο αὐτὴ τὴν λαμπρὴ καὶ θεία διδασκαλία. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ πράξη διαφορετικά.

Ἕνας τέτοιος νόμος ποὺ καθορίζει τὸ κήρυγμα τοῦ καθενὸς στὴν Ἐκκλησία νὰ εἶναι θεόπεμπτο, καθιερώθηκε ἀπὸ τὴν δημιουργία τοῦ κόσμου και ἔτσι πρέπει νὰ παραμείνη ἰσχῦον ὥς τὸ τέλος τοῦ κόσμου. Ὁ Προφήτης Μωυσῆς μετὰ τὴν παράδοσι τῶν ἐντολῶν τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ στὸν Ἰσραηλιτικὸ λαό, κατέληξε στὰ ἑξῆς: «Οὐ προσθήσετε πρὸς τὸ ρῆμα ὅ ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν, καὶ οὐκ ἀφελεῖτε ἀπ’ αὐτοῦ, φυλάσσεσθε τὰς ἐντολὰς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν σήμερον» (Δευτ. 4,2).

Αὐτὸς ὁ νόμος τῆς σταθερότητος εἶναι τόσο ἀμετάβλητος, ὥστε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καὶ Σωτήρας μας, ὅταν δίδασκε τὸ λαὸ στὸ ὄρος εἶπε: «Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἤ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι. Ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἕν ἤ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθη ἀπὸ τοῦ νόμου, ἕως ἂν πάντα γένηται» (Ματθ. 5,17 – 18).

Ἔπειτα ἔδωσε τὸ ἴδιο κῦρος στὴν δική του διδασκαλία, πρὶν ἑρμηνεύση τὶς ἐντολὲς στὸ πνεῦμα τοῦ εὐαγγελίου, μὲ τὸ νὰ προσθέση: «Ὃς ἂν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5,19).

Αὐτὸ σημαίνει πὼς καθένας ποὺ ἑρμηνεύει λανθασμένα τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ μειώνει τὸ κῦρος τους, θὰ εἶναι ἀπόκληρος στὴν μέλλουσα ζωή. Ἔτσι εἶπε στὴν ἀρχὴ τοῦ κηρύγματός του. Τὸ ἴδιο διαβεβαίωσε καὶ στὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο, τὸν θεατὴ τῶν ἀρρήτων ἀποκαλύψεων, στὸν ὁποῖο περιέγραψε τὴν τελικὴ κρίσι τοῦ κόσμου καὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἀναφέροντας στὴν Ἀποκάλυψη: «Μαρτυρῶ ἐγὼ παντὶ τῷ ἀκούοντι τοὺς λόγους τῆς προφητείας τοῦ βιβλίου τούτου. Ἐὰν τὶς ἐπιθῇ ἐπὶ ταῦτα, ἐπιθήσει ὁ Θεὸς ἐπ’ αὐτὸν τὰς πληγὰς τὰς γεγραμμένας ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ, καὶ ἐὰν τὶς ἀφέλῃ ἀπὸ τῶν λόγων τοῦ βιβλίου τῆς προφητείας ταύτης, ἀφελεῖ ὁ Θεὸς τὸ μέρος αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς καὶ ἐκ τῆς πόλεως τῆς ἁγίας, τῶν γεγραμμένων ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ» (Ἀποκ. 22, 18 – 19).

Γιὰ ὅλο τὸ χρονικὸ διάστημα ποὺ μεσολαβεῖ ἀπὸ τὴν πρώτη παρουσία του στὸν κόσμο μέχρι τὴν δευτέρα του παρουσία, ὁ Χριστὸς ἔδωσε στοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ στοὺς διαδόχους τους τὸν παρακάτω νόμο: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη…διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν» (Ματθ. 28, 19).

Τοῦτο σημαίνει νὰ διδάσκετε ὄχι ὅ,τι κάποιος ἄλλος θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ σκεφθῆ, ἀλλὰ ὅ,τι ἐγὼ παρήγγειλα, καὶ τοῦτο μέχρι τὸ τέλος τοῦ κόσμου. Καὶ συμπληρώνει: «Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμὶ πάσας τὰς ἡμέρας, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμὴν» (Ματθ. 28, 20).

Οἱ Ἀπόστολοι ἔλαβαν αὐτὸν τὸν νόμο καὶ θυσίασαν τὴν ζωή τους γιὰ νὰ τὸν τηρήσουν. Καὶ σὲ αὐτοὺς ποὺ ἤθελαν νὰ τοὺς ὑποχρεώσουν νὰ μὴ κηρύττουν ὅσα κηρύττουν ἐπ’ ἀπειλῇ τιμωρίας καὶ θανάτου, τοὺς ἀπαντοῦσαν: «Εἰ δίκαιον ἐστιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὑμῶν ἀκούειν μᾶλλον ἤ τοῦ Θεοῦ, κρίνατε. Οὐ δυνάμεθα γὰρ ἡμεῖς ἃ εἴδομεν καὶ ἠκούσαμεν μὴ λαλεῖν» (Πραξ. 4, 19 – 20).

Ὁ σαφὴς αὐτὸς νόμος παραδόθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους στοὺς διαδόχους τους, ἔγινε ἀποδεκτὸς ἀπὸ τοὺς δευτέρους καὶ ἔχει ἰσχὺ διαχρονικὴ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Ἐξ αἰτίας τοῦ νόμου τούτου ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ στύλος καὶ ἡ βάσις τῆς ἀληθείας. Βλέπετε λοιπὸν τί ἀπαραβίαστη σταθερότητα ἔχει; Μετὰ ἀπὸ αὐτό, ποιὸς θὰ εἶναι τόσο θρασὺς νὰ ἀγγίξη πεισματικὰ ἤ νὰ κουνήση ὁτιδήποτε στὸ χριστιανικὸ δόγμα καὶ νόμο;

Ἀκολούθως ἀκοῦστε τί ἀναφέρεται στὸν Προφήτη Ἰεζεκιὴλ ποὺ ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρες βρισκόταν σὲ ἔκστασι προσευχῆς καὶ μετὰ ἀπὸ ἑπτὰ ἡμέρες ἄκουσε τὸ λόγο τοῦ Κυρίου: «Υἱὲ ἀνθρώπου, σκοπὸν δέδωκά σε τῷ οἴκω Ἰσραήλ, καὶ ἀκούσῃ ἐκ στόματός μου λόγον» (Ἰεζ. 3,17), καὶ διακήρυξε στὸ λαό. Νὰ ὁ νόμος γιὰ σένα! Ἂν δῆς ἕναν ἄνομο ποὺ διαπράττει ἀνομία καὶ δὲν τοῦ πῆς: ἄφησε τὴν ἀνομία σου καὶ ἄλλαξε δρόμο, «ὁ ἄνομος ἐκεῖνος ἐν τῇ ἀδικίᾳ αὐτοῦ ἀποθανεῖται, καὶ τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐκ τῆς χειρός σου ἐκζητήσω» (Ἰεζ. 3,18). Ἀντιθέτως, ἂν διακηρύξης στὸν ἄνομο ὅτι θὰ πρέπει νὰ ξεφύγη ἀπὸ τὴν ἄνομη ὁδό του καὶ αὐτὸς δὲν ξεφύγη, τότε ἐκεῖνος ὁ ἄνομος θὰ πεθάνη στὴν ἀνομία του, ἐνῶ ἐσὺ θὰ σώσης τὴν ψυχή σου. Παρόμοια ἂν δῆς ἕνα δίκαιο ποὺ ἀρχίζει νὰ κλονίζεται στὴν ἀρετή του καὶ δὲν τὸν στηρίξης καὶ δὲν φροντίσης νὰ τὸν φέρης στὸν ἴσιο δρόμο μὲ τὰ λόγια σου, τότε ἐκεῖνος ὁ δίκαιος ἐπειδὴ ἁμάρτησε, θὰ πεθάνη στὶς ἁμαρτίες του, ἀλλὰ τὴν ψυχή του θὰ ζητήσω ἀπὸ τὰ χέρια σου ποὺ δὲν τὸν στήριξες. Ἂν ὅμως προειδοποιήσης τὸν δίκαιο ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἁμαρτάνη καὶ αὐτὸς παύση νὰ ἁμαρτάνη, τότε ὁ δίκαιος θὰ ζήση κι’ ἐσὺ θὰ σώσης τὴν ψυχή σου (Βλ. Ἰεζ. 3, 19 – 21)

Τί αὐστηρὸς νόμος! Κι’ ὅμως ἀκούγεται στὶς συνειδήσεις ὅλων τῶν ποιμένων κατὰ τὴν ἐκλογὴ καὶ χειροτονία τους, ὅταν ἕνας βαρὺς ζυγὸς τίθεται πάνω τους, ἡ διαποίμανσις τοῦ ποιμνίου τοῦ Χριστοῦ ποὺ Ἐκεῖνος τοὺς τὸ ἐμπιστεύθηκε, μικρὸ ἤ μεγάλο. ὄχι μόνο νὰ τὸ διαποιμάνουν, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ διατηρήσουν. Πῶς θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ εἶναι τόσο θρασύς, ποὺ νὰ διαστρέψη τὰ πάντα στὸ νόμο τοῦ Χριστοῦ, ὅταν αὐτὸ συνεπάγεται καταστροφὴ καὶ στοὺς δύο, ποιμένες καὶ ποίμνιο;

Ἂν ἡ σωστικὴ δύναμις τῆς διδασκαλίας ἑξαρτιόταν ἀπὸ τὴν γνώμη μας πάνω σ’ αὐτὴν καὶ τὴν συναίνεσί μας σ’ αὐτήν, τότε θὰ εἶχε νόημα τὸ νὰ συλλάβη κάποιος ἄνθρωπος στὸ νοῦ του νὰ ἀνοικοδομήση τὸν Χριστιανισμὸ σύμφωνα μὲ τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες ἤ τὶς ἀξιώσεις τῆς ἐποχῆς καὶ νὰ τὸν προσαρμόση κατὰ τοὺς πόθους τῆς ἁμαρτωλῆς του καρδιᾶς. Μὰ ἡ σωστικὴ δύναμις τοῦ χριστιανικοῦ νόμου δὲν ἐξαρτᾶται καθόλου ἀπό μᾶς, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς καθιέρωσε ἐπακριβῶς τὴν ἀκριβῆ ὁδὸ τῆς σωτηρίας. Ἔξω ἀπὸ αὐτὴν δὲν ὑπάρχει ἄλλη ὁδός, οὔτε θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξη. Συνεπῶς καθένας ποὺ διδάσκει μὲ ὁποιονδήποτε διαφορετικὸ τρόπο, σημαίνει πὼς παρεκκλίνει ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ὁδὸ καὶ καταστρέφει τὸν ἑαυτό του καί σᾶς. Τί λογικὴ ὑπάρχει σ’ αὐτό;

Προσέξατε πόσο αὐστηρὴ κρίσις ἐλέχθη, ὅταν κάτι παρόμοιο συνέβη στὸ ἔθνος τοῦ Ἰσραὴλ κατὰ τὰ δύσκολα χρόνια τῆς αἰχμαλωσίας του. Μερικοὶ Προφῆτες ἀπὸ οἶκτο γιὰ τοὺς βασανισμένους καὶ τοὺς ἀρρώστους μιλοῦσαν στὸ λαὸ ὄχι ὅπως ὁ Κύριος παρήγγειλε, ἀλλὰ ὅπως ἡ καρδιὰ τους τοὺς ὑπαγόρευε. Γι’ αὐτοὺς ὁ Κύριος ἔδωσε τὶς ἑξῆς διαταγὲς στὸν Ἰεζεκιήλ: «Καὶ σύ, υἱὲ ἀνθρώπου, στήρισον τὸ πρόσωπόν σου ἐπὶ τὰς θυγατέρας τοῦ λαοῦ σου τὰς προφητευούσας ἀπὸ καρδίας αὐτῶν καὶ προφήτευσον ἐπ᾿ αὐτὰς καὶ ἐρεῖς· τάδε λέγει Κύριος· οὐαὶ ταῖς συῤῥαπτούσαις προσκεφάλαια ὑπὸ πάντα ἀγκῶνα χειρὸς καὶ ποιούσαις ἐπιβόλαια ἐπὶ πᾶσαν κεφαλὴν πάσης ἡλικίας τοῦ διαστρέφειν ψυχάς· αἱ ψυχαὶ διεστράφησαν τοῦ λαοῦ μου, καὶ ψυχὰς περιεποιοῦντο.» (Ἰεζ. 13. 17 – 18).

Τοῦτο σημαίνει: Ἀλλοίμονο σὲ κείνους ποὺ διατάζουν κάθε εἶδος ἰδιαιτέρας μεταχειρήσεως καὶ προτείνουν τέτοια μαλθακὴ ἀγωγὴ, ὥστε κανεὶς νὰ μὴν αἰσθάνεται τὴν παραμικρὴ δυσαρέσκεια, οὔτε ἀπὸ τοὺς ἐπάνω οὔτε ἀπὸ τοὺς κάτω, ἀδιαφορώντας ἐὰν τοῦτο εἶναι γιὰ τὴν σωτηρία ἤ τὴν καταστροφή, εὐάρεστο ἤ ἀποκρουστικὸ στὸ Θεό. Ἀλλοίμονο σ’ αὐτούς, διότι «τάδε λέγει Κύριος…τὰ προσκεφάλαια ὑμῶν καὶ ἐπιβόλαια», δηλαδὴ τὴν μελιστάλακτη καὶ παρήγορη διδασκαλία σας, «ἐφ’ ἃ ὑμεῖς ἐκεῖ συστρέφετε ψυχάς», θὰ διαρρήξω ἀπὸ τὰ χέρια σας, θὰ ἐλευθερώσω τὶς διεστραμμένες ψυχὲς ἀπὸ αὐτὴ τὴν διδασκαλία σας καὶ θὰ σᾶς ἐξολοθρεύσω, διαφθορεὶς (Βλ. Ἰεζ. 13, 20 – 21).

Αὐτὸ εἶναι τὸ ὄφελος τῆς ἰδιαιτέρας μεταχειρίσεως καὶ τῆς ἐπιεικείας, τὸ εἶδος ποὺ θέλετε νὰ ἀκοῦτε ἀπὸ τοὺς ἱεροκήρυκες! Ὅταν βάλετε ὅλα τοῦτα βαθειὰ στὴν καρδιά σας, δὲν εἶναι σωστὸ νὰ θέλετε νὰ κάνουμε ὁποιεσδήποτε παραχωρήσεις στὸ χριστιανικὸ δόγμα, ἔχοντας τὴν λανθασμένη ἐπιθυμία νὰ σᾶς εὐχαριστήσουμε. Ἀντίθετα μάλιστα ὀφείλετε νὰ ἀπαιτῆτε ἐπίμονα νὰ παραμένουμε στὸ δόγμα, ὅσο τὸ δυνατὸν αὐστηρὰ καὶ ἀκλόνητα.

Ἔχετε ἀκούσει ποτὲ γιὰ τὰ συγχωροχάρτια τοῦ Πάπα τῆς Ρώμης; Νὰ τί εἶναι αὐτά: Ἰδιαίτερη μεταχείρισις καὶ ἐπιείκεια, τὰ ὁποῖα δίνει ἀψηφώντας τὸ νόμο τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ποιὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; Ἀπὸ αὐτὰ ὅλη ἡ Δύσις εἶναι διεφθαρμένη στὴν πίστι καὶ στὸν τρόπο ζωῆς, καὶ τώρα χάνεται στὴν ἀπιστία καὶ στὸν ἀχαλίνωτο βίο μὲ τὰ συγχωροχάρτια της.

Ὁ Πάπας ἄλλαξε πολλὰ δόγματα, χάλασε ὅλα τὰ Μυστήρια, ἀκύρωσε τοὺς κανόνες ποὺ ἀφοροῦσαν τὴν ρύθμισι τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν διόρθωσι τῶν ἠθῶν. Ὅλα πλέον ἄρχισαν νὰ πηγαίνουν ἀντίθετα στὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, καὶ ἔγιναν χειρότερα καὶ πιὸ χειρότερα.

Κατόπιν ἐμφανίστηκε ὁ Λούθηρος, ἕνας ἔξυπνος ἄνθρωπος ἀλλὰ ἰσχυρογνώμων. Αὐτὸς λοιπὸν εἶπε: «Ὁ Πάπας ἄλλαξε τὰ πάντα ὅπως ἤθελε, γιατί νὰ μὴν κάνω κι’ ἐγὼ τὸ ἴδιο;» Ἄρχισε λοιπὸν νὰ τροποποιῆ καὶ νὰ ξανατροποποιῆ τὰ πάντα μὲ τὸν τρόπο του, καὶ ἵδρυσε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν νέα λουθηρανικὴ πίστι, ἡ ὁποία ἐλάχιστα μοιάζει μὲ ὅσα ὁ Κύριος παρήγγειλε καὶ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι μᾶς παρέδωσαν.

Μετὰ τὸ Λούθηρο παρουσιάστηκαν φιλόσοφοι. Κι’ αὐτοὶ μὲ τὴν σειρὰ τους εἶπαν: «Ὁ Λούθηρος καθιέρωσε γιὰ τὸν ἑαυτὸ του μία νέα πίστι, δῆθεν βασισμένη στὸ Εὐαγγέλιο, στὴν πραγματικότητα ὅμως στηριγμένη στὸ δικό του τρόπο σκέψεως. Γιατί λοιπὸν κι’ ἐμεῖς νὰ μὴ συνθέσουμε δόγματα βασισμένα μόνο στὸ δικό μας τρόπο σκέψεως, ἀγνοώντας τελείως τὸ Εὐαγγέλιο;» Ἄρχισαν κι’ αὐτοὶ πλέον νὰ σκέπτωνται ὀρθολογιστικά, καὶ νὰ εἰκάζουν περὶ τοῦ Θεοῦ, περὶ τοῦ κόσμου, περὶ τοῦ ἀνθρώπου, καθένας μὲ τὸν τρόπο του, καὶ ἀνακάτεψαν τόσα πολλὰ δόγματα, ὥστε μόνο νὰ τὰ ἀπαριθμήση κανείς, ζαλίζεται ὁ νοῦς του.

Τώρα οἱ δυτικοὶ ἔχουν τὶς ἑξῆς ἀντιλήψεις: Πίστευε ὅ,τι νομίζεις καλύτερο ζῆσε ὅπως σου ἀρέσει, ἱκανοποίησε ὁ,τιδήποτε θέλγει τὴν ψυχή σου. Ὡς ἐκ τούτου δὲν ἀναγνωρίζουν κανένα νόμο ἤ περιορισμὸ καὶ δὲν ὑποτάσσονται στὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὁδὸς τους εἶναι εὐρεία, ὅλα τὰ ἐμπόδια ἐκτοπίστηκαν. Μὰ ἡ εὐρεία ὁδὸς ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια, καθὼς λέγει ὁ Κύριος. Ἐκεῖ ὠδήγησε ἡ χαλαρότης στὴν διδασκαλία!

Λύτρωσέ μας, Κύριε, ἀπὸ αὐτὴν τὴν εὐρεία ὁδό! Προτιμότερο ὅμως νὰ ἀγαπήσουμε κάθε στενοχωρία ποὺ ὁ Κύριος διώρισε γιὰ τὴν σωτηρία μας. Ἂς ἀγαπήσουμε τὰ χριστιανικὰ δόγματα καὶ ἂς βιάσουμε τὸ νοῦ μας μὲ αὐτά, ἐπιβάλλοντάς του νὰ μὴ σκέπτεται διαφορετικά. Ἂς ἀγαπήσουμε τὰ χριστιανικὰ ἤθη καὶ ἂς βιάσουμε τὴν θέλησί μας σ΄ αὐτά, ὑποχρεώνοντάς την νὰ σηκώνη τὸν ἐλαφρὸ ζυγὸ τοῦ Κυρίου ταπεινὰ καὶ ὑπομονετικά. Ἂς ἀγαπήσουμε ὅλες τὶς χριστιανικὲς τελετουργίες καὶ ἀκολουθίες ποὺ μᾶς νουθετοῦν, μᾶς διορθώνουν, μᾶς ἁγιάζουν. Ἂς βιάσουμε τὴν καρδιὰ μας μ’ αὐτές, προωθώντας την νὰ μεταφέρη τὶς προτιμήσεις της ἀπὸ τὰ γήινα καὶ τὰ φθαρτὰ στὰ οὐράνια καὶ ἄφθαρτα.

Ἂς περιορίσουμε τὸν ἑαυτό μας σὰν νὰ μπαίναμε σὲ κλουβί. Ἤ, μᾶλλον, ἂς σύρουμε τὸν ἑαυτό μας, σὰν νὰ περνούσαμε μέσα ἀπὸ μία στενὴ διάβασι. Ἂς εἶναι αὐτὴ στενή, γιὰ νὰ μὴ μπορῆ νὰ περεκκλίνη κανεὶς οὔτε δεξιά, οὔτε ἀριστερά. Ἀναμφίβολα ὅμως θὰ λάβουμε δι’ αὐτῆς τῆς στενῆς ὁδοῦ ὡς ἀντάλλαγμα τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Διότι αὐτὴ ἡ βασιλεία, καθὼς γνωρίζετε, εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Κυρίου. Ὁ Κύριος καθώρισε αὐτὴ τὴν στενὴ ὁδὸ καὶ μᾶς εἶπε: Πηγαίνετε ἀκριβῶς ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὁδὸ καὶ θὰ ἐπιτύχετε τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν.”

Θὰ μποροῦσε πλέον κανεὶς νὰ ἀμφιβάλλη γιὰ τὸ ἂν ὁ ὁδοιπόρος φθάση στὸ σκοπό του; Καὶ τί μυαλὸ θὰ εἶχε καθένας ποὺ ἀρχίζει νὰ ἐπιθυμεῖ κάθε εἶδος ἀκυρώσεως ἐντολῶν, ὅταν μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ ἔχανε ἀμέσως τὸ δρόμο του καὶ θὰ χανόταν;

Ἀφοῦ ἐννοήσατε πλήρως αὐτὴ τὴν ἐπιβεβαίωσι, μὴ στενοχωρῆσθε ἂν κάτι στὴν διδασκαλία μας φαίνεται αὐστηρό. Τὸ μόνο ποὺ νὰ ἐπιζητῆτε εἶναι τὸ νὰ βεβαιωθῆτε ἂν εἶναι τοῦ Κυρίου. Κι ἐφ’ ὅσον βεβαιωθήκατε πὼς εἶναι τοῦ Κυρίου, δεχθῆτε την ὁλόψυχα, ὁσοδήποτε αὐστηρὴ ἤ ἐξαναγκαστικὴ μπορεῖ νὰ εἶναι. Κι ὄχι μόνο μὴν ἐπιθυμῆτε ἰδιαίτερη μεταχείρισι καὶ ἐπιείκεια στὸ δόγμα καὶ στὸ ἦθος, ἀλλὰ φεύγετε ἀπὸ αὐτά, σὰν νὰ φεύγατε τὸ πῦρ τῆς γεένης. Ἀπὸ αὐτὸ δὲν μποροῦν νὰ ξεφύγουν ὅσοι ἐπινοοῦν τέτοια πράγματα καὶ μὲ αὐτὰ παρασύρουν τοὺς ψυχικῶς ἀδυνάτους νὰ τοὺς ἀκολουθήσουν. Ἀμήν.

29 Δεκεμβρίου 1863 Κυριακὴ μετὰ τὴν Χριστοῦ Γέννησιν πηγή

Η ΙΕΡΑ ΜΑΣ ΜΟΝΗ ΑΠΟ ΨΗΛΑ!

ΟΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ