Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οσιακός βίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οσιακός βίος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

31 Μαΐου 2020

Η «χαζή» και οι έξυπνες - Βίος Οσίας Ισιδώρας της δια Χριστόν σαλής (31 Μαΐου)

Η «χαζή» και οι έξυπνες




Πολλές φορές συμβαίνει να μην είναι τόσο ορατή η εσωτερική ομορφιά της ζωής της μετανοίας και του σταθερού αγώνα κατά της αμαρτίας και των παθών.
Κάτι τέτοιο συνέβη με μια μοναχή Ισιδώρα, που ζούσε σε ένα μοναστήρι στην Αίγυπτο.
Διαβάζουμε την ιστορία της στο βιβλίο που λέγεται Λαυσαϊκό.

Η Ισιδώρα αγάπησε την ταπείνωση και την απλότητα και προσπαθούσε να ζει όσο το δυνατόν πιο αθόρυβα. Δυστυχώς όμως δεν είναι σπάνιο, όσο πιο ταπεινός προσπαθεί να είναι κανείς, τόσο περισσότερο οι κατεργαραίοι του κόσμου τούτου τον θεωρούν αντικείμενο εκμετάλλευσης· τον θεωρούν κορόιδο.

Το μεγαλείο της εσωτερικής και πνευματικής ομορφιάς εξαρτάται από την δύναμη που έχεις να υπομένεις, όταν οι άλλοι σε θεωρούν κορόιδο. Ο Χριστός, βέβαια, μας συμβούλεψε να έχουμε την φρονιμάδα των φιδιών και να μη δεχόμαστε αδιάκριτα καρπαζιές από τον καθένα.
Ο Ίδιος ζήτησε τον λόγο από τον υπηρέτη που τον χαστούκισε, όταν δικαζόταν από τον Άννα. Τελικά όμως δίνοντας το ύψιστο παράδειγμα της Άκρας Ταπείνωσής Του, υπέμεινε όλο τον πόνο του σταυρικού Του θανάτου αδιαμαρτύρητα· «λοιδορούμενος ουκ αντελοιδόρει· πάσχων ουκ ηπείλει…· τω μώλωπι αυτού ιάθημεν» (Α’ Πέτρου, 2, 23). Με τις πληγές του, που Τον έκαναν να μην έχει «ούτε κάλλος ούτε είδος», όχι απλώς θεραπεύτηκαν οι δικές μας πληγές αλλά μας έδωσε τη δυνατότητα να αποκτήσουμε ασύγκριτα μεγαλύτερη ομορφιά από «το αρχαίο μας κάλλος».

Το κλειδί για την απόκτηση αυτής της ομορφιάς είναι η χριστομίμητη ταπείνωση. Ένα από τα πιο επικίνδυνα πάθη των ανθρώπων είναι να προσπαθούν να αποκτούν δόξα και υπόληψη από τον έπαινο των άλλων.
Γι’ αυτό, όσο πιο πολύ ο άνθρωπος ξέρει να καταφρονεί τα «μπράβο» των άλλων και να ζητάει δόξα για τις πνευματικές του αρετές, τόσο πιο πολύ η εσωτερική του ομορφιά μεγαλώνει.
Και όσο πιο πολύ ο άνθρωπος τέρπεται από τους επαίνους των άλλων, τόσο πιο πολύ διαστρέφεται εσωτερικά και φτάνει σε βαθμό να μην τον πειράζει ποιος είναι εκείνος που τον επαινεί· έτσι μπορεί να καμαρώνει ακόμα κι όταν τον επαινούν κλέφτες, λωποδύτες και όλα τα κακοποιά στοιχεία του κόσμου.
Η μοναχή, λοιπόν, Ισιδώρα λόγω ακριβώς της απλότητας και ταπείνωσής της έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης – όσο και να φαίνεται παράξενο – από τις άλλες καλόγριες. Τα μοναστήρια δεν φιλοξενούν μόνο αξιοθαύμαστους αγωνιστές αλλά και ράθυμους και φυγόπονους.
Όσο καλές και αν ήταν εκείνες οι μοναχές, υπήρχαν και μερικές που σκέφτονταν για την Ισιδώρα: «Έτσι χαζούλα και πρόθυμη που φαίνεται η κακομοίρα, άστηνε να κάνει αυτή τις αγκαροδουλειές!»
Και το ακόμη χειρότερο, υπήρχαν και κάποιες που την περιπαίζανε για την απλότητά της.

Εκείνη την εποχή υπήρχε ένας μεγάλος Γέροντας, ο όσιος Πιτηρούν. Το ότι, όμως, ήταν
όντως ενάρετος, δεν σημαίνει ότι δεν τον ενοχλούσε και η σκέψη: «Δόξα τω Θεώ, αγωνίζομαι όσο μπορώ. Άραγε υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι που να αγωνίζονται, όπως εγώ»;
Και ο Θεός για να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει τον λογισμό υπερηφάνειας, του έστειλε άγγελο, που του είπε: «Δεν είσαι ο καλλίτερος στον κόσμο. Υπάρχει μια μοναχή στο τάδε Μοναστήρι που σε ξεπερνάει σε ταπείνωση. Θα τη γνωρίσεις από το στέμμα που φοράει στο κεφάλι της».
Ξεκίνησε τότε να πάει να τη βρει για να ωφεληθεί, να ακούσει συμβουλή και διδασκαλία. Όταν μπήκε μέσα στο Μοναστήρι, βρήκε την ηγουμένη και της ζήτησε να δει όλες τις μοναχές μία προς μία. Ήρθαν όλες αλλά εκείνη δεν φάνηκε πουθενά.
Ο άγιος Πιτηρούν δεν έβλεπε την εσωτερική ωραιότητα, που ήθελε και περίμενε να βρει, στο πρόσωπο καμιάς.
Και τότε ρώτησε: «Μήπως υπάρχει και καμιά άλλη αδελφή»;
«Όχι», λέει, η ηγουμένη.
«Και όμως λείπει μία» επέμενε ο άγιος, «αυτή που μου υπέδειξε ο άγγελος».

Λέει, λοιπόν, τότε η ηγουμένη: «Έχουμε και μια, του λέει, αββά, που είναι στο μαγειρείο αλλά είναι λίγο χαζή».
«Φέρτε τη κι εκείνη», είπε ο άγιος.
Πήγαν, λοιπόν, και τη βρήκαν να πλένει τα μεγάλα καζάνια του Μοναστηριού και να είναι γεμάτη από λίγδες και μουτζούρες. Την έφεραν τραβώντας την, γιατί εκείνη αντιλήφθηκε προφανώς την αιτία· ίσως να της το απεκάλυψε ο Θεός.
Όταν την είδε ο άγιος, διέκρινε αμέσως την πνευματική ομορφιά της ταπείνωσής της και βεβαιώθηκε και από το… «στέμμα» που φορούσε· το «στέμμα» ήταν ένα κουρέλι που φορούσε αντί για κουκούλι!

Τότε έπεσε στα πόδια της και ζήτησε την ευχή της. Έπεσε κι εκείνη στα πόδια του και είπε: «Εσύ να με ευλογήσεις, άγιε πάτερ».

Οι άλλες μοναχές τα έχασαν και του είπαν: «Γέροντα μην εξευτελίζεσαι. Αυτή είναι κουτή». Γυρίζει ο άγιος και τους λέει: «Εσείς είσαστε ανόητες. Αυτή είναι καλύτερη και από σας και από μένα. Και εύχομαι ο Θεός να με αξιώσει να βρεθώ μαζί της την ημέρα της Κρίσεως»!


Από το βιβλίο του † Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου, «Εγερτήρια μηνύματα», έκδοση Ι. Μ. Προφήτου Ηλιού-Πρέβεζα 2020, σ. 36-39.

22 Μαΐου 2020

Ασκητές μέσα στον κόσμο Γ’: π. Γεώργιος Χαραλαμπίδης


O Γεώργιος γεννήθηκε στὶς 4 Νοεμβρίου 1929 στὸ Κρίμσκι Ρωσσίας ἀπὸ τὸν Θεόδωρο Χαραλαμπίδη καὶ τὴν Βασιλική. Εἶχε ἄλλα ἕξι ἀδέλφια: τὸν Δημήτριο, τὸν Ἀναστάσιο, τὸν Θεόδωρο, τὴν Σοφία, τὴν Κυριακὴ καὶ τὴν Ματρώνα.

Ὁ πατέρας του Θεόδωρος τοῦ Γεωργίου, ἦταν καπνέμπορος στὸ Νοβοροσίσκι μὲ 70 Ρωσσίδες ἐργάτριες. Καλλιεργοῦσε 500 στρέμματα καπνοχώραφα καὶ ἐπεξεργαζόταν τὸν καπνό.

Ὁ Γεώργιος ἀγαποῦσε ἀπὸ μικρὸ παιδὶ τὸν Θεό. Τὴν βαθειά του πίστη του τὴν ἐμφύτευσε ἡ θεοσεβὴς μητέρα του Βασιλική, ποὺ τὸν δίδαξε τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ ἀπὸ μικρὸ παιδί.

Τὸ 1932 πρόσφυγες ἦλθαν στὸν Πειραιᾶ καὶ ἀμέσως μετὰ ἐγκαταστάθηκαν στὴν Δρᾶμα καὶ κατόπιν στὶς Κρηνῖδες Καβάλας. Ἦταν μὲν πλούσιοι πρόσφυγες, ἀλλὰ ἀντιμετώπισαν δυσκολίες ἐπιβίωσης, ἀφοῦ τὰ κεφάλαια ποὺ ἔφεραν σὲ ρωσσικά χρήματα δὲν ἔγιναν δεκτὰ ἀπὸ τὴν τράπεζα, ὁπότε καὶ ἐπτώχευσαν. Ἔτσι ἐπιβίωσαν, χάριν στὴν φροντίδα τοῦ Ἱερέα τῆς περιοχῆς.

Ἡ μητέρα του τὸν μικρὸ Γεώργιο τὸν ξυπνοῦσε τὰ μεσάνυχτα γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Καὶ συνέβαινε τὸ ἑξῆς παράδοξο: Ἐπειδὴ δὲν ἔβρεχε τότε, μετὰ τὴν νυχτερινὴ προσευχή, τὸ πρωὶ τὰ χωράφια τῆς οἰκογένειάς τους ἦταν ποτισμένα, ἐνῶ τὰ συνορεύοντα γύρω – γύρω ἦταν σκαμένα ἀπὸ τὴν ξηρασία. Τὸ γεγονὸς προκαλοῦσε τὸν θαυμασμὸ τῶν γειτόνων.

Ὁ Γεώργιος ὅταν ἦταν στὴν παιδικὴ ἡλικία ἔκανε αὐτοσχέδια ἱερὰ σκεύη καὶ μάζευε τοὺς φίλους του κάνοντας ἀναπαράσταση τῆς Θ. Λειτουργίας, ὡς ἱερέας ὁ ἴδιος. Τὶς Κυριακὲς μάζευε τοὺς φίλους του καὶ τοὺς ἔβαζε στὴν γραμμή, ὁδηγῶντας τους στὴν Ἐκκλησία.

Ἀγαποῦσε πολὺ τὸν μοναχισμό, ἀλλὰ ὁ πατέρας του δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ γίνη μοναχός. Σπούδασε στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Σχολὴ τῆς Ξάνθης. Ἀπεφοίτησε καὶ ἀφοῦ νυμφεύθηκε τὴν Παρθένα Σελαλμαζίδου, κόρη τοῦ Ἱερέως Ἰωάννου Σελαλμαζίδη, ποντιακῆς καταγωγῆς, χειροτονήθηκε διάκονος στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Ξάνθης. Ἀπέκτησε ἑπτὰ παιδιά. Ἡ Βασιλικὴ ἀπεβίωσε ἀπὸ ἰατρικὸ λάθος, ἡ Δέσποινα ἀπέκτησε 4 τέκνα, ὁ ἱερέας Θεόδωρος ἔγγαμος χωρὶς τέκνα, ἐγὼ ὁ Γρηγόριος 3 τέκνα, ἡ Μαρία 3 τέκνα καὶ ἡ Βασιλική, ποὺ πῆρε τὸ ὄνομά της ἤδη ἀποθανούσης πρώτης ἀδελφῆς της, ἄγαμη.

Ὅταν φοιτοῦσε στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Σχολὴ Ξάνθης τὴν περίοδο τῆς Γερμανικῆς κατοχῆς, ἦρθαν οἱ κουμμουνιστοσυμμορίτες γιὰ παιδομάζωμα καὶ διέταξαν ἔξω ἀπὸ τὴν αὐλὴ τῆς Σχολῆς νὰ βγοῦν οἱ μαθητὲς καὶ νὰ τοὺς ἀκολουθήσουν. Ὁ Διευθυντὴς τῆς Σχολῆς, π. Ἀθανάσιος Παντοκρατορινός, μαζὶ μὲ τὸν πατέρα μου τοὺς παραπληροφόρησαν ὅτι δῆθεν εἶναι ναρκοπεδευμένο τὸ μέρος ἀπὸ τὸν στρατὸ καὶ θὰ σκοτώνονταν ὅλοι οἱ μαθητὲς καὶ αὐτοί, ἂν ἔβγαιναν ἔξω νὰ τοὺς ἀκολουθήσουν. Ἔκανε ἕνα τέχνασμα ὁ Διευθυντής, καὶ γιὰ νὰ ἀποδείξει ὅτι λέει ἀλήθεια, ἔρριξε ἕνα σκυλάκι μαζὶ μὲ μιὰ χειροβομβίδα καὶ πίστευσαν οἱ ἀπαγωγεῖς ὅτι εἶναι ναρκοπεδευμένο τὸ μέρος καὶ ἔτσι ἐγκατέλειψαν τὸ ἄνομο σχέδιό τους καὶ ἔφυγαν. Ἔτσι γλύτωσαν οἱ μαθητὲς τὸ παιδομάζωμα μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

Ὡς διάκονος ἀνέλαβε καθήκοντα πρωτοσυγκέλλου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ξάνθης ἐπὶ ἀρχιερατείας Ἐπισκόπου κ. Ἀντωνίου. Ὑπηρέτησε ὡς Ἱερεὺς στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίου Ἐλευθερίου, ποὺ τὸν ἐπέκτεινε.

Ὅταν χειροτονήθηκε ἱερέας, κάποτε πῆγε νὰ καταλύση τὸ ὑπόλοιπο τῆς Θ. Κοινωνίας καὶ ἀντίκρυσε ἔκπληκτος τὸ Ἅγιο Ποτήριο νὰ ἔχη μέσα αἷμα καὶ σάρκα. Ρώτησε τότε τὸν Ἐπίσκοπό του τί πρέπει νὰ πράξη καὶ ἐκεῖνος τοῦ εἶπε νὰ τὸ καταλύση.

Θερμὸς στὴν πίστη ἔχαιρε ἐκτιμήσεως καὶ ἀπὸ τοὺς Χοτζάδες τῆς Ἐπαρχίας. Μὲ ἐπαφὲς ποῦ εἶχε, ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ δημιούργησε σὲ κάποιους τὴν ἐπιθυμία νὰ ἐκχριστιανισθοῦν. Ἀπέδειξε μὲ ἕνα παράδειγμα γιὰ τὴν ὀρθότητα τῆς χριστιανικῆς πίστης ὡς ἑξῆς: Διάβασε ἁγιασμὸ καὶ πρότεινε στὸν Χότζα νὰ διαβάση καὶ ἐκεῖνος κατὰ τὴν πίστη του. Ἀσφάλισαν κατὰ τόπιν τὰ διαβασμένα ὕδατα στὸν Μιναρὲ μὲ δύο κλειδιά. Μετὰ ἀπὸ ἡμέρες ἔφεραν ἕνα κατσίκι διψασμένο νὰ πιή νερὸ ἀπὸ τὸν «ἁγιασμὸ» τοῦ Χότζα. Τὸ ζῶο ἀφοῦ μύρισε τὸ νερό, ἀνέτρεψε τὸ δοχεῖο μὲ τὰ κέρατά του. Κατόπιν ἔβαλαν νὰ δοκιμάση ἀπὸ τὸν ἁγιασμὸ τοῦ παππᾶ-Γιώργη. Τὸ ζῶο ἀφοῦ μύρισε τὸν ἁγιασμό, βύθισε ὅλο τὸ κεφάλι του στὸ νερὸ καὶ ἤπιε ὅλο τὸν ἁγιασμό.

Ὁ Χότζας, ὅταν εἶδε τὸ θαῦμα, ζήτησε νὰ γίνη χριστιανός. Ὅταν τὸ πληροφορήθηκαν καὶ οἱ ἄλλοι Χοτζάδες, ἀποφάσισαν νὰ βαπτισθοῦν. Μόλις ὅμως ἔμαθε ὁ Μουφτῆς τὸ γεγονός, ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο τὴν ἐκτόπιση τοῦ παπα-Γιώργη, τὴν διάψευση τοῦ γεγονότος καὶ τὴν διακοπὴ ἐπαφῶν μὲ τοὺς Χοτζάδες.

Ὁ Μητροπολίτης ζήτησε ἀλλαγὴ τακτικῆς ἀπὸ τὸν παπα-Γιώργη γιὰ εὐνόητους λόγους, ἐκεῖνος ὅμως ἀπέμενε στὴν ὁμολογία του. Ζήτησε γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ νὰ υπερετήση στὸ στράτευμα, ὥστε νὰ ἀπομακρυνθῆ. Ἔτσι μὲ συστατικὴ ἐπιστολὴ τοῦ Μητροπολίτου καὶ Βασιλικὸ Διάταγμα κατετάγη ὡς Υπολοχαγός στὸ Σῶμα Στρατιωτικῶν Ἱερέων. Ὑπηρέτησε ἐπὶ δεκαπενταετία στὶς Ἔνοπλες Δυνάμεις μὲ ἀγάπη καὶ θεῖο ζῆλο. Μεγάλη ἦταν ἡ προσφορά του στὴν στρατευμένη νεολαία. Ὑπηρέτησε στὸ Κιλκίς, στὴν Καβάλα καὶ στὸ 424 Στρατιωτικὸ Νοσοκομεῖο Θεσσαλονίκης.

Ὅταν ὑπηρετοῦσε στὸ στράτευμα, ἕνας συνταγματάρχης, ὀνόματι Κατωπόδης, κατὰ τὴν διάρκεια στρατιωτικῆς ἄσκησης, βγῆκε τὴν νύχτα ἀπὸ τὴν σκηνή του καὶ ὅταν γύρισε εἶχε στραβώσει 90 μοῖρες τὸ στόμα του. Στὸ νοσοκομεῖο παρὰ τὶς προσπάθειες τῶν γιατρῶν δὲν θεραπεύτηκε. Ὁ παθὼν κάλεσε τὸν παπα-Γιώργη νὰ τὸν διαβάση. Ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἄποψη τοῦ παπα-Γιώργη εἶχε ὑποστῆ ἐπίθεση κακοῦ πνεύματος, τοῦ διάβασε ἐξορκισμὸ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ὁποίου οἱ γιατροὶ γελοῦσαν, λέγοντας ὅτι εἶναι ψύξη καὶ εἶναι περιττὸς ὁ κόπος. Ὅταν ἔφθασε στὸ σημεῖο «δαιμόνιων ἀκάθαρτων ἔξελθε, φύγε, δραπέτευσον», ίσιαξε τὸ στόμα τοῦ ἀσθενοῦς, ποὺ εἶπε ἔκπληκτος «νὰ τος, νὰ τος, πάτερ, φεύγει», καὶ περιέγραφε τὸν δαίμονα μὲ χρῶμα κόκκινο καὶ μὲ κέρατα.

Τὸ 1969 ἦλθε σὲ προσωπικὴ δημόσια ἀντίθεση μὲ τὸν δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο ἐνώπιον χιλιάδων λαοῦ. Τοῦ ζήτησε νὰ ἐπαναφέρη τὴν χώρα στὸν Κοινοβουλευτισμό, νὰ ἐπαναφέρη τοὺς ἐξορίστους, διότι ἄλλως εἶναι ἐπίορκος. Ὁ δικτάτωρ τον μετέθεσε δυσμενῶς στὸν ‘Εβρο καὶ σύντομα τὸν ἀπέλυσε γιὰ τὴν ἀντιδικτατορική του δράση μὲ προσωπικὴ διαταγή.

Τὸ θέμα τῆς ἀποκαταστάσεώς του ἦλθε ἀργότερα στὴν Βουλή, ἀλλὰ δὲν δικαιώθηκε, παρ’ ὅτι ζητήθηκε κατὰ πλειοψηφίαν ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα. Δύο φορὲς θῦμα μοναδικό, χωρὶς δικαίωση.

Μετὰ τὴν ἀπόλυσή του ἀπὸ τὸ στράτευμα ἔμεινε ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα ὡς ἀνεπιθύμητος σὲ διαθεσιμότητα, χωρὶς ἐνορία καὶ μισθό, παρὰ τὸ ὅτι ἦταν πολύτεκνος καὶ κατὰ πάντα ἄξιος καὶ καλλίφωνος ἱερέας.

Ἀκολούθησε ἡ πρόσληψή του ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Βεροίας κ. Παῦλο, στὴν ἐνορία τοῦ Διαβατού. Ἐκεῖ συνέβη τὸ ἑξῆς θαυμαστὸ γεγονός: Μία ἐνορίτισσα, βοηθὸς στὸ πνευματικὸ ἔργο τῆς Ἐνορίας, ἀπεβίωσε ἔξαφνα. Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, καὶ ἐνῶ εὑρισκόμουν μαζί του στὴν Βέροια, πληροφορηθήκαμε τὰ περὶ θανάτου ἀπὸ κάποιον ἐνορίτη. Ὕστερα μὲ ρώτησε ὁ πατέρας μου, ἂν ἤθελα νὰ πᾶμε νὰ τὴν ἀναστήσωμε. Ἐγὼ (Γρηγόριος) ἀπορημένος ρώτησα, ἂν μποροῦμε νὰ τὴν ἀναστήσωμε καὶ μοῦ ἀπάντησε: «Καὶ βέβαια μποροῦμε!». Τότε συμφώνησα καὶ ἀναχωρήσαμε ἀμέσως γιὰ τὸ χωριό.

Μπήκαμε στὸν Ἱερὸ Ναὸ γιὰ νὰ πάρη Μεγάλο Ἁγιασμὸ καὶ τὴν θ. Κοινωνία. Κρατῶντας ἐγὼ ἕνα κερὶ ἀναμμένο, πήγαμε στὸ σπίτι τῆς θανούσης. Ἐκεῖ ἀντικρύσαμε τὸν γιατρό, ποὺ μετὰ τὴν νεκροψία ἐξέδωσε τὸ πιστοποιητικὸ θανάτου. Ὁ γιατρός μας ἀποδοκίμασε λέγοντας ὅτι ἔχει παγώσει τὸ λείψανο καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ θ. Κοινωνία σὲ νεκρό. Ὁ πατέρας μου τὸν πληροφόρησε ὅτι θὰ τὴν ραντίση μὲ Ἁγιασμό, παρὰ τὴν ἀντίρρηση τοῦ γιατροῦ.

Ἀπευθύνθηκε στὴν θανοῦσα μὲ τὰ ἑξῆς : «Φωτεινή, ἄνοιξε τὰ μάτια σου», καὶ ἀμέσως τὴν ράντισε. Τότε, ώ τοῦ θαύματος!, ἄνοιξε τὰ μάτια της. Στὴ συνέχεια τὴν πρόσταξε: «Φωτεινή, ἄνοιξε τὸ στόμα σου», καὶ ἐκείνη τὸ ἄνοιξε. Τὴν κοινώνησε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια καὶ ἡ Φωτεινὴ σηκώθηκε καὶ κάθησε. Ὁ γιατρὸς καὶ οἱ παριστάμενοι ἔμειναν ἄφωνοι μπρὸς στὴν θεία δύναμη. Ἔκτοτε ἔζησε ἄλλα 17 ἔτη ἀκόμη καὶ συνέχιζε ὡς υπερήλικη νὰ βοηθᾶ στὸν Ναό.

Δόξα τὸν Κύριο ποὺ μὲ ἀξίωσε καὶ μὲ ἐλέησε νὰ ζήσω αὐτὸ τὸ σπάνιο γεγονός, ποὺ ὅλοι στὸ χωριό το γνωρίζουν καὶ τὸ βεβαιώνουν. Ζεῖ ἀκόμη ἡ κόρη της ἡ κυρία Ἑλένη Παπαδοπούλου- Μουρατίδου τοῦ Γεωργίου, ποὺ ἦταν παροῦσα στὴν νεκρανάσταση τῆς μητέρας της.

Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἦταν καλός, ἔβλεπε ὁ παπα-Γιώργης στὸ κεφάλι του φωτοστέφανο, ἐνῶ στὸν κακὸ κέρατα στὸ κεφάλι του. Πολλὲς φορὲς διάβαζε ἀνθρώπους ἀπὸ ἀπόσταση καὶ θεραπεύονταν ἀμέσως.

Προσευχόταν ἀδιαλείπτως ὅ,τι καὶ ἂν ἔκανε καὶ κάτω ἀπὸ ὁποιεσδήποτε συνθῆκες καὶ μὲ τὸ κομποσχοίνι. Ἡ βασικὴ προσευχή του ἦταν ἡ Εὐχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Ὅταν δὲν εἶχε ἐνοριακὰ καθήκοντα ἔκανε Ὄρθρο, Ἑσπερινό, Ἀπόδειπνο, Παρακλήσεις, Ἁγιασμούς, Εὐχέλαια στὸ σπίτι. Ὅταν ἀναφερόταν στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου δὲν ἔλεγε ποτέ ὁ Χριστός, ἀλλὰ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ὅταν συνάντησε τὸν π. Άνθιμο τὸν Πνευματικὸ στὴν Ἁγία Ἄννα, ὁ π. Άνθιμος του εἶπε: «Παιδί μου, ἐσὺ δὲν σταματᾶς νὰ προσεύχεσαι ποτέ!». Στὴν θ. Λειτουργία στὸ «Σὲ ὑμνοῦμεν…» γονάτιζε καὶ ἀκουμποῦσε τὸ πρόσωπό του στὸ ἔδαφος.

Κρατοῦσε τὶς νηστεῖες ὅλες καὶ «θεοδώριζε», δηλαδὴ μία ἑβδομάδα δὲν ἔτρωγε καὶ δὲν ἔπινε τίποτε. ‘Εκανε τρόπον τινὰ δῶρο στὸν Θεὸ τὸν κόπο τῆς νηστείας.
Ἦταν ἀφιλοχρήματος καὶ ἐλεήμων.

Γνώριζε Βυζαντινὴ Μουσικὴ καὶ ἦταν πολὺ καλλίφωνος. Τὰ μικρὰ παιδιὰ τὰ ἔφερνε στὸ Ψαλτήρι γιὰ νὰ μάθουν νὰ ψάλλουν.Γνώριζε ἁγιογραφία καὶ ψηφιδωτό.

Ἦταν πτυχιοῦχος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Δὲν καλλωπιζόταν καὶ συνιστοῦσε καὶ στοὺς συναδέλφους του νὰ πράττουν τὸ ἴδιο.

Ἦταν Πνευματικός-ἐξομολόγος καὶ εἶχε πολλὰ πνευματικὰ τέκνα.

Στὸ Νοσοκομεῖο ΑΧΕΠΑ ποὺ νοσηλεύτηκε κάποτε, συνέβη τὸ ἑξῆς θαυμαστὸ γεγονός: Ἤμουν παρὼν καὶ ἡ ἀδελφή μου Βασιλική, ὅταν ἕνας δημοσιογράφος ἐξ Ἀθηνῶν μὲ τὸ ὄνομα Τόλης μὲ βαρὺ ἐγκεφαλικό, κατέληξε ἐγκεφαλικὰ νεκρός. Οἱ γιατροὶ πληροφόρησαν τὴν σύζυγό του, ὅτι θὰ τὸν ἀποσυνδέσουν ἀπὸ τὰ μηχανήματα καὶ πρέπει νὰ εἰδοποιήση τὸ γραφεῖο κηδειῶν νὰ τὸν παραλάβη. Τότε ἡ γυναῖκα του γεμάτη ἐλπίδα καὶ πόνο ζήτησε βοήθεια ἀπὸ τὸν πατέρα μου, διότι ἀγαποῦσε πολὺ τὸν θανόντα.

Θέλοντας τότε νὰ κάνη μετόχους τοῦ θαύματος ὅλους τοὺς παριστάμενους ἀσθενεῖς ρώτησε, ἂν θέλουν νὰ συμπροσευχηθοῦν μαζί του, ὥστε ὁ Τόλης νὰ σηκωθῆ καὶ νὰ φάη μαζί τους τὸ μεσημεριανὸ φαγητό, καὶ δέχθηκαν. Ὅλοι μαζὶ προσευχήθηκαν καὶ ὁ θανὼν ἄνοιξε τὰ μάτια του. Οἱ γιατροὶ βεβαίωσαν τὴν πλήρη θεραπεία του λέγοντα ἔκπληκτοι: «Ἕνας ὁ Λάζαρος καὶ ἕνας ἐσὺ Τόλη». Ζήτησε ὁ αναστάς νὰ φάη καὶ ἔφυγε δοξάζων τὸν Θεόν.

Ὑπηρέτησε ὡς ἐφημέριος στὸ χωριὸ Βαλτοχώρι Βέροιας. Ὁ Πρόεδρος τοῦ χωριοῦ τον παρεκάλεσε νὰ τὸν εὐλογήση γιὰ νὰ κερδίση τὸ ΠΡΟ-ΠΟ μὲ τὴν συμφωνία ὅτι τὰ μισὰ ποὺ θὰ κερδίση θὰ τὰ δώση στὴν Ἐκκλησία. Δίσθασε ὁ πατέρας μου, διότι προεῖδε ὅτι ὁ πρόεδρος δὲν θὰ τηρήση τὸν λόγο του. Ὁ πρόεδρος ἐπέμεινε ὅτι θὰ τηρήσει τὸν λόγο του. Τελικά τον εὐλόγησε καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Κέρδισε 1.500.000 δραχμές.

Ὁ πατέρας του ζήτησε νὰ παραδώση στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐπιτροπὴ τὸ 50%, ὅμως ὁ πρόεδρος ἀρνήθηκε μὲ τὴν δικαιολογία, ὅτι θὰ τὰ παίξη ὅλα ξανὰ καὶ θὰ κερδίση περισσότερα, ὅπως ὁ ἄφρων πλούσιος τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔτσι ὁ πρόεδρος παρέβη τὴν συμφωνία τους, ὅπως ἦταν φυσικὸ καὶ τὸν εἶχε προειδοποιήσει ὁ πατέρας μου ὅτι θὰ τὰ παίξη ὅλα καὶ θὰ τὰ χάση ὅλα, ἔτσι καὶ ἔγινε. Τὰ ἔχασε ὅλα.

Μία ἡμέρα πληροφορηθήκαμε τὸν θάνατο κάποιου συγγενῆ σὲ νοσοκομεῖο ἔπειτα ἀπὸ ἐγχείρηση. Τοῦ εἶχαν ἀφαιρέσει τὸ πεπτικὸ σύστημα. Πήγαμε μαζὶ στὸ σπίτι του καὶ πρὶν τὸν διαβάσῃ μὲ πῆρε στὸ διπλανὸ δωμάτιο καὶ μὲ ρώτησε, ἂν θέλω νὰ τὸν ἀναστήσωμε. Ἐγὼ εἶχα μία ἀπορία· ἀφοῦ δὲν εἶχε πεπτικὸ σύστημα πῶς θὰ γίνη; Μοῦ ἐξήγησε ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἐμπόδιο αὐτὸ τὸ θέμα. Μοῦ ἔθεσε ὅμως ἕναν ὅρο ἀκόμα ποὺ ἦταν ἀπαραίτητο νὰ προηγηθῆ. Μοῦ ζήτησε κάτι ποὺ πρέπει νὰ προσφέρω στὸν Θεό, θυσία λογική: Νὰ ὑποσχεθῶ ἐκείνη τὴν στιγμὴ ὅτι θὰ γίνω μοναχός. Μετὰ νὰ καλέσωμε τὸν νεκρό, καὶ ἦταν βέβαιος ὅτι θὰ ἀναστηθῆ.

Λυποῦμαι ἀπαρηγόρητα ποὺ ἀρνήθηκα καὶ ἐμπόδισα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ χαρίση τὴν ζωὴ στὸν θανόντα, ὥστε νὰ δοξαστῆ τὸ Πανάγιον ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἄς μὲ συγχωρήση ὁ Θεός. 

Εἶχε ἕναν ἀδελφό της μητέρα τοῦ ψευδομάρτυρα τοῦ Ιεχωβά ἀμετάπειστο. Στὸν κῆπο αὐτοῦ τοῦ θείου ὑπῆρχε ἕνα δένδρο, ἀραβικὴ ἀκακία, καὶ τοῦ εἶπε ὅτι θὰ σταυρώσω τὸ δένδρο καί, ἂν ἔχω δίκαιο ὅτι εὑρίσκεσαι σὲ πλάνη, τὸ δένδρο θὰ ξεραθῆ αὐθημερόν. Ἔτσι καὶ ἔγινε, τὸ δένδρο ξεράθηκε αὐθημερόν.

Ἡ δράση του στὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης καθὼς καὶ τὸ ποιμαντικό του ἔργο τον ἀνέδειξε πνευματικὸ παράγοντα τοῦ τόπου. Ὁ Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Λεωνίδας Παρασκευόπουλος τὸν ἀποκαλοῦσε: «Ἀλέξανδρο Μέγα ποὺ δὲν τὸν χωράει ἡ Μακεδονία».

Στὸν Ἅγιο Κωνσταντῖνο πήγαινε ἀνελλιπῶς καὶ συλλειτουργοῦσε ἀπὸ τότε ποὺ ξεκίνησε νὰ χτίζεται ἡ καινούργια ἐκκλησία. Τόσο πολὺ εὐαισθητοποιήθηκε, ὥστε ἔκανε ερράνους καὶ λαχειοφόρες ἀγορὲς καὶ προσέφερε πάρα πολλὰ χρήματα. Ἀνήκει στοὺς κτίτορες τοῦ Ναοῦ.

Τότε ἔπαιζαν πολλὰ παιδάκια στὴν αὐλὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἕνα τὸ φώναξε καὶ τοῦ είπε: «Ἐσύ, νὰ προσέχης νὰ μὴν κάνης ἁμαρτίες, γιατί θὰ γίνης Ἱερέας ὅταν μεγαλώσης», ὅπως καὶ ἔγινε. Ἐπίσης μάζευε τὰ παιδάκια στὴν αὐλὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ μάθαινε τὴν Κλίμακα τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς.

Στὸ τέλος τῆς Ἱερατικῆς του διακονίας ὑπηρετοῦσε στὰ Κοιμητήρια τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου στὴν Πυλαία Θεσσαλονίκης. Ἐκεῖ προετοίμασε τὸν τάφο του καὶ διάβαζε τὴν νεκρώσιμη ἀκολουθία γιὰ τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ μὴν παραληφθῆ κάτι, ὅταν γίνη ἡ κηδεία του.

Τὸ Μ. Σάββατο τοῦ ἔτους 1987, ὅπως ἦταν ὅλοι μαζὶ στὸ σπίτι καθισμένοι στὸν καναπέ, ὁ παπα-Γιώργης ἤρεμα ἐξέπνευσε. Πῆγε κοντά του ὁ γιὸς του π. Θεόδωρος καὶ τὸν φώναξε: «Πατέρα, ξύπνα». Ἐνῶ τὰ ἄλλα ἀδέλφια ἔκλαψαν πικρά, ἐπανῆλθε τότε ὁ παπα-Γιώργης γιὰ λίγο καὶ εἶπε: «Τὰ δάκρυά σας μὲ ἔφεραν πίσω. Γιατί μὲ φέρατε, παιδιά; Μὲ πῆραν Ἄγγελοι καὶ ἔφευγα. Ἦταν πολὺ ὡραῖα καὶ φωτεινά, δὲν μπορεῖτε νὰ φανταστῆτε πόσο χαρούμενος ἤμουν».

Ἦταν μόλις 58 ἐτῶν ὁ χαρισματικὸς ιερεύς τοῦ Ὑψίστου παπα-Γιώργης, ὅταν μετέστη στὴν ὄντως ζωὴ καὶ ἐτάφη στὰ Κοιμητήρια τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου Πυλαία Θεσσαλονίκης τὸ 1987. 

Τὴν εὐχή του νὰ ἔχωμε. Ἀμήν.

[Ἀπόσπασμα ἀπὸ τό βιβλίο: «Ἀσκητὲς μέσα στὸν κόσμο», Γ’ τόμος, Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον (Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος) Μεταμόρφωσης Χαλκιδικής]

(Πηγή ψηφ. κειμένου: agiosgeorgiosavras.blogspot.com)

21 Μαΐου 2020

Ο γερω- Αντώνιος ο Γρηγοριάτης ήταν άνθρωπος του Θεού



Ο γερω-Άντώνιος ο Γρηγοριάτης ήταν άνθρωπος του Θεού. Ήταν τελείως ακτήμων καί στο κελί του δεν είχε σχεδόν τίποτε. Έλεγε συνεχώς το «Θεοτόκε Παρθένε...». 

Έλεγε: «Ο Γέροντας είναι το άλφα καί το ωμέ­γα για τον μοναχό. Να μη στενοχωρήσουμε σε τί­ποτε τον Γέροντα. Τον Γέροντα πρέπει να τον αγα­πούμε πολύ. Δίχως αγάπη δεν γίνεται τίποτε. Αυ­τός είναι ο νόμος του Θεού». 

Είπε κάποτε: «Μου φάνηκε στον ύπνο μου σαν να μου μιλούσε η Παναγία και μου έλεγε: "Θα σας σώσω όλους μόνο να έχετε την μεταξύ σας αγάπη και να κάνετε τα μοναχικά σας καθήκοντα». 

Διηγήθηκε: «Κάποτε ήμουν άρρωστος έκλαιγε καί στενοχωριόμουν, διότι δεν μπορούσα να κάνω τον κανόνα μου. Τότε άκουσα φωνή από τον ουρανό: "Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου, καί μην κλαις. Η υπομονή που κάνεις στην ασθένεια, είναι η καλύτερη προσευχή". Τότε έλαβα μεγάλη χαρά καί παρηγορήθηκα». 

Αρχές του 2002 έμεινε κατάκοιτος. Κατάλαβε ότι είχε καρκίνο, αλλά δεν θέλησε να βγή έξω σε γιατρούς για να εξετασθή. Για οκτώ μήνες έπινε μόνο γάλα καί έκανε εμετούς συνεχώς. Δεν μπορούσε το στομάχι του να κράτηση τίποτε. Δεν είχε καμμία απαίτηση, δεν ζητούσε τίποτε. Καί ενώ ήταν τόσο άσχημα στην υγεία του, το πρόσωπό του έλαμπε από χαρά. Τον ρώτησε ο γηροκόμος πώς είναι, καί απάντησε: «Δεν ξέρω, τί μου συμβαίνει, αλλά συνε­χώς έχω μέσα μου μία μεγάλη χαρά». 

Τον επισκέφθηκε ο Γέροντας στα τελευταία του καί του είπε: «Σ5 ευχαριστώ, διότι μου έκανες πάν­τοτε υπακοή καί γι’ αυτό είμαι πλήρως αναπαυμέ­νος μαζί σου». Καί ο π. Αντώνιος απάντησε: «Αλλοίμονο μου, εάν δεν κάνω στον Γέροντα υπακοή». 

Προσδοκώντας το ποθούμενο τέλος και προσευχόμενος έλεγε χαρούμενος: «Είμαστε πανευτυχείς, διότι είμαστε για τον Παράδεισο», και ευχαριστούσε τους πατέρες που τον επισκέπτονταν. Στις 4-6-2002 ο γηροκόμος τον άφησε για λίγα λεπτά μόνο του, καί όταν γύρισε τον βρήκε τελειωμένο. "Έφυγε ειρη­νικός καί χαρούμενος, χωρίς ανησυχία και χωρίς τον επιθανάτιο ρόγχο.

Από το βιβλίο «Από την ασκητική και ησυχαστική αγιορείτικη παράδοση, Άγιον Όρος 2011»


Επιτρέπεται η αναδημοσίευση κειμένων στο Ορθόδοξο Διαδίκτυο με αναφορά πηγής το 
Ιστολόγιο της Ιεράς Μονής Προφήτου Ηλία Θήρας thesvitis.blogspot.com


19 Μαΐου 2020

Αργυρώ Στεφανάκη, η πολύαθλη (α’)- Ασκητές μέσα στον κόσμο


π. Ευάγγελος Παπανικολάου


Η μακαρία Αργυρώ Στεφανάκη (*) γεννήθηκε στις Βάσιλιες Ηρακλείου Κρήτης στις 7 Δεκεμβρίου 1924. Οι γονείς της ήταν ευλαβείς. Ζούσαν πτωχικά αλλά όχι στερημένα. Απέκτησαν πέντε παιδιά: Την Αργυρώ, τον Αριστείδη, την Ιωάννα, την Γεωργία και ένα μικρό Βενιζελάκι, που εκοιμήθη νήπιο. Η ζωή ήταν ατάραχη. Είχαν λευτερωθή από τον Τούρκο, είχαν ενωθή με την Ελλάδα.

Η Αργυρώ ήταν έξυπνη, εύστροφη, όμορφη – έφερε πάντα την μακρομαλλούσα κώμη της σε πλεξίδες –, μεγαλομάτα, ευσεβής, χαρούμενη, σεμνή, και το κυριώτερο αγαπούσε την Εκκλησία και τις Ακολουθίες. Όταν έφθασε σε ηλικία γάμου, αρραβωνιάστηκε έναν παλλήκαρο από το χωριό της.

Αμέσως μετά τον γάμο της κηρύχτηκε ο Ελληνο-Ιταλικός πόλεμος και ο άνδρας της έφυγε νιόπαντρος για το μέτωπο. Εκείνη σαν την Αρετούσα τον περίμενε, συμμετέχουσα σε οποιαδήποτε προσπάθεια συμπαραστάσεως στο δοκιμαζόμενο γένος, με ρούχα, δέματα κλπ.

Μετά την κατάρρευση του μετώπου, τον Μάιο του ’41 επέστρεψε και ο άνδρας της στην Κρήτη. Οι Γερμανοί κατακτητές, επειδή στην Κρήτη ξεκληρίστηκαν οι αλεξιπτωτιστές τους, φέρθηκαν στο νησί και στους κατοίκους απάνθρωπα. Έκαψαν χωριά και έκαναν εκτελέσεις. Για έναν Γερμανό σκοτωμένο εκτελούσαν δέκα αθώους Έλληνες.

Σε ένα μπλόκο στην Χανιόπορτα του Ηρακλείου συνέλαβαν και τον άνδρα της Αργυρώς. Όταν δε έμαθαν ότι είχε πολεμήσει στο μέτωπο, τον αποφάσισαν για θάνατο. Τότε η Αργυρώ φόρεσε τα καλά της, πήρε καλούδια για τους άλλους κρατουμένους και σαν την Ιουδήθ πήγε στο στρατόπεδο των Γερμανών και στις φυλακές και πέτυχε με την θωριά της και τον Χριστό της να εξασφαλίση άδεια, να παρηγορήση τον άνδρα της και να μεταφέρη άπειρα μηνύματα προς τους άλλους φυλακισμένους με κίνδυνο της ζωής της.

Έφθασε η ώρα της εκτελέσεως· ήρθε το απόσπασμα. Οι στρατιώτες άλλοι είχαν σφαίρες και άλλοι όχι, ώστε το έγκλημα να είναι συλλογικό αλλά κανείς να μην ξέρη, εάν αυτός σκότωσε. Τους έστησαν στον τοίχο, ετοιμάστηκαν.

Και ξαφνικά, προβάλλει η Αργυρώ μαυρομαλλούσα, ευθυτενής, λάμπουσα με τα φορέματα του Πάσχα. Πέρασε μπροστά από τα προτεταμένα όπλα, έπιανε με το δεξί χέρι τις κάννες και τις έστρεφε προς την γη.

Έκπληκτος ο Γερμανός αξιωματικός έβλεπε το φαινόμενο. Αμέσως την κάλεσε μπροστά του. Διέκοψε την εκτέλεση.

– Ποια είσαι;

– Είμαι η γυναίκα του τάδε.

– Πάρε τον άντρα σου και φύγε.

– Όχι, λέει αυτή, όλους.

– Τον άντρα σου μόνο.

– Όχι, όλους ή να μείνη ο άντρας μου κι εγώ μαζί με όλους.

Ελύγισε το σίδηρο, ελύγισε και είπε:

– Όλοι!!!
Ούτε ευχαριστώ δεν είπε· και σχολίαζε αργότερα: «Μα τι άνθρωποι ήταν οι Γερμανοί! Την ώρα που τους σκότωναν, είχαν μεγάφωνα μέσα στο στρατόπεδο που μετέδιδε μουσική από γραμμόφωνα· αυτά τα μουσικάντικά τους, αργότερα έμαθα πως τα λέγαν βάγκνερ. Θηρία οι άνθρωποι χωρίς Θεό».

Επέστρεψαν στο σπίτι τους κι έζησαν απλά και ήσυχα. Και γέννησε η δούλη του Θεού ένα τέκνο, καρπό προσευχών. Το βάπτισαν και του έδωσαν το όνομα Γεωργία.

Για τρεις χρόνους έζησαν χωρίς πειρασμούς. Και ξαφνικά εμφανίστηκαν τα ερυθήματα και οι εκδηλώσεις της φοβερής και στ’ άκουσμα ασθένειας, της λέπρας. Φανερώθηκε η νόσος σ’ όλα τ’ αδέλφια, στην Αργυρώ, στον Αριστείδη, στην Ιωάννα και στην Γεωργία.

Σπιναλόγκα: το νησί του πόνου. Εξορία, απόρριψη, φόβος. Τους πέρασαν από την Πλάκα απέναντι στην Σπιναλόγκα. Όλοι οι ασθενείς-λεπροί δεν χαιρέτιζαν κανέναν. Αυτή ούτε τον άνδρα της χαιρέτησε, ούτε το παιδί· αλλά ένδακρυς και αρχοντικιά έλεγε “Δόξα σοι ο Θεός”.

Εσχίζοντο τα στήθη της, αλλά πήγε πέρα μαζί με όλα της τ’ αδέλφια κι άφησε πίσω άνδρα και παιδί. Δεν άρθρωσε «γιατί». Μόνο έλεγε: «Κύριε, δεν σου λέω τι να κάνης για μένα· κάνε ό,τι θέλεις. Εσύ μ’ έφερες στην ζωή, μέχρι τώρα με σκέπασες, με ευλόγησες· αξίωσέ με να δω φως παρακλήσεως».

Όταν κατέβηκαν στην προκυμαία της Σπιναλόγκας, τους υποδέχτηκαν οι άλλοι λεπροί χωρίς μύτες, με πληγές στομάτων, χεριών, με βακτηρίες, με πληγές αιμοστάζουσες και πυορροούσες.

Εκεί στο καμίνι θα δοκιμάζονταν όλα. Επιστήμες και γνώσεις, οικογενειακές σχέσεις και φιλίες, αισθήματα ανθρωπιάς και τιμής, ακόμη θα δοκιμαζόταν και η πίστη τους. Τους έδωσαν ένα δίπατο σπίτι, γιατί ήταν τέσσαρες. Η αδελφή τους η Γεωργία ήταν χειρότερα. Την έβαλαν στο επάνω δώμα, να θωρή τον ήλιο.

Η ζωή είχε οργανωθή από τους παλαιοτέρους. Είχαν κάνει έναν σύλλογο, που πρωτοστατούσε ένας άνθρωπος του Θεού, ο Επαμεινώνδας Ρεμουνδάκης. Και προπαντός υπήρχε Εκκλησία, ο άγιος Παντελεήμων. Ποιον άλλον Άγιο θα μπορούσαν να έχουν ως προστάτη τους;

Η Αργυρώ από στήθους θυμόταν το άσμα που τραγουδούσαν στην Σπιναλόγκα για τα εγκαίνια της Εκκλησίας, π’ αυτή δεν τα είχε προφτάσει.

Στα 1901 στις 3 του Ιουνίου στην Σπιναλόγκα έγινε εγκαινισμός Αγίου τ’ αγίου Παντελεήμονα εγκαινισμός εγίνη μ’ ευλάβειαν, και με χαράν, με τάξιν και ειρήνη.  Λαμπρά επανηγύρισαν και έχαιρον από καρδίας στην Σπιναλόγκα να ιδούν να ψάλλουν Λειτουργίαν. Έχαιρον και ευφραίνοντο και εδοξολογούσαν  οι άρρωστοι οι χριστιανοί και τον Θεό υμνούσαν,  οπού μας το αξίωσεν τέτοιαν χαράν να δώμεν  στην Σπιναλόγκα Εκκλησιά και να λειτουργηθώμεν.

Η Εκκλησία είχε πολυελέους που έλαμπαν, εικόνες πανέμορφες, τέσσερις σειρές στασίδια. Αλλά η Εκκλησία είχε και παπά χρυσό στο όνομα και στο ήθος, τον παπα-Χρύσανθο. Αυτός έγινε Πνευματικός τους· ακόμα κι όταν αργότερα ήρθαν στον αντιλεπρικό Σταθμό της Αγίας Βαρβάρας στο Αιγάλεω, ο παπα-Χρύσανθος ερχόταν από την Σπιναλόγκα να τους δη. Αυτός έμεινε στο νησί άλλους 8 χρόνους χωρίς ποίμνιο ορατό, αλλά για να διαβάζη τους κεκοιμημένους εν Χριστώ


(*) Την βιογραφία της μακαρίας Αργυρώς Στεφανάκη συνέθεσε ο π. Ευάγγελος Παπανικολάου, ιερέας και ιατρός, από τις διηγήσεις που άκουγε από την ίδια


Από το βιβλίο: Ασκητές μέσα στον κόσμο, τ. Γ’, Άγιον Όρος 2020. πηγή

14 Μαΐου 2020

Ὅσιος Παχώμιος ὁ Μέγας (15 Μαΐου)


Ὁ Ὅσιος Παχώμιος γεννήθηκε τό 292 μ.Χ. στήν Κάτω Θηβαΐδα τῆς Αἰγύπτου ἀπό γονεῖς εἰδωλολάτρες καί ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου (306 – 337 μ.Χ.). Στό στρατό, στόν ὁποῖο κατετάγη, γνωρίσθηκε μέ Χριστιανούς στρατιῶτες καί διδάχθηκε ἀπό αὐτούς τά τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Ὅταν δέ ἀπολύθηκε ἀπό τίς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐγκατέλειψε τόν κόσμο καί ἀφοῦ μετέβη στήν Ἄνω Θηβαΐδα, βαπτίσθηκε καί ἐκάρη μοναχός.

Ἐπιθυμώντας μεγαλύτερη ἡσυχία, γιά νά ἀφοσιωθεῖ στήν ἐρημική ζωή καί τήν ἄσκηση, κατέφυγε στήν ἔρημο καί ἐτέθη ὑπό τήν πνευματική καθοδήγηση τοῦ περίφημου ἡσυχαστοῦ Παλάμονος († 12 Αὐγούστου), τοῦ ὁποίου ἔγινε τέλειος μιμητής.

Μετά τήν κοίμηση τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα, περί τό 320 μ.Χ., κατέφυγε σέ ἔρημο νησίδα τοῦ Νείλου, στή νῆσο Ταβέννη τῆς Ἄνω Θηβαΐδος, ὅπου βοηθούμενος καί ἀπό τόν ἀσπασθέντα τό μοναχικό σχῆμα ἀδελφό του Ἰωάννη, ἵδρυσε μικρή μονή.

Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητας καί τῆς συνέσεώς του, εἵλκυσε πολλούς μοναχούς, ἐξαιτίας δέ τούτου ὁλοένα καί μεγάλωνε τή μονή του, ὥστε σέ διάστημα ὀλίγων ἐτῶν αὐτή νά ἀριθμεῖ περισσότερους ἀπό 14.000 μοναχούς. Ἔτσι ὁ Ὅσιος Παχώμιος ἔγινε ἕνας ἀπό τούς μεγάλους οἰκιστές καί ἀσκητές τῆς ἐρήμου.

Ὁ Ὅσιος Παχώμιος θεωρεῖται θεμελιωτής τῆς κοινοβιακῆς ὀργανώσεως τῶν ἀσκητῶν. Ὅπως φαίνεται ἀπό τή Λαυσαϊκή Ἱστορία, βιβλίο πού ἔγραψε ὁ Παλλάδιος περί τό 420 μ.Χ., οἱ μοναχοί τοῦ Παχωμίου, πού ὀνομάζονταν Ταβεννησιῶτες, ζοῦσαν ἀνά τρεῖς σέ μικρά οἰκήματα. Ὁ Ὅσιος Παχώμιος ἐπέβαλε στούς μοναχούς κοινή προσευχή κάθε πρωί καί βράδυ (συνολικά βέβαια οἱ μοναχοί προσεύχονταν, σύμφωνα μέ τόν Κανόνα, δώδεκα φορές τήν ἡμέρα καί δώδεκα τή νύχτα), κοινή ἐργασία, κοινά ἔσοδα, κοινές δαπάνες, κοινά γεύματα καί ὁμοιόμορφη ἐνδυμασία. Τά γεύματά τους ἀποτελοῦνταν ἀπό φυτικές τροφές καί τυρί. Κατ’ αὐτά οἱ μοναχοί δέν μιλοῦσαν μεταξύ τους καί, γι’ αὐτό, συνεννοοῦνταν μέ νεύματα. Κάλυπταν δέ τά πρόσωπά τους κατά τέτοιο τρόπο, ὥστε νά μποροῦν νά βλέπουν μόνο τήν τράπεζα. Ἡ ὁμοιόμορφη στολή τους ἀποτελεῖτο ἀπό τά ἑξῆς ἐνδύματα: λινό χιτώνα («λεβιτωνάριο»), πού ἔφθανε λίγο κάτω ἀπό τά γόνατα καί ζωνόταν μέ ζώνη, λευκό μαλλοφόρο ἔνδυμα αἰγός ἢ προβάτου («μηλωτή»), ἐπίσης ζωσμένο, πού ἔφθανε ὡς τά γόνατα καί εἶχε τή μαλλοφόρο ὄψη πρός τά ἔξω, κωνοειδές κουκούλιο, πού στό πίσω μέρος ἔφθανε ὡς τούς ὤμους, καί μικρό λινό ὠμοφόριο («μαφόριον» ἢ «μαφόριον»), πού κάλυπτε συνήθως τόν αὐχένα καί τούς ὤμους. Ὑποδήματα σπανίως χρησιμοποιοῦσαν.

Οἱ Ταβεννησιῶτες μοναχοί κοιμοῦνταν καθήμενοι καί κοινωνοῦσαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων κάθε Σάββατο καί Κυριακή. Διαιροῦνταν σέ εἴκοσι τέσσερα τάγματα, καθένα ἀπό τά ὁποία χαρακτηρίζονταν μέ ἕνα γράμμα τῆς ἀλφαβήτου, ἀνάλογα μέ τήν κατάσταση καί τόν τρόπο συμπεριφορᾶς ἐκείνων πού τό ἀποτελοῦσαν.

Πνεῦμα ὀργανωτικό καί ἀπαράμιλλος στήν καθοδήγηση καί διακυβέρνηση προσώπων καί πραγμάτων, κατόρθωσε νά διατηρήσει μεταξύ τοῦ πλήθους τῆς περί αὐτόν ἀδελφότητας πειθαρχία καί ἀγάπη, φροντίζοντας ὡς φιλόστοργος πατέρας γιά τίς πνευματικές καί ὑλικές τους ἀνάγκες, διά δέ τῶν σοφῶν συμβουλῶν του καί τοῦ παραδείγματός του νά τούς ἐνθαρρύνει στόν ἀγῶνα πρός τήν ἁγιότητα. Λόγω τῆς θεοσεβείας καί τῆς θεοφιλοῦς δράσεώς του ὁ Ὅσιος Παχώμιος προικίσθηκε ἀπό τόν Θεό διά τῆς χάριτος τῆς θαυματουργίας καί ἐπιτέλεσε πλεῖστα ὅσα θαύματα.

Τό 348 μ.Χ. περιποιούμενος ὁ ἴδιος τούς μοναχούς πού ἀσθένησαν ἀπό πανώλη, ἀρρώστησε καί ὁ ἴδιος καί μετά ἀπό λίγο πέθανε. Τόν Ὅσιο Παχώμιο διαδέχθηκε στήν ἡγουμενία τῆς μονῆς ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ὁ Ἡγιασμένος († 16 Μαΐου).

Πηγή:


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Ἀγελάρχης ἐδείχθης τοῦ Ἀρχιποίμενος, Μοναστῶν τᾶς ἀγέλας Πάτερ Παχώμιε, πρός τήν μάνδραν ὁδηγῶν τήν ἐπουράνιον, καί τό πρέπον ἀσκηταῖς, ἐκεῖθεν σχῆμα μυηθείς, καί τοῦτο πάλιν μυήσας· νῦν δέ σύν τούτοις ἀγάλλῃ, καί συγχορεύεις ἐν οὐρανίαις σκηναῖς.

Κοντάκιον Ἦχος β’. Τήν ἐν πρεσβείαις.
Τήν τῶν Ἀγγέλων ἐν σώματι πολιτείαν, ἐπιδειξάμενος Παχώμιε θεοφόρε, τούτων καί τῆς εὐκλείας ἠξίωσαι, τῷ τοῦ Δεσπότου θρόνῳ, σύν αὐτοῖς παριστάμενος, καί πᾶσι πρεσβεύων θείαν ἄφεσιν.

Μεγαλυνάριον.
Πάχος ἀπορρίψας τό γεηρόν, πρός γνόφον εἰσέδυς, τῶν ἀΰλων θεωριῶν· ὅθεν ἐκομίσω, τάς θεογράφους πλάκας, Παχώμιε παμμάκαρ, ζωῆς τῆς κρείττονος.

Ασματική ακολουθία του Οσίου Παχωμίου εδώ

Ο γέρω-Ηλίας και η οσιακή βιοτή του (Κελλί Εισοδίων της Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου)

schema_monk

O γέρω-Ηλίας καταγόταν από τις Γουριές Κορυτσάς. Ήρθε στο Άγιον Όρος το 1920 σε ηλικία 13 χρόνων, ορφανός από μάνα, μαζί με τον πατέρα του για εργασία. Ο πατέρας του εκοιμήθη καί ο ίδιος έγινε μοναχός στο Κελλί Εισοδίων της Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου, άνωθεν των Καρυών. Έμα­θε και λίγα γράμματα. Είχε τελεία ξενιτεία. Δεν έβγαινε στον κόσμο και δεν είχε επικοινωνία με τους συγγενείς του. Στις Καρυές πού απείχαν 10 λεπτά είχε 46 χρόνια να πάη. Είχε το ακατάκριτο. Δεν ασχολείτο καί δεν έκρινε τούς άλλους. Ήταν λεπτός άνθρωπος, είχε ευγένεια ψυχής καί ήταν πονόψυχος, φιλόξενος, εργατικός, τίμιος, φιλήσυχος, καλογερικός. Αρρώστησε στο τέλος της ζωής του για τέσσερις εβδομάδες περίπου. Δεν ήθελε να βγει στην Θεσσαλονίκη για εξετάσεις. «Εδώ στην Παναγία, στην μετάνοιά μου να πεθάνω», έλεγε. «Αν βγω έξω, δεν θα γυρίσω ζωντανός σέ τέτοια ηλικία».

Τελευταία έπαθε πνευμονία και καθυστερημένα τον πήγε o υποτακτικός του στο Νοσοκομείο. Ανέβασε πυρετό, επιδεινώθηκε ή υγεία του και ο γιατρός είπε ότι θα πεθάνει. Λέει μετά ο γέρο-Ηλίας: «Μην ακούς τον γιατρό. Εγώ θα πεθάνω στο κελλάκι μου. Δεν θα μ’ αφήσει η Παναγία να πεθάνω έξω απ' το Όρος». Και όντως την επομένη έπεσε ο πυρετός και μπήκαν στο Όρος.

Όταν ξανααρρώστησε στο Άγιον Όρος ο γιατρός των Καρυών αργότερα τον ρώτησε:

-Γέροντα, θέλεις να βγης έξω να πας στο Νοσοκομείο; Θα σε βγάλουμε με ελικόπτερο, δεν θα κουραστείς καθόλου.

-Το ελικόπτερο έχει φτερά; ρώτησε.

-Έχει, του είπε ο γιατρός.

-Τότε καλύτερα να φύγω με τον Αρχάγγελο Μι­χαήλ. Και αυτός έχει φτερά. Τί, να ζημιώσουμε και
το Δημόσιο;

Την Δευτέρα της Πέμπτης εβδομάδος των Νη­στειών είπε στον π. Δαμιανό: «Την Κυριακή που θα ‘ρθει, η Παναγία θα με πάρει. Να ετοιμάσης όλα τα απαραίτητα για την κηδεία μαζί με 150 κεριά και να σου δώσω την ευχή μου».

Έκανε υπομονή χωρίς να γογγύζη. Μάλλον είχε καρκίνο στα έντερα. Τόν έπιασε δύσπνοια και ανορεξία. Σιγά-σιγά έκοβε την τροφή και ζούσε με μία κουταλιά νερό. Μετά του Ευαγγελισμού είπε: «Μετά της Παναγίας θα φύγω». Επεκαλείτο την Παναγία: «Παναγία μου, πάρε με να ησυχάσω».

Μία εβδομάδα πριν κοιμηθή δεν ήθελε κανέναν δίπλα του. «Θέλω να ησυχάσω», έλεγε: Είχε αφοσιωθή στην προσευχή. Όσο καιρό ήταν άρρω­στος, σήκωνε τα χέρια του και προσευχόταν επικα­λούμενος την Παναγία. «Παναγούλα μου», έλεγε.

Φαινόταν σαν κάτι να έβλεπε, έστρεφε το κεφάλι του δεξιά-αριστερά ή κοιτούσε ψηλά έχοντας ήρεμο το πρόσωπό του. Προτελευταία του λέξη ήταν «ο Δαμιανός». Τότε το καλογέρι του του έβαλε εδαφιαία μετάνοια και του φίλησε το χέρι. Μετά ο γέρω- Ηλίας επικαλέστηκε την Παναγία και ξεψύχησε. Στις 4-4-1994 εκοιμήθη, μόλις ο ιερέας του διάβασε την «ευχή εις ψυχορραγούντα», ενώ οι άλλοι πατέρες που ήταν παρόντες προσεύχονταν στην Παναγία, αφού προηγουμένως είχε κοινωνήσει των αχράντων μυστηρίων. Στην κηδεία του ήταν 26 ιερείς, πολλοί μοναχοί και λαΐκοί. Όλοι μαζί ήταν 150, όσους είχε προείπει ο γέρω- Ηλίας.



Από το βιβλίο «Από την ασκητική και ησυχαστική αγιορείτικη παράδοση, Άγιον Όρος 2011»


9 Μαΐου 2020

Βίος Οσίου Ιερωνύμου Σιμωνοπετρίτου (εορτάζει 9 Μαΐου)



Γράφει ο Αλέκος Χριστοδούλου, Θεολόγος

1. Παιδική ηλικία 1871-1888

Ο Όσιος Ιερώνυμος γεννήθηκε στο χωριό Ρεΐζ- Δερέ της επαρχίας Κρήνης Μικράς Ασίας το 1871 από φτωχούς και ευσεβείς γονείς, τον Νικόλαο Διακογιώργη και την Μαρία.
Το χωριό του ήταν καθαρά χριστιανικό και βρισκόταν πέντε χιλιόμετρα βορειανατολικά από τ’ Αλάτσατα και δυόμιση χιλιόμετρα από τη θάλασσα. Οι περισσότεροι κάτοικοι ήσαν γεωργοί και αμπελουργοί και προέρχονταν από την Κρήτη και την Πελοπόννησο.

Στη βάπτισή του έλαβε το όνομα Ιωάννης. Όταν πήγε στο σχολείο ήταν καλός μαθητής, ξεπερνούσε στην οξύ­νοια και φρόνηση τους συμμαθητές του, αφού για ένα μικρό διάστημα ο δάσκαλός του τον έστειλε να κάνει τον δάσκαλο σε κοντινή κωμόπολη, μόλις είχε τελειώσει το Δημοτικό.
Η εκκλησία του χωριού έγινε κέντρο της ζωής του. Εκεί εύρισκε ό,τι ζητούσε η ψυχή του. Τη χαρά και την ευλογία του Θεού, που χυνόταν πάνω του με τα μυστήρια, τις προσευχές, τις διακονίες. Αγαπούσε τις ιερές ακολουθίες, τους ιερείς, τους ψάλτες, τις αγρυπνίες, τα εξωκκλήσια. Βοηθούσε στο ψαλτήρι τους ιεροψάλτες και στο άγιο βήμα τους ιερείς. Από μικρός έδειχνε μεγάλος με τη σιωπή, τη σοβαρότητα και την ευλάβειά του.

Τέκνο φτωχών, από μικρός δοκίμασε την φτώχια, που αργότερα, ως μοναχός, θεληματικά θ’ ακολουθούσε πιστά. Πολύ λίγα γνωρί­ζουμε για τη ζωή της μικρής του ηλικίας. Η μητέρα του άφησε πάνω του ζωντανά αποτυπώματα της αγάπης της. Από αυτήν πρωτάκουσε τους βίους των αγίων, έμαθε να νηστεύει, να προσεύχεται, ν’ αγαπά τον Θεό. Οι άγιοι νωρίς έγιναν φίλοι του. Όλο και περισσότερο τον έχαναν οι δικοί του, γνώριζαν όμως ότι θα τον βρουν στα εξωκκλήσια. Δύο φορές τον θεράπευσε ο Άγιος Δημήτριος. Μια όταν είχε φοβερούς πόνους στα πόδια και δεύτερη φορά όταν είχε ανεμοβλογιά. Και τις δύο φορές παρέμεινε 40 μέρες μέσα στο ναό του Αγίου νηστεύοντας.

Ένα βράδυ τον άκουσε η αδελφή του να λέει τους Χαιρετισμούς της Παναγίας. Το πρωί τον ρώτησε· «Ξέρεις τους Χαιρετισμούς; Όχι», της απάντησε. «Ε, τότε ευκαιρία να τους μάθεις», του είπε εκείνη. «Από επτά ετών γνώριζα τους Χαιρετισμούς απ’ έξω», συνήθι­ζε να λέει αργότερα ο Γέροντας.
Η μεγάλη πίστη της μητέρας του φανερώθηκε πριν από τα τέλη της, όταν φόρεσε το μοναχικό σχήμα, που από μικρή αγαπούσε· μετονομάστηκε Μελάνη. Ο αδελφός του έγινε μοναχός με τ’ όνομα Μάξιμος· και οι τρεις αδελφές του μοναχές, Μαγδαληνή, Μελάνη και Κασσιανή. Οι δύο ήσαν έγγαμες πριν. Επίσης συγγενείς του ασπάστηκαν το αγγελικό σχήμα στο Άγιον Όρος και άλλοι σε Κοινόβια της Ελλάδος.

Σε ηλικία δώδεκα ετών πηγαίνει στη Χίο, στον περίφημο διακριτικό Γέροντα άγιο Παρθένιο, μαζί με άλλους τρεις νέους. Ο Όσιος ήταν σκυφτός και καλυμ­μένος όλος, ώστε να μη φαίνεται καθόλου ούτε η σάρκα του προσώπου και των χεριών του. Ζούσε σε σπήλαιο, δίπλα από μοναστήρι του οποίου ήταν κτίτορας, με μεγάλη άσκηση. Τους υποδέχτηκε καλώντας τους με τα ονόματά τους, παρ’ ότι πρώτη φορά τους έβλεπε. Στον καθένα είπε το τί δρόμο θ’ ακολουθήσει. Στον Ιωάννη με χαρά ανέφερε τη μοναχική του τελείωση.
Θα γράψει ο π. Ιερώνυμος αργότερα· «Κατά την εφηβική μου ηλικία σκεφτόμουν πώς θα μπορούσα να ευαρεστήσω τον Κύριο. Διάλεξα την καλή και θεάρεστη ζωή των μοναχών διότι αυτή ταιριάζει περισσότερο σ’ αυτόν που με ευλάβεια και υπακοή ακολουθεί τον Κύριο, ο οποίος λέει: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς». Και αφού πήρα την πατρική ευλογία και ευχή των γονέων και φυσικά τον Σταυρό του Κυρίου ως όπλο ακαταμάχητο, πήγα στο Άγιον Όρος του Άθω ως περισσότερο κατάλληλο και σύμφωνο στον θεοφιλή σκοπό και απόφασή μου».

Ο πατέρας του τού ευχήθηκε: «Να πας και να μη ξανάρθεις». Και αυτό το είπε γιατί μερικοί συνήθιζαν μετά από λίγο να επιστρέφουν στις πατρίδες τους. Ήθελε αυστηρό ο πατέρας τον γιό του.

1. Ο Όσιος Ιερώνυμος μοναχός στο Άγιον Όρος. 1888-1920

Ο μικρός Ιωάννης φθάνοντας στο Άγιον Όρος κάνει τον σταυρό του και ευχαριστεί την Παναγία. Εδώ η αγάπη του για την Παναγία θα μεγαλώσει και μέχρι να κοιμηθεί θα δακρύζει λέγοντας ή ακούοντας το όνομά της. Την εποχή που ήρθε, ο Άθωνας έχει πάνω από δέκα χιλιάδες μοναχούς. Δοξολογώντας τον Θεό, εισέρχεται στο μυρωμένο χώρο, περνά την πύλη της Μονής της Σιμωνόπετρας, ο δεκαεφτάχρονος Ιωάννης για να μιμηθεί τα άγια κατορθώματα των αγίων του Θεού, στις 3 Οκτωβρίου 1888, και στις 28 γράφεται στο δοκιμολόγιο.
Όπως γράφει ο ίδιος: «έγινα δεκτός από τον Καθηγούμενο σεβάσμιο γέροντα αείμνηστο Αρχιμανδρίτη Νεόφυτο που καταγόταν από τα Αλάτσατα της Ερυθραίας,… και κατατάχθηκα ως δόκιμος, εξυπηρετώντας κατά κανόνα κάθε διακονία που μου ανέθεταν».

Η ζωή που αρχίζει είναι αυτή που έζησαν χιλιάδες μοναχοί πριν από αυτόν. Ζωή ποτισμένη από τη μνήμη του Θεού, μυστική, με καθημερινές πολύωρες ακολουθίες, συχνές αγρυπνίες, τακτικές νηστείες. Τον κανόνα, το διακόνημα, την εξομολόγηση, τη θεία κοινωνία. Και μέσα σε όλα αυτά τα καθημερινά συνεχίζει τη ζωή που είχε αρχίσει στην πατρίδα του απορρίπτοντας τα περιτ­τά. Αρχίζει να μελετά, τη Γραφή, τους ασκητικούς Πατέρες, τα συναξάρια, βρέχοντας με δάκρυα τις σελίδες τους.
Ένα από τα πρώτα διακονήματά του ήταν του κονακτζή στο αντιπροσωπείο της Μονής στις Καρυές ως βοηθός του αντιπροσώπου. Μετά από δυόμιση χρόνια επιστρέφει λόγω ασθενείας στο μοναστήρι. Στέλλεται μικρό χρονικό διάστημα στη Δάφνη και για λίγους μήνες με το διακόνημα του κελλάρη στα μετόχια της Λήμνου. Η υπακοή στους υπευθύνους της Μονής μαρτυρεί την ταπείνωσή του.

Μετά από τεσσεράμισι χρόνια δοκιμασίας, την Κυριακή των Βαΐων του 1893, γίνεται μεγαλόσχημος μοναχός παίρνοντας το όνομα Ιερώνυμος. Τιμά την 15η Ιουνίου ιδιαίτερα τον άγιο και προστάτη του. Μετά την κουρά του νέοι μεγαλύτεροι αγώνες αρχίζουν. Γράφει Γέροντας γι’ αυτόν· «Περισσότερο πετρέλαιο είχε κάψει στις αναγνώσεις που έκανε, παρά το νερό που είχε πιει. Ήταν πάντοτε σιωπηλός διότι είχε την εσωτερική νήψη. Πολλές φορές, όταν ήτο μόνος του, τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του ποτάμι. Ουδέποτε πλησίασε στην φωτιά, αν κι έκανε τόσο πολύ κρύο. Ουδέποτε έδωσε ανάπαυση στο σώμα του, αλλά καθήμενος έπαιρνε λίγο ύπνο. Και δεν μπορεί γλώσσα ανθρώπινη να διηγηθεί την ακτημοσύνη του. Αυτός ο μοναχός ήταν το στήριγμα της Μονής. Και σύμβουλος έστω και στην παραμικρή υπόθεση. Αυτόν τον άνθρωπο, που ήταν γεμάτος ταπεινοφροσύ­νη, τον είχε καύχημα η Μονή».

Σεβόμενοι τον αγώνα του π. ‘Ιερωνύμου αρχίζουν να τον πλησιάζουν οι αδελφοί όλο και περισσότερο. Σ’ αυτόν στέλνουν τους δοκίμους να τους εισαγάγει στο μοναχικό πνεύμα. Με πολλή διάκριση τους ομιλεί. Γράφει μακαριστός Γέροντας, τότε δόκιμος, τί του έλεγε ο π. Ιερώνυμος: «Ήρθες να γίνεις καλόγερος; Το σκέφθηκες καλά; Η καλογερική ζωή είναι για τους αγνούς ένα τριανταφυλλάκι… Όταν τελειώνεις τις υπηρεσίες, που σου έχουν αναθέσει, να πηγαίνεις στο δωμάτιό σου, και να κάθεσαι στο σκαμνί σου. Εκεί με το θέλημά σου θα έχεις την αυτομεμψία, και θα σκεφτείς ότι δεν υπάρχει κανένας άνθρωπος για σένα, παρά μόνον ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, που πήρε την αμαρτία όλου του ανθρώπινου γένους. Κατόπιν θα ανοίξεις τον αόρατο πόλεμο. Όταν προφέρουμε το γλυκύτατο όνομα του Δεσπότου Χριστού, να προσέχεις απ’ όλα τα μέρη των αισθήσεων, που δοξολογούν τον Θεό, να μην έρθει κανείς δεξιός διάβολος και με την οίηση ή υπερηφάνεια σε βγάλει από την αγάπη του Κυρίου».

Ο νέος μοναχός Ιερώνυμος γίνεται γραμματέας της Μονής, διακόνημα που διατήρησε και ως ηγούμενος. Μετά του αναθέτουν το δύσκολο έργο του αντιπροσώπου για όλες τις εξωτερικές υποθέσεις της Μονής. Αναγκάζεται τακτικά να βγαίνει από το Άγιον Όρος για να συναντήσει διάφορα πρόσωπα και να φέρει εις πέρας τις διάφορες υποθέσεις. Από νωρίς του ανατίθενται υπεύθυνες και κοπιώδεις αποστολές στα μετόχια. Δίχως καμιά ποτέ επιφύλαξη, με παραδειγματική υπακοή, ανταποκρίνεται στα αιτήματα των προϊσταμένων του, περνάει μεγάλα χρονικά διαστήματα εκτός Μονής, απασχολείται με θέματα οικονομικά και διοικητικά, αλλά δεν χάνει ούτε για μια στιγμή την αίσθηση της μοναχικής του κλήσεως ή την ανάγκη της εσωτερικής επικοινωνίας του με τον Θεό.

Ο σεβασμός, η ευγένεια και η τέλεια υπακοή του στην Μονή και στους προϊσταμένους του τον ακολουθούν μέχρι τα βαθιά γεράματα. Η μεγάλη προκοπή του στο Μοναστήρι, η επιτυχής διεκπεραίωση των διακονημάτων που του ανατίθενται και κυρίως η σεμνότητα, η πραότητα, και η εν γένει αρετή του τον κάνουν αφ’ ενός μεν πολύ αγαπητό και σεβαστό, αφ’ ετέρου δε, όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, αντικείμενο ζηλοφθονίας και μικροπρέπειας. Απάντησή του είναι πάντοτε η σιωπή και η ανεξικακία.
Στο μοναστήρι βράδια ολόκληρα βλέπανε τη λάμπα του αναμμένη. Διηγούνται παλαιοί πατέρες πως ποτέ δεν τον είδαν ξαπλωμένο. Όποια ώρα να πήγαινες θα τον έβρισκες όρθιο ή στην καρέκλα. Στην καρέκλα κοιμότανε. Ο πολύς ύπνος λιγοστεύει την αγάπη στον Θεό. Το πρωί τον βλέπανε στην ακολουθία, να γέρνει από το στασίδι του, ή να ψάλλει, να διαβάζει, να κανοναρχεί. Αναφέρει Γέροντας· «Μας έλεγχε, πήγαινα στα πίσω στασίδια να μην τον βλέπω, γιατί ντρεπόμουν τον εαυτό μου». Και στη νηστεία ήταν μεγάλος βιαστής. Ποτέ δεν έφαγε τίποτε έξω από την κοινοβιακή τράπεζα. Ποτέ δεν έλειψε, όσο ήταν στο μοναστήρι, από την καθημε­ρινή ακολουθία. Και το φαγητό στην τράπεζα δεν το έτρωγε όλο. Συνήθιζε να βάζει ανάγνωση και να τρώει μετά για να κρύβεται. Επιστρέφοντας απ’ τον κόσμο έκανε πολλές ημέρες να φάει λάδι για ν’ αναπληρώσει κάποια παραμικρή του κατάλυση, διηγείται ο παπα-Ευ­θύμιος. Και πόσοι οι άγνωστοι και μυστικοί του αγώνες…

Επιστρέφοντας από τα ταξίδια του δεν σταματούσε την εργασία. Έγραφε στη γραμματεία, στο κελλί του, ταξινομούσε τη βιβλιοθήκη, το αρχείο, μελετούσε. Διακονούσε στο ναό, βοηθούσε στις κοινές εργασίες. Καμιά διακονία δεν θεωρούσε ταπεινωτική και γι’ αυτό τον ύψωσε ο Θεός.
Το 1910 για ένα εξάμηνο περίπου, βρίσκεται στην Αθήνα, στο μετόχι της Αναλήψεως, ως παροικονόμος. Με επιστολές του προσπάθησε να πείσει τη Μονή να μην πωλήσει το μετόχι. Οι προβλέψεις του για την μελλοντική του άνθηση επαληθεύτηκαν σύντομα. Εδώ γίνεται η πρώτη γνωριμία του με τους ευσεβείς εκκλησιαζομένους του ναού, που αργότερα θα αναπτυχθεί και θα δώσει καρπούς.

Το 1911 επιστρέφοντας στο Άγιον Όρος σώζεται από ναυάγιο. Σε επιστολή του τη σωτηρία του αποδίδει στο έργο της θείας προνοίας.
Εκείνο που πολύ τον στηρίζει είναι η σχέση κοινωνίας που αναπτύσσει με τους αγίους της Εκκλησίας. Την σχέση του με τον Άγιο Δημήτριο και την θεραπεία του από αυτόν την είδαμε. Είχε όμως και ιδιαίτερη αγάπη στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο. Από μικρός έπασχε από κήλη. Οικονομούσε τον εαυτόν του αν και δυσκολευόταν πολύ. Όπως γράφει «εθεράπευθην όλως ανεπαισθήτως και άνευ φαρμάκων ή εγχειρίσεως». Κατά την αγρυπνία της εορτής του Αγίου Ιωάννου στις 26 Σεπτεμβρίου συνέβη η θεραπεία του. «Αφού έκανα τον σταυρό μου και παρακάλεσα τον Άγιο μπήκα στο στασίδιο και άρχισα να ψάλλω το Κύριε εκέκραξα. Την ίδια στιγμή αισθάνθηκα την κήλη να εξαφανίζεται και από τότε να μη με ενοχλεί. Θεραπεύθηκα θαυματουργικά με την επίκληση του Αγίου Θεολόγου, του οποίου την θαυματουργική χάρη και βοήθεια ομολογώ με χαρά δοξάζοντας τον Θεό που είναι θαυμαστός στους αγίους του. Η θεραπεία μου έγινε το 1897». Ο Άγιος τον επισκέφθηκε πάλι σε μια άλλη αγρυπνία του και τον απάλλαξε από τους έντονους ακάθαρτους λογισμούς και από τότε δεν ενοχλήθηκε από το πάθος αυτό και από τέτοιους λογισμούς.
Η αγάπη του προς τους αγίους ήταν τόση ώστε ευδόκησε ο Θεός και γνώρισε, όπως προαναφέραμε, λίγο πριν από την κοίμησή του τον ασκητικότατο όσιο Παρθένιο της Χίου, συνδέθηκε δε με προσωπική φιλία με τον άγιο Νεκτάριο, τον άγιο Σάββα τον Νέο της Καλύμνου και τον άγιο Νικόλαο Πλανά.
Αυτή η έντονη αγιοφιλία του βρήκε έκφραση ποιητική μέσα από το χάρισμα που του έδωσε ο Θεός να ψάλλει και να υμνογραφεί. Έτσι αμέσως μετά την μοναχική κουρά του, το 1893, σε ηλικία 22 ετών, γράφει «οκτώ κανόνες κατ’ ήχον του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Σίμωνος του Μυροβλύτου» αναπληρώνοντας αυτούς που κάηκαν κατά την πυρκαϊά του 1891. Το 1896, συνθέτει παρακλητικό κανόνα στους αγίους της Μονής, Σίμωνα τον Μυροβλύτη και Μαρία την Μαγδαληνή, που εκδίδει αργότερα, το 1924, μαζί με τις ασματικές ακολουθίες τους και τους οκτώ κανόνες του οσίου Σίμωνος.

Το 1902 γράφει και μελοποιεί ακολουθία του οσίου Εφραίμ του Σύρου και συμπληρώνει διάφορες άλλες ελλειπείς, μεταξύ των οποίων και τις ακολουθίες των αγίων Νεοφύτου και Ιωαννικίου, των οποίων τα ονόματα έφεραν οι γεροντάδες του, του αγίου Σωφρονίου, των 99 Οσίων των εν Κρήτη, του αγίου Ιερωνύμου και της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής.
Την υμνογραφική του δοξολογία συνεχίζει όντας σε εξορία με παρακλητικό κανόνα στον Μέγα Αντώνιο, Χαιρετισμούς στους αγίους Μηνά, Βίκτωρα και Βικέντιο, Παύλο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Σέργιο και Βάκχο, συμπληρώματα σε ακολουθίες άλλων αγίων που τα τίμια λείψανά τους θησαυρίζονται στην Σιμωνόπετρα, ικετηρίους και προσευχητικούς στίχους στον Κύριο, την Παναγία και διαφόρους αγίους και κυρίως με την ανελλιπή καρδιακή συμμετοχή του στις καθημερινές ακολουθίες και την αδιάλειπτη προσευχή. Πολλά από τα έργα του μένουν άγνωστα και διασκορπισμένα.

Τον Φεβρουάριο του 1914 τον τιμούν ψηφίζοντάς τον Προϊστάμενο και μέλος της Γεροντίας παρά τις αντιρρήσεις του. Μέσα σ’ όλους τους κόπους και τα ταξίδια δεν λησμονούσε τα μοναχικά του καθήκοντα. Με το κομποσχοίνι στο δρόμο, στην πρύμνη, στο τραίνο.
Στη βαριά ασθένεια του Ηγουμένου Ιωαννίκιου πρώτος συμπαραστάτης ήταν ο π. Ιερώνυμος. Στις 7 Δεκεμβρίου 1919 κλείνει τα μάτια του δεύτερου Γέροντά του, του οποίου τελευταία επιθυμία ήταν να αναλάβει την ηγουμενία το αγαπητό και άξιο τέκνο του, ο π. Ιερώνυμος. Αξίζει να τονισθεί ότι στην ζωή του ποτέ δεν εζήτησε ούτε πολύ περισσότερο διεκδίκησε κάτι. Πάντοτε περίμενε υπομονετικά και αρνιόταν κάθε τιμή και διάκριση. Πολλά χρόνια τον παρακαλούσαν να γίνει ιερέας δίχως να δέχεται.

2. Ο Γέροντας Ιερώνυμος Ηγούμενος της Μονής. 1920-1931.

Στο πρακτικό της 2ας Ιανουαρίου 1920 προτείνεται ως υποψήφιος ηγούμενος. Τον ίδιο χρόνο ο Μητροπολίτης Κασσανδρείας Ειρηναίος τον χειροτονεί διάκονο στις 11 Απριλίου και πρεσβύτερο στις 12 χειροθετώντας τον αρχιμανδρίτη και πνευματικό. Στις 18 Απριλίου, Κυριακή των Μυροφόρων, του παραδίδουν την ηγουμενική ράβδο με ομόφωνη απόφαση των πατέρων.
Στους πρώτους μήνες της ηγουμενίας του εξέρχεται της μονής και πάλι για ανάγκες της. Φθάνοντας με το πλοίο στον Πειραιά, αντί να πάει στο μετόχι της Αναλήψεως, που ήταν ο προορισμός του, κατευθύνεται με άλλο πλοίο στην Αίγινα. Εκεί συναντά ασθενή τον άγιο Νεκτάριο, με τον οποίο είχε γνωριστεί από την πρώτη επίσκεψη του αγίου στη μονή τους, το 1898. Από τότε αναπτύχθηκε πνευματικός σύνδεσμος που ανανεωνόταν με τις επισκέψεις του Γ. Ιερωνύμου στην Αθήνα.

Είναι παραμονή της Αγίας Τριάδος και πανηγυρίζει η εκεί μονή. Ο άγιος, κλινήρης, αδυνατεί να χοροστατήσει στην αγρυπνία. Οι μοναχές τον ρωτούν αν θα σημάνουν τις καμπάνες. Λέει· «Σημάνατε και ο παπάς έρχεται». Καθώς σήμαιναν, ο Γ. Ιερώνυμος έμπαινε στη μονή. «Δεν σας είπα πως έρχεται ο παπάς και μάλιστα ηγούμενος αγιορείτης», τους είπε ο άγιος. Μετά την αγρυπνία ζήτησε ο άγιος από τον Γ. Ιερώνυμο να περάσει απ’ όλα τα κελλιά των μοναχών να τα ευλογήσει. Κι εκείνος μπροστά στον αρχιερέα του Θεού δεν θέλησε να υπακούσει κι έφυγε κρυφά. Όταν αργότερα το διηγείτο, δακρύζοντας έλεγε- «Ποιός ήμουν εγώ μπρο­στά σε έναν άγιο…». Την παράκληση όμως του αγίου την θυμόταν πάντοτε και τρεις ημέρες προ της κοιμήσεώς του, το 1957, πήγε κι ευλόγησε τα κελλιά των μοναχών.

Ένα μήνα πριν κοιμηθεί ο άγιος Νεκτάριος, αξιώθηκε να τον επισκεφθεί και στο νοσοκομείο, κατά την ημέρα της ονομαστικής του εορτής, στις 11 Οκτωβρίου 1920.
Τον Αύγουστο του 1921 η Ιερά Κοινότητα τον διορίζει μέλος πεντάριθμης επιτροπής για την πρώτη σύνταξη του καταστατικού χάρτη του Αγίου Όρους.
Τα διοικητικά καθήκοντα και η ανάληψη τόσων ευθυνών δεν τον εμποδίζουν να μη δώσει πολλές απ’ τις ώρες του στη διακονία των αδελφών. Γίνεται συνδιακονητής των μοναχών. Συναντάται χαράματα στη ζύμη του φούρνου, το χειμώνα να μαζεύει κι αυτός τα χιόνια απ’ τις αυλές, στους κήπους τ’ απογεύματα, τις νύχτες να πλένει τα ρούχα του. Έδινε έτσι το παράδειγμα της ταπεινώσεως και της εργατικότητας. Ο Γέροντάς του ηγούμενος, παλαιότερα, έτσι τον είχε διδάξει, πρώτος των διακονητών να είναι.
Αλλά και οι μεγάλοι και μυστικοί μοναχικοί του αγώνες συνεχίζονται. Δεν παύει να κοιμάται λίγο, στην καρέκλα ή στον καναπέ, μ’ ένα μαξιλάρι στην πλάτη. Διηγούνται παλαιοί Σιμωνοπετρίτες πως ποτέ δεν βρέ­θηκε η πόρτα του ηγουμενείου κλειστή, ό,τι ώρα και να πήγαινες σε περίμενε, θα μελετούσε ή θα έγραψε. Συνεχίζει να είναι το ίδιο απλός, ταπεινός, καταδεκτικός, ευγενής, ασκητικός, διακριτικός, αφανής και υποχωρητικός, όπως πρώτα. Η ηγουμενία του διακρίνεται από πνευματική καρποφορία, λιτότητα, φιλοξενία και ελεημοσύνη, εργατικότητα, επιμέλεια, και εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού.

Το 1924 γίνεται η ημερολογιακή μεταρρύθμιση και στην εορτή του Ευαγγελισμού λειτουργεί για πρώτη φορά με το νέο ημερολόγιο στο Μετόχι της Αναλήψεως. Αυτό γεννά έντονη αντίδραση στην Μονή, ώστε, όταν επιστρέφει, να του απαγορευθεί από μια ομάδα μοναχών η είσοδος στον ναό για έξι μήνες. Αυτός ήρεμα υπομένει χωρίς να υποχωρεί στις θέσεις του.
Η ζωή του όλη ήταν ένα συνεχόμενο μαρτύριο. Αλλά και όλη του η βιοτή, η γνήσια στάση του, οι λίγες απαντήσεις του, η αξιοπρεπέστατη θέση που έπαιρνε απέναντι των κατηγόρων του, η σιωπή του και η αφοσίωσή του στο θέλημα του Θεού και η μετά από καιρό απόδειξη της αλήθειας μαρτυρούν πως βάδιζε τον δρόμο του σταυρωθέντος Κυρίου και πατούσε στα ίχνη των τόσων παρεξηγημένων και συκοφαντημένων αγίων.

Το ημερολογιακό θέμα αφ’ ενός, που οφείλετο στον αδιάκριτο ζήλο ορισμένων, και ο έντονος τοπικισμός αφ’ ετέρου, που με κανένα τρόπο δεν ήθελε μοναχούς από άλλα μέρη πλην της δικής τους περιοχής, της Μικράς Ασίας, όπως επίσης η αφιλοχρηματία και ελεημοσύνη του γέροντα και κυρίως η ακατανόητη για τους πατέρες πνευματική του ζωή, τον κατέστησαν «βαρύν και βλεπόμενον» (Σοφ. Σολ. Β΄ 14) με αποτέλεσμα, ύστερα από μια ενδεκαετή ηγουμενική περιπέτεια, να συκοφαντείται μέσα από το μοναστήρι του για οικονομική κακοδιαχείριση, και με απόφαση της Ιεράς Κοινότητος, στα τέλη του Ιουνίου του 1931, να εξορίζεται για έξι μήνες στην Ι. Μονή Κουτλουμουσίου. Οι πατέρες της Μονής του συμπεριφέρονται με απεριόριστη αγάπη και τον αναγνωρίζουν ως άγιο. Εκείνος ομολογεί πως υποφέρει για τις αμαρτίες του. Η εξορία του και στη συνέχεια η αποστολή του στην Αθήνα θα γίνει αιτία σωτηρίας πολλών ψυχών.
Η Ιερά Κοινότητα εμμέσως αναγνωρίζοντας την αθωότητά του διακόπτει την εξορία του και στους τέσσερις μήνες τον αποστέλλει στο Μετόχι της «Αναλήψεως» στην Αθήνα. Η άδικη τιμωρία του οδηγεί στον κατά Θεόν δοξασμό του· στην φανέρωση και αξιοποίηση των ταλάντων του, στο ξεδίπλωμα των αρετών και της χάριτός του. Εκεί πλέον κάνει την δεύτερη μεγάλη αποταγή του. Ζει για 26 ολόκληρα χρόνια, από 60 μέχρι 86 ετών, ως αγιορείτης εκτός Αγίου Όρους, χωρίς ποτέ ξανά να επιστρέψει σε αυτό. Κάνει τον τόπο της εξορίας του χώρο της διακονίας του και μεταφέρει το γνήσιο Άγιον Όρος στον λόφο της «Αναλήψεως», γίνεται ο ίδιος όρος άγιο στο οποίο οι άλλοι προσέρχονται.

Το 1937, μετά από παραίτηση του ηγουμένου Καισαρίου, του ξαναπροτείνουν οι προϊστάμενοι της Μονής την ηγουμενεία. Με σεβασμό, αγάπη, ταπείνωση και αξιοπρέπεια αρνείται να αναλάβει θεωρώντας ότι οι δυνάμεις του είναι ανεπαρκείς. Σε επιστολή του γράφει: «Και την μεν Ιεράν ημών Μετάνοιαν ουδόλως θα ωφελήσω, εμέ δε τα μέγιστα θα ζημιώσω, μη δυνάμενος να αντεπεξέλθω κατά το χρέος μου και καθήκον προς όσα η θέσις και η μεγάλη τω όντι διακονία απαιτεί και προσεπιβάλλεται εις τον αναδεχόμενον το πράγμα».

3. Ο Γέροντας Ιερώνυμος στο Μετόχι της «Αναλήψεως» 1931-1957.

Η Αθήνα του 1931 είναι μια πόλη με χαμηλή στάθμη πνευματικής ζωής. Οι Πατέρες της Εκκλησίας σχεδόν άγνωστοι. Ο μοναχισμός θεωρείται ως η παλιά δόξα της Εκκλησίας που δεν χρειάζεται σήμερα. Η πόλη είναι γεμάτη φτωχούς. Φτώχια κληρονομική, από ορφάνια, τους πολέμους, την προσφυγιά. Στο συνοικισμό του Βύρωνος που βρίσκεται το μετόχι της Αναλήψεως, κατοικούν Μικρασιάτες πρόσφυγες που διατηρούν ακόμη την αγνή λαϊκή ευσέβεια και που τον δέχτηκαν με χαρά σαν απεσταλμένο του Θεού.

Μέχρι τέλους της ζωής του δεν τον άφησαν οι ασθένειες- πυρετοί συνεχείς, πονοκέφαλοι, αδυναμία, υπερκόπωση, βρογχικά, ασθένειες του αίματος. Όταν κοιμήθηκε το σώμα του ήταν γεμάτο καρκινώματα. Ποτέ δεν έλεγε πως πονάει. Στην επιμονή και στην αγάπη των γιατρών παίρνει φάρμακα. Μια μέρα δεν δέχτηκε να πάρει τα φάρμακά του λέγοντας: «Όχι σήμερα, είναι των Αγίων Αναργύρων και είναι ιατροί». Μετά την κοίμησή του βρήκαν στο ερμάρι του πολλά αχρησιμοποίητα φάρμακα. Οι πιέσεις των γιατρών δεν τον άφηναν να παραδεχθεί την ανάγκη και να δώσει στη σάρκα αυτό που απαιτούσε. Ο εκούσιος και ακούσιος πόνος αποτελεί άσκηση, που είναι μέσο αγιασμού, απόδειξη παραδόσεως στον Θεό.

Δεν τον άφησαν όμως ποτέ και οι ποικίλοι πειρασμοί. «Είναι απαραίτητοι, έλεγε, σαν την αναπνοή μας. Κύματα θαλάσσης είναι οι πειρασμοί, χωρίς κύματα θάλασσα δεν ταξιδεύεται και χωρίς πειρασμούς άνθρωπος δεν σώζεται». Η πείρα του τού έδινε την άνεση να μιλά στα τέκνα του για την μεγάλη ωφέλεια των πειρασμών, που κουράζουν μόνο τους σαρκικούς ανθρώπους.
Υπόμενε τους πάντες στοργικά. Αντί να στενοχωριέται ο Γέροντας, όταν κάποιος τον ενοχλούσε, είχαν μεγάλη στεναχώρια τα πνευματικά του τέκνα, που τους έλεγε: «Ησυχάζετε, παρ’ όλα αυτά με αγαπάει».

Το 1949 η μονή του, ύστερα από συκοφαντικές καταγγελίες, σκέπτεται να τον ανακαλέσει. Κυρίως τον κατηγορούν πως «μεγάλα ποσά καταναλίσκονται ασκόπως». Η αγάπη των τέκνων του δεν άφησε να πραγματοποιηθεί η ανάκλησή του. Με πολλές και θερμότατες επιστολές προς την μονή του φανερώνουν τον σεβασμό και την αγάπη τους.
Η ανάκληση δεν έγινε, αλλά πάρθηκαν αποφάσεις δεσμευτικές για την άνετη πορεία του πνευματικού του έργου. Όλα τα υπέμεινε, με την ταπείνωση που τον διέκρινε, δίχως συζητήσεις και αντιρρήσεις, αλλά όχι και χωρίς πόνο. Είχε όλος παραδοθεί στον Θεό και μόνο σ’ Αυτόν απέβλεπε. Ούτε οι έπαινοι του έδιναν χαρά, ούτε οι κατηγορίες λύπη.

Οι πρώτοι του επισκέπτες είναι κυρίως οι απλοί κάτοικοι της γύρω περιοχής. Η αγάπη του τον έκανε ξακουστό, ώστε σε λίγο να μην άδειαζε ποτέ ο πάγκος, έξω από το εξομολογητήριό του, από κόσμο, που ώρες περίμενε υπομονετικά τη σειρά του. Κόσμος πολύς ερχόταν να του εμπιστευτεί τους πόνους του. Όσο αυστηρός ήταν για τον εαυτό του, τόσο επιεικής ήταν για τους άλλους. Ο π. Ιερώνυμος αναδείχτηκε, κυρίως, πνευματικός πατήρ ενός μεγάλου πλήθους πληγωμένου από την αμαρτία. Στάθηκε φιλό­στοργος ιατρός, επιμελητής ψυχών άριστος, φίλος που συμπονούσε στις ήττες και συνευφραινόταν στη χαρά της νίκης, διακριτικός οδηγός, προσεκτικός σύμβουλος, ακάματος, ήρεμος και γλυκύς.

Τα πρώτα χρόνια εξομολογούσε όρθιος. Άρχιζε μετά τη λειτουργία και τελείωνε πολλές φορές τα μεσάνυχτα. Συχνά, για να κερδίσει χρόνο, έτρωγε ή διάβαζε επιστο­λές και εξομολογούσε. Οι απαντήσεις του κάθε φορά έδειχναν όμως πόσο πρόσεχε. Δεν βιαζότανε ποτέ, παρά το ότι πολλοί τον περίμεναν. Ακόμη κι όταν ήταν άρρωστος. «Λέγετε, έλεγε, αφήστε τους άλλους να περιμένουν. Εγώ εσάς θέλω να ακούσω».
Έβλεπε τις ψυχές σαν ανοιχτό βιβλίο. Είχε καταπλη­κτική γνώση της ανθρώπινης ψυχής. Σπανίως έκανε ερωτήσεις στους εξομολογούμενους. Όταν τον ρωτούσαν γιατί δεν τους βοηθάει με ερωτή­σεις, τους απαντούσε: «Δεν θέλω να σας βάλω σε αμαρτίες που δεν σκεφθήκατε. Ο καθένας γνωρίζει καλά τί έχει και τί τον βαραίνει». Πριν την εξομολόγηση κάτι θα σε κερνούσε, θα χαμογέλαγε, θα ρωτούσε για την εργασία σου και μετά θα φόραγε το πετραχήλι του.

Άκουγε με προσοχή τις εξομολογήσεις και στο τέλος απαντούσε. Μερικές φορές έκανε πως κοιμόταν ή έκλεινε τα μάτια του από την κόπωση ή ήθελε να συγκεντρωθεί, να εντείνει την προσοχή του, να δώσει άνεση στον εξομολογούμενο, να μη τον κοιτά στα μάτια.
Τα πάντα χρησιμοποιούσε για να βοηθήσει τον πονεμένο, μη λογαριάζοντας χρόνο και κόπους. Η μεγαλύτερη χαρά και αμοιβή των κόπων του ήταν, όταν έβλεπε ανθρώπους που ειλικρινά μετανοούσαν. Μερικές φορές, αν κάτι του έκρυβες, με διάφορους τρόπους προσπαθούσε να σε φέρει σε τέτοια κατάσταση μετανοίας να το φανερώσεις. Δίχως να σε προσβάλει ή να σε θίξει στο παραμικρό. Είχε μια αρχαία αρχοντιά, αυτήν που έχουν κόσμημα όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι. Η μεγαλύτερη λύπη του ήταν να βλέπει ψυχές να βγαίνουν από το εξομολογητήριο με μια ακόμη αμαρτία. Μια μη καθαρή εξομολόγηση ηθελημένη.

Στο τέλος σ’ ευχαριστούσε θερμά, γιατί τον εμπιστεύτηκες. Αν πήγαινες για πρώτη φορά, θα φύλαγε τ’ όνομά σου, και θα προσευχόταν καθημερινώς για σένα. Δεν σ’ άφηνε ν’ απελπιστείς. Ήξερε να παρηγορεί τις ψυχές. «Εγώ γι’ αυτό είμαι εδώ, έλεγε, αυτή είναι η δουλειά μου». Σου μιλούσε για το άπειρο έλεος του Πανάγαθου Θεού, τις πρεσβείες των Αγίων και της Θεοτόκου.
Η διάκρισή του και η ταπεινοφροσύνη του σκεπάζονταν και με το χάρισμα να προορά και να διορά τις ψυχές και τα μέλλοντα. Αποτέλεσμα της μεγάλης αγάπης του στον Θεό και του φωτισμού που είχε λάβει από αυτόν. Ήξερε τα μυστικά βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Έβλεπε τον άνθρωπο ολόκληρο. Εκείνο που ζητούσε περισσότερο από τους εξομολογούμενούς του ήταν η συναίσθηση της αμαρτωλότητός τους και η ταπείνωση. Πλήρης αγάπης για την πάσχουσα ανθρώπινη φύση έσωζε πραγματικά λαβωμένες ψυχές, που του φανέρω­ναν τα έλκη και τις αλγηδόνες τους. Το θαυματουργό πετραχήλι, η μετάνοια, η διάπυρη ευχή του θεοφόρου πατρός για την κατάπεμψη του θείου ελέους και την άφεση, έδινε νόημα στη ζωή των ανθρώπων και άνοιγε παραδείσιες οδούς. Ήξερε να εκφράζεται όχι τόσο με όρους όσο με λόγια απλά. Η φωτισμένη καθαρή σκέψη του ήξερε να συγκροτεί, να χαροποιεί, να σώζει. Σ’ όλους όσοι τον πλησίαζαν έμεινε σαν ένα σύμβολο σοφού πνευματικού.

Οι ακολουθίες στην Ανάληψη ήταν καθημερινές, κατά το αγιορείτικο τυπικό. Γύρω στις δύο μετά τα μεσάνυχτα, την ώρα που σηκώνονταν και οι αδελφοί στη μονή, θα πήγαινε στον ναό να μείνει μόνος μέχρι τις πέντε, που άρχιζε καθημερινά η ακολουθία. Τις ώρες αυτές μνημόνευε μερικά από τα ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων, γιατί δεν τα προλάβαινε όλα την ώρα της προσκομιδής. Στα δίπτυχά του είχε περισσότερα από δυόμισι χιλιάδες ονόματα. Οι καθημερινές ακολουθίες ήταν απλές, ήσυχες και κατανυκτικές. Οι ιεροψάλτες ήσαν άμισθοι και ευλαβέστατοι άνθρωποι.
Οι ιερουργίες του Γέροντα ξεχώριζαν. Μετέδιδε τη χάρη στις ψυχές, με το φωτεινό του πρόσωπο, την ειρήνη, την απλότητά του. Στη λειτουργία ποτέ δεν καθόταν. Ως λειτουργός, ήταν τελείως αφοσιωμένος στο έργο του. Φαινόταν εξαϋλωμένος. Κατά την ώρα της λειτουργίας πολλά παιδιά τον έβλεπαν πάνω από το έδαφος. «Ο παππούλης πετάει» φώναζαν. Τον έβλεπαν μια πιθαμή πάνω από τη γη.

Μετά τη λειτουργία δεν έβλεπε τον κόσμο αμέσως. Ήθελε να καθίσει δύο λεπτά στην πολυθρόνα του να ησυχάσει, να κλείσει τα μάτια του. Έλεγε: «Μετά τη λειτουργία έχω και ταραχή, πως τα αμαρτωλά μου χέρια επιάσανε τον Χριστόν και θέλω λίγο να σταθώ να γαληνέψω».
Οι σχέσεις του Γέροντα με τα παιδιά, με τα οποία έμοιαζε και η προς αυτά αγάπη του, είναι από τις ωραιότερες σελίδες της μακαρίας βιωτής του. Οι περι­γραφές από τότε παιδιά αυτής της αγαπητικής σχέσεως, είναι άφατα χαριτωμένες και δείχνουν, για μια ακόμη φορά, το μεγαλείο του. Μιλούσε με μεγάλη άνεση και σοβαρότητα σε μικρά παιδιά για μεγάλα θέματα. Τους είχε εμπιστοσύνη, τους μιλούσε όπως στους μεγάλους, λέγοντας πως καταλαβαίνουν περισσό­τερα απ’ όσα νομίζουμε, συχνά στον πληθυντικό. Με την αγωγή που τους έδινε, τους άνοιγε τις καρδιές για να δεχτούν τον Χριστό και να τον φυλάξουν για πάντα. Με εξαιρετική συμπάθεια καθότανε ν’ ασχοληθεί με τα σχολικά τους μαθήματα, την πρόοδο της μορφώσεως, την υγεία, τη διατροφή, το μέλλον τους, που συχνά προέβλεπε, και προσπαθούσε να τα προσανατολίσει προς την κλήση τους. Ο ίδιος είχε πολλά να διδαχτεί με το σκύψιμό του πάνω στην ανεπιτήδευτη παιδική αναστροφή.
Οι ελεημοσύνες του αγαθού πατρός έμειναν παροιμιώδεις. Θυμίζουν τους βίους των μεγάλων ελεημόνων αγίων. Όλος σχεδόν ο συνοικισμός του Βύρωνα είναι ελεημένος από τα χέρια του, ιδιαίτερα στις δύσκολες ημέρες της Κατοχής. Δεν πρόσεχε ποιός ζητούσε, αν έχει ανάγκη ή όχι, έδινε απλόχερα παντού. Προσπαθούσε να μην αφήσει να διανυκτερεύσουν στο κελλί του χρήματα, που η αγάπη και ο σεβασμός των τέκνων του τού πρόσφερε πλούσια. Όταν του τέλειωναν τα χρήματα δανειζόταν για να ελεεί. Όταν δεν είχε έλεγε: «Έτσι είναι, πότε χειμώνας και πότε καλοκαίρι». Συχνά έμπαινε στο λεωφορείο και δεν είχε το αντίτιμο του εισιτηρί­ου. Τα ράσα, τα άμφια, τις φανέλες, τα υποδήματά του μοίραζε, όταν δεν είχε χρήματα να δώσει, για να μη λυπήσει κανέναν. Τόση ήταν η ευσπλαχνία του προς τους αδελφούς του. Τα έδινε με τόση χαρά ως να τα λάβαινε ο ίδιος. Ο ίδιος υπερβολικά λιτοδίαιτος, αυστηρός νηστευτής, υποδειγματικά ολιγαρκής και αυτάρκης. «Πτωχός εκ πτωχών γονέων», όπως του άρεσε να λέει για τον εαυτό του. Όταν εκοιμήθη, βρέθηκαν μόνον επτά δραχμές στο συρτάρι του!

Σελίδες σελίδων θα χρειάζονταν, για να γραφούν οι διηγήσεις των ανθρώπων που τον γνώρισαν και αναφέρονται στο προορατικό του χάρισμα. Χωρίς να γνωρίζει το πρόσωπο, μιλούσε για την ιστορία του και τ’ όνομά του. Έβλεπε τις σκέψεις, τις καρδιές, τα παρελθόντα, τα μέλλοντα, δίχως ψυχολογικές εμβαθύνσεις αλλά βιώνοντας την προπτωτική ζωή της καθαρότητας και αλήθειας. Αυτό που άξια θαυμάζει κανείς είναι ο απλός τρόπος που μιλούσε γι’ αυτά. Δεν μιλούσε για κοσμοϊστορικά γεγο­νότα, πολέμους και λοιπά. Μιλούσε για τα προβλήματα της αγωνιζόμενης ψυχής που είχε μπροστά του, για να δώσει κουράγιο και άνεση και να διώξει την απελπισία. Τα έλεγε μ’ ένα τρόπο μυστικό, αλληγορικό, σαν να ήταν φυσικό να γνωρίζει τ’ άγνωστα.
Ποτέ δεν μίλησε για το χάρισμά του. Ήταν γι’ αυτόν σαν κάτι που δεν ήξερε αν το έχει, αν είναι καλά-καλά δικό του. Και πράγματι τις ώρες εκείνες μιλούσε με το στόμα του ο Θεός. Η παράδοση του ίδιου στον Θεό τον έκανε να είναι στήριγμα για τους άλλους. Έβλεπε πέρα από τις κάθε λογής πιθανότητες. Την πρώτη σκέψη που του έδινε ο Θεός την έδινε στον εξομολογούμενο κι έτσι ποτέ δεν λάθευε. Το χάρισμά του ήταν μια δωρεά βοήθειας στον κόσμο.

Δεν είναι λιγότερες οι θεραπείες των σωματικών πόνων και ασθενειών που έκανε ο Γέροντας. Ποτέ δεν πίστεψε και δεν άφησε τους άλλους να καταλάβουν ότι κάνει θαύματα. Αυτό που ήξερε και ακούραστα κήρυττε ήταν πως ο Θεός είναι κοντά μας και ακούει την προσευχή των πιστών. Οι ευχές της Εκκλησίας, με τις ιερές ακολουθίες και τα θεία μυστήρια, ιδιαίτερα της εξομολογήσεως, της θ. Μεταλήψεως και του ευχελαίου, οι άγιοι με τις πρεσβείες τους, τις εικόνες και τα λείψανά τους, ιδιαίτερα η Θεοτόκος, ο τίμιος σταυρός, έχουν δύναμη ιαματική. Και τελικά και πρώτα, αυτός που θεραπεύει, λυτρώνει και σώζει, είναι ο Χριστός όταν δει θερμή πίστη στον άνθρωπο. «Κύριος ο Θεός σου ο ιώμενός σε». Τα όπλα του στις μάχιμες αυτές ώρες ήταν το πετραχήλι, ο σταυρός και το ευχολόγιο. Στα χέρια του έπαιρναν μια μεγαλειώδη δύναμη. Οι πιστοί και οι άπιστοι πλησιάζοντάς τον αναφωνούσαν «Ιδόντες εωράκαμεν, ότι ην ο Κύριος μετά σου». Με όλη τη φωτιά της πίστεώς του προσευχόταν ο Γέροντας στον Κύριο, που είπε στους Αποστόλους του και στους διαδόχους του· «Ασθενούντας θεραπεύετε… δαιμόνια εκβάλλετε…».
Βλέποντας ο Πανάγαθος Θεός, την ψυχή του ταπει­νού ιερομονάχου Ιερωνύμου, που ολοκληρωτικά, από παιδί, του είχε δοθεί, δίχως να κρατήσει τίποτε για τον εαυτό του, με την άσκηση, την υπακοή, τη διακονία των αδελφών, πώς να μην του δώσει τη Χάρη του να θαυματουργεί;

Τα θαύματα, που ανέφεραν πρόσωπα ευλαβή, πιστά πνευματικά του τέκνα, είναι αυτά που είδαν και έζησαν κοντά του. Πόσα μένουν άγνωστα ακόμη είτε γιατί πολλοί που τα γνώρισαν έχουν αναπαυθεί, είτε μένουν άγνωστοι, είτε γιατί δεν τα γνώριζαν ούτε οι ίδιοι οι θεραπευμένοι και σωσμένοι, γιατί τελούνταν συχνά « εν τω κρυπτώ» και «εν συμβόλοις». Αξιοσημείωτο είναι ότι μερικά από αυτά τ’ αναφέρουν μάρτυρες που δεν ζουν τόσο κοντά στην Εκκλησία. Οι εκφράσεις τους φανερώνουν μια κρυφή εκτίμηση στους γνήσιους υπηρέτες του Θεού. Η υπερβολική χρηστοήθεια του Γέροντα τον έκανε σ’ όλους σεβαστό.
Οι μετά την κοίμησή του παρόμοιες μαρτυρί­ες θαυμαστών επεμβάσεών του, δεν είναι λίγες. Και είναι φυσικό, αφού τώρα είναι κοντύτερα σ’ Αυτόν που τόσο αγάπησε κι έχει πλουσιότερη τη χάρη. Τώρα δεν κουράζεται το γεροντικό του σώμα να τρέχει στους ασθενείς του. Τώρα ευλογεί τα τέκνα του και από τον ουρανό, για να δοξάζεται περισσότερο τ’ όνομα του θαυματοδότη και μεγαλόδωρου Θεού.

Ο Θεός τον είχε σκεπάσει για τη μεγάλη του αγάπη, από εδώ στη γη, με τη Χάρη Του και δεν μπορούσε να κρυφτεί, όπως ο ήλιος στον ανέφελο ουρανό. Συχνά η ευωδία της αρετής γίνεται αισθητή και από τις σωματι­κές αισθήσεις.
Το 1938, στην κηδεία του αρχιεπισκόπου Χρυσοστό­μου είχαν καλέσει και τον Γέροντα. Τον έβαλαν στη σειρά με την τάξη των εγγάμων δίχως να μιλήσει. Πλάι του ήταν ένας σεβάσμιος κληρικός και του είπε: «Τί έχετε εσείς οι αγιορείτες και ευωδιάζετε;» Και ο Γέροντας είπε: «Πάψε ευλογημένε, τί έχουμε…». Εκείνος επέμενε· «Όχι, το αισθάνομαι, έρχεται η ευωδία από εσάς, κάτι έχετε επάνω σας…».
Κάποιο άλλο πνευματικό του παιδί έλεγε: «Όσο απομακρυνόμουν από κοντά του τόσο λιγόστευε η ευωδία- κάτι ανάμεσα γαρύφαλλο και τριαντάφυλλο. Παρόμοια ευωδία αισθάνθηκα στον Άγιο Νεκτάριο».

Σε μια εποχή καθαρά αντιμοναχική, ο Γέροντας κατόρθωσε να εμπνεύσει την αγάπη στον μοναχισμό και να φορέσει το μοναχικό σχήμα σε περισσότερες από τριακόσιες ψυχές, δίχως να διακρίνει ηλικία και κοινωνική κατάσταση. Δεν είναι λίγες οι οικογένειες, που ολόκλη­ρες αφιερώθηκαν στον Θεό, με πρώτη τη δική του. Μοναχούς έστελνε στο Άγιον Όρος και αλλού. Τις μοναχές σε διάφορες μονές. Μερικές, λόγω της πολύ περασμένης ηλικίας τους, τις έκειρε και τις άφηνε στα σπίτια τους. Άλλες, τις έστελνε με τα λαϊκά στις μονές κι άλλες αγαπούσε να τους φορά ο ίδιος το σχήμα, στην Ανάληψη, στα εξωκκλήσια. Διάβα­ζε την κλήση, που ήταν χαραγμένη στις καρδιές των τέκνων του και τους προετοίμαζε το δρόμο τους. Με τις δεήσεις του βοηθούσε ν’ αυξηθεί το αγγελοειδές τάγμα των μοναχών. Βλέποντας ν’ αυξάνει ο αριθμός αυτός δεν του έμενε παρά να ευχαριστεί τον Κύριο και την Θεοτόκο.

4. Το μακάριο τέλος του 6 Ιανουαρίου 1957

Τον θάνατό του ο μακάριος Γέροντας προείδε και προμήνυσε σε πολλούς με διάφορους τρόπους. Τις ετοιμασίες για το ταξίδι του ουρανού είχε κάνει από τα νεανικά του χρόνια. Όλη του η ζωή ήταν μια ετοιμασία για το καλωσόρισμα του θανάτου, που τον ανέμενε με λαχτάρα.
Ήταν 86 ετών και η σφοδρότητα της ασθένειάς του τον ταλαιπωρούσε αρκετές ημέρες, αλλά δεν του διέκοπτε την προσευχή και συχνά έκανε το σημείο του σταυρού. Δίχως κανένα παράπονο, με υπομονή, με τον καλό λόγο και ηρεμία καρτερούσε το τέλος.

Λίγες ημέρες πριν την κοίμησή του, μεταφέρθηκε σε κλινική του Πειραιά. Τέσσερεις ημέρες πριν, κατόπιν θείου οράματος, επισκέφθηκε τη μονή του Αγίου Νεκταρίου στην Αίγινα, παρά την κακοκαιρία, για να προσκυνήσει την ιεράν κάρα του Αγίου. Η ωραιοποιημένη ψυχή του από τους πολυχρονίους αγώνες άφησε το πολύαθλο σώμα στις 11:40 το πρωί, ημέρα Κυριακή μετά τη λειτουργία και τον αγιασμό των Θεοφανείων, 6 Ιανουαρίου 1957. Ανέβαινε η ψυχή του σε ανοιχτούς ουρανούς. Την παραμονή είχε τελεστεί το ιερό ευχέλαιο και είχε μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων. Πρόλαβε να πιει και Μεγάλο αγιασμό. Αμέσως μετά την τελευτή του ο πολιτικός και θρησκευτικός τύπος έγραψε πολλά περί της μακαρίας βιοτής του. Οι ένθερμες νεκρολογίες πολλών, ήσαν ύμνοι και ευχαριστίες στον Θεό, που τους χάρισε τέτοιον πατέρα.

Λίγες ημέρες μετά την ταφή του Γέροντα, κάθονταν μερικοί κοντά στον τάφο του, που βρίσκεται πίσω από το ιερό του ναού της Αναλήψεως και ένιωσαν να έρχεται ένα λεπτό άρωμα από αυτόν.
Στις 8 Μαΐου του 1965 έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του. Ο Γέρων Γελάσιος Σιμωνοπετρίτης στάλθηκε από την Μονή για την παραλαβή των οστών του, είπε: «Αν ο οικονόμος δεν τα έκρυβε στο καμπαναριό του ναού θα επέστρεφα το κιβώτιο κενό». Με ιερή λαχτάρα όλος ο κόσμος έπεσε στον τάφο του να πάρει ως ευλογία και φυλακτό, χώμα και ξύλο από το φέρετρό του. Πολλοί είχαν την ευκαιρία πάλι να αισθανθούν έντονα τα σημεία της χάριτος του Θεού. Με θαυμασμό αναφέρουν την ευωδία κατά την ώρα της ανακομιδής.

Αυτό που άφησε πίσω του ως εικόνα και αίσθηση του προσώπου του περιγράφεται θαυμάσια από τον λόγιο βιογράφο του αγιορείτη Γέροντα Μωϋσή:

«Ο Γέροντας ήταν πολύ απλός. Κοντός στο ανάστημα. Παρά τ’ ότι ήταν λίγο ευτραφής φαινόταν εξαϋλωμένος και το βλέμμα σου τον διαπερνούσε. Το πρόσωπό του ήταν συνήθως φωτεινό και αυστηρό, σοβαρό και με καλωσύνη. Ποτέ δεν αποχωριζόταν τον καλογερικό του σκούφο. Οι αχνές ρυτίδες του προσώπου του είχαν μια φυσικότητα. Τα μάτια του βαθουλωτά, κοιτούσαν συνήθως χαμηλά και είχαν σπάνια φωτεινότητα. Δυσκολευόσουν αρκετά να τον δεις κατάματα. Συχνά φορούσε απλά ματογυάλια. Το βλέμμα του είχε επιείκεια, ζεστασιά και σε πρόσεχε με μια ακριβή αγάπη. Το χαμόγελό του είχε μια ιδιαίτερη ωραιότητα. Τα γένια του άσπρα, και στην μέση χωρίζανε λίγο. Συνήθως ήταν ωχρός. Ένας απλός ιερομόναχος, με καθαρά ρούχα και υποδήματα. Με έντονα τα ιδιαίτερα πατρικά χαρίσματα, αγαθότητα, ηρεμία, διάκριση και συμπάθεια. Ο χαρακτήρας του προσώπου του γενικά, υπογραμμισμένος από την λευκότητα των διάχυτων μαλλιών του, η απλότητα των ενδυμάτων και των λόγων του, η χάρη των νοημάτων του από θερμές φράσεις γίνονταν βιβλίο βοηθείας στους αναγκεμένους. «Στολισμός γάρ ανδρός και βήμα ποδός και γέλως οδόντων αναγγελεί τα περί αυτού». Βλέποντάς τον να ζει μέσα σε μια συνεχόμενη και αδιατάρακτη πραότητα και γαλήνη, αυτόν τον άνθρωπο του Θεού, τον απλό γέροντα, αναφωνούσες στα μύχια σου· «Καλόν το πορεύεσθαι οπίσω Κυρίου…»

Ο πατήρ Ιερώνυμος έζησε ως επίγειος άγγελος, ουράνιος άνθρωπος.

Με Συνοδική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου ο γνωστός Όσιος Γέρων της Αναλήψεως, Ἁγιορειτικού Μετοχίου στον Βύρωνα Αθηνών, ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ο ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ ανεγράφη πρόσφατα στις αγιολογικές δέλτους της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Η ιερά μνήμη του καθιερώθηκε την 9η Μαΐου εκάστου έτους.



Πηγή: ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, Πρακτορείο Εκκλησιαστικών Ειδήσεων

Η ΙΕΡΑ ΜΑΣ ΜΟΝΗ ΑΠΟ ΨΗΛΑ!

ΟΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ