8 Οκτωβρίου 2021
Οι δύο πόρνες που αγίασαν μας δείχνουν τον δρόμο
26 Νοεμβρίου 2020
Ο άγιος Στυλιανός-Στεργιανός ( 26 Νοεμβρίου)
14 Νοεμβρίου 2020
ΑΜΥΝΑΝ ΠΟΙΗΣΑΝΤΕΣ
«Δεῦτε φιλομάρτυρες πάντες τούς τοῦ Χριστοῦ ἀριστέας ὕμνοις τιμήσωμεν, Γουρίαν, Ἄβιβον καί Σαμωνᾶν, ὅτι παραδόξως ἐνεργοῦσι τοῖς θαύμασιν. Ὅρκῳ γάρ οὐ παρεῖδον μεταναστεῦσαι κόρην, ἀλλ’ ἐκπληροῦντες τό αἴτημα τήν παῖδα διεσώσαντο, παρανόμῳ Γότθῳ ἄμυναν ποιήσαντες. Δι’ ὧν Χριστέ ὁ Θεός, ὡς ἀγαθός καί φιλάνθρωπος, σῶσον τάς ψυχάς ἡμῶν» (Δοξαστικό τῶν Αποστίχων τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Γουρία, Σαμωνᾶ καί Ἀβίβου, πού ἑορτάζουν τήν 15η Νοεμβρίου)
«Ελάτε όλοι όσοι αγαπούμε τους μάρτυρες του Χριστού να τιμήσουμε με ύμνους εκείνους που αρίστευσαν για τον Χριστό, τον Γουρία, τον Άβιβο καί τον Σαμωνά, διότι κάνουν παράδοξα θαύματα! Δεν αδιαφόρησαν για τον όρκο εξαιτίας του οποίου μία κόρη (η Ευφημία) μετανάστευσε, αλλά εκπληρώνοντας το αίτημά της διέσωσαν το κορίτσι, αμυνόμενοι στον παράνομο Γότθο. Δια των προσευχών τους Χριστέ ο Θεός, ως αγαθός και φιλάνθρωπος, σώσε τις ψυχές μας».
Υπάρχουν μερικές εκπληκτικές ιστορίες Αγίων της πίστης μας που αξίζουν τον κόπο να τις μελετήσει κάποιος για να δει τα μεγαλεία του Θεού, αλλά και την δύναμη της ανθρώπινης συνέργειας έναντι του κακού που αφθονεί στον κόσμο. τέτοια είναι και η ιστορία, αλλά και ένα μεγάλο θαύμα το οποίο έκαναν τρεις εν πολλοίς άγνωστοι μάρτυρες, οι άγιοι Γουρίας, Σαμωνάς και Άβιβος, που γιορτάζουν στις 15 Νοεμβρίου κάθε χρόνο.
Και οι τρεις ήταν κληρικοί. Ο Γουρίας και ο Σαμωνάς, ιερείς στην περιοχή της σημερινής Ούρφα της Συρίας, στα χρόνια του μεγάλου διωγμού του Διοκλητιανού (303), βοηθούσαν φυλακισμένους χριστιανούς και ενθάρρυναν τους πιστούς να αντιστέκονται στα διατάγματα και να παραμένουν στέρεοι στην πίστη, παρουσιάστηκαν στον διοικητή της περιοχής και ομολόγησαν τον Χριστό. Ο διοικητής τους κατηγόρησε για στασιασμό κατά των διαταγών του αυτοκράτορα και τους υποσχέθηκε να τους θανατώσει με τρομερά μαρτύρια, αν επιμέναν. «Δεν θα πεθάνουμε, όπως λες, αλλά θα ζήσουμε σύμφωνα με την πίστη μας, αν κάνουμε το θέλημα του Δημιουργού μας», του απάντησαν. Τα μαρτύρια τους ήταν επώδυνα. Τους κρέμασαν από το ένα χέρι, τους έριξαν σε έναν σκοτεινό λάκκο επί τέσσερις μήνες, και αφού του είπαν και πάλι ότι «έχεις εξουσία στα σώματα, όχι όμως στις ψυχές μας», οδηγήθηκαν υποβασταζόμενοι από την εξάντληση και από τα σπασμένα από τα βασανιστήρια μέλη στον τόπο του αποκεφαλισμού. Ο δήμιος του ζήτησε να προσευχηθούν γι’ αυτόν και οι άγιοι έκαναν την τελευταία προσευχή: «Θεέ και Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δέξου το πνεύμα μας και φύλαξε τα σώματά μας για την ανάσταση» και δέχτηκαν το τελευταίο μαρτύριο.
Ο Άβιβος ήταν διάκονος στον τελευταίο διωγμό του Λικινίου στην ίδια περιοχή (309). Διέτρεχε παράνομα τα χωριά για να συνάζει τους πιστούς στις εκκλησίες, να τους διαβάζει τις Γραφές και να τους ενδυναμώνει για να εγκαρτερούν στην αλήθεια της πίστεως, δίχως τον φόβο των διωκτών τους. Ο διοικητής της Εδέσσης Λυσανίας συνέλαβε αρχικά την οικογένειά του, επειδή δεν έβρισκε τον Άβιβο. Μόλις εκείνος το πληροφορήθηκε, έσπευσε να παραδοθεί. Τον βασάνισαν φρικτά. Ο διοικητής τον ρώτησε: «η θρησκεία σου σε διδάσκει να μισείς το σώμα σου το ίδιο και να αρέσκεσαι στον πόνο;». Ο Άβιβος του απάντησε: «Δεν μισούμε το σώμα μας, αλλά αγαλλιάζουμε θεωρώντας αόρατες πραγματικότητες βεβαιωμένες από την επαγγελία του Θεού, ότι για εκείνους που αγαπούν τον Χριστό τα βασανιστήρια και μαρτύρια αυτού του κόσμου δεν αξίζουν ως απειλή για να τα ανταλλάξουμε με την μέλλουσα δόξα». Ο διοικητής διέταξε να καεί. Δίπλα του βάδισε στα λευκά ντυμένη, σαν σε γάμο και γιορτή, η μητέρα του. Οι χριστιανοί έθαψαν τον Άβιβο εκεί όπου είχαν θάψει λίγα χρόνια πριν τους Γουρία και Σαμωνά! («Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», τόμος τρίτος, Νοέμβριος)
Ένα από τα πιο ξεχωριστά θαύμα των αγίων ήταν κι αυτό.
Κάποτε ένας Γότθος στρατιωτικός εστάλη ως μισθοφόρος να υπηρετήσει στην Έδεσσα. Εκεί γνώρισε μία νέα, ευσεβή κοπέλα, την Ευφημία, την ερωτεύτηκε και πήγε στην μητέρα της Σοφία ζητώντας την ως γυναίκα. Ορκίστηκε μάλιστα στον τάφο των αγίων μαρτύρων Γουρία, Σαμωνά και Αβίβου ότι δεν θα κάνει κακό στην γυναίκα του, δεν θα την προσβάλει, αλλά θα την αγαπά και θα την λατρεύει για πάντα. Αφού ολοκλήρωσε την υπηρεσία του στην Έδεσσα, πήρε την Ευφημία μαζί του στην πατρίδα του. Εκεί αποδείχτηκε ότι την είχε εξαπατήσει, διότι ήδη είχε σύζυγο στο σπίτι του και έτσι η Ευφημία έγινε σκλάβα της. Ο αλιτήριος σύζυγός της την απείλησε ότι θα τον σκοτώσει, εάν αποκάλυπτε ότι την είχε παντρευτεί. Η Ευφημία υπέφερε τόσο την κακοποίηση όσο και τον εξευτελισμό. Γέννησε έναν γιο, όμως η ζηλιάρα Γοτθίδα σύζυγος τον δηλητηρίασε. Η Ευφημία προσευχόταν στους αγίους μάρτυρες Γουρία, Σαμωνά και Άβιβο, τους μάρτυρες του όρκου που είχε δώσει ο Γότθος σύζυγός της, και εκείνοι άκουσαν την προσευχή της. Η Ευφημία βρέθηκε ως εκ θαύματος στην πατρίδα της και στην μητέρα της! Ο γότθος την αναζήτησε και πήγε να υπηρετήσει πάλι ως μισθοφόρος στην Έδεσσα. Όμως όλη η πόλη είχε μάθει τις πράξεις του, αφού η μητέρα της Ευφημίας Σοφία ενημέρωσε τον διοικητή. Ο γότθος δικάστηκε και εκτελέστηκε, καθώς παρέμεινε αμετανόητος για τα έργα του. Σε κάποιες εκκλησιαστικές παραδόσεις οι άγιοι μάρτυρες Γουρίας, Σαμωνάς και Άβιβος θεωρούνται οι προστάτες του τίμιου γάμου. Προσευχόμαστε σ’ αυτούς για να φεύγουν με τις πρεσβείες τους η αναστάτωση στις οικογενειακές σχέσεις και οι δυσκολίες που ανακύπτουν όταν ο ένας σύζυγος έχει κακία εις βάρος του άλλου (μετάφραση από την ιστοσελίδα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αμερική-OCA).
Τρία μηνύματα από την ζωή των αγίων θα μπορούσαν να είναι τα εξής:
Πρώτον το ότι στα αντίθεα δόγματα της εξουσίας της εποχής, η οποία δίωκε τους χριστιανούς μέχρι θανάτου, οι άγιοι αντιστάθηκαν ειρηνικά. Ενίσχυσαν ηγετικά τους πιστούς. Κήρυξαν τον λόγο του Θεού, δείχνοντας ότι όταν προσβάλλεται η πίστη, ο χριστιανός οφείλει να ακούσει πρώτα τον Θεό, με οποιοδήποτε τίμημα. Και ο Θεός ενισχύει τον πόνο και το μαρτύριο, σωματικό και ψυχικό, καθώς η δική Του δικαιοσύνη είναι για την αιώνια ζωή και όχι για τα πρόσκαιρα αυτού του κόσμου.
Δεύτερον το ότι υπήρχε λαός εκείνη την εποχή που ήταν πρόθυμος να μην υπακούσει στα άθεα προστάγματα, λαός που ήθελε να ακούσει το Ευαγγέλιο και την Γραφή, λαός που ήθελε να ζήσει την πίστη. Μπορεί αυτός ο λαός να ήταν μειοψηφία. Δεν έκανε όμως πίσω και έτσι ο Θεός έστελνε εκείνους οι οποίοι θα τον ενίσχυαν και δε θα τον άφηναν χωρίς πνευματική τροφή.
Τρίτον το ότι οι Άγιοι κράτησαν άμυνα στην δική τους πορεία και βοήθησαν και βοηθούν και όσους εμπιστεύονται το παράδειγμά τους να κρατούν κι εκείνοι άμυνα, όπως έκαναν με την νεαρή Ευφημία. Η άμυνα όμως δεν λύνει μαγικά τα προβλήματα. Ο άνθρωπος χρειάζεται να υπομένει, να ταπεινώνεται, να ελπίζει, να περνά τους σταυρούς του με εμπιστοσύνη στον Θεό και να μην κάνει συμβιβασμούς στην πίστη του. Ο Θεός δεν θέλησε η Ευφημία να εγκαταλείψει τον κακό σύζυγό της, όχι μόνο για να ενισχυθεί η ίδια στην πνευματική της πορεία, αλλά και για να μην έχει εκείνος καμιά δικαιολογία για την απόφασή του να μην αγαπά, να εκμεταλλεύεται, να αισθάνεται παντοδύναμος λόγω του φύλου του, της θέσης του, της εξουσίας του. Το σχέδιο του Θεού, ενώ είναι απλό και έχει να κάνει με την σωτηρία όλων των ανθρώπων, έρχεται να συναντήσει τις δικές μας πεποιθήσεις περί του σωστού και δικαίου, με αποτέλεσμα να μας προκαλεί ερωτηματικά, καθότι δεν θέλουμε σωτηρία, αλλά δικαίωση. Αυτό δεν δικαιολογεί την κακία και την εκμετάλλευση, αλλά απαλύνει τις συνέπειές τους. Και είναι μία πρόκληση για μετάνοια στους υβριστές και αλαζόνες, όποιοι κι αν είναι, όσο ψηλά κι αν βρίσκονται. Κάποτε μάλιστα βρίσκονται ανάμεσά μας, διότι ο νους του ανθρώπου μεθά, επειδή έχει μέσα του ένα αίσθημα υψηλοφροσύνης για το ποιος είναι.
Ας κρατήσουμε άμυνα λοιπόν όπως καί όσο μπορούμε, στις προκλήσεις των καιρών, στο κάθε λογής κακό, στην απόρριψη του Θεού ως προτεραιότητας και ως προνοητή για την ζωή μας, και ας Τον εμπιστευόμαστε μαζί με τους Αγίους του, καθώς και τον τρόπο και το ήθος της Εκκλησίας. Αργά ή γρήγορα «οι δοκούντες εστάναι», πίπτουν.
Κέρκυρα, 15 Νοεμβρίου 2020
Αρχή της Σαρακοστής των Χριστουγέννων
Γουρία, Σαμωνά και Αβίβου των Μαρτύρων
20 Οκτωβρίου 2020
Άγιος Γεράσιμος: ο νέος ασκητής της Κεφαλλονιάς

19 Οκτωβρίου 2020
Ό Άγιος Ιωάννης ο θαυματουργός (Ρίλα Βουλγαρίας)

16 Οκτωβρίου 2020
Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΛΟΓΓΙΝΟΣ Ο ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΣ
1.Καταγωγή - Επάγγελμα
Ο άγιος Λογγίνος έζησε κατά τους χρόνους της ενσάρκου οικονομίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Ο Συμεών ο Μεταφραστής στους βίους και την πολιτεία Αγίων Μηνός Μαρτίου αναφέρει ότι, ανήκε στην Ιουδαϊκή συναγωγή (P.G., Τόμ. 115, σ. 32 Α).
Ο Άγιος καταγόταν από την κωμόπολη Σανδιάλη της Καππαδοκίας (P.G., Τόμος 115, σελ. 41). Εκεί, λοιπόν, αποσύρθηκε μετά την Ανάσταση του Κυρίου, όταν παραιτήθηκε από το Ρωμαϊκό στρατό που υπηρετούσε και εκήρυξε «Χριστόν εσταυρωμένον και αναστάντα εκ νεκρών».
Ο Λογγίνος υπηρέτησε ως Αξιωματικός στο Ρωμαϊκό στρατό κα έφερε το βαθμό του Κεντυρίωνα - Εκατόνταρχου.
(Η λέξη Κεντυρίων προέρχεται από τη λατινική λέξη Centum που σημαίνει εκατό, διοικητής δηλαδή εκατό στρατιωτών , εκατόνταρχος).
Κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του Κυρίου επί της γης τελούσε υπό τις διαταγές του Ποντίου Πιλάτου, Ρωμαίου Επάρχου στην Ιουδαία (26 - 33 μ.Χ.).
2. Εποπτεύει κατά τη Σταύρωση του Χριστού
Κατά την παράδοση του Ιησού στους Εβραίους για να τον σταυρώσουν, ο Πιλάτος έδωκε εντολή στον εκατόνταρχο Λογγίνο να υπηρετήσει στα τίμια πάθη και τη σταύρωση, μετά των στρατιωτών του.
Το όνομα του Εκατόνταρχου δεν αναγράφεται σε κανένα από τα Ευαγγέλια. Σ' όλα μνημονεύεται με το αξίωμά του, είτε ως Κεντυρίων, είτε ως Εκατόνταρχος.
Έτσι, ο Λογγίνος, εκτελώντας τη διαταγή του Πιλάτου, επιστάτησε καθ' όλη τη διάρκεια των φρικτών Παθών του Κυρίου στο Γολγοθά. Ως εκ τούτου, υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας όλων των εκεί θαυμαστών γεγονότων κατά τη Σταύρωση του Κυρίου.
Ο μακάριος θα μπορούσε να φαντασθεί, όταν έφθασε στο Γολγοθά, ότι - ευθύς μετά τη Σταύρωση του Χριστού - θα γινόταν ο πρώτος ομολογητής της Θεότητας Αυτού; Αδύνατον! Όπως γνωρίζουμε, μετά τη θεία Σταύρωση, οι Απόστολοι και οι άλλοι μαθητές του Κυρίου για το φόβο των Ιουδαίων απομακρύνθηκαν από το Γολγοθά.
Ο Λογγίνος όμως έμεινε κοντά στον Εσταυρωμένο. Η ψυχή του είχε συγκινηθεί από την άδικη Σταύρωση του αθώου Ιησού. Η προσωπικότητα του Ναζωραίου τον είχε σαγηνεύσει. Κάτι του έλεγε μέσα του πως αυτός δεν ήταν ένας κοινός άνθρωπος.
Και όντως, έτσι ήταν! Τα θαυμαστά γεγονότα που επακολούθησαν τον συντάραξαν και του μετέβαλαν σιγά - σιγά, αλλά σταθερά, την εσωτερική του αυτή φωνή σε ακλόνητη πίστη.
Την έκτη ώρα απλώθηκε πυκνό σκοτάδι σ' όλη τη γη, που διήρκεσε τρεις ώρες (Ματθ. κζ' 45, Μάρκου ε' 33 και Λουκά κγ' 44).
Την ενάτη ώρα ο Χριστός παρέδωκε το πνεύμα Του, όχι σαν κοινός άνθρωπος. Παραδόξως, δεν περιήλθε σε κωματώδη κατάσταση, ενώ βρισκόταν επί έξι (6)ώρες στο Σταυρό, γεγονός ανθρωπίνως αδύνατο και παντελώς άγνωστο στην ιστορία των σταυρικών εκτελέσεων. Αλλά, πριν να παραδώσει το πνεύμα Του, με δυνατή φωνή αναβόησε το: «ηλί, ηλί, λιμά σαβαχθανί» δηλαδή «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με έγκατέλιπες» (Ματθ. κζ 46, Μάρκου ιε, 34).
Και ευθύς, μετά τον θάνατό Του, η γη σείσθηκε, βουνά και πέτρες εσχίσθηκαν και μνημεία ανοίχθηκαν, άγιοι δε αναστήθηκαν και εμφανίσθηκαν σε πολλούς, μέσα στην Ιερουσαλήμ, μετά την ανάσταση του Κυρίου (Ματθ. κζ' 51-53, Μάρκου ιε' 38 και Λουκά κγ' 45-46).
Ο Λογγίνος ως συνετός άνθρωπος καταλήφθηκε από ιερό φόβο. Όλα αυτά τα παράδοξα γεγονότα δεν τα έβλεπε τυχαία. Εξ άλλου, για πρώτη φορά συνέβαιναν στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Ήταν θαύματα του Θεού, τα οποία οπωσδήποτε έγιναν χάριν αυτού που σταυρώθηκε στον Γολγοθά. Αυτού, που, όπως θα μάθει μετά την Ανάστασή Του, από άπειρη ευσπλαχνία, κατέβηκε από τον ουρανό, Θεός όντας, στη γη και έγινε και τέλειος άνθρωπος για να μας λυτρώσει από την αμαρτία, με τη σταυρική Του θυσία.
Ο Εκατόνταρχος συναισθάνεται την Παντοδυναμία του Θεού να μαρτυρεί την οργή Του γι' αυτόν τον αθώο.
3. Ομολογεί ότι ο Ιησούς «αληθώς Θεού Υιός ήν».
Μετ' απ' όλα αυτά τα θαύματα, που είδε και άκουσε ο Λογγίνος, άλλο ένα θαύμα εξίσου μεγάλο και συγκλονιστικό άρχισε να συντελείται στην ψυχή του. Αυτό, βέβαια, δεν μπορούσε να το συλλάβει, γιατί ήταν έργο της Θείας Χάριτος. Μετά το ληστή, ο Εκατόνταρχος, βλέπει τα γενόμενα, τα κρίνει όσο μπορεί ψύχραιμα και οδηγείται στη μετάνοια, στην αληθινή πίστη.
Ο Λογγίνος ήταν καλοπροαίρετος και ειλικρινής άνθρωπος. Κάτω από το επιβλητικό παράστημά του και το αυστηρό ύφος του κρυβόταν αγαθή διάθεση. Αφού παρακολούθησε με ενδιαφέρον όλα τα θαυμάσια και είδε τον άδικο και παράδοξο θάνατο του Ιησού, αισθάνθηκε συμπάθεια και συγκίνηση, αλλά και θαυμασμό προς τον εσταυρωμένο.
Τώρα πια, δεν είχε καμιά αμφιβολία, ότι ο Ιησούς ήταν Υιός του Θεού. Αυτό το επίστευσε με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Εκεί, επάνω στο λόφο του Γολγοθά, εμπρός στον εσταυρωμένο Ιησού, ο Λογγίνος, κατεχόμενος από τη δύναμη της αληθείας που διέλαμψε μέσω των τόσων θαυμαστών γεγονότων, ανοίγει το στόμα του για να κάνει - αυτός πρώτος - τη μεγάλη ομολογία: «Αληθώς ο άνθρωπος ούτος, Υιός ήν Θεού» (Μάρκου ιε' 39, Λουκά κγ' 47 και Ματθ. κζ' 54). Είναι ο πρώτος Αξιωματικός, αλλά και ο πρώτος από τους επισήμους που ομολογεί τη Θεότητα του Χριστού ευθύς μετά την σταύρωσή Του.
Την ιδίαν ομολογίαν έκαναν και οι στρατιώτες, που φρουρούσαν τον Ιησού και ήταν υπό τις διαταγές του (Ματθ. κζ' 54).
Η ομολογία ήταν ενσυνείδητη, σαφής και σταθερή. Η ευστοχώτερη της ώρας εκείνης. Απαντητική φωνή προς την ταραγμένη και πενθούσα φύση, προς τους φοβισμένους και κατηφείς μαθητές του Θείου Διδασκάλου. Ομολογία συγκλονιστική, αξιωματούχου της Ρωμαϊκής Διοικήσεως στην Ιουδαία, της οποίας ο αντίλαλος θ΄ ακούγεται, όσο θα υπάρχει ζωή στον πλανήτη αυτό. Αναμφισβήτητα, υπήρξε πολύτιμη, γιατί από κάθε εχέφρονα εκτιμάται και σαν αποδεικτικό μέσο της Θεότητας του Ιησού Χριστού.
Έτσι, μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα της παρανομίας, της μοχθηρίας και της κακίας, των βλασφημιών και ύβρεων, βρέθηκε και ένα στόμα από το οποίο εξήλθε το άρωμα της ομολογίας και της δοξολογίας προς το Θεό, συνάμα δε και το μεγαλείο της ταπεινώσεως.
«Και φωνήσας φωνή μεγάλη ο Ιησούς είπε˙ πάτερ, εις χείρας σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου˙ και ταύτα ειπών, εξέπνευσεν˙ ιδών δε ο Εκατόνταρχος το γενόμενον εδόξασε τον Θεόν, λέγων, όντως ο άνθρωπος ούτος δίκαιος ήν» (Λουκά κγ' 46 - 47 και Μάρκου ιε' 39).
Και το στόμα αυτό δεν ήταν, ούτε των Γραμματέων, ούτε των Πρεσβυτέρων και Φαρισαίων, που και αυτοί είδαν και άκουσαν τα εξαιρετικά συμβάντα και ημπορούσαν να τα κατανοήσουν, αλλά του Εκατοντάρχου που υπηρετούσε υπό τις διαταγές του Πιλάτου.
Όμως, ο θεός, δεν τους αξίωσε. Γιατί ο Κύριος, ως παντογνώστης που είναι, δεν ημπορούσε να αξιώσει τέτοιας εξαιρετικής τιμής ανθρώπους, υποκριτές, συμφεροντολόγους, αδίκους, μοχθηρούς, φαντασμένους, υπερήφανους και αχάριστους. Με αυτή την τιμή αξίωσε τον Εκατόνταρχο, που είχε αγαθή ψυχή και διάθεση.
Ο Εκατόνταρχος Λογγίνος, αφού εγνώρισε την αλήθεια, με ενθουσιασμό, αλλά και απόλυτη πίστη στη Θεότητα του Χριστού, χωρίς κανένα φόβο και με ελευθέρα γλώσσα εμφανίσθηκε στο μέσο της συναγωγής των Ιουδαίων και επανέλαβε: «Αληθώς Θεού Υιός ήν ούτος». Ακολούθως, όταν ενταφίασαν το ζωοποιό και πανακήρατο σώμα του Κυρίου, ο Εκατόνταρχος διατάχθηκε από τον Πιλάτο να φυλάξει με την κουστωδία του τον τάφο, καίτοι είχε ευνοϊκή γνώμη για τον Χριστό και επίστευε, πως είναι Υιός Θεού. Προφανώς, στην ανάθεση και πάλι της φυλάξεως από τον Λογγίνο, οι Ιουδαίοι δεν αντέδρασαν, διότι, μετά τα τόσα θαυμαστά γεγονότα, κατά και μετά τη Σταύρωση του Κυρίου, οπωσδήποτε ευρίσκονταν υπό μεγάλη σύγχυση.
Έτσι, ο Εκατόνταρχος Λογγίνος, εκτελώντας τη διαταγή του προϊσταμένου του, βρέθηκε αυτόπτης μάρτυρας των όσων συνέβησαν κατά τη, με τρόπο θαυμαστό, αναγγελία της Αναστάσεως του Χριστού υπό του Γαβριήλ στις Μυροφόρες.
Συγκλονίστηκε μαζί με τους στρατιώτες του από το δυνατό σεισμό. Είδε το αστραπόμορφο άγγελο, ο οποίος εκύλησε το μέγα λίθο από τη θύρα του μνημείου και έζησε τα μετά το άγγελμα της Αναστάσεως του Χριστού θαυμάσια, μέσα σε αγωνία, φόβο, συγκίνηση αλλά και ανεκλάλητη χαρά. Η συγκίνησή του έγινε «πιστεύω». Η ξεχωριστή τιμή που του έκανε ο Κύριος να είναι «παρών» στο μνήμα Του, κατά τη διαπίστωση της Εγέρσεώς Του, εσφραγισμένου του Τάφου, από τους φρουρούς - Ρωμαίους στρατιώτες, Μαθητές Του και Μυροφόρες, έγινε «θρησκεία».
«Τώρα, ποιος μπορεί να μου κλονίσει το "πιστεύω" μου, έλεγε. Ιδού ο κενός Τάφος, τα εντάφια, το σουδάριο, ο αποκυλισθείς λίθος».
Οι Ευαγγελιστές δεν αναφέρουν πότε έγινε η Ανάσταση ακριβώς και αν είδε κανείς το Χριστό την ώρα της Αναστάσεώς Του. Ο Κύριος ηγέρθη του Τάφου, εσφραγισμένου - όντως - αυτού και φυλασσομένου από Ρωμαϊκή κουστωδία.
4. Συκοφαντείται η Ανάσταση, δωροδοκούνται φρουροί.
Μετά το θαυμαστό άνοιγμα του Τάφου και τη βεβαίωση των φρουρών, περί της Αναστάσεως του Κυρίου, έτρεξαν μερικοί από αυτούς και ανήγγειλαν τα γενόμενα στους Αρχιερείς.
Εκείνοι δε, επειδή εθεώρησαν μεγάλη ντροπή τους την Ανάσταση του Χριστού, έκαναν αμέσως με τους Πρεσβυτέρους συμβούλιο και για να σκεπάσουν το σφάλμα τους σκέφθηκαν την δωροδοκία.
Έδωκαν στου φρουρούς αρκετά χρήματα να συκοφαντήσουν την Ανάσταση και να διαδώσουν, ότι οι μαθητές του πήγαν κρυφά τη νύχτα, την ώρα που αυτοί εκοιμούντο, και έκλεψαν το σώμα του Χριστού (Ματθ. κη' 13).
Αυτά, λοιπόν, διεκήρυξαν οι στρατιώτες της κουστωδίας. Αλλά, πως ήταν δυνατό να είναι όλοι συγχρόνως κοιμώμενοι, όταν γνώριζαν ότι, μια τέτοια αμέλεια ο Ρωμαϊκός Νόμος την τιμωρούσε με θάνατο; Και, το σπουδαιότερο. Πως η σκηνή αυτή μαρτυρείται από ανθρώπους, οι οποίοι εκοιμούντο;
Ο πιστός Λογγίνος δεν έλαβε κανένα αργύριο, αλλ' ούτε και θέλησε να ενδώσει στις πιέσεις των Προεστώτων Ιουδαίων. Απεναντίας, με παρρησία ήλεγξε την συκοφαντία των Εβραίων και εκήρυξε ότι ο Χριστός είναι Θεός αληθινός και ηγέρθη εκ νεκρών. Ο Κύριος όμως, τον Οποίον ομολόγησε ως Θεόν, επεφύλαξε στον αγαθό Εκατόνταρχο και άλλη τιμή. Την τιμή του μαρτυρίου υπέρ αυτού.
5. Παραιτείται από το Ρωμαϊκό στρατό.
Αυτά, όταν τα έμαθαν ο Πιλάτος, οι Αρχιερείς και το Συνέδριο των Ιουδαίων, έστρεψαν κατά του Λογγίνου όλο το μίσος που είχαν κατά του Χριστού και ζητούσαν ευκαιρία να τον θανατώσουν. Ο Εκατόνταρχος, μόλις πληροφορήθηκε από ένα φίλο του το σχέδιο των Ιουδαίων και για να απαλλαγεί, όσο το δυνατόν ενωρίτερα απ' αυτούς, τους φθονερούς και θεοκτόνους, απορρίπτει τη ζώνη και τη χλαμύδα, περιφρονεί το αξίωμά του, απαρνείται τους συναδέλφους του, τους συνεργάτες του, τους συγγενείς και τους φίλους του και πηγαίνει στην πατρίδα του, την Καππαδοκία, μαζί με δύο στρατιώτες της συνοδείας του που επίστευσαν στον Χριστό.
Εκεί, λοιπόν, γίνεται - μετά των συντρόφων του - κήρυκας των παραδόξων και θαυμασίων του Χριστού και άλλος απόστολος. Κηρύττει δε, όσα έζησε κατά την Σταύρωση και Ανάσταση. Ομολογεί τον Χριστό Υιό του Θεού. Η ομολογία του διαδόθηκε σχεδόν σ' όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Χωρίς φόβο κηρύττει, ότι ο Εσταυρωμένος Ιησούς είναι Θεός αληθινός.
Αυτό, όταν το έμαθαν οι Χριστομάχοι Ιουδαίοι, όχι μόνο θορυβήθηκαν, αλλά και εξεμάνησαν εναντίον του. Μαζεύθηκαν και κατάφεραν τον Πιλάτο να γράψει κατηγορίες για τον Λογγίνο προς τον Καίσαρα της Ρώμης Τιβέριο.
Ο Πιλάτος ανέφερε, ότι ο Λογγίνος περιφρόνησε το αξίωμά του και την πίστη του και εκήρυττε έναν άνθρωπο Ιησού Χριστό για βασιλέα αιώνιο, παρέσυρε δε στη γνώμη αυτή τους περισσοτέρους από τους Καππαδόκες. Οι Ιουδαίοι, μαζί με την επιστολή προς τον Τιβέριο, έστειλαν και αργύρια για να τον πείσουν να καταδικάσει το Λογγίνο σε θάνατο.
6. Εκδίδεται διάταγμα καταδίκης του σε θάνατο.
Έτσι, αφού διέβαλαν τον Λογγίνο στη Ρωμαϊκή εξουσία, επέτυχαν την έκδοση αυτοκρατορικού διατάγματος, σύμφωνα με το οποίο ο Πιλάτος επροστάσσετο όπως φονεύσει αυτόν και τους δύο συντρόφους του.
Μόλις έλαβαν γνώση της αποφάσεως του Καίσαρα οι Ιουδαίοι, αμέσως, ως γύπες σαρκοβόροι εκινήθηκαν να τους θανατώσουν, αποστέλλοντας στην Καππαδοκία στρατιώτες προς το σκοπό αυτό.
Ο αγαθός Λογγίνος διέμενε έξω από την πόλη σ' ένα κτήμα που ήταν πατρικό του, ζώντας με τους δύο συντρόφους του μία ασκητική και ήρεμη ζωή Μπορεί δε, και να χαρακτηριστεί ως ιδρυτής του ατύπου κοινοβιακού χριστιανικού βίου.
Οι στρατιώτες, λοιπόν, που πήγαιναν να φονεύσουν το Λογγίνο, έφθασαν ένα βράδυ στο σπίτι του και μη γνωρίζοντες, ότι ήταν εκείνος που ζητούσαν, τον ρώτησαν μυστικά να τους υποδείξει τον τόπο που κατοικούσε ο πρώην Αξιωματικός του Ρωμαϊκού στρατού, Εκατόνταρχος Λογγίνος. Το είπαν αυτό, γιατί ήθελαν να υπάγουν αιφνιδίως να τον συλλάβουν. Επίστευαν, ότι αν το επληροφορείτο θα έφευγε και δε θα μπορούσαν να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους. Δεν ήταν ποτέ δυνατό να εννοήσουν οι άφρονες, ότι εκείνος δικαίως επιθυμούσε να θανατωθεί για την αγάπη του Χριστού, ο Οποίος τόσα φρικτά μαρτύρια υπέστη για τη δική μας σωτηρία, μιμούμενος το Πάθος Του.
7. Φιλοξενεί τους δημίους του.
Οι διώκτες του τον καταζητούν και μπαίνουν στο σπίτι του, αγνοώντας ποιος είναι ο οικοδεσπότης. Ο Λογγίνος εγνώρισε από πνεύμα Άγιο τι τον ήθελαν. Παρ' όλα αυτά τους είπε με φωνή ήρεμη και γεμάτη καλωσύνη.
«Μην ανησυχείτε, εγώ θα σας τον υποδείξω αυτόν που ζητείτε». Ανίκητη μυστική έλξη προς το μαρτύριο αποδεικνύεται, κυρίως, η αγάπη προς τον Κύριο. Ο Λογγίνος φλογερός εραστής του θείου Νυμφίου επιθυμεί να αποθάνει στην παλαίστρα, να ενωθεί με τον Χριστό. Νοσταλγεί την Άνω Ιερουσαλήμ και σπεύδει να Τον συναντήσει.
Επειδή εγνώριζε προ του μαρτυρίου, πόση ευχαρίστηση επρόκειτο να απολαύσει μετά τον θάνατό του, σκεπτόμενος έλεγε προς τον εαυτό του: «Ως ωραίοι οι πόδες των ευαγγελιζομένων ειρήνην, των ευαγγελιζομένων τα αγαθά» (Ρωμ. Ι' 15, Ησαΐου νβ' 7).
«Τώρα , αξιώνομαι να ίδω τους ουρανούς ανοιγμένους, να ιστορήσω τη δόξα του μονογενούς Υιού του Πατρός, να θωρήσω την ανέκφραστη αστραπή του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Τώρα, θα είπω, Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξαι το πνεύμα μου, όπως ο πρώτος των Μαρτύρων, Στέφανος. Τώρα, απέρχομαι στην ανωτάτη χρυσόπυργο Ιερουσαλήμ, όπου είναι η πατρίδα των αγγέλων και η μητρόπολη όλου του χορού των αγίων...Τώρα, γυμνώνομαι από τον πήλινο χιτώνα, ελευθερώνομαι από τους πολυστενάκτους δεσμούς της σάρκας και απαλλάσσομαι από τη φθορά. Ενδύομαι με τη μεγάλη χαρά, την αφθαρσία και πηγαίνω προς το λιμένα εκείνον της ζωής, όπου κατοικούν οι άγιοι. Ευφραίνου, λοιπόν, ψυχή μου, γιατί πηγαίνεις προς τον Σωτήρα και Ποιητή σου. Δείξε, ώ Λογγίνε, ευχάριστο και γελαστό πρόσωπο, γι' αυτή σου την κλήση».
Με αυτές τις σκέψεις που έκαμε, επήρε ο μακάριος τους δημίους στο σπίτι του. Μάλιστα, έδωκε εντολή στους οικείους του: «Πολυτελή παραθήσωμεν τράπεζαν, τοις επί το δείπνον ημών καλούσι το βασιλικόν». Οποία θεία φιλοσοφία κρύβεται στους λόγους του μελλοθανάτου. Οι δήμιοι φονεύοντας το Μάρτυρα προσκαλούν στο βασιλικό Δείπνο του Ουρανού. Ο Μάρτυς Λογγίνος οραματίζεται το Ουράνιο Δείπνο, θεωρεί ευεργέτες τους δημίους και παρακάθεται στο ίδιο τραπέζι με αυτούς. Αφού τους εφιλοξένησε πλουσιώτατα, τους ερώτησε για ποια αιτία ζητούσαν το Λογγίνο.
Εκείνοι ανύποπτοι, αφού τον όρκισαν να μην ανακοινώσει σε κανένα την υπόθεση, του ανέφεραν ότι ο Τιβέριος έγραψε στον Πιλάτο μα θανατώσει τον πρώην Εκατόνταρχο και τους δύο στρατιώτες που τον ακολούθησαν.
Τότε, ο Λογγίνος, ερώτησε να μάθει τα ονόματα των στρατιωτών και αφού βεβαιώθηκε ότι πρόκειται περί των συντρόφων του, τους είπε: «Αναπαυθείτε δύο μέρες στο σπίτι μου, γιατί αυτοί οι τρεις έρχονται εδώ μεθαύριο και θα σας τους παραδώσω, χωρίς να πάτε εσείς να τους αναζητήσετε».
Αυτό το είπε, γιατί οι άλλοι δύο έλειπαν σε κάποια υπηρεσία.
Έχοντας πόθο να μαρτυρήσουν και οι τρεις μαζί, τους ειδοποίησε να επιστρέψουν αμέσως. Εν τω μεταξύ ο Λογγίνος περιποιήθηκε τους δημίους του πλουσιοπάροχα, σαν τέλειος μαθητής του Δεσπότου Χριστού. Το επικείμενο μαρτύριο, καθόλου δεν τον εμπόδισε στη φιλοξενία των ανθρώπων που μετ' ολίγον θα τον αποκεφάλιζαν.
Απεναντίας έχαιρε και περίμενε πότε να επιστρέψουν οι αδελφοί-στρατιώτες του.
8. Αποκαλύπτεται στους δημίους του.
Όταν άκουσε πως έρχονταν και οι άλλοι δύο, τότε είπε προς τους δημίους του ο Λογγίνος:
«Αγαπητοί μου φίλοι, ήλθε η ώρα να σας ανακοινώσω το μυστικό, που σας έκρυβα μέχρι τώρα. Εγώ είμαι ο Εκατόνταρχος Λογγίνος, τον οποίον εσείς ζητείτε».
Εκείνοι, μόλις άκουσαν την πληροφορία - απο0κάλυψη, εξεπλάγησαν. Επειδή τον έβλεπαν με πρόσωπο χαρωπό στην αρχή δεν τον επίστευσαν. Όταν όμως, βεβαιώθηκαν ότι αυτός ήταν ο καταζητούμενος, επόνεσε η ψυχή τους και βαρειά αναστέναξαν. Τους έτυπτε η συνείδησή τους, γιατί ήταν υποχρεωμένοι να του ανταποδώσουν τέτοιο κακό, παρ' ότι τους εφιλοξένησε με τόση καλωσύνη και αγάπη, γνωρίζοντας ότι ήταν οι δήμιοί του. Του έλεγαν δε, με πόνο και θλίψη: «Γιατί, φίλε Λογγίνε, έκαμες τέτοιο εγχείρημα να υποδεχθείς τους δημίους σου στο σπίτι σου και η φιλοξενία τους να γίνει για σένα θάνατος; Τι σε έκανε να φιλοξενήσεις τόσο πλούσια τους σφαγείς σου, επί τρεις ημέρες;
Πήγαινε εις ειρήνην, ώ άνθρωπε, ας είναι η ζωή σου χάρισμα για το μισθό της φιλοξενίας σου. Φοβούμεθα να βάλουμε το μαχαίρι στο λαιμό σου. Ευλαβούμεθα το αλάτι και τα φιλεύματα που φάγαμε στο σπίτι σου. Φοβούμεθα ακόμα το Θεό, ου είναι ο έφορος της φιλοξενίας. Πώς να σηκώσουμε τα χέρια μας επάνω σου; Δειλιάζουν, όχι μόνο τα χέρια μας, αλλά και τα πόδια μας και όλο το σώμα. Πώς να κάνουμε τέτοιο κακό; Δεν μπορούμε να γίνουμε φονευτές του ευεργέτου και ξενοδόχου μας. Καλλίτερα να κινδυνεύσουμε από τον Πιλάτο, παρά να μολύνουμε τη συνείδησή μας και να διαπράξουμε ένα τέτοιο ανοσιούργημα».
Αυτά έλεγαν οι δήμιοι, στρατιώτες του Πιλάτου, διότι συμπονούσαν τον Άγιο. Αλλ' εκείνος }πρόθυμος και εύψυχος αθλητής» δεν παραιτείται του αγώνα υπέρ του ονόματος του Κυρίου και προς αυτούς «ευθαρσώς αποκρίνεται».
«Γιατί φθονείτε τα αγαθά, που μου δίνετε παρά τη θέλησή σας; Γιατί οδύρεσθε για τον θάνατό μου, που είναι η απαρχή της ζωής μου και βασιλεία αιώνιος; Μη λυπείσθε, φίλοι μου, αλλά παρηγορηθείτε, διότι τούτο το τέλος μου προξενεί αιώνιο αγαλλίαση, αφού με αξιώνει να συνευφραίνομαι πάντοτε στον Παράδεισο με το Δεσπότη μου Χριστό. Αυτός είναι Θεός αληθέστατος, όπως - όλα τα κτίσματά του κατά την ώρα του εκουσίου πάθους του - ομολόγησαν. Ο ουρανός εμαύρισε. Ο ήλιος εσκοτίσθη. Η γη εταλαντεύθη. Οι πέτρες εσχίσθηκαν. Και εγώ να γίνω αναισθητότερος από τα λιθάρια και τα άλλα κτίσματα; Να μη γνωρίσω τον κτίστη μου; Μη θελήσετε να με δείτε προδότην της ζωής κι' αποστερημένον της θείας χάριτος. Φοβούμαι, ότι θα εύρω κατήγορον την κτίσιν αν δείξω τέτοια απιστία. Δεν πρόκειται να αρνηθώ Εκείνον, τον οποίον άπαξ ωμολόγησα. Μη θελήσετε να ζημιωθώ την δόξαν εκείνην. Μη γένοιτο». Αυτά και έτερα, έλεγε ο Άγιος, για να πείσει τους απεσταλμένους να εκτελέσουν τη διαταγή που πήραν από τον Πιλάτο. Εν τω μεταξύ έφθασαν και οι δύο σύντροφοι του Λογγίνου. Μόλις τους αντίκρυσε, χάρηκε πάρα πολύ και αφού τους αγκάλιασε και τους κατεφίλησε αδελφικά, τους είπε: «Χαίρετε, ώ συστρατιώτες του Χριστού, νικητές των θείων αγώνων και κληρονόμοι της βασιλείας των ουρανών. Χαίρετε, γιατί άνοιξε για μας η πύλη του Ουρανού και άγγελοι του Θεού μέλλουν να παραλάβουν τις ψυχές μας και να τις προσφέρουν στο μονογενή Υιό του Θεού. Ιδού, βλέπω τις λαμπάδες και κατοπτεύω τα στεφάνια και τα βραβεία στοχάζομαι, με τα οποία θα σταθούμε προ του βήματος του Νυμφίου, αγαλλόμενοι».
Το θαύμα οφείλεται στην πίστη την «δι' αγάπης ενεργουμένην» (Γαλάτ. ε' 6). Ο Άγιος Μάρτυς Λογγίνος ντύνεται «στολήν καθαράν...ως επί γάμον και νυμφώνα καλούμενος», ευφραίνεται, μελετά τη θυσία του μαρτυρίου και βαδίζει χαίροντας προς τον Κύριο και Δεσπότη.
Μία μόνο επιθυμία είχε. Το σώμα του ήθελε να ενταφιασθεί σ' ένα λόφο, τον οποίον και υπέδειξε στους «φίλους» του δημίους.
9. Η αποκεφάλιση του Εκατοντάρχου και των δύο στρατιωτών του.
Ο άγιος Λογγίνος εραστής του Εσταυρωμένου, έχοντας το πλήρωμα της αγάπης προς το Χριστό και τους δημίους, πείθει τους φιλοξενηθέντες στρατιώτες - δημίους, κάμπτει το γόνατο, αποκεφαλίζεται και εγγράφεται στους χορούς των Αποστόλων και Μαρτύρων. Ακολούθως και οι σύντροφοί του πανευτυχείς, λαμπροστολισμένοι, έσκυψαν τις τίμιες κεφαλές τους και οι απεσταλμένοι τις απέκοψαν, εκτελώντας το αυτοκρατορικό πρόσταγμα. Έτσι, προστέθηκαν και αυτοί οι δύο στους πρώτους υπέρ του Χριστού ενδόξους Μάρτυρες.
Η αποκεφάλισή τους έλαβε χώραν την 16ην Οκτωβρίου. Οι μακάριες ψυχές των τριών «Αθλητών» της πίστεώς μας ανέβηκαν παρευθύς στα ουράνια, για να συναντήσουν τον νικητή του θανάτου, τον Ιησού Χριστό, ο Οποίος υπέρ της σωτηρίας αυτών και όλου του κόσμου απέθανε.
Όντως, στο Λογγίνο και στους δύο στρατιώτες του «εχαρίσθη το υπέρ Χριστού, ου μόνο εις αυτόν πιστεύειν, αλλά και υπέρ αυτού πάσχειν» (Φιλιπ. α' 29).
Είναι γεγονός, ότι η πίστη και ο μαρτυρικός θάνατος του Εκατοντάρχου, ο οποίος θανατώθηκε γιατί εκήρυττε την Ανάσταση του Κυρίου, ως και το μαρτύριο των δύο στρατιωτών του, για τον ίδιο λόγο αποτελούν, θα λέγαμε, αμάχητη απόδειξη της Αναστάσεως του Κυρίου εκ νεκρών.
Οι δήμιοι, μετά την αποκεφάλιση, πήραν την κεφαλή του Μάρτυρα Λογγίνου και την έφεραν στον Πιλάτο για να βεβαιωθεί πως τον θανάτωσαν και να ευφρανθούν και οι Ιουδαίοι βλέποντας αυτή.
Οι Ιουδαίοι, όταν είδαν την κεφαλή του Εκατοντάρχου Λογγίνου, χάρηκαν και έδωκαν στους δημίους - στρατιώτες πολλά αργύρια. Ο Πιλάτος, για να ικανοποιήσει πιο πολύ τους μοχθηρούς Ιουδαίους, διέταξε και πέταξαν την τίμια κεφαλή του Μάρτυρα περιφρονητικά, έξω από την Πόλη.
Αλλά ο Κύριος, για τον Οποίον κόπηκε η τιμία αυτή κεφαλή, δεν την άφησε να μείνει καταφρονημένη εκεί στις ακαθαρσίες που την έρριψαν. Την εφύλαξε αοράτως και δεν έπαθε καμία αλλοίωση, παρ' ότι έμεινε αρκετό χρονικό διάστημα μέσα σε βρώμικο τόπο.
Όχι μόνο το σημείο τούτο ετέλεσε, αλλά και άλλο πιο θαυμαστό.
10. Χήρα ανευρίσκει την τιμία κεφαλή του Μάρτυρα, μετά από όνειρο
Μία γυναίκα χήρα ήταν τυφλή και είχε μικρή παρηγορία στη χηρεία της και την τυφλότητά της ένα γυιό μονάκριβο. Αυτή, λοιπόν, είχε στο Θεό μεγάλη πίστη και ευλάβεια. Γι' αυτό, μίαν ημέρα πήρε το ραβδί της και με οδηγό το γιο της έφυγε για τα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσει τον Πανάγιο Τάφο. Ήλπιζε, ότι ο Δεσπότης Χριστός, ως παντοδύναμος που είναι, θα την ελυπείτο και θα της έδινε το φως της.
Όταν έφθασε στους Αγίους Τόπους, επήρε χώμα και με ευλάβεια το έβαλε επάνω στα μάτια της. Δυστυχώς όμως, δεν αποκαταστάθηκε η όρασή της . Κοντά σ' αυτή τη στενοχώρια, τη βρίσκει κι' άλλη μεγαλύτερη συμφορά. Απρόοπτα, αρρώστησε ο γιος της, τον οποίο είχε - αντί των ματιών της - οδηγό και βοήθεια και απέθανε. Έκλαιε η ταλαίπωρη και οδυρόταν για τις συμφορές που την είχαν εύρει και έλεγε:
«Διατί, Κύριέ μου, με εγκατέλειπες τελείως την ταλαίπωρη; Εβαρύνθη εις εμέ η αγία σου χειρ και έκαμεν εις όλους παραβολήν και αισχύνονται εις εμέ οι δούλοι σου; Τάχα, εγώ μόνο αμάρτησα και δια τούτο μόνη κολάζομαι και με εστέρησες του μονογενούς μου υιού, το οποίον είχα αντί του φωτός των οφθαλμών μου; Ποία ελπίς σωτηρίας και παραμυθίας μου έμεινεν; Ώ γλυκύτατον τέκνον μου. παρηγορία του πάθους μου, τι να γίνω η ταλαίπωρος; Πώς να κυβερνηθώ χωρίς εσέ;».
Αυτά και άλλα παρόμοια μοιρολόγια, κατά τη συνήθεια των γυναικών, έλεγε η δυστυχής εκείνη γυναίκα. Καθώς ήταν κουρασμένη, από τον πόνο και τα δάκρυα, την πήρε ο ύπνος. Και, ώ του θαύματος! Βλέπει στο όνειρό της τον Άγιο Λογγίνο, ο οποίος, όχι μόνο της έδωκε κουράγιο, αλλά της υποσχέθηκε ότι θα γίνει καλά:
«Εγώ είμαι ο Λογγίνος ο Εκατόνταρχος, ο οποίος, όταν οι Εβραίοι σταύρωσαν το Χριστό και Σωτήρα μας, ομολόγησα ότι είναι Θεού Υιός και ο Πιλάτος, κατά διαταγήν του Τιβερίου, έστειλε στρατιώτες και με αποκεφάλισαν στην πατρίδα μου, την Καππαδοκία. Για να πεισθούν δε οι αιμοχαρείς Εβραίοι έφεραν την κεφαλήν μου εδώ και την έρριψαν εις την κοπριάν έξω της πόλεως. Ύπαγε, λοιπόν, εις τον τόπον αυτόν σκάλισε βαθέως εις την κοπριάν και θέλεις εύρεις την κεφαλήν μου. Έγγισον αυτήν εις τους οφθαλμούς σου και θα αναβλέψης. Τότε, θα σου δείξω και τον υιόν σου εις πόσην δόξαν ευρίσκεται και θα παρηγορηθής δια τα παθήματά σου».
Μόλις εξύπνησε η τυφλή επήγε στο τόπο που της είπε ο Άγιος, με κόπο πολύ, βοηθουμένη από άλλον, άρχισε δε με προθυμία να σκαλίζει την κοπριά με τα χέρια της. Και, ώ του θαύματος! Καθώς ερευνούσε βρήκε την τιμία κεφαλή του Αγίου Λογγίνου.
11. Η τιμία κεφαλή του Αγίου θαυματουργεί.
Η χαρά της τυφλής ήταν πολύ μεγάλη. Κατασυγκινημένη ακούμπησε την τιμία κεφαλή, όπως της είπε ο Άγιος στον ύπνο της, στα μάτια της και αμέσως ανέβλεψε. Ο ατίμητος αυτός θησαυρός έλαμπε σαν αστέρι υπέρλαμπρο. Ασπαζόταν, λοιπόν, και κατεφίλει - με θερμότατα δάκρυα - την τιμία κεφαλή του Μάρτυρα Λογγίνου. Δοξολογούσε το Θεό, διότι της έδωκε το φως της και ευχαριστούσε τον Άγιο για τη βοήθειά του. Έπειτα, αφού εκαθάρισε με επιμέλεια την τιμία κεφαλή του Αγίου, την άλειψε με μύρα και επέστρεψε στο σπίτι της, έχοντας προστασία, συντροφιά και ευλογία ένα τέτοιο πολύτιμο μαργαρίτη.
Κατά την επομένη νύχτα φάνηκε πάλι στον ύπνο της ο Μάρτυρας, κρατώντας το γιό της στην αγκαλιά του, σαν παιδί του. Ήταν δε ο γιός της ντυμένος με πλούσια ενδύματα γάμου και χαρούμενος. Τότε, της είπε ο Άγιος. «Ιδέ τον υιόν σου, δια τον οποίον εθρήνεις, πόσην απόλαυσιν εύρε, μη λυπήσαι λοιπόν, αλλά χαίρε, ότι ο Θεός τον αξίωσε της Βασιλείας Του και μου τον έδωκε συνοδείαν, να μη αποχωρισθή ποτέ από εμέ. Λάβε, λοιπόν, την κεφαλήν μου και το λείψανον του υιού σου και θάψον εις ένα τάφον αμφότερα, ευχαρίστει δε τον Κύριον, όστις τον ανέπαυσεν εις τόσην δόξαν και ευφροσύνην αιώνιον».
Αυτά, μόλις άκουσε η γυναίκα, έβαλε σε θήκη την κεφαλή του Μάρτυρα και το λείψανο του γιού της και τα μετέφερε στην πατρίδα του αγίου, την Καππαδοκία, στην κωμόπολη Σανδιάλη. Παραδόξως και αυτή έπαθε το ίδιο, που έπαθε και ο Σαούλ. Διότι , καθώς εκείνος ζητούσε τους όνους του πατέρα του και βρήκε - παρ' ελπίδα - βασιλεία, έτσι κι΄ αυτή, καθώς ζητούσε να απολάβει το φως των ματιών της και αυτό έλαβε και θερμόν προστάτην τον Άγιον Λογγίνο βρήκε.
Μετά ταύτα, έκτισε Εκκλησία προς τιμή του Αγίου και αποθησαύρισε σε αυτή την ιερά κεφαλή του Μάρτυρα. Έτσι, απόκτησε για τον εαυτό της, αλλά και για όλους τους συμπατριώτες της Χριστιανούς πηγή ιαμάτων. Στις ευχαριστίες που ανέπεμπε προς τον Θεό, έλεγε:
«Τώρα εγνώρισα πόσων αγαθών αξιούνται όσοι αγαπώσι τον Κύριον»! Οφθαλμούς εζήτουν σώματος, εγώ δε και τους του πνεύματος έλαβον, ελυπούμην δια την ζημίαν του τέκνου μου και είδα αυτό εις δόξαν μεγάλην, συγκληρονόμον των Αγίων, πλησίον Θεού παριστάμενον, συναυλιζόμενον μετά των Προφητών και των Μαρτύρων και μετά του Εκατοντάρχου Λογγίνου, ενδεδυμένους λαμπρότατα και ψάλλοντας ομού ωδήν επινίκιον, λέγοντες την ιεράν εκείνην φωνήν. «Αληθώς Θεού Υιός ήν ούτος (Ματθ. κζ' 54) και έστι και έσται η Βασιλεία Αυτού αιώνιος και η δεσποτεία Αυτού ατελεύτητος. Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν».
12. Παρεκκλήσιο του Αγίου στο Ναό της Αναστάσεως.
Εντός του πανθαυμάστου κτιριακού συγκροτήματος του Πανιέρου Ναού της Αναστάσεως, όπου ο Ιερός Γολγοθάς και ο ζωηφόρος Πανάγιος Τάφος, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων ανήγειρε προς τιμήν του αγίου Λογγίνου, ακριβώς όπισθεν του Ιερού του ναού των Ορθοδόξων, παρεκκλήσιο.
Το παρεκκλήσιο ανήκει στους Ορθοδόξους και μέσα σ' αυτό φυλάσσεται μέρος από τα κομμάτια του Γολγοθά, που κόπηκαν για την ανοικοδόμηση του Ναού της Αναστάσεως το έτος 1810 μ.Χ.
Κατά μία πληροφορία, στην τοποθεσία όπου βρίσκεται το παρεκκλήσιο, ενταφιάσθηκε η τιμία κάρα του Αγίου, ενώ κατ' άλλους, είναι η θέση στην οποία βρισκόταν ο Άγιος, όταν θαυματουργικά πετάχθηκε στον «πάσχοντα οφθαλμό του» σταγόνα αίματος - κατά τη Σταύρωση του Κυρίου - και τον εθεράπευσε (κατά τον αείμνηστο ιεροκήρυκα Δημ. Παναγόπουλον).
Οι προσκυνητές του Πανιέρου Ναού της Αναστάσεως δε χάνουν και την ευκαιρία να προσέλθουν και στο παρεκκλήσιο του Αγίου Λογγίνου. Θα σταθούν με ευλάβεια και ταπείνωση και θα ζητήσουν στη δέησή τους να αποκτήσουν και αυτοί, αν όχι το θριαμβευτικό μαρτύριό του, τουλάχιστον τα χάρισμα της καλής ομολογίας.
13. Ανέγερση ναϋδρίου επ' ονόματι του Αγίου.
Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε ότι, με ιδιαιτέρα χαρά - ο ευσεβής Ελληνικός λαός - πληροφορήθηκε από το περιοδικό «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΠΙΘΑ» (φύλλο 462/1988) την απόφαση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου να ανεγείρει ναΰδριο προς τιμήν του Αγίου Λογγίνου, του Εκατοντάρχου, στο χωριό Πύργοι - Εορδαίας, το οποίο κατά την εποχή της κατοχής είχε 318 νεκρούς - μάρτυρες, σφαγιασθέντες από τις χιτλερικές ορδές. Το ναΰδριο αυτό θα είναι μοναδικό στην Ελλάδα επ' ονόματι του γενναίου τούτου Ομολογητού της πίστεώς μας και των συμμαρτυρησάντων δύο στρατιωτών του.
Επίσης, πρέπει να γνωρίσουμε προς τους ευσεβείς αναγνώστες, ιδία δε προς τους φιλακολούθους, ότι ο Οσιολογιώτατος π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, Υμνογράφος της Εκκλησίας μας το έτος 1987 συνέταξε στο Άγιον Όρος, εις τον γενναίον τούτον Ομολογητήν και Μάρτυρα Ασματική Ακολουθία μετά Παρακλητικού Κανόνος.
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"- ο Οσιος Φιλόθεος της Πάρου πηγή
8 Οκτωβρίου 2020
Όσία Πελαγία η εταίρα και Αγία Ταϊσία η πρότερον πόρνη
20 Σεπτεμβρίου 2020
Ο άγιος Μεγαλομάρτυς Ευστάθιος

17 Σεπτεμβρίου 2020
Αγ. Σοφία-Πίστη-Ελπίδα-Αγάπη:Πρότυπα ζωής & μαρτυρίου
11 Σεπτεμβρίου 2020
Από τον βίο της οσίας Θεοδώρας Αλεξανδρείας (εορτάζει 11 Σεπτεμβρίου)
(Η αγία Θεοδώρα ασκήτευε, περνώντας για άντρας, σε ανδρικό μοναστήρι. Κάποτε κατηγορήθηκε ψευδώς ότι άφησε έγκυο μια κοπέλα, και εξορίστηκε από το μοναστήρι μαζί με το μωρό, το οποίο αναγκάστηκε να το ανατρέφει με πολύν κόπο επί επτά χρόνια.)
Όταν πέρασαν τα επτά χρόνια, οι μοναχοί της λαύρας του Ενάτου ήρθαν να παρακαλέσουν τον ηγούμενο της μονής της αγίας να τη δεχτεί πάλι και να τη συναριθμήσει με την υπόλοιπη μοναχική αδελφότητα. Γιατί, έλεγαν, αρκετά τιμωρήθηκε με το να μένει επτά ολόκληρα χρόνια δίπλα στην είσοδο της μονής. Και πρόσθεσαν ότι από θεϊκή αποκάλυψη βεβαιώθηκαν ότι συγχωρήθηκε πια το αμάρτημα του Θεοδώρου.
Ο ηγούμενος άκουσε την παράκλησή τους και απάλλαξε τη Θεοδώρα από την άδικη καταδίκη, προστάζοντάς την να μένει από εκεί και πέρα σε απομονωμένο κελλί χωρίς να βγαίνει καθόλου, και να μην της αναθέτουν κανένα διακόνημα της μονής.
Πέρασαν δύο ακόμη χρόνια που η αγία ασκήτευε έτσι με περισσότερη εγκράτεια και θερμότερες προσευχές. Τότε έγινε ξηρασία στον τόπο και οι στέρνες του κοινοβίου έμειναν χωρίς σταγόνα νερό. Ο ηγούμενος, επειδή από όσα άκουγε και έβλεπε, είχε βεβαιωθεί ότι η ευλογημένη Θεοδώρα αξιώθηκε να λάβει το χάρισμα των θεραπειών, την κάλεσε και την πρόσταξε να ρίξει στη στέρνα τη στάμνα και να φέρει νερό. Εκείνη, μαθημένη να υπακούει στα λόγια του πατέρα, χωρίς να εξετάσει ή να προφασιστεί τίποτε, έκανε ό,τι την πρόσταξε, και αμέσως ανέβασε τη στάμνα γεμάτη νερό. Και τότε και άλλες στέρνες φάνηκαν γεμάτες νερό.
Αφού πέρασαν λίγες μέρες, η αγία πήρε το παιδί και το βράδυ κλείστηκε στο κελλί και όλη τη νύχτα τού έδινε τις πιο πνευματικές συμβουλές. Και ενώ ακόμη το συμβούλευε, παρέδωσε με χαρά την ψυχή της στα χέρια του Θεού. Αμέσως το παιδί ξέσπασε σε κλάματα και γέμισε το κελλί με τις φωνές του. Όσοι βρέθηκαν κοντά, διαπίστωσαν τι έγινε και το είπαν στον ηγούμενο. Και εκείνος, μόλις το άκουσε, διηγήθηκε στους μοναχούς ένα όνειρο που είδε.
«Μου φάνηκε», είπε, «ότι είδα δύο άντρες να με ανεβάζουν ψηλά, σε ύψος ανυπολόγιστο. Εκεί είδα ένα τάγμα αγγέλων και μια φωνή αντήχησε στα αυτιά μου που έλεγε· “Βλέπε ποια αγαθά έχουν ετοιμαστεί για τη Θεοδώρα, τη νύφη μου”. Τότε μου παρουσιάστηκε ένα κρεβάτι που το φρουρούσε άγγελος και ένα νυφικό δωμάτιο με ανείπωτη ομορφιά. Εγώ λαχταρούσα να μάθω ποιο είναι το νυφικό δωμάτιο που έβλεπα και ποια είναι εκείνη, για την οποία ετοιμάστηκαν αυτά, και ρωτούσα τους συνοδούς μου. Αμέσως όμως είδα πλήθος προφητών, αποστόλων, μαρτύρων και άλλων αγίων που στο κέντρο τους είχαν μια γυναίκα στολισμένη με θεϊκή δόξα· αυτή μπήκε στο νυφικό δωμάτιο και την είδα να κάθεται στο κρεβάτι.«
»Οι συνοδοί μου είπαν ότι αυτή είναι ο αββάς Θεόδωρος, η οποία συκοφαντήθηκε με ψεύτικη κατηγορία πορνείας και προτίμησε καλύτερα να ταλαιπωρείται επτά ολόκληρα χρόνια διωγμένη από τη μονή και να θεωρείται πατέρας ξένου παιδιού και να αναλάβει τη φροντίδα και την ανατροφή του, παρά να φανερωθεί ότι είναι γυναίκα και να γλυτώσει από την ντροπή και την τόση κακοπάθεια. Γι’ αυτό και αξιώθηκε να λάβει αυτή τη λαμπρότητα που βλέπεις”.«
»Όταν τα είδα αυτά, ο ύπνος μου έφυγε και άρχισα να κλαίω τις αμαρτίες μου».
Αφού τα διηγήθηκε αυτά, πήγε αμέσως όπως ήταν στο κελλί της οσίας μαζί με τους μοναχούς. Μπαίνοντας, είδαν νεκρή αυτή που στ’ αλήθεια ζούσε και στάθηκαν γύρω, βρέχοντας με τα δάκρυά τους το ιερό σώμα.
Ο ηγούμενος κάλεσε τότε και τους μοναχούς του Ενάτου, τους έδειξε κάποια μέρη του ιερού σώματος και είπε: «Κοιτάξτε αυτό το πρωτοφανές θέαμα· πώς μια γυναίκα ξεγέλασε με τέτοιο τέχνασμα τον άρχοντα του σκότους».
Όλοι έμειναν έκπληκτοι από το θέαμα, και στη συνέχεια κυριεύτηκαν από πολύ φόβο, καθώς σκέφτηκαν με πόσον κόπο πρέπει να παλεύουν όσοι είναι αιχμαλωτισμένοι σε σωματικά πάθη, και τον φόβο τους τον ακολούθησαν κλάματα. Όταν με τα πολλά σταμάτησαν τους θρήνους, απέδωσαν με ψαλμούς και ύμνους τις επικήδειες τιμές στο πολύπαθο και ιερό εκείνο σώμα και το έθαψαν.
Από το βιβλίο: ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Α’, Υπόθεση Μ’ (40), σελ. 376. Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2001.
5 Αυγούστου 2020
Ο όσιος Ιωάννης ο Χοζεβίτης

Η ΙΕΡΑ ΜΑΣ ΜΟΝΗ ΑΠΟ ΨΗΛΑ!
ΟΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ









