25 Φεβρουαρίου 2026

Λόγος στην κοίμηση του Μητροπολίτου πρώην Θήρας κυρού Επιφανίου (1934-2026)



Επιφανίου Αρβανίτη,
Πρωτοσυγκέλλου Ι.Μ. Νέας Ιωνίας


Με αισθήματα ανθρωπίνης καρδιακής συντριβής και με την βεβαιότητα της κοινής Αναστάσεως στεκόμαστε με δέος ενώπιον του μυστηρίου της εκδημίας ενός αληθινού ποιμένος, o οποίος ποίμανε τον λαό του Θεού με πνεύμα θυσίας και γνήσιας πατρικής αγάπης.

Η κοίμηση ενός επισκόπου δεν αποτελεί απλώς το φυσικό πέρας μιας επίγειας διακονίας. Συνιστά ένα εκκλησιαστικό γεγονός. Είναι ένα πέρασμα, είναι Πάσχα. Είναι είσοδος «ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν». Και όταν ο εκδημήσας υπήρξε πνευματικός πατήρ, διδάσκαλος, μύστης της προσευχής και ζωντανός τύπος του αληθινού Ποιμένος Χριστού, τότε η λύπη διαποτίζεται από ελπίδα και η μνήμη γίνεται ευχαριστία.

Αναπέμπουμε δόξα και αίνο στον εν Τριάδι Θεό, διότι μας αξίωσε να συναναστραφούμε έναν άνθρωπο, που βίωσε αληθινά το μυστήριο της Ιερωσύνης όχι ως αξίωμα, αλλά ως Σταυρό και θυσία, ως διακονία αγάπης, ως άσκηση ταπεινώσεως και ως αδιάλειπτη δοξολογία.

«Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ ὁσίου αὐτοῦ» (Ψαλμ. ριε΄ 6). Σήμερα, δεν αποχαιρετούμε απλώς έναν Ιεράρχη. Προπέμπουμε έναν πατέρα που μας στήριξε με την ευχή του και μας δίδαξε, ότι η αγιότητα είναι απλότητα, ταπείνωση και αδιάλειπτη αναφορά στον Εσταυρωμένο και Αναστάντα Χριστό.

Μέσα σε αυτό το φως της Αναστάσεως, που διαλύει το σκότος του θανάτου και μεταβάλλει την λύπη σε ελπίδα, καταθέτω κι εγώ τον ταπεινό λόγο της καρδιάς μου για τον μακαριστό Μητροπολίτη πρώην Θήρας, Αμοργού και Νήσων, κυρό Επιφάνιο, τον οποίο ζήσαμε ως πατέρα και ποιμένα επί τεσσαράκοντα και πλέον έτη.

Η ιερή μορφή του σφράγισε τα παιδικά μας χρόνια στο ευλογημένο νησί της Αμοργού, τότε, που ως ηγούμενος της Σεβασμίας Ιεράς Μονής Παναγίας Χοζοβιωτίσσης περιόδευε ολόκληρο το νησί, κηρύττοντας το Ευαγγέλιο του Κυρίου, τελώντας το Μυστήριο της Θείας Λειτουργίας με κατάνυξη και μεγαλοπρέπεια, εξομολογώντας, νουθετώντας και στηρίζοντας κάθε ψυχή που προσέτρεχε κοντά του. Δεν υπήρξε οικία, δεν υπήρξε καρδιά που να μην γνώρισε την διακριτική παρουσία του.

Εμείς, μικρά παιδιά τότε, τον πλησιάζαμε με δέος. Μας εξομολογούσε με πραότητα, μας ομιλούσε με πατρική στοργή, μας δίδασκε περισσότερο με το παράδειγμά του παρά με τα λόγια του. Ζούσαμε αυτό που οι Πατέρες ονομάζουν «πραότητα ποιμένος», την ήρεμη δηλαδή και σταθερή δύναμη, η οποία δεν επιβάλλεται, αλλά ελκύει και αναπαύει.

Ο μακαριστός Ιεράρχης υπήρξε πράγματι «τύπος των πιστών» (Α΄ Τιμ. δ΄ 12). Η παρουσία του ανέδιδε την γαλήνη εκείνη, που μόνον οι άνθρωποι της προσευχής καλλιεργούν.

Η απλότητά του δεν ήταν κοσμική αφέλεια, αλλά η διάφανη καθαρότητα της καρδιάς των Αγίων. Ήταν η Ευαγγελική λιτότητα που απελευθερώνει από τα περιττά, η ασκητική αυτάρκεια, που αναπαύεται στην ταπείνωση που αθόρυβα ελκύει τη Χάρη.

Συχνά μας ομιλούσε για τον αγαπημένο του Άγιο, τον Άγιο Σπυρίδωνα, τον ταπεινό ποιμένα που έγινε θαυματουργός Επίσκοπος. Μεγαλωμένος ο ίδιος κάτω από τη σκέπη του Αγίου στον ομώνυμο Ναό του χωριού του, στο Βρούτση της Αμοργού, βίωνε εκείνο το διπλό χάρισμα: από τη μία Ποιμήν λογικών προβάτων, από την άλλη φίλος και φροντιστής της αλόγου κτίσεως. Καλλιεργούσε τα χωράφια της Μονής, περιποιείτο τα δέντρα και τα λουλούδια, φρόντιζε τα οικόσιτα ζώα, βλέποντας σε όλα τη δωρεά του Δημιουργού. Διότι και εκείνος συμπονούσε ολόκληρη την κτίση.

Όταν η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, κατόπιν προτάσεως του αειμνήστου Αρχιεπισκόπου κυρού Χριστοδούλου, τον εξέλεξε Μητροπολίτη της Αγιωτάτης Μητροπόλεως Θήρας, Αμοργού και Νήσων, δεν αλλοιώθηκε το φρόνημά του. Παρέμεινε μοναχός στην καρδιά. Για σχεδόν δύο δεκαετίες διηκόνησε το ιερό θυσιαστήριο και το ποίμνιο που του εμπιστεύθηκε ο Κύριος «οὐχ ὡς κατακυριεύων, ἀλλὰ τύπος γινόμενος τοῦ ποιμνίου» (Α΄ Πέτρ. ε΄ 3).

Το Επισκοπείο, το μετέβαλε σε ένα μικρό μοναστικό κέντρο. Καθημερινές ακολουθίες, αγρυπνίες, προσευχή και νηστεία συνέθεταν το κλίμα της αδιάλειπτης λατρευτικής ζωής. Περιόδευε ακαταπαύστως όλους τους ενοριακούς ναούς και τα εξωκκλήσια της Μητροπολιτικής του περιφερείας, μεταφέροντας παντού το άρωμα της λειτουργικής ζωής.

Στις ιερές ακολουθίες συνδύαζε την ταπείνωση με την αρχοντική μεγαλοπρέπεια της Ορθοδόξου λατρείας. Σε αυτόν έβλεπες πάντοτε, αυτό που λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος,: «Φῶς μοναχοῖς ἄγγελοι, φῶς δὲ πάντων ἀνθρώπων μοναχοί», διότι ο ίδιος παρέμενε πάντοτε ένας μοναχός Επίσκοπος.

Προσωπικώς, έλαβα ανεκτίμητες ευεργεσίες από τα τίμια χέρια του. Η χάρις του Θεού με αξίωσε να λάβω τη μοναχική μου κουρά από εκείνον και να φέρω το όνομά του, ως ευλογία, αλλά και ως Σταυρό ευθύνης. Με χειροθέτησε υποδιάκονο, συμμετείχε στη διακονική και στην εις πρεσβύτερον χειροτονία μου και μου απένειμε το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου, προσφέροντας μου τον προσωπικό του Σταυρό, κειμήλιο του αειμνήστου γέροντός του, Μητροπολίτου Θήρας Γαβριήλ. Δώρα όχι απλώς τιμητικά, αλλά Σταυρού και διακονίας, υπενθυμίζοντάς μου ότι « Ὃς ἐάν θέλῃ ἐν ὑμῖν μέγας γενέσθαι, ἔσται ὑμῶν διάκονος» (Ματθ. κ΄ 26).

Η ιερατική μας κλήση, όπως, άλλωστε, και σχεδόν όλων των πατέρων του νησιού με προεξάρχοντα τον Αιδεσιμολογιώτατο Πρωτοπρεσβύτερο π. Θωμά Συνοδινό καλλιεργήθηκε υπό το βλέμμα και την προσευχή του. Μας δίδαξε ότι η Ιερωσύνη είναι θυσία και ευθύνη, σταύρωση του «εγώ» και προσφορά στον άλλον, κρυφή διακονία και όχι προβολή. Μας έμαθε ότι η αγιότητα δεν είναι θόρυβος, αλλά σιωπηλή συνέπεια στον αγώνα της μετανοίας.

Λίγες ημέρες πριν από την οσιακή κοίμησή του, αξιωθήκαμε να λάβουμε την ευχή του στο κρεβάτι του πόνου. Καταβεβλημένος σωματικώς, αλλά φωτεινός στο πρόσωπο, μας ευλόγησε με την ίδια πραότητα που μας αγκάλιαζε από παιδιά.

Εκείνη η ευχή του αποτελεί για εμάς παρακαταθήκη και διαθήκη πνευματική.

Σήμερα, ενώ η καρδιά πονά, αναβλύζει ταυτόχρονα ευγνωμοσύνη. Ευγνωμοσύνη προς τον Θεό, διότι μας αξίωσε να ζήσουμε από κοντά μία αγιασμένη μορφή. Να γνωρίσουμε έναν αληθινό πνευματικό πατέρα και ποιμένα. Να μαθητεύσουμε στην ταπείνωση, στην προσευχή, στην απλότητα των Αγίων.

«Μνήμη δικαίου μετ’ ἐγκωμίων» (Παρ. ι΄ 7).

Η μνήμη του θα παραμένει πάντοτε ζωντανή στις καρδιές μας, όχι ως ανάμνηση παρελθόντος, αλλά ως κλήση συνέχειας και ευθύνης.

Σεβασμιώτατε Γέροντα, Ευλόγησον και πρέσβευε υπέρ ημών.


Ως ελάχιστος των πνευματικών Σας τέκνων, ευχαριστώ τον Θεό που με αξίωσε να Σας ζήσω, να λάβω το όνομά Σας και την ευχή Σας, ως πολύτιμο θησαυρό για την υπόλοιπη πορεία της ιερατικής μου διακονίας.

Αιωνία αυτού η μνήμη!

Η ευχή του να μας συνοδεύει πάντοτε!

24 Φεβρουαρίου 2026

ΕΚΔΗΜΙΑ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΚΑΙ ΙΕΡΑΡΧΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΘΗΡΑΣ ΚΥΡΟΥ ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ

 Θήρα, 23 Φεβρουαρίου 2026

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

“Εἰ δὲ ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ,

πιστεύομεν ὅτι καὶ συζήσομεν αὐτῷ”

(Ρωμ. 6,8) 

Με την κα­τ’ άν­θρω­πον θλί­ψη, η Ι­ε­ρά Μη­τρό­πο­λη Θήρας, Αμοργού & Νήσων α­ναγ­γέλ­λει την εις Κύ­ριον εκ­δη­μί­α του α­ει­μνή­στου Πα­τρός η­μών και Ι­ε­ράρ­χου, Μη­τρο­πο­λί­του πρώ­ην Θήρας, Αμοργού & Νήσων κυ­ρού Επιφανίου.

Ο α­οί­δι­μος Ποι­με­νάρ­χης της Ι­ε­ράς Μη­τρο­πό­λε­ώς μας κυ­ρός Επιφάνιος υ­πήρ­ξε δι­δά­σκα­λος της Α­λη­θεί­ας, λει­τουρ­γός των Μυ­στη­ρί­ων του Θε­ού, πνευ­μα­τι­κός πα­τέ­ρας του λα­ού, πρό­τυ­πο τα­πει­νο­φρο­σύ­νης και αυ­το­θυ­σί­ας. Στον ευ­λο­γη­μέ­νο Αμ­πε­λώ­να των Κυκλαδων νήσων που του ενεπιστεύθη ο Κύριος καλ­λι­έρ­γη­σε τον λό­γο της α­λη­θεί­ας, έ­θρε­ψε το ποί­μνιο με την τρο­φή της θε­ο­γνω­σί­ας και α­φι­έ­ρω­σε ό­λον τον ε­αυ­τό του στη δι­α­κο­νί­α της Εκ­κλη­σί­ας, του Θε­ού και των αν­θρώ­πων.

Υ­πήρ­ξε «ἄν­θρω­πος τοῦ Θε­οῦ» (Α’ Τιμ. 6,11), ζων­τα­νός μάρ­τυ­ρας της πί­στε­ως και α­λη­θι­νός συ­νε­χι­στής της πα­ρα­δό­σε­ως των Αγί­ων Πα­τέ­ρων, ο ο­ποί­ος σή­με­ρα ε­πι­στρέ­φει στον Δη­μι­ουρ­γό του, εν­δε­δυ­μέ­νος ό­χι την φθαρ­τό­τη­τα της σαρ­κός, αλ­λά το έν­δυ­μα της α­φθαρ­σί­ας, προ­σμέ­νον­τας τη φω­νή του Δε­σπό­του Χρι­στού: «Εὖ, δοῦ­λε ἀ­γα­θὲ καὶ πι­στέ! Εἴ­σελ­θε εἰς τὴν χα­ρὰν τοῦ Κυ­ρί­ου σου·» (Ματθ. 25,21).

Η νεκρώσιμος ακολουθία του μα­κα­ρι­στού Ι­ε­ράρ­χου θα πραγ­μα­το­ποι­η­θεί στην γενέτειρά του Αμοργό την Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου και ώ­ρα 10:30 π.μ. στον Ενοριακό Ι­ε­ρό Να­ό Α­γί­ου Γεωργίου Καταπόλων Αμοργού, ό­που θα τε­θεί σε λα­ϊ­κό προ­σκύ­νη­μα και ο εν­τα­φια­σμός -κατόπιν επιθυμίας του- στο κοιμητήριο Βρουτσίου Αμοργού.

Κα­τό­πιν των α­νω­τέ­ρω, με την ελ­πί­δα της Α­να­στά­σε­ως και τη βε­βαι­ό­τη­τα της αι­ώ­νιας κοι­νω­νί­ας με­τά του Θε­ού, πα­ρα­κα­λού­με τον Δι­και­ο­κρί­τη Κύ­ριο ό­πως τά­ξει «ἐν σκη­ναῖς δι­καί­ων» και α­να­παύ­σει «ἐν κόλ­ποις Ἀ­βρα­άμ» την ψυ­χή του ­εξ η­μών με­τα­στάν­τος Ι­ε­ράρ­χου κυ­ρού Επιφανίου, συ­να­ριθ­μή­σει δε αυ­τόν με­τά των Α­γί­ων.

Σύν­το­μο βι­ο­γρα­φι­κό

μα­κα­ρι­στού Μη­τρο­πο­λί­του πρώ­ην Θήρας, Αμοργού & Νήσων κυ­ρού Επιφανίου

Ο α­εί­μνη­στος Ποι­με­νάρ­χης της Ι­ε­ράς Μη­τρο­πό­λε­ώς μας κυ­ρός Επιφάνιος γεν­νή­θη­κε στο Βρούτσι της  Αμοργού  το 1934.

Το 1958, χειροτονήθηκε διάκονος, ενώ το 1964 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.

Το 1964 έλαβε πτυχίο από την Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Υπηρέτησε ως ιεροκήρυκας στην Ιερά Μητρόπολη Θήρας, Αμοργού και Νήσων, καθώς και ηγούμενος της Ιεράς Μονής Παναγίας Χοζοβιωτίσσης Αμοργού από το 1965 έως το 2003

Στις 9 Ιανουαρίου 2003 εξελέγη από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, Μητροπολίτης Θήρας, Αμοργού και Νήσων, με 59 ψήφους.

Ο μακαριστός χειροτονήθηκε Επίσκοπος στις 11 Ιανουαρίου 2003.

Δι­ε­ποί­μα­νε τον ευ­λα­βή λα­ό της το­πι­κής μας Εκ­κλη­σί­ας, α­πο­τε­λών­τας α­ξι­ο­μί­μη­το πα­ρά­δειγ­μα Ε­πι­σκό­που, δι­α­κρι­νο­μέ­νου για την α­λη­θι­νή ευ­σέ­βεια και το α­κέ­ραι­ο εκ­κλη­σι­α­στι­κό του ή­θος. Κα­θ’ ό­λη την Αρ­χι­ε­ρα­τι­κή δι­α­κο­νί­α του, ο α­ξι­ο­μα­κά­ρι­στος Ι­ε­ράρ­χης, με το κή­ρυγ­μα του λό­γου του Θε­ού, την εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή και λει­τουρ­γι­κή συ­νέ­πειά του, αλ­λά και τη χει­ρο­το­νί­α πλή­θους κλη­ρι­κών, συ­νέ­βα­λε στον φω­τι­σμό των πι­στών της Ι­ε­ράς Μη­τρο­πό­λε­ώς μας. 

Ο α­οί­δι­μος Ι­ε­ράρ­χης κυ­ρός Επιφάνιος δεν έ­παυ­σε πο­τέ να με­ρι­μνά και για την κά­λυ­ψη των υ­λι­κών α­ναγ­κών των εμ­πε­ρί­στα­των συ­ναν­θρώ­πων μας, ε­πι­τε­λών­τας σπου­δαί­ο ποι­μαν­τι­κό και φι­λαν­θρω­πι­κό έρ­γο.

Στις 28 Αυγούστου 2021 υπέβαλε παραίτηση προς την Ιερά Σύνοδο, επικαλούμενος το προκεχωρημένο της ηλικίας του.

Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος την έκανε αποδεκτή στις 9 Σεπτεμβρίου και εξέλεξε διάδοχό του στις 8 Οκτωβρίου 2021.

 Επιφανίου του Σε­βα­σμι­ω­τά­του και Θε­ο­προ­βλή­του Μη­τρο­πο­λί­του αι­ω­νί­α η μνή­μη! Α­μήν!

Εκ της Ι­ε­ράς Μη­τρο­πό­λε­ως

6 Φεβρουαρίου 2026

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΓΟΡΓΟΥΠΗΚΟΟΥ


 ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ: ΤΟ ΙΕΡΟ ΜΕΤΟΧΙΟΝ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΘΑΛΛΑΣΣΙΤΟΥ ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΕΙΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙΖΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΜΕ ΤΕΛΕΣΗ ΙΕΡΑΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΓΟΡΓΟΫΠΗΚΟΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ (20.30-00.30). ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΑΥΤΟ, ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΣΤΗΝ ΜΟΝΗ ΜΑΣ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ ΚΑΙ Η ΑΥΡΙΑΝΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ. Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΚΕΠΗ ΚΑΙ ΓΟΡΓΟΥΠΗΚΟΟΣ ΣΤΑ ΕΝΘΕΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ ΜΑΣ!

8 Ιανουαρίου 2026

Καύση των νεκρών και η αποϊεροποίηση του σύγχρονου ανθρώπου

Πως φτάσαμε από τα δύο μέτρα γης στο τενεκεδοκούτι 

Υπάρχουν εποχές που ο άνθρωπος δεν αλλάζει επειδή προοδεύει, αλλά επειδή ξεχνά και το πιο ανησυχητικό σημάδι αυτής της λήθης δεν βρίσκεται στις θεωρίες του ή στις πολιτικές του επιλογές, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αποχαιρετά τους νεκρούς του. Εκεί, στο τελευταίο κατευόδιο, αποκαλύπτεται τι πιστεύει πραγματικά για τον άνθρωπο, για το σώμα του, για τη ζωή και για το αν υπάρχει κάτι πέρα από αυτήν.

Για αιώνες, στον ιερό τόπο αυτό, ο θάνατος συνοδευόταν από χώμα, σταυρό και μνήμη. Υπήρχε η βαθιά ριζωμένη φράση που ένωνε όλους, πλούσιους και φτωχούς, μορφωμένους και αγράμματους: «Στο τέλος, όλοι δύο μέτρα γης θα πάρουμε». Δεν ήταν απλώς λαϊκή σοφία αλλά θεολογία βιωμένη. Ήταν η σιωπηλή παραδοχή ότι ο άνθρωπος επιστρέφει στη γη ως σπόρος και όχι ως απόβλητο.

Η λέξη «μνήμα» δεν είναι τυχαία. Προέρχεται από το ρήμα μιμνήσκομαι, που σημαίνει «θυμάμαι», και φέρει μέσα της την ίδια τη λειτουργία της μνήμης ο τάφος δεν είναι μόνο χώμα πάνω από το σώμα αλλά τόπος ανάμνησης, περισυλλογής και διδασκαλίας για τους ζωντανούς. Μέσα από το μνήμα, η μνήμη του θανάτου(memento mori έλεγαν οι Ρωμαίοι)γίνεται εργαλείο για να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, να τιμούμε, να θυμόμαστε, να αναλογιζόμαστε τη ζωή και την ευθύνη μας απέναντι στους άλλους.

Προσωπικά, κάθε εβδομάδα πηγαίνω να ανάψω τα καντήλια και να λιβανίσω τους κεκοιμημένους συγγενείς μου. Το πράττω με σεβασμό και αγάπη, και με θλίψη βλέπω ότι όλο και λιγότεροι άνθρωποι(ειδικότερα γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας που όσο εκλείπουν και αυτές βλέπω τα νεκροταφεία με σβηστά καντήλια δια παντός) συνεχίζουν αυτή τη συνήθεια. Αυτός ο μικρός, σταθερός εθιμικός χρόνος είναι ένας αναπόδραστος χώρος μνήμης, στοχασμού και σύνδεσης με τις ρίζες μας. Μας δίνει την ευκαιρία να σκεφτούμε τον θάνατο, να τιμήσουμε και να θυμηθούμε, και μέσα από αυτόν τον σεβασμό προς το παρελθόν, να γίνουμε καλύτεροι στην καθημερινή μας ζωή.

Σήμερα όμως βλέπουμε κάτι διαφορετικό. Η καύση των νεκρών προβάλλεται ολοένα και περισσότερο ως σύγχρονη,"οικολογική" πρακτική και «απελευθερωμένη» επιλογή. Δεν παρουσιάζεται απλώς ως μια εναλλακτική, αλλά σχεδόν ως νέο πρότυπο. Ιδιαίτερα όταν αυτή η επιλογή υιοθετείται από γνωστά πρόσωπα του δημόσιου βίου, αποκτά χαρακτήρα μίμησης. Έτσι, τα τελευταία χρόνια, είδαμε να επιλέγουν την καύση άνθρωποι αγαπητοί στον λαό, όπως ο συνθέτης Θάνος Μικρούτσικος, η ηθοποιός Μάρθα Καραγιάννη, η επίσης ηθοποιός Μαίρη Χρονοπούλου με τελευταίο και πιο πρόσφατο παράδειγμα του δημοφιλούς δημοσιογράφου και παρουσιαστή Γεωργίου Παπαδάκη. Ονόματα που σημάδεψαν γενιές, που αγαπήθηκαν, που χειροκροτήθηκαν, και των οποίων ο τελευταίος αποχαιρετισμός έγινε όχι με χώμα και σταυρό, αλλά με φωτιά και τέφρα.

Η Εκκλησία βέβαια δεν κρίνει πρόσωπα,κρίνει νοήματα και το νόημα αυτής της στροφής είναι βαθύτερο από μια προσωπική επιλογή. Είναι ξεκάθαρο σημείο των δυστοπικών Καιρών.
Η Ορθόδοξη πίστη δεν αντιμετώπισε ποτέ τον θάνατο ως τεχνικό πρόβλημα προς διαχείριση ούτε το σώμα ως βιολογικό κατάλοιπο που πρέπει να εξαφανιστεί γρήγορα και «καθαρά». Το ανθρώπινο σώμα είναι ιερό, όχι θεωρητικά αλλά βιωματικά. Είναι το σώμα που βαπτίζεται, που χρίεται, που κοινωνεί το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, που ασκείται, που μετανοεί, που αγιάζεται. Γι’ αυτό και θάβεται,όχι από απλή συνήθεια, αλλά από πίστη. Όχι επειδή δεν υπάρχει άλλος τρόπος, αλλά επειδή η ταφή είναι ομολογία Αναστάσεως.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μιλούν με απόλυτη σαφήνεια. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δεν διστάζει να μιλήσει για τη χάρη που ενεργεί ακόμη και στα οστά των αγίων. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής διδάσκει ότι το σώμα δεν είναι φυλακή της ψυχής, αλλά συνεργός της σωτηρίας. Ο απόστολος Παύλος επιμένει ότι το σώμα «σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία». Μέσα σε αυτή την πίστη, η καύση δεν είναι απλώς άλλη μια επιλογή αλλά σαφής αλλοίωση του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος κατανοεί τον εαυτό του.

Ακόμη και λαοί προχριστιανικοί είχαν επίγνωση ότι ο θάνατος δεν είναι απλή εξαφάνιση. Οι Βίκινγκς, για παράδειγμα, έκαιγαν τους νεκρούς τους, αλλά η καύση τους ήταν μια τελετουργία γεμάτη ιερότητα, συμβολισμούς και δέος. Ο νεκρός μέσα σε ένα περιβάλλον που έβριθε συμβολισμών περνούσε σε άλλον κόσμο. Σήμερα όμως η σύγχρονη καύση δεν συνοδεύεται από μυστήριο, αλλά από σιωπή. Δεν δηλώνει πίστη σε κάτι άλλο, αλλά αμηχανία μπροστά στη μνήμη και τον τάφο.

Στα δε Ελληνορθόδοξα ήθη και έθιμα μας , μέχρι πρόσφατα, ο νεκρός επέστρεφε στο σπίτι,τον αποχαιρετούσαμε με απόλυτο σεβασμό για μια ολόκληρη μέρα μέχρι να ξημερώσει η επόμενη. Γινόταν ένα τελευταίο μάθημα ζωής για συγγενείς και φίλους. Δυστυχώς όμως μετά τον κορωνοϊό ακόμη και αυτό άρχισε να χάνεται. Ο θάνατος αποστειρώθηκε, απομακρύνθηκε, εξαφανίστηκε πίσω από διαδικασίες και η καύση έρχεται ως το τελικό στάδιο αυτής της αποϊεροποίησης, ώστε να μη μείνει ούτε χώμα, ούτε σταυρός, ούτε σημείο αναφοράς.

Έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, χάσαμε και τα δύο μέτρα γης. Δεν μας τα πήρε κανείς με τη βία τα παραδώσαμε μόνοι μας, στο όνομα της ευκολίας, της ταχύτητας και της λεγόμενης προόδου. Και στη θέση τους δεχθήκαμε ένα τενεκεδένιο κουτί, λίγη στάχτη και την ψευδαίσθηση ότι έτσι «ελευθερωνόμαστε».

Ίσως όμως κάποτε συνειδητοποιήσουμε ότι δεν χάσαμε απλώς έναν τρόπο ταφής. Χάσαμε τη σχέση μας με το χώμα, με τη μνήμη, με την προσμονή της Αναστάσεως. Γιατί η Εκκλησία, αιώνες τώρα, δεν μιλά για ανθρώπους που εξαφανίστηκαν, αλλά για ανθρώπους που αναπαύονται. Δεν υμνεί την ανυπαρξία, αλλά την αναμονή. Δεν μιλά για τέφρα, αλλά για μνήματα.

Και δεν είναι τυχαίο ότι ο ψαλμωδός και μαζί του ολόκληρη η Εκκλησία ομολογεί ότι η ζωή χαρίζεται «τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι» και όχι σε τενεκεδένια κουτιά, όχι στην ανωνυμία της στάχτης, αλλά σε σώματα που κοιμούνται μέσα στη γη, προσμένοντας.

Διότι η πίστη μας δεν είναι ότι ο άνθρωπος τελειώνει, αλλά ότι αναμένει και αυτή η αναμονή έχει τόπο, έχει μνήμη και έχει σώμα.

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν,
θανάτῳ θάνατον πατήσας,
καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι
ζωὴν χαρισάμενος.
Στυλ. Καβάζης

Η ΙΕΡΑ ΜΑΣ ΜΟΝΗ ΑΠΟ ΨΗΛΑ!

ΟΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ