8 Ιανουαρίου 2026

Καύση των νεκρών και η αποϊεροποίηση του σύγχρονου ανθρώπου

Πως φτάσαμε από τα δύο μέτρα γης στο τενεκεδοκούτι 

Υπάρχουν εποχές που ο άνθρωπος δεν αλλάζει επειδή προοδεύει, αλλά επειδή ξεχνά και το πιο ανησυχητικό σημάδι αυτής της λήθης δεν βρίσκεται στις θεωρίες του ή στις πολιτικές του επιλογές, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αποχαιρετά τους νεκρούς του. Εκεί, στο τελευταίο κατευόδιο, αποκαλύπτεται τι πιστεύει πραγματικά για τον άνθρωπο, για το σώμα του, για τη ζωή και για το αν υπάρχει κάτι πέρα από αυτήν.

Για αιώνες, στον ιερό τόπο αυτό, ο θάνατος συνοδευόταν από χώμα, σταυρό και μνήμη. Υπήρχε η βαθιά ριζωμένη φράση που ένωνε όλους, πλούσιους και φτωχούς, μορφωμένους και αγράμματους: «Στο τέλος, όλοι δύο μέτρα γης θα πάρουμε». Δεν ήταν απλώς λαϊκή σοφία αλλά θεολογία βιωμένη. Ήταν η σιωπηλή παραδοχή ότι ο άνθρωπος επιστρέφει στη γη ως σπόρος και όχι ως απόβλητο.

Η λέξη «μνήμα» δεν είναι τυχαία. Προέρχεται από το ρήμα μιμνήσκομαι, που σημαίνει «θυμάμαι», και φέρει μέσα της την ίδια τη λειτουργία της μνήμης ο τάφος δεν είναι μόνο χώμα πάνω από το σώμα αλλά τόπος ανάμνησης, περισυλλογής και διδασκαλίας για τους ζωντανούς. Μέσα από το μνήμα, η μνήμη του θανάτου(memento mori έλεγαν οι Ρωμαίοι)γίνεται εργαλείο για να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, να τιμούμε, να θυμόμαστε, να αναλογιζόμαστε τη ζωή και την ευθύνη μας απέναντι στους άλλους.

Προσωπικά, κάθε εβδομάδα πηγαίνω να ανάψω τα καντήλια και να λιβανίσω τους κεκοιμημένους συγγενείς μου. Το πράττω με σεβασμό και αγάπη, και με θλίψη βλέπω ότι όλο και λιγότεροι άνθρωποι(ειδικότερα γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας που όσο εκλείπουν και αυτές βλέπω τα νεκροταφεία με σβηστά καντήλια δια παντός) συνεχίζουν αυτή τη συνήθεια. Αυτός ο μικρός, σταθερός εθιμικός χρόνος είναι ένας αναπόδραστος χώρος μνήμης, στοχασμού και σύνδεσης με τις ρίζες μας. Μας δίνει την ευκαιρία να σκεφτούμε τον θάνατο, να τιμήσουμε και να θυμηθούμε, και μέσα από αυτόν τον σεβασμό προς το παρελθόν, να γίνουμε καλύτεροι στην καθημερινή μας ζωή.

Σήμερα όμως βλέπουμε κάτι διαφορετικό. Η καύση των νεκρών προβάλλεται ολοένα και περισσότερο ως σύγχρονη,"οικολογική" πρακτική και «απελευθερωμένη» επιλογή. Δεν παρουσιάζεται απλώς ως μια εναλλακτική, αλλά σχεδόν ως νέο πρότυπο. Ιδιαίτερα όταν αυτή η επιλογή υιοθετείται από γνωστά πρόσωπα του δημόσιου βίου, αποκτά χαρακτήρα μίμησης. Έτσι, τα τελευταία χρόνια, είδαμε να επιλέγουν την καύση άνθρωποι αγαπητοί στον λαό, όπως ο συνθέτης Θάνος Μικρούτσικος, η ηθοποιός Μάρθα Καραγιάννη, η επίσης ηθοποιός Μαίρη Χρονοπούλου με τελευταίο και πιο πρόσφατο παράδειγμα του δημοφιλούς δημοσιογράφου και παρουσιαστή Γεωργίου Παπαδάκη. Ονόματα που σημάδεψαν γενιές, που αγαπήθηκαν, που χειροκροτήθηκαν, και των οποίων ο τελευταίος αποχαιρετισμός έγινε όχι με χώμα και σταυρό, αλλά με φωτιά και τέφρα.

Η Εκκλησία βέβαια δεν κρίνει πρόσωπα,κρίνει νοήματα και το νόημα αυτής της στροφής είναι βαθύτερο από μια προσωπική επιλογή. Είναι ξεκάθαρο σημείο των δυστοπικών Καιρών.
Η Ορθόδοξη πίστη δεν αντιμετώπισε ποτέ τον θάνατο ως τεχνικό πρόβλημα προς διαχείριση ούτε το σώμα ως βιολογικό κατάλοιπο που πρέπει να εξαφανιστεί γρήγορα και «καθαρά». Το ανθρώπινο σώμα είναι ιερό, όχι θεωρητικά αλλά βιωματικά. Είναι το σώμα που βαπτίζεται, που χρίεται, που κοινωνεί το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, που ασκείται, που μετανοεί, που αγιάζεται. Γι’ αυτό και θάβεται,όχι από απλή συνήθεια, αλλά από πίστη. Όχι επειδή δεν υπάρχει άλλος τρόπος, αλλά επειδή η ταφή είναι ομολογία Αναστάσεως.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μιλούν με απόλυτη σαφήνεια. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δεν διστάζει να μιλήσει για τη χάρη που ενεργεί ακόμη και στα οστά των αγίων. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής διδάσκει ότι το σώμα δεν είναι φυλακή της ψυχής, αλλά συνεργός της σωτηρίας. Ο απόστολος Παύλος επιμένει ότι το σώμα «σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία». Μέσα σε αυτή την πίστη, η καύση δεν είναι απλώς άλλη μια επιλογή αλλά σαφής αλλοίωση του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος κατανοεί τον εαυτό του.

Ακόμη και λαοί προχριστιανικοί είχαν επίγνωση ότι ο θάνατος δεν είναι απλή εξαφάνιση. Οι Βίκινγκς, για παράδειγμα, έκαιγαν τους νεκρούς τους, αλλά η καύση τους ήταν μια τελετουργία γεμάτη ιερότητα, συμβολισμούς και δέος. Ο νεκρός μέσα σε ένα περιβάλλον που έβριθε συμβολισμών περνούσε σε άλλον κόσμο. Σήμερα όμως η σύγχρονη καύση δεν συνοδεύεται από μυστήριο, αλλά από σιωπή. Δεν δηλώνει πίστη σε κάτι άλλο, αλλά αμηχανία μπροστά στη μνήμη και τον τάφο.

Στα δε Ελληνορθόδοξα ήθη και έθιμα μας , μέχρι πρόσφατα, ο νεκρός επέστρεφε στο σπίτι,τον αποχαιρετούσαμε με απόλυτο σεβασμό για μια ολόκληρη μέρα μέχρι να ξημερώσει η επόμενη. Γινόταν ένα τελευταίο μάθημα ζωής για συγγενείς και φίλους. Δυστυχώς όμως μετά τον κορωνοϊό ακόμη και αυτό άρχισε να χάνεται. Ο θάνατος αποστειρώθηκε, απομακρύνθηκε, εξαφανίστηκε πίσω από διαδικασίες και η καύση έρχεται ως το τελικό στάδιο αυτής της αποϊεροποίησης, ώστε να μη μείνει ούτε χώμα, ούτε σταυρός, ούτε σημείο αναφοράς.

Έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, χάσαμε και τα δύο μέτρα γης. Δεν μας τα πήρε κανείς με τη βία τα παραδώσαμε μόνοι μας, στο όνομα της ευκολίας, της ταχύτητας και της λεγόμενης προόδου. Και στη θέση τους δεχθήκαμε ένα τενεκεδένιο κουτί, λίγη στάχτη και την ψευδαίσθηση ότι έτσι «ελευθερωνόμαστε».

Ίσως όμως κάποτε συνειδητοποιήσουμε ότι δεν χάσαμε απλώς έναν τρόπο ταφής. Χάσαμε τη σχέση μας με το χώμα, με τη μνήμη, με την προσμονή της Αναστάσεως. Γιατί η Εκκλησία, αιώνες τώρα, δεν μιλά για ανθρώπους που εξαφανίστηκαν, αλλά για ανθρώπους που αναπαύονται. Δεν υμνεί την ανυπαρξία, αλλά την αναμονή. Δεν μιλά για τέφρα, αλλά για μνήματα.

Και δεν είναι τυχαίο ότι ο ψαλμωδός και μαζί του ολόκληρη η Εκκλησία ομολογεί ότι η ζωή χαρίζεται «τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι» και όχι σε τενεκεδένια κουτιά, όχι στην ανωνυμία της στάχτης, αλλά σε σώματα που κοιμούνται μέσα στη γη, προσμένοντας.

Διότι η πίστη μας δεν είναι ότι ο άνθρωπος τελειώνει, αλλά ότι αναμένει και αυτή η αναμονή έχει τόπο, έχει μνήμη και έχει σώμα.

Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν,
θανάτῳ θάνατον πατήσας,
καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι
ζωὴν χαρισάμενος.
Στυλ. Καβάζης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Η ΙΕΡΑ ΜΑΣ ΜΟΝΗ ΑΠΟ ΨΗΛΑ!

ΟΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ