Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λειτουργική ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λειτουργική ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

31 Ιουλίου 2020

Ποιό τό νόημα τῆς φράσης -Τά ἅγια τοῖς ἁγίοις


Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας


 
Ὁ ἱερέας, ἀφοῦ προσέλθει στήν ἁγία Τράπεζα καί κοινωνήσει, προσκαλεῖ καί τούς ἄλλους. Ὅμως δέν ἐπιτρέπεται σέ ὅλους ἡ κοινωνία τῶν ἁγίων μυστηρίων. Γι᾿ αὐτό καί ὁ ἱερέας δέν τούς προσκαλεῖ ὅλους. Ἀλλά, ἀφοῦ πάρει στά χέρια του τόν ζωοποιό ἄρτο καί τόν ὑψώσει, προσκαλεῖ μόνο τούς ἀξίους νά κοινωνήσουν. Καί τό φωνάζει:

-Τά ἅγια τοῖς ἁγίοις.

* * *

Εἶναι σάν νά λέγει: Νά, αὐτός εἶναι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς. Ἐλᾶτε νά μεταλάβετε. Ὄχι ὅμως ὅλοι: Ἀλλά μόνο ὅποιος εἶναι ἅγιος. Γιατί τά ἅγια ἐπιτρέπονται μόνον στούς ἁγίους. Ἁγίους ἐδῶ δέν ἐννοεῖ τούς τέλειους σέ ἀρετή, ἀλλά καί ἐκείνους πού ἀγωνίζονται νά φθάσουν σέ κάποια βαθμίδα πιό ψηλή· ἔστω καί ἄν δέν ἔφθασαν ἀκόμη. Γιατί καί αὐτοί πού ἀγωνίζονται, δέν ἐμποδίζονται νά μετέχουν τῶν ἁγίων μυστηρίων. Γιά νά ἁγιάζωνται. Καί ἀπό αὐτή τήν ἄποψη θεωροῦνται καί αὐτοί ἅγιοι. Καί ἡ Ἐκκλησία λέγεται ὅλη ἁγία· καί ὁ μακάριος ἀπόστολος γράφοντας πρός ὁλόκληρη χριστιανική κοινότητα λέγει: «Ἀδελφοί ἅγιοι, κλήσεως ἐπουρανίου μέτοχοι» (Ἑβρ. 3,1). Ἅγιοι ὀνομάζονται οἱ πιστοί, ἐπειδή κοινωνοῦν τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Ἁγίου, δηλαδή τοῦ Χριστοῦ. Καί εἶναι πράγματι μέλη τοῦ ἰδίου σώματος. Σάρκα ἀπό τή σάρκα Του. Ὀστᾶ ἀπό τά ὀστᾶ Του.

Ἅμα εἴμαστε ἑνωμένοι μαζί Του, καί διατηροῦμε ἁρμονική ἐπικοινωνία μαζί Του, κοινωνώντας παίρνομε τήν ἁγιωσύνη τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ἡ Κεφαλή, καί ἡ Καρδιά τῆς Ἐκκλησίας. Ἐνῶ ἅμα ἀποκοποῦμε ἀπό τήν ὁλότητα τοῦ ἁγίου Σώματός Του, καί κοινωνοῦμε, μάταια μετέχομε στά ἅγια μυστήρια.

* * *
 
Τί εἶναι ἐκεῖνο πού ἀποκόπτει τά μέλη (τούς πιστούς) ἀπό τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ; Τά ἁμαρτήματά μας! Ναί τά ἁμαρτήματά μας στέκονται ἐμπόδιο ἀνάμεσα σέ μᾶς καί στόν Χριστό. Καί μᾶς χωρίζουν (Ἡσαΐου 59,2).

Καί λοιπόν; Κάθε ἁμαρτία νεκρώνει τόν ἄνθρωπο;

Ὄχι βέβαια! Ἀλλά μόνον οἱ θανάσιμες ἁμαρτίες. Οἱ ἁμαρτίες «πρός θάνατον»! «Ὑπάρχει ὅμως καί ἁμαρτία μή «πρός θάνατον», μή θανάσιμη, λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης (Α’ Ἰωάν. 5, 16-17).

Καί γι᾿ αὐτό οἱ βαφτισμένοι, ὅταν δέν πέφτουν σέ θανάσιμα ἁμαρτήματα, στά ἁμαρτήματα πού χωρίζουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τό Χριστό καί τοῦ ἐπιφέρουν (πνευματικό) θάνατο, δέν ὑπάρχει γι᾿ αὐτούς ἐμπόδιο νά κοινωνοῦν. Γιατί ἐξακολουθοῦν νά εἶναι ζωντανά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἑνωμένα μέ τήν Κεφαλή της, τόν Χριστό.

* * *
 
Στή διακήρυξη τοῦ ἱερέα: «Τά ἅγια τοῖς ἁγίοις», οἱ πιστοί ἀποκρίνονται:

-«Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός». Δηλαδή· κανένας δέν ἔχει ἁγιότητα ἀπό τόν ἑαυτό του. Δέν εἶναι ἔργο ἀνθρώπινης ἀρετῆς ἡ ἁγιότητα! Ὅλοι ἀπό Ἐκεῖνον τήν παίρνουμε. Καί ὅπως ἄν βάλεις πολλούς καθρέπτες κάτω ἀπό τόν ἥλιο, ὅλοι θά ἀστράπτουν καί θά νομίζεις ὅτι βλέπεις πολλούς ἡλίους, ὅμως ἕνας εἶναι ὁ ἥλιος· ἔτσι καί ὁ Χριστός, ὅσους καί ἄν ἁγιάζει, Αὐτός θά εἶναι πάντοτε ὁ ἕνας καί μοναδικός ἅγιος.


(Ἀπό τό βιβλίο του: Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας, κεφ.36).

10 Ιουλίου 2020

Εὐπρέπεια καὶ Δόξα (Aρχιμ. Νίκωνος Κουτσίδη)




Λίγο πρίν τό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, ὁ ἱερέας ἀπευθύνει στόν λαό τήν προτροπή: Ἐν εἰρήνῃ προέλθωμεν. Ἄς ἀναχωρήσουμε μέ εἰρήνη.

Ἡ λειτουργία εἶχε ἀρχίσει μέ τήν προτροπή: Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ἄς παρακαλέσουμε τόν Κύριο μέ εἰρήνη.

Τώρα, στό τέλος μᾶς προτρέπει νά ἐπιστρέψουμε στόν κόσμο πάλι μέ εἰρήνη· σάν μάρτυρες καί κήρυκες τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Καί μετά ἀπό αὐτήν τήν προτροπή, ὁ ἱερέας, στέκει μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, καί τοῦ ἀπευθύνει τήν ὀπισθάμβωνο εὐχή, μέ τήν ὁποία τοῦ ζητᾶμε:

• Ἁγίασε τούς ἀγαπώντας τήν εὐπρέπεια τοῦ οἴκου σου.

• Ἀνταπόδοσέ τους δόξα μέ τήν θεϊκή σου Δύναμη.
 
* * *

Εὐπρέπεια τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ θεία χάρη καί εὐλογία Του πού μᾶς τήν χαρίζει τόσο πλούσια στήν Λειτουργία.

Στόν οἶκο τοῦ Θεοῦ ἔχουμε τήν μέγιστη ἀποκάλυψη-φανέρωση τῆς Χάρης καί Δόξας Του, πού εἶναι ἡ Θεία Εὐχαριστία, τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Κάτι μεγαλύτερο, κάτι ἁγιώτερο δέν ὑπάρχει!

Παρακαλοῦμε, λοιπόν, τόν Θεό νά ἁγιάσει αὐτούς πού ἀγαποῦν τήν εὐπρέπεια τοῦ οἴκου Του. Προφανῶς, ὅσο περισσότερο τήν ἀγαποῦμε, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ὁ ἁγιασμός μας. Ἀλλά ἡ ἀγάπη μας γιά τήν Δόξα τοῦ Θεοῦ ἐκφράζεται στήν πράξη ἀπό τό πόσο εἴμαστε πρόθυμοι νά κοπιάσουμε γιά νά καθαρίσουμε τόν ἑαυτό μας «ἀπό παντός μολυσμοῦ-ἁμαρτίας σαρκός καί πνεύματος».
 
* * *

Περισσότερο ἀπό ὅλους τούς χριστιανούς δοξάσθηκαν οἱ ἅγιοι. Γιατί δέν λογάριαζαν κόπους καί «ἔξοδα» στόν ἀγώνα τους ἐναντίον τῶν παθῶν καί τῶν ἀδυναμιῶν τους. Γι᾿ αὐτό καί ἡ παράκληση «ἀνταπόδωσέ τους δόξα μέ τήν θεϊκή σου Δύναμη» ἐξαρτᾶται ἀπό τόν κόπο πού καταβάλλουμε στόν πνευματικό μας ἀγώνα.

Συνεπῶς, τό αἴτημά μας αὐτό, οὐσιαστικά, σημαίνει: ἀξίωσέ μας νά τρέχουμε ὅλο καί πιό πολύ στήν Ἐκκλησία σου (=οἶκο Σου). Γιατί μόνον ἔτσι θά μπορέσουμε νά ἀντισταθοῦμε στό ἁμαρτωλό φρόνημα τοῦ κόσμου. Καί τότε θά καταλάβουμε καλά, αὐτό πού ὁ Χριστός τονίζει: Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα σας. Ἄρα, εἶναι γεγονός τοῦ νῦν καί τοῦ ἀεί καί τῆς αἰωνιότητας.

9 Μαΐου 2020

Πρέπει να γονατίζουμε την Κυριακή κατά την λατρεία;

Γεωργίου Ζαραβέλα,Θεολόγου-ΜΑ Ιστορικής Θεολογίας - Λειτουργικής ΕΚΠΑ


Η γονυκλισία ή υπόπτωση ή το γόνυ κλίνειν αποτελεί μία από τις συνήθεις στάσεις του ανθρώπινου σώματος κατά τη διάρκεια της προσευχής, η οποία φανερώνει τη ψυχική συντριβή και την ταπείνωση του πιστού ενώπιον του Θεού. Η πράξη αυτή μαρτυρά, επίσης, την ομολογία του πιστού ότι εξέπεσε της θείας χάριτος λόγω των αμαρτιών του. Η εισαγωγή της γονυκλισίας στη ζωή των πιστών είναι γνωστή από την αρχέγονη Εκκλησία.

Η βάση της γονυκλισίας εντοπίζεται σε βιβλικές μαρτυρίες, μεταξύ των οποίων: α) Ο προφήτης Ησαΐας αναφέρει ότι ενώπιον του Κυρίου «κάμψει πᾶν γόνυ» (Ησ. με’, 23). β) Ο Χριστός γονατίζει προσευχόμενος στο όρος των Ελαιών πριν την παράδοσή του από τον Ιούδα (Λκ. κβ’, 41). γ) Ο απόστολος Παύλος σημειώνει την έννοια της γονυκλισίας δύο φορές, στο Εφ. γ’, 14 και στον χριστολογικό ύμνο της προς Φιλιπησσίους Επιστολής (Φιλιπ. β’, 10).

Η πρώτη εμφάνιση της γονυκλισίας στη χριστιανική Εκκλησία εντοπίζεται στο β’ μισό του Γ’ αι., στις τάξεις των μετανοούντων μελών της και συγκεκριμένα στην ομάδα των «υποπιπτόντων», η οποία συνιστούσε μία από τις δύο, τρεις ή τέσσερις κατηγορίες των πεπτωκότων. Οι υποπίπτοντες ήταν βαπτισμένοι χριστιανοί, ενεργά μέλη της Εκκλησίας, οι οποίοι είχαν υπαχθεί στις τάξεις των κατηχουμένων, λόγω των αμαρτιών που είχαν διαπράξει. Η ομάδα αυτή καταγράφεται στους κανόνες η’ και θ’ του Γρηγορίου Νεοκαισαρείας του Θαυματουργού.

Το «γόνυ κλίνειν» είναι γενικά παλαιά συνήθεια προσευχής, η οποία εντοπίζεται, κυρίως, στην κατά μόνας προσευχή των πιστών. Η παρουσία της γονυκλισίας στη λατρεία της σύναξης είναι περιορισμένη σε ημέρες νηστείας, μετάνοιας και νίψης, όπως η Μεγάλη Τεσσαρακοστή.

Ο πένθιμος χαρακτήρας της νηστείας αρμόζει απόλυτα με τη συντριβή, τη μετάνοια και την ικετευτική χροιά της γονυκλισίας, ώστε αυτή να εντοπίζεται στην ακολουθία των Προηγιασμένων, κατά τη διάρκεια της εισόδου των Τιμίων Δώρων. Η πράξη αυτή είναι παλαιά και έχει επηρεάσει τους πιστούς εσφαλμένα στην πρόσπτωση και κατά τη Μεγάλη Είσοδο της Θείας Λειτουργίας. Η γονυκλισία ενώπιον του Ευαγγελίου, ενόσω ο λειτουργός αναγιγνώσκει την ευαγγελική περικοπή, αποτελεί, εξίσου, παλαιά συνήθεια ευλαβείας.

Η κανονικότητα του έθους της γονυκλισίας στη λατρεία είναι διαχρονικά σημείο αντιρρήσεων και διαμάχης. Η κανονική διδασκαλία της Εκκλησίας είναι ξεκάθαρη σχετικά με το ζήτημα, αφού με ρητό τρόπο απαγορεύει τη γονυκλισία κατά τις χαρμόσυνες ημέρες του εκκλησιαστικού έτους, δηλαδή την Κυριακή και όλες τις ημέρες από το Πάσχα έως και την Πεντηκοστή.
Ο 20ος κανόνας της Α’ Οικουμενικής Συνόδου ορίζει σε όλες τις εκκλησιαστικές κοινότητες η λατρεία της Κυριακής και των ημερών έως την Πεντηκοστή να αποδίδεται στο Θεό σε όρθια στάση, απαγορεύοντας τη συνήθεια ορισμένων να γονατίζουν. Ο κανόνας διαφυλάσσει την ομοιομορφία της σύναξης, η οποία εντάσσεται σε ορισμένες αρχές και διατάξεις.
Στο πλαίσιο αυτό κινείται και ο 90ος κανόνας της εν Τρούλλω Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, ο οποίος υπενθυμίζει το σχετικό κανόνα της Συνόδου της Νικαίας και απαγορεύει την κυριακάτικη γονυκλισία, ως αντίθετη προς το αναστάσιμο κλίμα της ημέρας. Ορίζει, συγκεκριμένα, την απαγόρευση της γονυκλισίας από την είσοδο του εσπερινού του Σαββάτου έως και την είσοδο του εσπερινού της Κυριακής.

Η πατερική παράδοση συμφωνεί στην απαγόρευση της γονυκλισίας τις Κυριακές. Ο Ειρηναίος Λυώνος και ο Τερτυλλιανός θεωρούν την πράξη αυτή, αλλά και τη νηστεία, ως ασυμβίβαστες με τις αναστάσιμες περιόδους (Κυριακή και Περίοδος Πεντηκοσταρίου), ενώ ο τελευταίος θεωρεί την γονυκλισία κατά την Τετάρτη και την Παρασκευή ως θεμιτή.
Ο Επιφάνιος Κωνσταντίας εξαιρεί από τις ημέρες απαγόρευσης την Κυριακή της Πεντηκοστής.
Ο Αυγουστίνος Ιππώνος αμφισβητεί την καθολική αναγνώριση της σχετικής απαγόρευσης για γονυκλισία, θέση που επιβεβαιώνει την ανάγκη επιβολής ομοιομορφίας σε όλες τις χριστιανικές κοινότητες από την Α’ Οικουμενική Σύνοδο. Η επιθυμία γονυκλισίας κατά τις αναστάσιμες ημέρες ίσως επηρεάσθηκε από την γονυκλινή προσευχή του αποστόλου Παύλου στα Ιεροσόλυμα την ημέρα εορτασμού της Πεντηκοστής (Πραξ. κ’, 36 και κα’, 5).

Η Κυριακή της Πεντηκοστής, μόνη από όλες τις Κυριακές του εκκλησιαστικού έτους εντάσσει στο τυπικό της λατρείας τη γονυκλισία. Ο εσπερινός της ημέρας αυτής εμπεριέχει τις ευχές της γονυκλισίας σε τρεις στάσεις, οπότε όλοι οι πιστοί γονατίζουν με διακονική προτροπή μετά την είσοδο, ενόσω ο λειτουργός τις αναγιγνώσκει. Η πρακτική αυτή έχει αποδώσει στην ακολουθία τον τίτλο «εσπερινός της γονυκλισίας» ή λαϊκότερα «εσπερινός της γονατιστής». Η εν λόγω ονοματοδοσία δηλώνει τον έκτακτο χαρακτήρα της γονυκλισίας κατά την Κυριακή. Η κλίση των γονάτων, άλλωστε, δεν αντιβαίνει στους ιερούς κανόνες, αφού λαμβάνει χώρα μετά την είσοδο του εσπερινού της Κυριακής, ανεξάρτητα από την μετάθεση της ακολουθίας το πρωί, αμέσως μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, ώστε να διευκολυνθούν χρονικά οι πιστοί.

Πολλοί πιστοί συνηθίζουν να γονατίζουν σε διάφορα σημεία της λατρείας, ιδίως της Θείας Λειτουργίας, με συχνότερο τη στιγμή του καθαγιασμού του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού, δηλαδή από την εκφώνηση «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέροντες», έως και το τέλος της αγίας Αναφοράς με το «Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας, ἀχράντου». Η κίνηση αυτή είναι ευλαβής, αλλά όχι και ορθή, αφού η παλαιά και μέχρι πρόσφατα ισχύουσα τάξη ορίζει την όρθια στάση των μελών της σύναξης στις ιερότερες στιγμές της λατρείας. Η αρμοδιότερη στάση, σύμφωνα με την παράδοση και την πατερική, λειτουργική διδασκαλία είναι η βαθεία υπόκλιση, ιδίως για τον κλήρο, ο οποίος επεύχεται κατά τον καθαγιασμό «βαθύτατα κλινόμενος» και όχι γονατιστός.

Η απαγόρευση της γονυκλισίας κατά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων θεμελιώνεται στα ακόλουθα σημεία:
α) Τα κελεύσματα του διακόνου στη Θεία Λειτουργία προτρέπουν την όρθια στάση των πιστών («Ορθοι», «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου») και ποτέ την κλίση των γονάτων, με εξαίρεση στον λειτουργικό τύπο των Αποστολικών Διαταγών.
β) Ο αναστάσιμος χαρακτήρας της Θείας Ευχαριστίας δεν συμβαδίζει με τη συντριβή, το πένθος και τη μετάνοια που δηλώνει η γονυκλισία.
γ) Η στιγμή του καθαγιασμού είναι από τις πλέον ιερές. Η κοινωνία των Τιμίων Δώρων, όμως, είναι ακόμα ιερότερη για τον πιστό που μεταλαμβάνει. Η μετάληψη των Τιμίων Δώρων γίνεται πάντοτε σε όρθια στάση. Εάν ο καθαγιασμός ήταν συνυφασμένος με την ευλαβική γονυκλισία, τότε η Θεία Κοινωνία πως θα αντιμετωπιζόταν από τον πιστό;

Η μοναδική αναφορά που αποδέχεται τη γονυκλισία στον καθαγιασμό υπάρχει σε αμφίβολης γνησιότητας κανόνα του Νικηφόρου του Ομολογητού. Η γονυκλισία στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με ερμηνεία του Νικοδήμου του Αγιορείτου, δεν γίνεται από συντριβή και πένθος, αλλά «χάριν ασπασμού», όπως οι μετάνοιες που υποβάλλει κάποιος από χαρά σε σημαντικό πρόσωπο, αγία εικόνα κ.λπ.

Η εισαγωγή στην ελλαδική Εκκλησία της ευλαβικής συνήθειας της γονυκλισίας κατά τον καθαγιασμό επηρεάστηκε από το ρωσικό τυπικό της λατρείας, με το παράδειγμα της ρωσικής καταγωγής βασίλισσας Όλγας, στις αρχές του Κ’ αι. Η καθιέρωση της γονυκλισίας στο ρωσικό τυπικό έγινε από το Μεγάλο Πέτρο, ο οποίος εισήγαγε στη λατρεία διάφορα περιφερειακά στοιχεία της λατρείας των Ρωμαιοκαθολικών. Η γονυκλισία καθιερώθηκε στη Δυτική Εκκλησία ως λαϊκός τρόπος έξαρσης της σημασίας του καθαγιασμού, σταδιακά από τον Ι’ αι., αλλά, κυρίως, με την αποφασιστική συνδρομή των παπών Ρώμης Ονωρίου Γ’ (1216-1227) και Γρηγορίου Ι’ (1271-1276). Η έλευση της συνήθειας αυτής στον ελλαδικό χώρο καλλιεργήθηκε από την ανανεωτική τάση της λατρείας, την οποία προώθησαν οι διάφορες εκκλησιαστικές οργανώσεις, ώστε να καταδείξουν την ιερότητα της Θείας Λειτουργίας και του νευραλγικού σημείου του καθαγιασμού.

Η γονυκλισία, το κοινά λεγόμενο γονάτισμα, είναι συνήθεια ευλαβής, αποδεκτή ολόθυμα από την Εκκλησία και η αρμοδιότερη στάση προσευχής. Η διάκριση της κατ’ ιδίαν προσευχής από την κοινή προσευχή στην επίσημη λατρεία είναι ιδιαίτερα σημαντική, όσο και η υπακοή του πιστού στην κανονική παράδοση και τη ρύθμιση της λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας.
Η προσωπική προσευχή είναι ιδιαίτερα ελαστική και προσαρμόζεται απόλυτα στις ανάγκες του πιστού, αλλά η κοινή λατρεία είναι συντεταγμένη και ακολουθεί ορισμένους κανόνες. Καλό θα ήταν κάθε κίνηση κλήρου και λαού στη λατρεία να είναι προσεγμένη και να εντάσσεται ομαλά στο σύνολο και το έθος της ευχαριστιακής σύναξης, ώστε να μην διαταράσσεται η ευταξία και να αποδίδεται αρμόδια το νόημα κάθε ημέρας και στιγμής.

αντιγραφή εδώ

4 Οκτωβρίου 2016

Η σχέση του Εσπερινού και του Όρθρου με τη Δημιουργία του Κόσμου και τη Σωτηρία μας

π. Αλεξάνδρου Σμέμαν

Αντίθετα με την κοσμική εμπειρία του χρόνου, η λειτουργική μέρα αρχίζει με τον εσπερινό, και τούτο σημαίνει: αρχίζει το βράδυ. Αυτό φυσικά είναι ανάμνηση του βιβλικού: Και εγένετο εσπέρα, και εγένετο πρωί, ημέρα μία (Γένεσις, 1,5). Ωστόσο είναι κάτι περισσότερο από ανάμνηση. Γιατί αληθινά το τέλος κάθε χρονικής «μονάδας» είναι που φανερώνει το αχνάρι και το νόημα του χρόνου, που χαρίζει στο χρόνο την πραγματικότητά του.
Ο χρόνος πάντα είναι αύξηση, όμως μονάχα στο τέλος μπορούμε να διακρίνουμε την κατεύθυνση αυτής της αύξησης και να παρατηρήσομε τους καρπούς της. Στο τέλος κάθε μέρας, στο βράδιασμα κάθε μέρας, ο Θεός βλέπει τη δημιουργία Του ως καλήν· στο τέλος της δημιουργίας είναι που ο Θεός τη χαρίζει στον άνθρωπο. Και έτσι η Εκκλησια αρχίζει στο τέλος της μέρας τη λειτουργία του καθαγιασμού του καιρού (=χρόνου).
Καθώς ερχόμαστε στην εκκλησία, ο κόσμος και εμείς που βρισκόμαστε στον κόσμο έχομε περάσει πολλές ώρες και αυτές οι ώρες γέμισαν, όπως συνήθως, με δουλειά και ξεκούρασμα, με πόνο και χαρά, με φθόνο και αγάπη. Άνθρωποι πέθαναν και άνθρωποι γεννήθηκαν. Για μερικούς στάθηκε η πλέον ευτυχισμένη μέρα της ζωής τους, μια μέρα που θα τη θυμούνται παντοτινά. Και για μερικούς άλλους έφερε το τέλος σε όλες τις ελπίδες τους, ρήμαξε την ίδια την ψυχή τους. Και ολάκερη η μέρα βρίσκεται τώρα εδώ – μοναδική, αμετάστροφη, ανεπανόρθωτη. Η μέρα διάβηκε, όμως τα αποτελέσματά της, οι καρποί της θα χαρίσουν το σχήμα της στην επόμενη μέρα, γιατί ό,τι κάναμε μια φορά απομένει παντοτινά.
Όμως η εσπερινή ακολουθία (=τελετουργία) δεν αρχίζει ως θρησκευτικός «επίλογος» της μέρας, ως προσευχή προσθετή σε όλες τις άλλες εμπειρίες της μέρας. Αρχίζει στην Αρχή και αυτό σημαίνει στην «ξανά ανακάλυψη», με τη λατρεία και την ευχαριστία, πως ο κόσμος είναι δημιούργημα του Θεού. Η Εκκλησία μάς πηγαίνει, σα να πούμε, στο πρώτο εκείνο βράδυ όπου ο άνθρωπος, προσταγμένος από το Θεό, άνοιξε τα μάτια του και αντίκρισε αυτά που ο Θεός του έδωσε με την αγάπη Του, αντίκρισε όλη την ομορφάδα, όλη τη δόξα του ναού μέσα στον οποίο στεκόταν (=της πλάσης), και ο άνθρωπος ανάπεμψε ευχαριστία στο Θεό. Και με την ευχαριστία αυτή έγινε ο εαυτός του.
Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον, Ευλογητός εί Κύριε…
Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε. Πάντα εν σοφία εποίησας.
Επληρώθη η γη της κτίσεώς σου.
Άσω τω Κυρίω εν τη ζωή μου
Ψαλώ το Θεώ μου έως υπάρχω (Ψαλμός 104)

Και έτσι πρέπει να είναι. Πρέπει να υπάρχει κάποιος σε αυτό τον κόσμο – τον κόσμο που απαρνήθηκε το Θεό και που με την απάρνηση αυτή, με τη βλαστήμια αυτή, γίνηκε ένα σκοτιδιασμένο χάος – πρέπει να υπάρχει κάποιος που να σταθεί στο κέντρο του κόσμου και να τον ξεχωρίσει, να τον δει και πάλι να είναι φορτωμένος από το θεϊκό πλούτος, να είναι η ομορφιά και η σοφία, και να ευχαριστήσει το Θεό για τον κόσμο. Αυτός ο «κάποιος» είναι ο Χριστός, ο νέος Αδάμ που έρχεται να αποκαταστήσει αυτή την «ευχαριστιακή ζωή», την οποία εγώ, ο παλαιός Αδάμ, απαρνήθηκα και απώλεσα, που με κάνει πάλι αυτό που είμαι, και έρχεται να μου αποκαταστήσει τον κόσμο. Και αν η Εκκλησία είναι εν Χριστώ, η αρχική πράξη της είναι πάντα η πράξη αυτή της ευχαριστίας, της απόδοσης του κόσμου πίσω στο Θεό.

Σε αντίθεση με την ομορφιά και με το θαύμα της δημιουργίας, ανακαλύψαμε ωστόσο τη σκοτεινάδα και την αποτυχία του κόσμου, το δεύτερο μεγάλο θέμα του εσπερινού. Αν ο Ψαλμός 104(103) λέει την αλήθεια, ο κόσμος όπως τον ξέρομε είναι – σε αντίθεση – ένας βραχνάς. Επειδή πρώτα είδαμε την ομορφάδα του κόσμου, μπορούμε τώρα να δούμε την ασχημάδα του, να καταλάβομε τι χάσαμε, να νιώσομε το γιατί ολάκερη η ζωή μας (και όχι μονάχα μερικές «παραβάσεις») έγινε Αμαρτία, και μπορούμε να μετανιώσομε για αυτό.
Τα φώτα τώρα σβήστηκαν. Η «Ωραία πύλη» του ιερού κλείστηκε. Ο ιερουργός έβγαλε τα άμφιά του· είναι ο γυμνός και πονεμένος άνθρωπος, που θρηνεί έξω από τον Παράδεισο, και έχοντας νιώσει καλά την εξορία του, την προδοσία του, τη σκοτεινιά του, λέει στο Θεό: Εκ βαθέων εκέκραξά Σοι, Κύριε. Αντίκρυ στη δόξα της δημιουργίας ανάγκη να υπάρχει μια φοβερή θλίψη. Ο Θεός μας χάρισε άλλη μια μέρα, και μπορούμε να δούμε πώς ακριβώς χαλάσαμε αυτό το δώρο Του. Δεν είμαστε οι «καλοί» Χριστιανοί που χωρίστηκαν από τον απαίσιο κόσμο. Αν δε σταθούμε ακριβώς σα να είμαστε αντιπρόσωποι αυτού του κόσμου, σαν αληθινά να είμαστε αυτός ο κόσμος, αν δε σηκώσομε ολάκερο το βάρος της μέρας τούτης, μπορεί η «ευσέβειά» μας να είναι ευσέβεια· δεν είναι χριστιανική.

Έρχεται τώρα το τρίτο θέμα του εσπερινού: η Λύτρωση. Στον κόσμο τούτο της αμαρτίας και της σκοτεινιάς ήρθε φως: φως ιλαρόν αγίας δόξης αθανάτου Πατρός, ουρανίου, αγίου, μάκαρος, Ιησού Χριστέ. Ο κόσμος βρίσκεται στο βράδιασμά του επειδή έχει έρθει ο Ένας που φέρνει στον κόσμο το τελικό νόημά του· μέσα στη σκοτεινιά αυτού του κόσμου, το φως του Χριστού φανερώνει ξανά την αληθινή φύση των πραγμάτων.
Τούτος δεν είναι ο κόσμος που ήταν προτού έρθει ο Χριστός: ο ερχομός Του ανήκει τώρα στον κόσμο. Το αποφασιστικό γεγονός του σύμπαντος κόσμου συντελέστηκε. Τώρα γνωρίζομε πως ο Χριστός θα μεταμορφώσει καθετί που έχει να κάνει με τη ζωή μας. Μονάχα εξαιτίας του Χριστού μπορούμε να δοξάζομε τη δημιουργία στην αρχή του εσπερινού, μονάχα επειδή Εκείνος μας έδωσε μάτια ιδείν, καθώς λέει ο Μέγας Βασίλειος, την φιλάνθρωπον χείραν της Σης παντοδυναμίας εν πάσι τοις έργοις Σου.
Την ώρα που μπορούμε να ευχαριστήσομε το Θεό για το Χριστό, αρχίζομε να καταλαβαίνομε πως στο Χριστό όλα έχουν μεταμορφωθεί σε αληθινό θαύμα. Στο αχτιδοβόλο φως Του ο κόσμος δεν είναι κοινοτοπικός. Το ίδιο το έδαφος όπου στεκόμαστε είναι μια θαυματουργική δίνη από άτομα που βουίζουν μέσα στο διάστημα. Το σκοτάδι της αμαρτίας ξεκαθαρίζει, και υπάρχουν τώρα πλάτες για να σηκώσουν το βάρος της. Ο θάνατος στερήθηκε από τον τελικό σκοπό του, πατήθηκε χάμω με το θάνατο του Χριστού. Σε έναν κόσμο όπου όλα όσα φαίνονται παρόντα γίνονται την ίδια στιγμή περασμένα, όλα μπορούν να μοιραστούν μέσα στο Χριστό το αιώνιο παρόν του Θεού. Η ίδια η εσπέρα είναι ο πραγματικός καιρός της ζωής μας.

Και φτάνομε στο τελευταίο θέμα του εσπερινού: το θέμα του Τέλους. Το αναγγέλνει το ψάλσιμο του Νυν Απολύεις (Nunc Dimittis). Το Ευαγγέλιο βάζει τα λόγια στο στόμα του γέρο Συμεών που ανάλωσε τη ζωή του καρτερώντας αδιάκοπα τον ερχομό του Μεσσία επειδή του ειπώθηκε μέσα σε όραμα πως δε θα πέθαινε προτού δει τον επαγγελμένο του Ισραήλ. Όταν η Μαρία και ο Ιωσήφ έφεραν τον Ιησού βρέφος για να τον παρουσιάσουν στο ναό του Θεού, ο άνθρωπος ήταν εκεί και Τον παρέλαβε στην αγκαλιά του, και το Ευαγγέλιο μνημονεύει πως είπε:
Νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ό ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών. φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σου Ισραήλ (Λουκ. 2, 29-32).
Ο Συμεών καρτερούσε μια ζωή ολόκληρη και στο τέλος ο Χριστός Βρέφος του παραδόθηκε: κράτησε τη Ζωή του κόσμου στην αγκαλιά του. Στην απαντοχή και στη νοσταλγία του συμβόλιζε τον κόσμο και τα λόγια που χρησιμοποίησε για να εκφράσει την ευχαριστία του έγιναν λόγια δικά μας. Μπόρεσε να αναγνωρίσει τον Κύριο επειδή Τον περίμενε. Τον πήρε στην αγκαλιά του γιατί είναι φυσικό να αγκαλιάσεις κάποιον που αγαπάς· και τότε πληρώθηκε (=ολοκληρώθηκε) μια ζωή ολόκληρη απαντοχής. Ο Συμεών αντίκρισε τον Ένα που νοσταλγούσε. Ολοκλήρωσε το σκοπό της ζωής του και βρέθηκε έτοιμος για το θάνατο.
Ο θάνατος για τον Συμεών δεν ήταν καταστροφή. Ήταν μονάχα μια φυσική έκφραση του πληρώματος της απαντοχής του. Δεν έκλεινε τα μάτια του στο φως που τελικά το είδε· ο θάνατός του ήταν μονάχα η αρχή για ένα εσωτερικότερο όραμα αυτού του φωτός. Κατά τον ίδιο τρόπο ο εσπερινός είναι η αναγνώριση πως ήρθε το βράδιασμα αυτού του κόσμου, που αναγγέλνει εκείνη την ανέσπερη Μέρα (δηλ. τη Δευτέρα Παρουσία και την αιώνια ζωή στη Βασιλεία του Θεού). Σε τούτο τον κόσμο κάθε μέρα αντικρίζει τη νύχτα· ο ίδιος ο κόσμος αντικρίζει τη νύχτα. Ο κόσμος δεν μπορεί να βαστάξει παντοτινά. Ωστόσο η Εκκλησία βεβαιώνει πως ένα βράδυ δεν είναι μονάχα ένα τέλος, αλλά είναι και μια αρχή μιας άλλης μέρας. Στο Χριστό και μέσα από το Χριστό μπορεί ένα βράδυ να γίνει η απαρχή μιας καινούργιας ζωής, της ανέσπερης Μέρας, γιατί τα μάτια μας είδαν τη σωτηρία και ένα φως που ποτέ δε θα λείψει. Και για τούτο το λόγο ο χρόνος του κόσμου αυτού βρίσκεται τώρα γεμάτος από καινούργια ζωή.
Παρουσιαζόμαστε στο Χριστό για να Του προσφέρουμε τον καιρό μας, ανοίγομε την αγκάλη μας για να Τον δεχτούμε. Και Εκείνος γεμίζει αυτό τον καιρό με τον εαυτό Του, τον γιατρεύει και τον κάνει – πάλι και πάλι – καιρό της σωτηρίας.

***
Εσπέρας και πρωί… Μόλις ανοίξομε τα μάτια μας, η πρώτη αίσθηση που λαβαίνομε είναι της νυχτιάς, όχι του φωτός· βρισκόμαστε στην πιο αδύνατη, στην πιο αβοήθητη στιγμή μας. Είναι σαν ένας άνθρωπος που πρώτη φορά δοκιμάζει πραγματικά τη ζωή σε όλη την ασυναρτησία και τη μοναξιά της (πρωτύτερα δεν τις έβλεπε, προφυλαγμένος μέσα στη θαλπωρή της οικογένειας). 

Κάθε πρωί, μέσα στο ασχημάτιστο σκοτάδι, ανακαλύπτομε την αδράνεια της ζωής. Και έτσι το πρώτο θέμα του όρθρου είναι πάλι ο ερχομός του φωτός στα σκοτεινά. Αρχινάει, όχι με τη Δημιουργία καθώς ο εσπερινός, αλλά με την Πτώση. Μέσα ωστόσο σε αυτή την αδυναμία και τον απελπισμό, κρύβεται μια προσμονή, μια πείνα και δίψα. Και μέσα στο σκηνικό αυτό η Εκκλησία δηλώνει τη χαρά της, όχι μονάχα αντίθετα στο ρεύμα της φυσικής ζωής, αλλά πληρώνοντάς την (by fulfilling it). Η Εκκλησία αναγγέλνει κάθε πρωί πως ο Θεός είναι ο Κύριος και αρχίζει να οργανώνει τη ζωή γύρω από το Θεό. 

Στην εκκλησιά τα πρώτα φώτα του όρθρου είναι κεριά, πρόγευση του ήλιου. Αργότερα βγαίνει ο ήλιος, διώχνοντας τα σκοτάδια του κόσμου και η Εκκλησία βλέπει σε τούτο την ανατολή του αληθινού Φωτός του κόσμου, τον Υιό του Θεού. Γνωρίζομε πως ο Λυτρωτής μας ζει, και πως καταμεσίς στην ασυναρτησία της ζωής Εκείνος θα μας αποκαλυφθεί και πάλι. Με όλο που μας «κυκλώνουν» οι ζάλες του βίου, κάθε πρωί μπορούμε να αναγγείλομε ωστόσο με τον ήλιο που βγαίνει τον ερχομό του πολυκαρτερεμένου Μεσσία. Άσχετα με όλα αύτη είναι η ημέρα ην εποίησεν ο Κύριος – αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή. Ευλογημένος ο Ερχόμενος εν Ονόματι Κυρίου (Ψαλμός 117, 24). 

Καθώς πληθαίνει ο φως, η ακολουθία (=τελετουργία) σχετίζει το καινούργιο πρωινό με τον καινούργιο καιρό (=χρόνο). Όπως ο εσπερινός σχέτιζε το βράδιασμα με ολόκληρη τη χριστιανική εμπειρία του κόσμου ως «βραδιάσματος» – έτσι και ο όρθρος σχετίζει το πρωινό με τη χριστιανική εμπειρία της Εκκλησίας ως «πρωινού» και ως απαρχής. 

Αυτές οι δυο συμπληρωματικές, ωστόσο απόλυτα ουσιαστικές, διαστάσεις του καιρού χαρίζουν σχήμα στην καιρική ζωή μας και, δίνοντας στο χρόνο καινούργιο νόημα, τον μεταμορφώνουν σε χριστιανικό χρόνο. Η διπλή αυτή εμπειρία αληθινά εφαρμόζεται σε όλα όσα έχομε να κάνομε. Βρισκόμαστε πάντα ανάμεσα πρωί και βράδυ, ανάμεσα Κυριακή και Κυριακή, ανάμεσα Πάσχα και Πάσχα, ανάμεσα στους δυο ερχομούς του Χριστού. Η εμπειρία του καιρού ως τέλους χαρίζει απόλυτη σπουδαιότητα σε οτιδήποτε καταπιανόμαστε τώρα· το κάνει τελικό, αποφασιστικό. Η εμπειρία του καιρού ως απαρχής γεμίζει όλο το χρόνο μας με χαρά, γιατί του προσθέτει το «συντελεστή» της αιωνιότητας. Ουκ αποθανούμαι, αλλά ζήσομαι και διηγήσομαι τα έργα Κυρίου(Ψαλμός 117, 17). 

Δουλεύομε στον κόσμο και η δουλειά αυτή – πραγματικά οποιαδήποτε δουλειά – αν αναλυθεί καθαρά από την άποψη του κόσμου, χάνει το νόημά της, γίνεται άσκοπη, ξεκάρφωτη. Σε κάθε πολιτεία του κόσμου υπάρχει κάθε πρωί ένα κύμα από καθαρούς και ξυρισμένους ανθρώπους που πηγαίνουν στη δουλειά τους. Και κάθε βράδυ υπάρχει ένα κύμα από τους ίδιους ανθρώπους, αποσταμένους και βρωμισμένους, που πηγαίνουν τώρα στην αντίθετη κατεύθυνση. Όμως εδώ και πολλά πολλά χρόνια ένας σοφός άνθρωπος παρακολούθησε το κύμα αυτό (οι μορφές αλλάζουν, το άσκοπο δεν αλλάζει) και είπε: 

Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης. 

Τίς περισσεία τω ανθρώπω εν παντί μόχθω αυτού, ώ μοχθεί υπό τον ήλιον; 

Γενεά πορεύεται και γενεά έρχεται, 

και η γη εις τον αιώνα έστηκε. 

Ου πλησθήσεται οφθαλμός του οράν, και ου πληρωθήσεται ούς από ακροάσεως. 

Και ουκ έστι παν πρόσφατον υπό τον ήλιον... 

(Εκκλησιαστής, 1, 2-4,8,9) 


Και αυτό αληθεύει για τον πεσμένο κόσμο. Μα εμείς οι Χριστιανοί λησμονήσαμε πολλές φορές πως ο Θεός λύτρωσε τον κόσμο. Για αιώνες κηρύξαμε στους βιαστικούς ανθρώπους: η καθημερινή βιασύνη σας δεν έχει νόημα, δεχτείτε την ωστόσο – και θα λάβετε για ανταμοιβή σας την αιώνια ανάπαυση σε έναν άλλο κόσμο. Όμως ο Θεός μας αποκάλυψε και μας προσφέρει αιώνια Ζωή, όχι αιώνια ανάπαυση. Και ο Θεός αποκάλυψε αυτή την αιώνια Ζωή καταμεσίς του καιρού – και της βιασύνης του – ως κρυμμένο νόημα και ως σκοπό του καιρού. Και έτσι έκανε τον καιρό, και τη δουλειά μας μέσα στον καιρό, μυστήριο του ερχόμενου κόσμου, μια λειτουργία πλήρωσης(=ολοκλήρωσης, τελειοποίησης) και ανεβάσματος. 

Όταν φτάσομε στο τέρμα της αυτάρκειας του κόσμου, τότε ο κόσμος ξαναρχίζει για μας από την αρχή ως υλικό ή ως συστατικό του μυστηρίου που έχομε να πληρώσομε (to fulfill) στο Χριστό. 

Και ουκ έστιν παν πρόσφατον υπό τον ήλιον. Ωστόσο κάθε μέρα, κάθε στιγμή αντηχάει τώρα η νικηφόρα βεβαίωση: Ιδού καινά ποιώ πάντα. Εγώ ειμί το Άλφα και το Ωμέγα, η αρχή και το τέλος… (Αποκάλυψις, 21, 5-6).

17 Σεπτεμβρίου 2013

Ερμηνεία των Καταβασιών της Υψώσεως του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού

Ωδή α´. ῏Ηχος πλ. δ´

«Σταυρόν χαράξας Μωσῆς, ἐπ᾿ εὐθείας ῥάβδῳ, τήν ᾿Ερυθράν διέτεμε, τῷ ᾿Ισραήλ πεζεύσαντι· τήν δέ ἐπιστρεπτικῶς, Φαραώ τοῖς ἅρμασι, κροτήσας ἥνωσεν· ἐπ᾿ εὔρους διαγράψας, τό ἀήττητον ὅπλον· διό Χριστῷ ᾄσωμεν, τῷ Θεῷ ἡμῶν· ὅτι δεδόξασται».


῾Ο Μωυσῆς, ἀφοῦ χάραξε σέ εὐθεία γραμμή στό νερό μέ τή ράβδο του τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, χώρισε στά δύο τήν ᾿Ερυθρά θάλασσα, γιά νά περάσει πεζῆ ὁ ᾿Ισραηλιτικός λαός. Τήν ἴδια δέ (τή θάλασσα), ὅταν γύρισαν μέ ἅρματα τοῦ Φαραώ καταδιώκοντας τό λαό, ἀφοῦ τήν χτύπησε πλαγίως, τήν ἕνωσε πάλι (γιά νά πνίξει τούς διῶκτες), ἀφοῦ σχημάτισε στό πλάτος τῆς θάλασσας τό ἀήττητο ὅπλο τοῦ σταυροῦ. Γιαυτό ἄς ἀνυμνοῦμε τό Θεό μας, γιατί μέ ὅ,τι ἔκανε δοξάσθηκε ἡ δύναμή του.
῾Η ὑπόθεση τῆς ὠδῆς ἀναφέρεται στή θαυμαστή διάσωση τῶν ῾Εβραίων ἀπό τό διωκτικό μένος καί τήν κακότητα τοῦ Φαραώ, ἡγεμόνα τῶν Αἰγυπτίων. Τά γεγονότα εἶναι γνωστά. Οἱ ῾Εβραῖοι στενάζουν κάτω ἀπό τόν ἐπαχθή ζυγό τῶν Αἰγυπτίων. Μέ τήν παρέμβαση τοῦ Μωυσῆ, ὁ Φαραώ, μή ἀντέχοντας τά θαυμαστά σημεῖα καί τίς φοβερές πληγές πού ἐπέφερε ὁ Θεός διά μέσου τοῦ ἀπεσταλμένου ὑπηρέτη του, ἄφησε ἐλεύθερο τόν ᾿Ισραήλ νά γυρίσει πίσω στή χώρα τῶν πατέρων του. ᾿Αφοῦ ὅμως ἀναχώρησε ὁ λαός, ὁ μιαιφόνος ἄρχοντας μετάνιωσε. Θέλησε νά γυρίσει πίσω τούς ἐλευθερωθέντας σκλάβους.
῎Εστειλε, λοιπόν, τούς ἁρματηλάτες του γιά νά ἐκπληρώσουν τήν προσταγή του. ῾Ο λαός εἶχε ἤδη φθάσει μπροστά στήν ᾿Ερυθρά θάλασσα. Πῶς ὅμως θά μποροῦσε νά διαπλεύσει τό ὑγρό στοιχεῖο, μή διαθέτοντας μέσα πλωτά; Στήν ἀμηχανία του αὐτή προστέθηκε καί ὁ φόβος, γιατί εἶδε ξαφνικά τό πλῆθος τῶν ἁρμάτων τῶν Αἰγυπτίων νά τούς καταδιώκει καί νά ἀπειλεῖ τήν μόλις ἀποκτηθείσα ἐλευθερία τους καί τή ζωή τους. ῾Η θέση τους ἦταν ἀπελπιστική. Παρέλυσαν ἀπό φόβο ἡ καρδιά καί τά γόνατά τους. ῎Αρχισαν νά φωνάζουν καί νά κλαῖνε. Τότε παρενέβη ὁ ἐλευθερωτής. Μέ ὑπόδειξη τοῦ Θεοῦ ὁ Μωυσῆς, πού ἡγεῖτο τοῦ λαοῦ, χάραξε μέ τή ράβδο του σταυροειδῶς τή θάλασσα, ἡ ὁποία χωρίστηκε στά δύο, τά νερά ὀρθώθηκαν ἔνθεν καί ἔνθεν, καί ἄφησαν νά φανεῖ ὁ πυθμένας τῆς θάλασσας σάν χέρσα γῆ. Τότε ὅρμησε ὁ λαός καί διόδευσε πεζῆ τό ἀναφανέν χώρισμα. Τό ἴδιο ἔκανε καί τό στράτευμα τοῦ Φαραώ. Οἱ στρατιῶτες ὅρμησαν καί αὐτοί μέ τά ἅρματά τους στό χώρισμα τῆς θάλασσας, καταδιώκοντας τόν ἄμαχο λαό. ῞Οταν ὅμως εἶχαν περάσει οἱ ῾Εβραῖοι στήν ἀντίπερα ὄχθη καί ἐνόσω οἱ διῶκτες διέτρεχαν ἀκόμη μέ ὁρμή τό θαλάσσιο βυθό, ὁ Μωυσῆς χτύπησε καί πάλι σταυροειδῶς τά θαλάσσια νερά, τά ὁποῖα ἑνώθηκαν γιά νά πνίξουν πανστρατιά ἵππους καί ἀναβάτες.
῾Η ὠδή αὐτή εἶναι πραγματικά μεγαλειώδης. Θά τή συναντήσουμε καί σέ πολλές ἄλλες ὠδές τῶν Καταβασιῶν, ἀλλά καί σέ ὁλόκληρη τήν ῾Υμνολογία τῆς ᾿Εκκλησίας μας, ὡς τό μεγάλο θαῦμα τοῦ Θεοῦ, ἡ δίκαιη ἀπάντησή του στήν κακότητα τῆς ἱστορίας τῶν ἀνθρώπων καί τήν ἰταμή πρόκληση τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους καί τῆς ἁμαρτίας.



᾿Ωδή γ´.
«῾Ράβδος εἰς τύπον τοῦ Μυστηρίου παραλαμβάνεται· τῷ βλαστῷ γάρ προκρίνει τόν ἱερέα· τῇ στειρευούση δέ πρῴην, ᾿Εκκλησίᾳ νῦν, ἐξήνθησε, ξύλον Σταυροῦ, εἰς κράτος καί στερέωμα».

῾Η ράβδος (τοῦ ᾿Ααρών ἡ βλαστήσασα) χρησιμεύει σάν προτύπωση τοῦ μυστηρίου (τοῦ σταυροῦ καί τῆς ᾿Εκκλησίας)· διότι μέ τό βλαστό πού ἔβγαλε, κρίνει ποιός θά ὁριστεῖ ἱερέας. Τώρα (στή νέα οἰκονομία τοῦ Θεοῦ) στήν πρώην ᾿Εκκλησία (τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης) πού ἦταν στείρα, βλάστησε τό ξύλο τοῦ Σταυροῦ, πού τήν ἔκανε στέρεη καί δυνατή. Μετά τήν ἀπελευθέρωση τοῦ λαοῦ, τήν περιπλάνησή του στήν ἔρημο καί τήν ἐγκατάστασή του στή γῆ τῶν πατέρων του, δημιουργήθηκε ζήτημα ἀπό ποιά πατριά ἐκ τῶν δώδεκα καί ἀπό ποιόν οἶκο θά λαμβανόταν τό ἱερατεῖο τοῦ λαοῦ. Μέ ὑπόδειξη τοῦ Θεοῦ πάρθηκαν δώδεκα ράβδοι ξηρές, μιά ἀπό κάθε οἶκο πατριᾶς, οἱ ὁποῖες τοποθετήθηκαν στήν Κιβωτό τῆς Διαθήκης στή Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου. ῞Οποια ράβδος θά ἔβγαζε βλαστό, ἦταν σημεῖο ὅτι ἀπό τήν ἀντίστοιχη πατριά της ἔπρεπε, κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, νά λαμβάνεται τό ἱερατεῖο. Βλάστησε δέ ἡ ράβδος πού ἀνῆκε στήν πατριά τοῦ Λευΐ, ἐπί τῆς ὁποίας ἦταν γραμμένο τό ὄνομα τοῦ ᾿Ααρών.
῞Ο,τι συνέβη τότε προτυπώνει τό μυστήριο τοῦ τιμίου Σταυροῦ καί τῆς χριστιανικῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Η παλαιά ᾿Εκκλησία (ἡ Συναγωγή) ἦταν στείρα καί ἄγονη. ᾿Ανῆκε στήν πρώτη οἰκονομία τοῦ Θεοῦ. ᾿Απ᾿ αὐτήν ἔλειπαν τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ πλήρης ἐνέργεια τοῦ παναγίου Πνεύματος, τό πλήρωμα τῆς λυτρωτικῆς του χάριτος. ῏Ηταν γηρασμένη καί ἀδύναμη. Μέ τό λυτρωτικό ὅμως πάθος τοῦ Χριστοῦ πού ἔγινε ἐπάνω στό σταυρό, τόν ὁποῖο προτύπωνε ἡ παλαιά ἐκείνη ράβδος πού ἐξήνθησε, βλάστησε ἡ νέα ζωή τοῦ Θεοῦ, τό σφρίγος τῆς νέας λυτρωτικῆς οἰκονομίας, γράφτηκε ἡ Νέα Διαθήκη στό αἷμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί ἡ παλαιά ᾿Εκκλησία ἀναζωογονήθηκε στή νέα ᾿Εκκλησία, «ἥν περιεποιήσατο ὁ Κύριος διά τοῦ ἰδίου αἵματος». Μέ τόν τίμιο Σταυρό κραταιώθηκε τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ, στερεώθηκε ἡ ᾿Εκκλησία του στόν κόσμο καί δοξάστηκε τό ἅγιο ῎Ονομά του στά πέρατα τῆς γῆς.



᾿Ωδή ε´
«῎Ω τρισμακάριστον Ξύλον! ἐν ᾧ ἐτάθη Χριστός, ὁ Βασιλεύς καί Κύριος· δι᾿ οὗ πέπτωκεν ὁ ξύλῳ ἀπατήσας, τῷ ἐν σοί δελεασθείς, Θεῷ τῷ προσπαγέντι σαρκί, τῷ παρέχοντι, τήν εἰρήνην ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν».


῎Ω ξύλο τρισμακάριστο! πάνω στό ὁποῖο ἅπλωσε τό σῶμα του (σταυρώθηκε) ὁ Βασιλεύς καί Κύριος· διά τοῦ ὁποίου ἔπεσε (ἡττήθηκε) αὐτός (ὁ διάβολος), ὁ ὁποῖος, διά τοῦ ξύλου (τοῦ δέντρου τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ) ἐξαπάτησε (τόν ἄνθρωπο στήν ᾿Εδέμ διά τῆς βρώσεως τοῦ ἀπαγορευμένου καρποῦ), ἀφοῦ δελεάστηκε ἀπό τό Θεό πού καρφώθηκε ἐπάνω σου, κατά τή σάρκα του (τήν ἀνθρώπινη φύση του), καί ὁ ὁποῖος παρέχει εἰρήνη στίς ψυχές μας. Τό ξύλο τοῦ Σταυροῦ εἶναι πραγματικά τρισμακάριστο. Ξύλο ἅγιο καί τιμημένο. Πάνω του πέθανε ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Πέθανε τό σῶμα Του φυσικά, τό ὁποῖο προσέλαβε ἀπό τήν ἄχραντη Μητέρα του. Δέν πέθανε ἡ θεότητα, ἡ ὁποία, ὡς πνεῦμα ἄπειρο, αἰώνιο καί ἀναλλοίωτο, εἶναι ἀπαθής, βρίσκεται πέρα ἀπό παθήματα ἁρμόζοντα στήν κτιστή καί πεπερασμένη φύση τῶν ἀνθρώπων. Μιά τέτοια φύση ἦταν καί αὐτή μέ τήν ὁποία ἑνώθηκε ἡ φύση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, φύση κτιστή, δυνάμενη νά πάθει καί νά ἀποθάνει. ᾿Αλλιώτικα, πῶς θά ἔσωζε μέ τό πάθος της τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν ἁμαρτία καί τόν αἰώνιο πνευματικό θάνατο;
Στό Σταυρό ἅπλωσε τό πανακήρατο σῶμα του ὁ Κύριος. Καρφώθηκε σ᾿ αὐτόν σάν ἐπονείδιστος κακοῦργος. Τόν ἔβαψε μέ τό πανάσπιλο αἷμα του, μέ τό ὁποῖο ξέπλυνε τίς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου, ἀφάνισε τίς ἐνοχές τῆς ἁμαρτίας, καθάρισε τή φύση ἀπό τούς σπίλους τῆς φθορᾶς, τήν ἀφθαρτοποίησε καί τή θέωσε. Στό Σταυρό ὁ Θεός πάτησε μέ τό θάνατό Του τό θάνατο· «θανάτῳ θάνατον πατήσας», ψάλλει πανηγυρικά ἡ ᾿Εκκλησία μας. Νίκησε τό μεγάλο ἐχθρό, πού ἔπνιγε ἀσφυκτικά τόν κόσμο. Στό Σταυρό ὁ Χριστός διαπόμπευσε τίς ἀρχές τοῦ σκότους καί τῆς ἀνομίας, τό διάβολο, πίσω ἀπό τόν ὁποῖο βρισκόταν τό τραγικό δράμα τῶν ἀνθρώπων. Αὐτός κατόρθωσε μέ τήν πανουργία του νά παραπλανήσει καί νά παρεμποδίσει τόν πρωτόπλαστο, νά τόν ρίξει στό χάος τῆς παρακοῆς καί τῆς ἀποστασίας. Μέ τή σειρά του ὅμως δελεάστηκε κι αὐτός ἀπό τήν ἀπειρόσοφη βουλή τοῦ Θεοῦ, μή γνωρίζοντας τό θεῖο λυτρωτικό μυστήριο. Συνήργησε νά σταυρωθεῖ ὁ Χριστός, τόν ὁποῖο θανάσιμα μισοῦσε καί ζήλευε, μή ἔχοντας ὅμως συναίσθηση ὅτι ὁ θάνατος ἐκεῖνος δέν ἦταν θάνατος ἑνός δίκαιου καί ἀνεπίληπτου ἀνθρώπου, ἀλλά ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ, πού ἦταν ἑνωμένος μαζί του. ῎Ετσι πλανήθηκε ὁ πλάνος, «πεπλάνηται ὁ πλάνος», ὅπως ψάλλει θρηνωδούσα ἡ ᾿Εκκλησία τόν Κυριό της.
Στό Σταυρό ὁ Χριστός ἔδησε τόν δυνατό (τό διάβολο) καί διήρπασε τά σκεύη του, καταργήσας τό κράτος καί τή δύναμή του. Στό τίμιο ξύλο δόθηκε ἡ μεγάλη μάχη καί κερδίθηκε ἡ παμμέγιστη νίκη, ἡ νίκη τοῦ Θεοῦ, τῶν ἀγγέλων καί τῶν ἀνθρώπων· ἡ νίκη τῆς θείας Βασιλείας.


᾿Ωδή στ´
«Νοτίου θηρός ἐν σπλάχνοις, παλάμας ᾿Ιωνᾶς, σταυροειδῶς διεκπετάσας, τό σωτήριον πάθος προδιετύπου σαφῶς· ὅθεν τριήμερος ἐκδύς, τήν ὑπερκόσμιον ᾿Ανάστασιν ὑπεζωγράφησε, τοῦ σαρκί προσπαγέντος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καί τριημέρῳ ἐγέρσει, τόν κόσμον φωτίσαντος».


Στά σπλάχνα τοῦ θαλάσσιου θηρός (τοῦ θεριοῦ, τοῦ κήτους), ἁπλώσας τίς παλάμες του σέ σχῆμα σταυροῦ ὁ ᾿Ιωνᾶς, προδιατύπωνε μέ σαφήνεια τό σωτήριο πάθος (τοῦ Χριστοῦ)· ἀπό τό ὁποῖο (κῆτος), ἀφοῦ βγῆκε τήν τρίτη ἡμέρα, περιέγραψε μέ χρώματα ζωντανά τήν ὑπερκόσμια ᾿Ανάσταση Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, πού καρφώθηκε (στό Σταυρό) καί μέ τήν τριήμερη ἔγερσή του (ἐκ τῶν νεκρῶν), φώτισε τόν κόσμο. ῾Η ὠδή αὐτή ἱστορεῖ τήν ὑπόθεση τοῦ ᾿Ιωνᾶ· μιά ἱστορία πολύ παράδοξη καί ἰδιότυπη, τοῦ ἀνθρώπου νά παλεύει μέ τό Θεό. ῾Ο ᾿Ιωνᾶς ἦταν προφήτης. ᾿Ανῆκε στό Θεό, ἐνταγμένος στήν ὑπηρεσία του καί ἀφοσιωμένος δοῦλος του. Κάποια μέρα ὁ Θεός τοῦ ἀνέθεσε μιά ἀποστολή, νά κηρύξει μετάνοια στούς κατοίκους τῆς πόλεως Νινευή, τούς ὁποίους βάραιναν ἁμαρτίες καί κρίματα πολλά. ῾Ο ᾿Ιωνᾶς ὅμως ἀντέδρασε ἀρνητικά στό πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ. Δέ θέλησε νά ἀναλάβει τήν ἐκτέλεση τῆς προφητικῆς του ἀποστολῆς. Θά εἶχε βέβαια τούς λόγους του. ῎Ισως νά εἶχε ἀποκάμει ἀπό τόν ἁμαρτωλό ἐκεῖνο λαό. Σκέφτηκε νά φύγει ἀπό τό μέρος του, νά πάει μακριά, ἐλπίζοντας ὅτι ὁ Θεός θά τόν ἔχανε. ᾿Αφελεῖς οἱ σκέψεις τοῦ πλάσματος. Γιατί ποιός μπορεῖ νά ἀποφύγει τήν παρουσία τοῦ παντεπόπτη Θεοῦ; ῾Ο ἄνθρωπος ὅμως, ἔστω κι ἄν εἶναι προφήτης, δέν παύει νά ἔχει τίς ὅποιες στιγμές καί ἰδιοτροπίες του. ᾿Επιβιβάστηκε, λοιπόν σέ πλοῖο γιά νά πάει στήν πόλη Θαρσίς, νά εἶναι μακριά ἀπό τό Θεό καί νά ἡσυχάσει ὁριστικά μέ τό πρόβλημα πού τόν ἀπασχολοῦσε. Κατά τόν πλοῦν ὅμως ὁ Θεός ἄδραξε τό δραπέτη. Σηκώθηκε τρικυμία καί τό πλοῖο κινδύνευε νά καταποντισθεῖ. Φάνηκε, ὅτι κάποιος ἀπό τούς ταξιδιῶτες ἦταν ὁ αἴτιος τοῦ κακοῦ. Γιά νά βρεθεῖ δέ ποιός ἦταν ἔβαλαν κλήρους. ῾Ο κλῆρος σημάδεψε τόν ᾿Ιωνᾶ, τόν παράδοξο ταξιδιώτη. Μέ ὑπόδειξή του τόν ἔριξαν στή θάλασσα, ἡ ὁποία ἀμέσως γαλήνεψε. ῾Ο ᾿Ιωνᾶς ὅμως δέν πνίγηκε. Κατά προσταγή τοῦ Θεοῦ, ἕνα τεράστιο θαλάσσιο κῆτος κατάπιε τόν προφήτη, ὁ ὁποῖος ἔμεινε στήν κοιλιά του τρεῖς μέρες καί τρεῖς νύχτες. ᾿Εκεῖ ὁ προφήτης μεταμελήθηκε γιά τήν ἀπείθειά του, κατάλαβε πόσο μάταιο ἦταν νά μάχεται κανείς τόν παντοδύναμο καί μεγαλοδύναμο Θεό. Προσευχήθηκε μέ κατάνυξη, ὑμνολογώντας τό ἅγιο ῎Ονομά του. Τήν τρίτη ἡμέρα τό κῆτος τόν ἐξήμεσε στή στεριά, αὐτός τότε μέ συντριβή καρδιᾶς ἐκπλήρωσε τήν προφητική του ἀποστολή. ῾Ο Θεός νίκησε, ἀλλά καί ὁ ἄνθρωπος «νίκησε» στήν τόσο παράδοξη ἥττα του. ῾Η βουλή τοῦ Θεοῦ ἐκπληρώθηκε. ῾Ο ᾿Ιωνᾶς ἀποκαταστάθηκε στό προφητικό του ἀξίωμα.


᾿Ωδή θ´
«Μυστικός εἶ Θεοτόκε Παράδεισος, ἀγεωργήτως βλαστήσασα Χριστόν, ὑφ᾿ οὗ τό τοῦ Σταυροῦ ζωηφόρον ἐν γῇ, πεφυτούργηται δένδρον· δι᾿ οὗ νῦν ὑψουμένου, προσκυνοῦντες αὐτόν, σέ μεγαλύνομεν».


Θεοτόκε, σύ εἶσαι Παράδεισος μυστικός, διότι χωρίς ἀνθρώπινο γεωργό (ἀνθρώπινη συνεργία) βλάστησες τό Χριστό, ἀπό τόν ὁποῖο φυτεύτηκε στή γῆ τό ζωηφόρο δέντρο τοῦ Σταυροῦ. Διά τοῦ ὁποίου τώρα ὑψουμένου (κατά τήν ὕψωση τοῦ τιμίου Σταυροῦ) προσκυνοῦντες τό Θεό (πού σταυρώθηκε σ᾿ αὐτό), μεγαλύνουμε σέ, τήν ἄχραντη Μητέρα Του. Μετά τόν Τριαδικό Θεό, ἡ ἀνύμνηση τῆς ᾿Εκκλησίας διαβαίνει στό ἄχραντο πρόσωπο τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Τά δύο μυστήρια εἶναι ἀλληλένδετα. Τό χριστολογικό δόγμα ἐκβάλλει φυσιολογικά στό θεομητορικό. ῾Η Μητέρα δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ χωρίς τόν Υἱόν. ῞Οπου ᾿Εκεῖνος, ἐκεῖ καί αὐτή. Στόν ἄχραντο Υἱό ὑπάρχουν τό σῶμα καί τό αἷμα τῆς πάναγνης Μητέρας. Τό φοβερό δίδυμο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ, πού δυναμίτισε τό κράτος τῆς φθορᾶς καί ἐκτίναξε τό κράτος τοῦ θανάτου!
῾Η ὠδή χαρακτηρίζει τή Θεοτόκο σάν παράδεισο μυστικό. ῾Η σύγκριση γίνεται μέ τόν πρῶτο παράδεισο στήν ᾿Εδέμ, στόν ὁποῖο τοποθετήθηκε ὁ ᾿Αδάμ νά ζεῖ μετά τή δημιουργία του. Στόν παράδεισο ἐκεῖνο ὑπῆρχε τό ξύλο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, καθώς καί τό δέντρο τῆς ζωῆς. ᾿Από τό πρῶτο ἐκεῖνο ξύλο βλάστησε, διά τῆς παρακοῆς, ἡ ἀποστασία ἀπό τό Θεό καί ὁ θάνατος. ῾Η Θεοτόκος εἶναι ἕνας νέος μυστικός Παράδεισος. Σ᾿ αὐτόν φυτεύτηκε, χωρίς ἀνθρώπινη συνεργία, ὁ Χριστός, τό δένδρο τῆς νέας πνευματικῆς ζωῆς καί ἀφθαρσίας. ῾Ο Χριστός μέ τή σειρά του ἀνύψωσε στή γῆ (στό Γολγοθᾶ), τό ζωηφόρο ξύλο τοῦ Σταυροῦ, στό ὁποῖο, προσπαγείς, «ἀθανασίαν ἐπήγασεν ἀνθρώποις». Κατά τήν ῞Υψωση τοῦ τιμίου Σταυροῦ, οἱ πιστοί, προσκυνοῦντες τό σταυρωθέντα Κύριο τῆς δόξης, μεγαλύνουν τήν ᾿Αειπάρθενο Μητέρα του, ἡ ὁποία συνήργησε, κατά τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, στό ἄρρητο θεῖο μυστήριο.

27 Αυγούστου 2013

Ο παπα- Γιώργης και ο άπειρος Θεός


πρωτ.. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Ό παπα-Γιώργης, ιερεύς σε κάποιο χωριό της πατρίδος μου, έλεγε κάποτε ότι τον κατέτρωγε ή απορία πώς είναι άπειρος ο Θεός και πώς είναι άπειρος στα ιδιώματα Του, όπως: άπειρος στην σοφία Του, στην παντοδυναμία Του, στην πανταχού παρουσία Του, στην παγγνωσία Του, στην αγαθότητα Του, στην αγάπη Του... άπειρος!!! άπειρος!!! αυτή ή στοχαστική και επίμονη απορία τον κατέτρωγε μέρα-νύχτα.

Σε μια γιορτή του αγίου Δημητρίου, τον κάλεσε ο ιερεύς του διπλανού χωρίου να συλλειτουργήσει μαζί του, για να λαμπρυνθεί "έτι περισσότερο" το πανηγύρι του Ναού. Πράγματι πήγε και προΐστατο της Θείας Λειτουργίας ως φιλοξενούμενος, αλλά και ως έχων τα πρεσβεία της χειροτονίας. Άρχισε ή Θεία Λειτουργία και ήλθε ή ώρα της αγίας Αναφοράς με τις εκφωνήσεις: «Στώμεν καλώς...» του ιερέως και «Ελεον ειρήνης...» των ιεροψαλτών. και ακολούθησε ή τριαδική αναφορά: «Ή Χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού...» και ή απάντησης του λαού δια των ιεροψαλτών: «και μετά του πνεύματος σου...» και ευθύς αμέσως υψώνοντας τα χέρια του ο λειτουργός παπα-Γιώργης προς τον Παντοκράτορα του τρούλου του Ναού εκφώνησε το «Άνω σχώμεν τάς καρδίας...» και τότε, σ' αυτή την στάσι κοκάλωσε!

Μετά το «Έχομεν προς τον Κύριον ..» και βλέποντας ο συλλειτουργός του την "μαρμάρωσι" του, κατάλαβε ότι κάτι θα του συνέβη, όχι όμως κακό. Τον έπιασε απαλά και τον έβαλε μέσα στο Άγιο Βήμα κατεβάζοντας συγχρόνως και τα χέρια του κάτω αφήνοντας τον, όπως μέσα του πληροφορήθηκε, στην έκσταση του και συνέχισε την Θεία Λειτουργία μόνος. Στον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων συνήλθε ο παπα-Γιώργης, επανήλθε στη θέση του και συνέχισε κανονικά μέχρι το τέλος την Θεία Λειτουργία.

Στις επίμονες ερωτήσεις του συλλείτουργου του πατρός' Ιωάννη, απαντούσε ότι "δεν θυμάται τίποτα".

Με αφορμή το βιβλίο «Εμπειρίες κατά την Θεία Λειτουργία», μου εξομολογήθηκε ο παπα-Γιώργης την δική του εμπειρία για πρώ τη φορά, με την παράκληση να σεβασθώ την ανωνυμία του.

«Με το "Άνω σχώμεν τάς καρδίας..." ένοιωσα και είδα με τα μάτια της ψυχής μου να αρπάζονται όλες οι καρδιές των εκκλησιαζόμενων χριστιανών μαζί με την δική μου και ως αστραπή να εισέρχονται σε μια απέραντη ανοιχτή ουράνια αγκαλιά του Θεού. Μα ήταν τόσο ανοιχτή αυτή ή αγκαλιά του Θεού Πατρός, όσο όλοι οι ουρανοί των ουρανών μαζί και πιο πλατειά...και όσο ανήρχοντο κατά εκατομμύρια οι καρδιές των ορθοδόξων χριστιανών τόσο και πιο πολύ πλάταινε και άνοιγε αυτή ή άπειρη σε άνοιγμα αγκαλιά του Θεού...και τότε ένοιωσα; βίωσα; κατάλαβα; δεν ξέρω. Ήρθε όμως στη ψυχή μου κάτι, πού είχα ξεχάσει "και τούτο μόνον καταληπτόν ή ακαταληψία αυτού..." και δεν χόρταινα να το απολαμβάνω μέχρις ότου συνήλθα στον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων.

Αλήθεια! Ποιος ήμουν εγώ ο χωριάτης παπάς, πού ο Θεός καταδέχτηκε να μου λύση την απορία της ψυχής μου;

Από τότε φροντίζω, όσο μπορώ, γιατί είμαι αμαρτωλός, να μη βγω άπ' αυτή την ασύνορη αγκαλιά του Θεού Πατρός και να πεθάνω μέσα σε αυτήν!!!! Ό Θεός ας με συγχώρεση»!!!

Για το άπειρο και φοβερό μεγαλείο του Θεού ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων μας λέγει:

Ό Θεός είναι τέλειος εν τω βλέπειν.
Τέλειος εν τω δύνασθαι.
Τέλειος εν μεγέθει.
Τέλειος εν προγνώσει.
Τέλειος εν άγαθωσύνη.
Τέλειος εν δικαιοσύνη.
Τέλειος εν φιλανθρωπία.

ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ.
ΠΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ 

31 Ιουλίου 2013

H Πρόοδος του Τιμίου Σταυρού



Η Εκκλησία την 1η Αυγούστου εισέρχεται στην περίοδο της Νηστείας του Δεκαπενταυγούστου. Την ίδια δε ημέρα εορτάζει την Πρόοδο του Τιμίου Σταυρού, μια εορτή η απαρχή της οποίας ήταν μια βυζαντινή παράδοση που μέσω της λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας διατηρείται ως και σήμερα αναλλοίωτη. 

Την ημέρα αυτή υπήρχε η συνήθεια στην Κωνσταντινούπολη να βγάζουν τον Τίμιο Σταυρό, να τον περιφέρουν και να τον αποθέτουν τελικώς στην Αγία Σοφία. Στη λιτανεία αυτή συμμετείχε πλήθος ιερέων και διακόνων, που καθ' οδόν εθυμίαζαν, ενώ έκαναν και στάσεις για να τελείται η Ακολουθία του Αγιασμού των υδάτων και κατόπιν ο Σταυρός κατετίθετο στο ιερό βήμα της Αγίας Σοφίας. Από την Μεγάλη Εκκλησία γινόταν τις επόμενες ημέρες η περιφορά του ανά την πόλη από συνοικία σε συνοικία. Η λιτάνευση στην Κωνσταντινούπολη συνεχιζόταν μέχρι την παραμονή της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (14 Αυγούστου).

Η πρόοδος του Τιμίου Σταυρού γινόταν τη συγκεκριμένη περίοδο με σκοπό να εξαγνιστεί ο αέρας μέσω της παρουσίας του Σταυρού και να προστατευθεί η Βασιλεύουσα από τις θανατηφόρες επιδημικές ασθένειες που μεταδίδονταν πολύ πιο εύκολα τις ημέρες εκείνες λόγω της έντονης ζέστης που επικρατούσε. Ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος στο έργο «Περί της Βασιλείου τάξεως» περιγράφει τον τρόπο που γινόταν, τόσο η προσκύνηση, όσο και η περιφορά του Τιμίου Σταυρού. 

Η εορτή αυτή καθιερώθηκε οριστικά την ύστερη περίοδο του Βυζαντίου, όταν και προσέλαβε και τη διάσταση της μνείας για τη θαυμαστή σωτηρία της Πόλεως από την πολιορκία των Σαρακηνών επί αυτοκρατορίας Μανουήλ Α΄ Κομνηνού (1143-1180).



20 Οκτωβρίου 2012

Ενορία εν δράσει: π. Μεθοδιος Κρητικός «Θυσία αινέσεως» Μικρή εισαγωγή στη λατρεία της Εκκλησίας μας (video)

Η ομιλία που πραγματοποίησε ο Αρχιμανδρίτης Μεθόδιος Κρητικός, Ηγούμενος Ιεράς Μονής Αναστάντος Χριστού Πειραιώς, την Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων "Ενορία εν δράσει..." και στη σειρά «Λειτουργική Κατήχηση» με θέμα: «Θυσία αινέσεως» Μικρή εισαγωγή στη λατρεία της Εκκλησίας μας.

8 Ιανουαρίου 2012

Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης, αρχιμ.: Συνοπτική ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας


Την χαρήκαμε, αγαπητά μου παιδιά, πραγματικά την λειτουργία μας σήμερα. Ακόμη δεν έχει φέξει και τελειώσαμε. Είναι ευκαιρία τώρα να πούμε δυο σκέψεις, διότι πολλές φορές παραπονείσθε ότι δεν μπορείτε να χαρήτε την λειτουργία, δεν την ευχαριστιέστε, δεν την καταλαβαίνετε, δεν μπορείτε να προσευχηθήτε. Άλλες όμως φορές χαρούμενες μου λέτε: Σήμερα λειτουργήθηκα πολύ καλά· την έζησα την λειτουργία.

Άραγε πότε μπορούμε να πούμε ότι την ζήσαμε και πότε το λέμε χωρίς να είναι αλήθεια; Προσευχόμεθα εις την λειτουργίαν, αλλά τι πρέπει να ζητούμε; Ή μάλλον τι μας παρέχει η θεία λειτουργία, για να το ζητήσωμε και, όταν το λάβωμε, να έχωμε την βεβαιότητα ότι εισακούσθηκε η προσευχή μας;

Αναμφιβόλως ο τελικός σκοπός της θείας λειτουργίας είναι η συμμετοχή μας εις την θείαν ζωήν, είναι η δόσις και η αντίδοσις, να δώσωμε και να πάρωμε. Τι να δώσωμε; Τα δώρα, «τα σα εκ των σων». Είναι δώρα του Θεού και τα δίνομε εις αυτόν. Είναι δικά του και του τα προσφέρομε. Του προσφέρομε άρτον και οίνον.

Γιατί άραγε; Με τας θυσίας που προσέφερον οι «παλαιοί», οι Ιουδαίοι, προσέφερον πάντοτε και δώρα, όπως χρυσά και αργυρά σκεύη, απαρχάς, δηλαδή τους πρώτους καρπούς της γης, ή «ζώα των εδωδίμων», από αυτά που τρώει ο άνθρωπος.

Εμείς δεν κάνομε τοιαύτας προσφοράς· προσφέρομε άρτον και οίνον, τα οποία έχει εις την διάθεσίν του αποκλειστικώς ο άνθρωπος και είναι κύρια διατροφή του. Είναι εκείνα τα οποία του εξασφαλίζουν την επίγειον ζωή. Προσφέροντας λοιπόν άρτον και οίνον, αυτά που κατ' εξοχήν αρμόζουν εις την ζωή του ανθρώπου, είναι σαν να προσφέρωμε την ίδια μας την ζωή, την επίκηρον, την επίγειον, την προσωρινήν. Προσφέρομε κάτι το πρόσκαιρο, για να πάρωμε κάτι το αιώνιο, την αιώνιον ζωήν. Εις την δόσιν την ιδικήν μας έρχεται η αντίδοσις του Χριστού· μας παρέχει την ιδικήν του ζωήν, το σώμα του και το αίμα του.

Τι ωραία το λέγει ο Καβάσιλας»· «προίκα δίδωσιν ημίν ο Θεός πάντα τα άγια, και ουδέν αυτών προεισφέρομεν, αλλ' ατεχνώς εισι χάριτες». Ο,τιδήποτε μας χαρίζει ο Θεός, και οι επιτυχίες εις τον αγώνα μας και οι αρετές και οι ευσεβείς σκέψεις και τα πάντα, όλα τα άγια, «παν δώρημα τέλειον», είναι «προίκα», δωρεά, και «ατεχνώς χάριτες του Θεού», αποκλειστικώς και μόνον δώρα χαρισμένα από τον Θεόν. Εμείς δεν έχομε τίποτε να προσφέρωμε, τίποτε ενώπιον αυτού να συνεισφέρωμεν· τα πάντα προέρχονται εξ αυτού.

Για να μπορέσει όμως να γίνει αυτή η αντίδοσις που είναι ο τελικός σκοπός της θείας λειτουργίας, για να γίνει και σε μας αυτό που έγινε εν τω προσώπω του Χριστού εις το οποίον δια μιας τοιαύτης περιχωρήσεως και αντιδόσεως ηνώθη η θεία και η ανθρώπινή φύσις, πρέπει να προπαρασκευασθώμεν. Χωρίς προπαρασκευήν, μπορούμε να πούμε ότι ματαίως γίνεται η λειτουργία. «Αλλά το γε επιτηδείους γενέσθαι προς τό δέξασθαι αυτά και φυλάξαι εξ ανάγκης απαιτεί παρ' ημών και ούκ άν μεταδοίη του αγιασμού μη ούτω διατεθείσιν», λέγει πάλι ο Καβάσιλας· ναι, όλα μας τα δίνει ο Θεός, αλλά θέλει να γίνωμε ικανοί, ώστε να δεχθούμε τον αγιασμόν του και τα δώρα του, και άξιοι να τα φυλάξωμε. Αναγκαστικώς λοιπόν, για να μας τα μεταδώσει, πρέπει να διατεθούμε και ημείς καταλλήλως. Επειδή «ούτως αναγκαίον ην προς την τεύξιν των μυστηρίων το ευ έχοντας απαντήσαι και παρεσκευασμένους», δια τούτο ο ιερός συγγραφεύς, ο ερμηνευτής της θείας λειτουργίας, μας λέγει ότι η προετοιμασία ουσιαστικώς και μυστικώς γίνεται εις την θείαν λειτουργίαν. Πώς επιτυγχάνεται αυτό; Με τις ευχές, με τους ψαλμούς, με τα αγιογραφικά αναγνώσματα, με όλα τα λεγόμενα και τα τελούμενα εν αυτή.

Εις τι συνίσταται η προπαρασκευή; Εις την προετοιμασίαν της καρδίας μας, ώστε να γίνει χωρητική της θεότητος. Πώς μας προετοιμάζει, τι προσφέρει η λειτουργία; Τι πρέπει να ζητούμε από τον Θεόν και, όταν το λάβωμε, τότε είμεθα παρεσκευασμένοι, έτοιμοι, να δεχθούμε το σώμα και το αίμα του Χριστού;

Αυτό το θέμα θα μας απασχολήσει σήμερα, παιδιά μου. Και για να εκφράσωμε μερικές σκέψεις, θα μας βοηθήσουν ο συγγραφεύς τον οποίον αναφέραμε προηγουμένως, ο ιερός Καβάσιλας, το αποστολικό και ευαγγελικό ανάγνωσμα και η σημερινή ακολουθία.

Το πρώτον, το οποίο επιτυγχάνομεν εις την θείαν λειτουρ-γίαν, είναι η άφεσις των αμαρτιών μας. Πραγματικά την κερδίζο-με. Πώς; Κατ' αρχάς, με τις ευχές οι οποίες αναφέρονται προς τον Θεόν εκ μέρους μας δια των χειλέων του ιερέως και έχουν μιαν δύναμη. Τα ωραιότατα νοήματά τους συντρίβουν την καρδιά μας, και αν ακόμη αυτή είναι πέτρινη. Μας κάνουν να νοιώσωμε την αμαρτωλότητά μας. Αναπεμπόμενες δε και ανερχόμενες οι ευχές εις τον Θεόν τον καθιστούν ίλεων. Δέχεται την παράκλησή μας, διότι έχει υποσχεθεί ότι θα ακούει την προσευχή μας. Εις όλες τις ευχές παρακαλούμε να μας συγχωρήσει ο Θεός. Επομένως, είναι δυνατόν να μη μας ακούσει, την ώρα μάλιστα εκείνην την φρικτήν του μυστηρίου; Μας ακούει και δι' αυτό ακριβώς μας παρέχει την άφεσιν των αμαρτιών. Να σκεπτώμεθα λοιπόν την αμαρτωλότητά μας και να αγωνιζώμεθα να συντριβεί η σκληρότης της καρδίας μας, ούτως ώστε να επέλθει η άφεσις.

Το δεύτερον, το οποίο κερδίζομε, είναι μία μετάθεσις του νου και της καρδίας εις τον ουρανόν· δεν ζούμε πλέον εις την γην την ώρα της λειτουργίας. Προσέξατε τι έλεγε ένα τροπάριο των αίνων, που ψάλαμε; «Δια του σταυρού σου Χριστέ, μία ποίμνη γέγονεν, αγγέλων και ανθρώπων, και μία Εκκλησία· ουρανός και η γη αγάλλεται· Κύριε δόξα σοι». «Δια του σταυρού σου Χριστέ» — ο σταυρός υψώνεται χωρίς χύσιμο αίματος εις την θείαν λειτουργίαν, η οποία είναι μία αναπαράστασις ακριβώς της ζωής του Χριστού, του σταυρικού του θανάτου — «διά του σταυρού σου» και δια της λειτουργίας σου επομένως, όλα γίνονται «μία ποίμνη και μια Εκκλησία». Άγγελοι, αρχάγγελοι και άνθρωποι, ουρανός και γη συμμετέχουν. Όλα γίνονται ένας ουρανός. Οι πάντες και τα πάντα συγχωνεύονται και όλοι και όλα μαζί δοξάζουν τον επί του θρόνου του καθήμενον Χριστόν.

Η λειτουργία μας λοιπόν είναι μία σύναξις των ποιημάτων, των δημιουργημάτων του Θεού και μάλιστα του αγγελικού, του πνευματικού και του ανθρωπίνου κόσμου. Είναι δημιουργία ενός πνευματικού ουρανού, μπροστά στην ομορφιά του οποίου ο επίγειος κόσμος, οι ορατοί ουρανοί ωχριούν.

Όταν ζει κανείς αυτήν την αλήθεια εις την λειτουργίαν, αυτόν τον πνευματικόν ουρανόν, αυτήν την παράστασι του σώματος του Χριστού, τότε πλέον δεν νοιώθει άνετα εις τον κόσμο αυτόν. Όποιος μπορεί να χωρέσει και εις την ζωή αυτήν και εις τον κόσμο αυτόν, όποιος μπορεί να βολευτεί, αυτός δεν είναι «εύθετος εις την βασιλείαν του Θεού». Όταν είσαι εις την λειτουργίαν, νοιώθεις ότι είσαι ξένος πλέον για τον κόσμο. Χαίρεσαι, διότι είσαι γεγραμμένος εις την βασιλείαν των ουρανών. Ανάβει η επιθυμία στην καρδιά σου να γίνεις και συ πολίτης της βασιλείας του Θεού. Είναι δύσκολο; Είναι υπόθεσις του Θεού.

Όταν οι μαθηταί του Χριστού έτρεξαν, όπως αναφέρεται εις το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, χαρούμενοι εις τον Κύριον διότι έκαναν θαύματα, ευηγγελίζοντο, εκέρδιζαν ψυχές, έβγαζαν δαιμόνια και του είπαν «και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν, Κύριε», τι απήντησεν εκείνος; Μη χαίρετε δι' όλα αυτά, αλλά να χαίρετε διότι τα ονόματά σας εγράφησαν εν ουρανοίς· «ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς». Αυτό είναι το δύσκολο να επιτύχει κανείς· είναι το πραγματικό κέρδος που θα μπορούσε να έχει.

Η λειτουργία είναι σαν να μας λέγη: Γίνε και συ εκλεκτός, που θα συγκαταριθμηθείς εις αυτήν την πολιτείαν του Θεού. Να νοσταλγείς πάνω από όλα την βασιλείαν των ουρανών, την κοινωνίαν των αγγέλων και των ανθρώπων, εκεί όπου όλα αγάλλονται, όλα δοξολογούν τον Θεόν.

Το τρίτον, το οποίο κερδίζομε ως αποτέλεσμα του προηγουμένου, είναι ο αγιασμός μας. Μόνον σε αγίους μπορεί να επαναπαυθεί ο Θεός και μόνον με αυτούς μπορεί να επικοινωνεί· «Ότι άγιος ει, ο Θεός ημών, και εν αγίοις επαναπαύη». Γι' αυτό και του ζητούμε συνεχώς να μας αγιάση. Τι είναι λοιπόν ο αγιασμός και πώς επιτυγχάνεται; Είναι ακριβώς η αποκοπή μας από τον κόσμο και τα του κόσμου. Άγιος είναι ο ξεχωρισμένος, ο αφωρισμένος, ο δοσμένος εις τον Θεόν. Επομένως, γινόμεθα ξένοι δια τον κόσμο και επιθυμούμεν πλέον να ανήκωμεν ολοκληρωτικά εις τον Θεόν. Αυτή μας η επιθυμία μας αγιάζει. Γίνεται μία προϋπόθεσις, για να μπορέσωμε να αποκτήσωμε και κάθε άλλην αρετή, απαραίτητη για τον αγιασμόν μας.

Η λειτουργία μας λοιπόν είναι ένα δόσιμο, μία προσφορά του εαυτού μας εις τον Κύριον ή καλύτερα μία επανάληψις της προσφοράς μας, μία ανανέωσις της συνθήκης που έχομε υπογράψει μαζί του, τότε που εβαπτιζόμεθα και εχριόμεθα. Κάθε φορά που πηγαίνομε εις την λειτουργίαν υποσχόμεθα και πάλι: Κύριε, σου ξαναδίνω τον εαυτόν μου.

Ο αγιασμός μας αυτός όμως γίνεται και με την συμμετοχήν μας εις το σώμα του και εις την ζωήν του. Εν τη λειτουργία γίνεται η σύναξις του λαού του Θεού. Συμμετέχομεν και ημείς. Επομένως, επικοινωνούμεν άμεσα με τον Θεόν. Αυτό σημαίνει ότι οι χυμοί του Θεού, η αγιότης του ρέουν μέσα μας, γινόμεθα μέλη Χριστού, γινόμεθα Χριστός. Εκείνος η κεφαλή και εμείς τα μέλη. Αφού η κεφαλή είναι αγία και εμείς γινόμεθα άγιοι ως «μέλη εκ μέρους», ως «σαρξ εκ της σαρκός του και οστά eκ των οστέων του».

Συμμετέχομεν εις την ζωήν του. Τι σημαίνει αυτό; Η λειτουργία ουσιαστικώς δεν είναι προσευχή· είναι δόσις και αντίδοσις. Είναι όμως και μία ανάμνησις και μία επανάληψις, μία δράσις. Ο Χριστός ζει τώρα μπροστά μας. Δι' όλων «ορώμεν τον Χριστόν τυπούμενον και τα υπέρ ημών αυτού έργα και πάθη· και γαρ εν τοις ψαλμοίς και ταις αναγνώσεσι και πάσι τοις υπό του ιερέως δια πάσης της τελετής πραττομένοις, η οικονομία του Σωτήρος σημαίνεται».

Επομένως, ολόκληρη η θεία μυσταγωγία είναι εικόνα του ιδίου του σώματος του Χριστού. Ολόκληρη η θεία λειτουργία είναι μία εν χρόνω και εν χώρω επανάληψις της ζωής του Χριστού· σαν να ζει τώρα μπροστά μας ο Χριστός. Διότι αυτά που γίνονται εις την θείαν λειτουργίαν, «εις την του Σωτήρος οικονομίαν αναφέρεται πάντα, ίνα ημίν η αυτής θεωρία προ των οφθαλμών ούσα τας ψυχάς αγιάζη και ούτως επιτήδειοι γινώμεθα προς την υποδοχήν των ιερών δώρων». Κατά την επίγειον ζωή του ο Χριστός εχάρισε την ανάστασίν του εις όλον τον κόσμο. Τώρα «φιλοπόνως θεωρούμενη» η ζωή του Χριστού καθιστά και ημάς ικανούς να ανιστάμεθα εις την ιδικήν του ζωή.

Όλα, όσα λέγονται και πράττονται εις την θείαν λειτουργίαν, αρχικώς είχον ένα πρακτικόν σκοπόν άλλα και ένα δεύτερον: να τυπούν τον Χριστόν· δύο έργα δηλαδή μπορούν να επιτελούν. Η περιφορά, παραδείγματος χάριν, του Ευαγγελίου είχε ένα πρακτικόν σκοπόν. Ταυτοχρόνως όμως είναι και μία τύπωσις και μία δήλωσις και μία φανέρωσις του ιδίου του Χριστού. Επίσης, όπως τα ενδύματα μας καλύπτουν μίαν πρακτικήν ανάγκην, καλύπτουν την γυμνότητα μας και προφυλασσόμεθα από την θερμότητα ή από το κρύο, αλλά συγχρόνως αποκαλύπτουν την ηλικίαν μας, το αξίωμά μας, τον χαρακτήρα μας, υποδηλώνουν τον άνθρωπον, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τα άμφια της θείας λειτουργίας. Υπάρχουν τέλος πράξεις και λόγοι, που έχουν αποκλειστικώς και μόνον συμβολικόν χαρακτήρα, δηλωτικόν της ζωής του Χριστού.

Δι' αυτό εις την λειτουργίαν πρέπει οι οφθαλμοί της διανοίας μας να είναι συνεχώς εις τα νοούμενα και εις τα τελούμενα, ούτως ώστε, συμμετέχοντες μυστικώς εις την ζωήν του Κυρίου, να γινώμεθα ικανοί να συμμετέχωμεν και μυστηριακώς εις αυτήν. Δι' όλων λοιπόν των μέσων «καλλίω... και θειοτέραν εργάζεται την ψυχήν» ή θεία λειτουργία και μας καθιστά αξίους προς υποδοχήν του σώματος και του αίματος του Χριστού.

Ένα τέταρτον, το οποίον προσφέρει η θεία λειτουργία, είναι η άνευ ορίων αγάπη προς τους άλλους, προς τους αδελφούς μας. Το αποστολικό ανάγνωσμα έλεγε· «Ασπάσασθε αλλήλους εν φιλήματι αγάπης». Ένα τέτοιο φίλημα έκαναν οι αρχαίοι χριστιανοί. Σε μας κατηργήθη. Μπορεί όμως να είναι εσωτερικό· με ένα βλέμμα της καρδίας να αγκαλιάζει τρόπον τινά ο ένας όλους τους άλλους. Εν πάση αγάπη και εν πλήρει ενότητι μετά των άλλων πρέπει κανείς να έρχεται εις την λειτουργίαν και ταυτοχρόνως να το ζητεί, για να γίνει μία αύξησις. Πώς μπορεί κανείς να ενωθεί με τον Χριστόν, εάν δεν είναι ενωμένος με το κάθε μέλος του σώματος αυτού;

Τέλος, η θεία λειτουργία με την προετοιμασία που κάνει μέσα μας δημιουργεί πίστιν και εναπόθεσιν των ελπίδων, των δυσκολιών, των προβλημάτων μας εις Εκείνον. Εις την λειτουργίαν δεν πηγαίνομε για να ζητήσωμε αυτό ή το άλλο, δηλαδή να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας. Πηγαίνομε να ζητήσωμε αποκλειστικώς και μόνον Εκείνον. Αφήνομε εις τον Θεόν τα υπόλοιπα, «πάσαν την μέριμναν υμών επιρρίψαντες επ' αυτόν», κατά το σημερινόν αποστολικόν ανάγνωσμα, όπως εκείνος που ρίχνεται στην θάλασσα και αφήνεται να άγεται και να φέρεται από τα κύματά της. Αποκτούμε τότε θάρρος, δικαιώματα· κατακτούμε την ελευθερίαν εις την θείαν λειτουργίαν να μπορούμε να αφηνώμεθα εις τον Θεόν. Διότι, έφ' όσον αφηνόμεθα εις αυτόν και έχομε το δικαίωμα να γίνωμε κάτι το θεϊκό, είναι φυσικό, αφού Εκείνος έχει αρχίσει την ζωή μέσα μας, Αυτός να την φέρη και εις πέρας, να τακτοποιήσει κάθε πρόβλημα εξωτερικό αλλά και πνευματικό. «Ο δε Θεός πάσης χάριτος, ο καλέσας υμάς εις την αιώνιον αυτού δόξαν εν Χριστώ Ιησού ολίγον παθόντας, αυτός καταρτίσει υμάς, στηρίξει, σθενώσει, θεμελιώσει». Ο Χριστός αναλαμβάνει πλέον αυτός ο ίδιος την ζωή μας, να μας δώση σθένος, να μας στηρίξει, να μας καταρτίσει και να μας τελειοποιήσει. Τα πάντα αναλαμβάνει Εκείνος.

Είδαμε λοιπόν ότι εις την λειτουργίαν κερδίζομε την άφεσιν των αμαρτιών, γίνεται μία μετάθεσις του νου και της καρδίας μας εις τον ουρανόν, επιτυγχάνομεν τον αγιασμόν, ενούμεθα εν απολύτω, εν πλήρει αγάπη με όλους τους άλλους, η πίστις ενισχύεται και τα πάντα εναποτίθενται εις τον Θεόν.

Όλα αυτά τα επιτυγχάνομεν με τις ευχές, όπως λέγαμε στην αρχή. Δεν βοηθούν όμως μόνον οι ευχές. Βοηθούν και οι ψαλμοί — ιδίως οι ψαλμοί των αντιφώνων, των οποίων όμως σήμερα δεν διαβάζονται παρά μόνον ωρισμένοι στίχοι — και οι ψαλμωδίες, διότι και αυτά ομιλούν περί του Χριστού. Οι μακαρισμοί εν συνεχεία και τα αναγνώσματα που ομιλούν για την αγάπη του Θεού και το έργο του, μας ανάβουν τον πόθο και την επιθυμία να τηρούμε τις εντολές του.

Τοιουτοτρόπως, δι' όλων των δρωμένων και των τελουμένων εν τη λειτουργία, επιτυγχάνομεν να κάνωμε την ψυχήν μας καλυτέραν, ωραιοτέραν. Δι' αυτόν τον λόγον ο ιερός συγγραφεύς της ερμηνείας της λειτουργίας μας προτρέπει- «Ούτω... αιδεσθώμεν τον ούτως ελεήσαντα, τον ούτω σώσαντα και πιστεύσωμεν αυτώ τας ψυχάς», ας του εμπιστευθώμεν τις ψυχές μας, «και παραθώμεθα την ζωήν, και φλέξωμεν τας καρδίας τω πυρί της αγάπης αυτού· και τοιούτοι γενόμενοι, τω πυρί των μυστηρίων ομιλήσωμεν ασφαλώς και οικείως». Όταν του εμπιστευθώμεν τας ψυχάς μας, όταν του παραθέσωμεν την ζωήν μας, όταν φλέξωμεν τας καρδίας μας με το πυρ της αγάπης του, τότε πλέον είμεθα έτοιμοι και μπορούμε να «ομιλήσωμεν τω πυρί των μυστηρίων ασφαλώς και οικείως», να έλθωμεν εις επαφήν, να αποκτήσωμεν πλέον εμπειρικήν συνάφειαν με το πυρ των μυστηρίων του. Τότε μόνον η εν τη πράξει, η εμπειρική αυτή αίσθησις, η πραγματική αυτή εκζήτησις της ζωής τού Χριστού γίνεται βίωμά μας. Και η μετάληψις των τιμίων δώρων, η μετάληψις της θεότητος και η θέωσίς μας, έρχεται ως απόρροια όσων μας χαρίζει η θεία λειτουργία.

Το τεμάχιο του άρτου, το οποίο πρόκειται να γίνει σώμα Χριστού, το βγάζομε από το πρόσφορο. Δεν προσφέρομε ολόκληρο το πρόσφορο εις τον Κύριον, αλλά ένα τεμάχιό του. Το πρόσφορο εικονίζει την ανθρωπίνην φύσιν, το ημέτερον φύραμα, το ανθρώπινο γένος. Εξήλθε ο Χριστός εκ του ημετέρου φυράματος δια να θεώσει αυτό. Ας εξέλθωμεν και ημείς εκ μέσου των ανθρώπων, δια να θεωθώμεν, δια να προσφερθώμεν εις τον Θεόν. Διότι, προσφέροντας αυτό το αντίτυπον, προσφέρομεν τον εαυτόν μας. Τα αντίτυπα του τιμίου σώματος και του αίματος του Χριστού πρώτα τα εναποθέτομεν ως δώρα εις τον Κύριον επί της αγίας Προσκομιδής και εν συνεχεία τα προσφέρομεν ως θυσίαν επί του αγίου θυσιαστηρίου.

Ας καταστήσωμεν τον εαυτόν μας δώρο διαλεγμένο, δώρο ξεχωρισμένο, δώρο που θα το αφήσωμε μια για πάντα στα χέρια Εκείνου και δεν θα θελήσωμε ποτέ να το πάρωμε πίσω. Όταν προσφερθούμε εις Αυτόν ως δώρο, τότε μόνον θα μπορούμε, πλησιάζοντες και κυκλούντες καθ' εκάστην το θυσιαστήριόν του και προσεδρεύοντες εις αυτό, να προσενέγκωμεν ολόκληρο το είναι μας, τον εαυτόν μας — νουν, ψυχήν και καρδίαν— θυσίαν ζώσαν και ευάρεστον. Το είναι μας μας το εχάρισε Εκείνος· το οφείλομεν εις Εκείνον, ο οποίος δεν θα παύση να είναι το κέντρο και το τέλος, ο σκοπός της ζωής μας.

πηγή: αρχιμ. Αιμιλιανού (Σιμωνοπετρίτου), Κατηχήσεις και λόγοι (4) - Θεία Λατρεία, Προσδοκία και όρασις Θεού, εκδ. Ορμύλια 2001

13 Δεκεμβρίου 2011

Πώς να διώχνεις τους πιστούς από την Εκκλησία.


του Νικήτα Καυκιού

- Η προσωπική σχέση του ανθρώπου με το Θεό δεν είναι δεδομένη και δεν υπάρχει καμιά εγγύηση για σταθερότητα, πρόοδο ή διάρκεια. Ό ιερέας μπορεί να ξεκινήσει με πνευματικό ενθουσιασμό το ιερατικό του λειτούργημα αλλά μετά από λίγα χρόνια να αδειάσει ολοκληρωτικά από τη Χάρη του Θεού.

Οι αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης, οι δυσκολίες του έγγαμου βίου και οι αντιξοότητες της καθημερινότητας μπορούν να συντρίψουν ακόμη και τον πιο καλοπροαίρετο πιστό. Η μόνη δυνατότητα πνευματικής επιβίωσης είναι να αποδεχτεί κανείς ταπεινά την αναξιότητά του και να προσφέρει τον συντετριμμένο του εαυτό στο Χριστό.

Αν ο ιερέας δεν μπορέσει να αναφέρει την οδύνη και την αποτυχία του στο Χριστό θα οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Για τον ιερέα η πορεία πνευματικής ωρίμανσης είναι υπαρξιακός μονόδρομος. Αν δεν προχωρήσει πνευματικά θα καταρακωθεί υπαρξιακά. Για να ξεφύγει από την θλίψη της απουσίας του Θεού θα εκκοσμικευθεί. Από ιερουργός θα καταντήσει ηθοποιός.

- Ο ιερέας ο οποίος είναι βεβαρημένος από το σκοτάδι της υπαρξιακής του παρακμής δεν έχει το κέφι και το μεράκι να ασχολείται με τις "λεπτομέρειες" της Εκκλησιαστικής-λειτουργικής ζωής. Σε πολλούς ορθόδοξους Ναούς τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές η σύναξη των πιστών θυμίζει κακόγουστη, θεατρική παράσταση. Κατά την διάρκεια των Ιερών Ακολουθιών ο πιστός αντί να ησυχάζει και να γεμίζει τις πνευματικές του μπαταρίες δοκιμάζει τις ψυχοσωματικές του αντοχές, βασανίζει τα αισθητικά του κριτήρια και βάζει σε πειρασμό τις πνευματικές του δυνατότητες. (Σημ. 1)

Δεκαπέντε τακτικές σύγχρονου διωγμού.

Οι Λειτουργικές παρενέργειες της ιερατικής αδιαφορίας.
  1. Ακουστική. Βάλε τα μεγάφωνα στη διαπασών ώστε να μην μπορεί κανείς να ησυχάσει, να συγκεντρωθεί ή να νιώσει κατάνυξη. Τοποθέτησε μεγάφωνα και έξω από το ναό ώστε να αγανακτούν οι γείτονες και να μην βρίσκουν ησυχία οι εκκλησιαζόμενοι ούτε στον περίβολο του ναού. Μην αναθέσεις σε ειδικούς την ακουστική μελέτη του ναού. Φρόντισε το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα να θυμίζει γύφτο που γυρνά στις γειτονιές με το φορτηγάκι του για να πουλήσει πατάτες ή χαλιά.
     
  2. Φωτισμός. Έχε αναμμένους τους πολυελέους της εκκλησίας σε κάθε Ακολουθία. Σε περίπτωση που δεν ανάψεις τον πολυέλαιο άναψε ένα δυνατό ηλεκτρικό φως σε κάποιο σημείο του ναού που να θυμίζει προβολέα αστυνομικής ανάκρισης. Επέτρεψε στους ιεροψάλτες να βάλουν προβολείς πάνω από τα κεφάλια τους για να διαβάζουν με μεγαλύτερη ευκολία τα ιερά βιβλία.
     
  3. Κήρυγμα. Βγάλε λόγο ακριβώς πριν από τη Θεία Μετάληψη (πριν από το "Μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης προσέλθετε"). Φρόντισε ο λόγος σου να έχει μεγάλη διάρκεια και να ξεφεύγει από την εμπειρική νηπτική βίωση της καθημερινής ζωής. Άσκησε θεωρητική κριτική σε κοινωνικά, εθνικά και πολιτικά θέματα και υπογράμμισε την παρακμή και την αμαρτωλότητα του σύγχρονου κόσμου. Δώσε με νευρικό τρόπο συμβουλές ηθικής συμπεριφοράς στο εκκλησίασμα. Φρόντισε να δείχνεις αγανακτισμένος από την επικράτηση της αμαρτίας στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Υπογράμμισε την εγωκεντρική τάση για καλοπέραση του μέσου ανθρώπου συγκρίνοντας την άμεσα με την ασκητική ζωή των πατέρων της ερήμου. Προσπάθησε να πείσεις τους πιστούς ότι ο λόγος που δεν προχωρούν πνευματικά είναι το ότι δεν προσπαθούν όσο θα έπρεπε. Να μιλάς με βροντερή-απειλητική φωνή ώστε να γίνεις περισσότερο πιστευτός.
     
  4. Τυπικό. Αδιαφόρησε για το τυπικό των ιερών Ακολουθιών. Το τυπικό δεν είναι ουσιαστικό. Κόψε και ράψε τις Ακολουθίες στα μέτρα σου. Μη διαβάζεις ψαλτήρι και αναγνώσματα της Παλαιάς Διαθήκης διότι ο κόσμος δεν καταλαβαίνει την αρχαία γλώσσα. Δώσε εντολή στους ψάλτες να μην λένε όλο το "Κύριε εκέκραξα" στον εσπερινό και να παραλείπουν τις περισσότερες ωδές στον όρθρο. Να κάνεις τα πάντα με τον γρήγορο και εύκολο τρόπο.
     
  5. Συμπεριφορά. Κατά τη διάρκεια των ιερών Ακολουθιών φρόντιζε να κάνεις άγαρμπες, βιαστικές και νευρικές κινήσεις. Κάνε ότι κάνεις με αδιαφορία και χωρίς βιωματική συμμετοχή. Όταν βγαίνεις στην Ωραία Πύλη ή όταν λιβανίζεις, να παρατηρείς εξεταστικά τους πιστούς ή να αφήνεις το βλέμμα σου να πλανάται με αδιαφορία δεξιά και αριστερά.
     
  6. Άμφια. Στη Θεία Λειτουργία να φοράς άμφια με χτυπητά χρώματα και πολλά ψεύτικα στολίδια. Προσπάθησε να φαίνεσαι φανταχτερός. Νιώσε ανωτερότητα και καμάρι για την εμφάνισή σου.
     
  7. Παρατηρήσεις. Στα σημαντικά σημεία της Θείας Λειτουργίας όπως στο Χερουβικό ύμνο ή στον καθαγιασμό των τιμίων δώρων ή πριν από τη Θεία Μετάληψη δώσε με αυστηρό τόνο συστάσεις ευπρέπειας και καλής συμπεριφοράς στο εκκλησίασμα. Αν κάποιο παιδάκι κλάψει, τρέξει ή φωνάξει σύστησε με αυστηρό τρόπο στη μητέρα του να το βγάλει έξω ή να το ησυχάσει.
     
  8. Καθαριότητα εικόνων. Μην φροντίσεις για τον συνεχή καθαρισμό των εικόνων τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές. Άφησε να συσσωρεύεται σάλιο και κραγιόν στο προστατευτικό τζάμι των εικόνων ώστε οι πιστοί να νιώθουν περισσότερο αηδία ενώ προσκυνούν παρά κατάνυξη.
     
  9. Κεριά και λιβάνι. Βάλε στο παγκάρι το φτηνό, άοσμο και αλύγιστο κερί που θυμίζει σαπούνι. Βάλε τιμές ανάλογα με το μέγεθος του κεριού.

    Χρησιμοποίησε φτηνό λιβάνι. Τοποθέτησε το λιβάνι στο καρβουνάκι λίγα λεπτά πριν αρχίζεις να θυμιατίζεις ώστε όταν φτάσεις στους πιστούς να βγαίνει από το θυμιατό μόνο κάπνα και καθόλου άρωμα. Μην προσθέτεις συμπληρωματικό λιβάνι στο καρβουνάκι όση ώρα και αν χρειαστεί να θυμιατίσεις.
     
  10. Εκφωνήσεις. Να εκφωνείς τις ευχές σαν να βγάζεις άναρθρες κραυγές ώστε κανείς να μην καταλαβαίνει αυτό που λες. Να ψέλνεις επιτηδευμένα και επιδεικτικά σα να τραγουδάς σε κέντρο διασκέδασης. Ξέχνα ότι απευθύνεσαι στο Θεό και φρόντισε να αρέσεις στους ακροατές και στον εαυτό σου. Όταν διαβάζεις χύμα να τρως τα λόγια σου από κεκτημένη ταχύτητα. Να διαβάζεις μόνο τα φωνήεντα των λέξεων και να παραλείπεις τα σύμφωνα. Σημασία έχει αυτό που λες και όχι ο τρόπος που το εκφράζεις. Να σκέπτεσαι ότι κανείς δεν νοιάζεται και δεν καταλαβαίνει τα δρώμενα. Φόρτωσε τη φωνή σου με ασύστολη ένταση και πίστεψε ότι με αυτό τον τρόπο θα προκαλέσεις κατάνυξη.
     
  11. Στη Θεία Μετάληψη χρησιμοποίησε οίνο μέτριας ποιότητας και ρίξε στο Άγιο Δισκοπότηρο μεγάλη ποσότητα ζέοντος ώστε να χάνεται η γεύση του κρασιού. Την ώρα της Θείας Μετάληψης βάλε στη λαβίδα ελάχιστο οίνο-αίμα και καθόλου άρτο-σώμα. Μη προσφωνήσεις το όνομα του πιστού που μεταλαμβάνει. Αδιαφόρησε για το ότι κρατάς στα χέρια σου τον ίδιο το Θεό. Κάνε βιαστικές και απρόσεχτες κινήσεις. Να προσφέρεις το σώμα και το αίμα του Κυρίου σου με προχειρότητα σαν να κερνάς κάποιο γλυκό. Φρόντισε να συνεχιστεί η ροή της Ακολουθίας ενώ οι πιστοί μεταλαμβάνουν ώστε να ακούνε το "είδομεν το φως το αληθινό" πριν μεταλάβουν. Μοίραζε το αντίδωρο βιαστικά με τα δύο σου χέρια σε δυο-δυο πιστούς για να ξεμπερδεύεις. Φρόντισε την ώρα που θα μοιράζεις το αντίδωρο να έχουν σταματήσει οι ψάλτες ώστε να ακούγεται στο ναό μόνο οχλαγωγία. Απόφυγε να διαβαστεί η Ευχαριστία μετά τη Θεία Μετάληψη με το πρόσχημα ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται.
     
  12. Ζητιάνοι. Τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές επέτρεψε στους ζητιάνους να ζητιανεύουν ακριβώς έξω από την πόρτα της Εκκλησίας ώστε όποιος μπαίνει στο ναό να παίρνει μια γερή δόση μιζέριας, φρίκης, ψευτιάς και αγανάκτησης. Με αυτό τον τρόπο οι πιστοί που σπάνια εκκλησιάζονται και έχουν μια επιφανειακή σχέση με το Θεό θα μπορέσουν συνδέσουν βιωματικά τον Εκκλησιασμό με αρνητικά συναισθήματα.
     
  13. Αργύρια. Με κάθε ευκαιρία να ζητάς χρήματα από το Εκκλησίασμα. Τοποθέτησε μεγάλα κουτιά πάνω στο παγκάρι με επιγραφές που να εξηγούν για ποιο σκοπό μαζεύονται τα χρήματα. Στη Θεία Λειτουργία κάνε περιφορά δίσκων. Βγάλε τους δίσκους στην πιο κατανυκτική στιγμή της Ακολουθίας ώστε οι πιστοί συγκινημένοι να δώσουν περισσότερα. Βάλε ταρίφες στα μυστήρια του γάμου και της βάπτισης. Όταν πηγαίνεις στα σπίτια για ευχέλαιο ή αγιασμό να παίρνεις χωρίς συστολή τα χρήματα που σου προσφέρουν. Πίστεψε ότι δικαιούσαι να αμείβεσαι για τις υπηρεσίες που προσφέρεις. Μη ξεχνάς ότι στη συνείδηση της πλειοψηφίας των πιστών δεν υπάρχει η υποψία ότι οι παπάδες είναι φιλοχρήματοι.
     
  14. Προβληματικοί συνεργάτες. Φρόντισε να επιλέξεις εγωκεντρικούς, πικρόχολους και οξύθυμους συνεργάτες-επιτρόπους. Βοήθησέ τους να αισθάνονται αρχηγοί στο χώρο της Εκκλησίας και πείσε τους να συμπεριφέρονται ως εξουσίαν έχοντες. Ανάθεσέ τους το ρόλο της αστυνόμευσης των πιστών μέσα στο Ναό. Που και που να τσακώνεσαι μαζί τους μπροστά στους πιστούς.
     
  15. Συναντήσεις. Μην οργανώνεις ποτέ ομαδικές δραστηριότητες (εκδρομές, καφέ, κοινωνική διακονία, ομιλίες κλπ) ώστε να μην έχουν την ευκαιρία να γνωριστούν οι ενορίτες μεταξύ τους ούτε να καλλιεργήσουν μια προσωπική σχέση μαζί σου.
Όταν θα έχεις εφαρμόσει όλες τις παραπάνω τακτικές και θα έχεις πετύχει να έρχονται στις Κυριακάτικες Θείες Λειτουργίες μόνο 2-3 άγιες γιαγιάδες τότε να πιστεύεις και να διαδίδεις ότι ο κόσμος δεν πατάει στην Εκκλησία για τους τρεις παρακάτω λόγους:
  1. H κοινωνία έχει "χαλάσει".
  2. Το μόνο που ενδιαφέρει το σύγχρονο άνθρωπο είναι το χρήμα, η κατανάλωση και η καλοπέραση.
  3. Η τηλεόραση και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης διαστρέφουν και αποπροσανατολίζουν. Σημ. 2

Σημ. 1. Θυμήθηκα γράφοντας αυτές τις γραμμές ένα Αγιορείτικο ανέκδοτο:
"Παιδί μου, να Εκκλησιάζεσαι στην ενορία σου"

Σημ. 2. Για την αποχή των νέων παιδιών από το Ναό μπορείς να χρησιμοποιήσεις τρία επιπλέον επιχειρήματα ώστε να αποποιηθείς την ευθύνη, να απωθήσεις την ενοχή και να αναπαύσεις τη συνείδησή σου:
  1. Φταίνε τα ηλεκτρονικά παιχνίδια και το Ίντερνετ.
  2. Φταίνε οι γονείς και οι δάσκαλοι που δεν δίνουν σωστή αγωγή.
  3. Φταίει ο Χάρυ Πότερ.

Η ΙΕΡΑ ΜΑΣ ΜΟΝΗ ΑΠΟ ΨΗΛΑ!

ΟΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ