Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγιολόγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγιολόγιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8 Οκτωβρίου 2021

Οι δύο πόρνες που αγίασαν μας δείχνουν τον δρόμο


Εορτάζουν στις 8 Οκτωβρίου

Οσία Πελαγία η από Eταιρίδων, ερημίτρια στο Όρος των Ελαιών στην Ιερουσαλήμ, κατηχούμενη απ’ τον άγιο Νόνο, επίσκοπο Εδέσσης Μεσσοποταμίας (457)

Οσία Ταϊσία η πρώην πόρνη έγκλειστη σε Μονή της Αιγύπτου, κατηχούμενη απ’ τον όσιο Σεραπίων το Σιδώνιο (4ος αιώνας)

Στίχοι
Aίσχους πλυθείσα και λιπούσα τον σάλον,
Προς όρμον ήκεις Oυρανού Πελαγία.
Oγδοάτη υπάλυξε βίου πέλαγος Πελαγία.

Kρημνώ φυγούσα κρημνόν αισχύνης μέγαν,
Kρημνείς τον εχθρόν ευφυώς Πελαγία.

Eκ του ρύπου σμηχθείσα της ασωτίας,
Φαιδρά πρόσεισι τω Θεώ Tαϊσία.

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Ω, αν επενδύαμε την ίδια προσπάθεια στις ψυχές μας, όση επενδύουμε στο σώμα μας! Ω, αν ποθούσαμε να είμαστε κεκοσμημένοι με αρετές ενώπιον του Θεού και των ενδόξων αγγέλων Του, τόσο όσο επιθυμούμε να καλλωπίζουμε, την εξωτερική μας εμφάνιση με τα φθαρτά και μάταια εξωτερικά στολίδια!

Στην αρχή, τόσο η Πελαγία όσο και η Ταϊσία, γνώριζαν μόνο τα σώματά τους, ενώ οι ψυχές τους ήταν σκλάβες δεμένες στη φυλακή του σώματος. Και οι δύο ήταν στολισμένες μόνο με ματαιοδοξία: ντύνονταν ματαιόδοξα, στολίζονταν ματαιόδοξα, περιβάλλονταν με ματαιοδοξία και κολακεύονταν με ματαιοδοξία.
Αλλά τι ξαφνική αλλαγή! Τι θεϊκή εξέλιξη των γεγονότων στη ζωή τους! Πιο θαυμάσιο από το να μπολιάζεται μια αγριομηλια και να αρχίζει να βγάζει γλυκούς καρπούς· ή αν ένα φουσκωμένο, δύσοσμο έλος γινόταν ξαφνικά με διαυγές, καθαρό πόσιμο νερό.

Όταν ο επίσκοπος Νόννος, συνοδευόμενος και από άλλους επισκόπους, είδε για πρώτη φορά την αμαρτωλή Πελαγία με την εξωτερική της λαμπρότητα, ντυμένη με τα πιο ακριβά ρούχα, στολισμένη με δαχτυλίδια, κολιέ και άλλα στολίδια, αρωματισμένη και περιτριγυρισμένη από δούλους – ο επίσκοπος Νόννος άρχισε να κλαίει , και είπε στους συντρόφους του: «Στ’ αλήθεια, έμαθα πολλά από αυτήν τη γυναίκα. Ο Κύριος θα την θέσει ενώπιον της Φοβερής Του Κρίσης και θα μας ελέγξει μέσω αυτής. Πόσες ώρες περνάει αυτή η γυναίκα στο δωμάτιό της για να λούζεται, να ντύνεται, να στολίζεται και να κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέφτη – και για τι; Μόνο και μόνο για να φανεί πιο όμορφη στους άντρες.
Και εμείς, που έχουμε τον αθάνατο Νυμφίο στον ουρανό, δεν προσπαθούμε να στολίσουμε τις ψυχές μας με μετάνοια· δεν σπεύδουμε να τις λούσουμε με τα δάκρυα της μετανοίας και να τις ντύσουμε με την ομορφιά των αρετών, ώστε να παρουσιαστούν πιο όμορφες μπροστά στα μάτια του Θεού! »

Πηγή: Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο Πρόλογος της Αχρίδος»

26 Νοεμβρίου 2020

Ο άγιος Στυλιανός-Στεργιανός ( 26 Νοεμβρίου)




Τοῦ μακαριστού Στεργίου Σάκκου, Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου ΑΠΘ

Στίς 26 τοῦ μηνός Νοεμβρίου ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τόν ἅγιο Στυλιανό, ὁ ὁποῖος εἶναι ἰδιαίτερα ἀγαπητός στόν λαό καί θεωρεῖται προστάτης τῶν βρεφῶν καί νηπίων. Πολύ χαρακτηριστική ἀλλά καί συγκινητική εἶναι ἡ εἰκόνα του· ὁ ἅγιος κρατώντας ἕνα σπαργανωμένο παιδί στήν ἀγκαλιά του παρουσιάζεται ὡς φιλόστοργη μητέρα καί συγχρόνως ὡς χειροδύναμος πατέρας, πού προσφέρει στό παιδί τήν στοργή καί τήν δύναμη πού αὐτό χρειάζεται. Οἱ γυναῖκες πού δέν γεννοῦν παιδιά ἐπικαλοῦνται τήν πρεσβεία του καί οἱ μητέρες, ὅταν ἀρρωσταίνουν τά μικρά τους, προστρέχουν στήν βοήθειά του.

Ἐνῶ ὅμως εἶναι πολύ διαδεδομένη ἡ γιορτή του καί πολύ λαοφιλής ἡ μνήμη του, δέν εἶναι καλά γνωστή ἡ ἱστορία του. Ὑπάρχει, μάλιστα, μία σύγχυση γύρω ἀπό τό πρόσωπό του, καθώς καί γύρω ἀπό τό ὄνομά του, ἡ ὁποία ἐπιτείνεται, καθόσον σήμερα οἱ χριστιανοί δέν ἐνδιαφέρονται νά διασώζουν ἀκριβῶς τό ὄνομα τοῦ ἁγίου μέ τό ὁποῖο βαπτίσθηκαν. Ἔτσι πολλοί δέν ἀναγνωρίζουν ἄν τά βαπτιστικά Στέλιος, Στέλλα καί Στέργιος, Στεργιανή ἀναφέρονται στόν ἴδιο ἅγιο Στυλιανό ἤ τό δεύτερο ἀναφέρεται σέ ἄλλον ἅγιο. Ἔχουν τήν ἰδέα ὅτι τό Στέργιος μπορεῖ νά προέρχεται ἀπό τό Ἀστέριος ἤ ἀκόμη ἀπό τό Σέργιος, καί δέν ἔχει σχέση μέ τό Στυλιανός. Παρόλο ὅμως πού εἶναι βέβαιο ὅτι ἅγιοι Ἀστέριος καί Σέργιος ὑπάρχουν στήν Ἐκκλησία μας, δέν εἶναι καθόλου βέβαιο ὅτι τό Στέργιος συνδέεται μέ αὐτά τά πρόσωπα καί τά ὀνόματά τους. Νομίζω ὅτι εἶναι μία εὐλαβική προσφορά στήν μνήμη τοῦ ἁγίου καί μία σεμνή συμμετοχή στήν γιορτή του νά προσπαθήσουμε νά γνωρίσουμε καλύτερα τό πρόσωπό του μελετώντας τό ὄνομά του, τό ὁποῖο σέ τέτοιες περιπτώσεις ἀποτελεῖ μία ἱστορική μαρτυρία ταυτότητος.

Τό συναξάριο μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ ἅγιος Στυλιανός καταγόταν ἀπό τήν Παφλαγονία, ὅπου καί ἀπέθανε καί ἐτάφη. Ἔζησε στά χρόνια μεταξύ τοῦ δ΄ καί στ΄ αἰῶνος καί ἔδειξε ἀπό μικρός ὅτι ἀνῆκε ἐξ ὁλοκλήρου στόν Θεό. Νωρίς μοίρασε τήν περιουσία του στούς πτωχούς καί ἔγινε μοναχός, ὡς μοναχός δέ ξεπέρασε τούς πάντες σέ κοπιαστική ἄσκηση καί σκλη­ρα­γωγία. Ἀργότερα ἀποσύρθηκε στήν ἔρημο καί κατοίκησε μέσα σέ μία σπηλιά. Ἡ ἁγιότητά του εἵλκυσε τήν θεία χάρη, καί ἀπέ­κτησε τό χάρισμα νά θεραπεύει ἀνίατες ἀρρώστιες. Ἰδιαίτερα ὅταν μητέρες πού ἔχαναν τά νεογνά τους ἐπικαλοῦνταν τό ὄνομά του, γρήγορα ἀποκτοῦσαν ἄλλα παιδιά.

Μ' αὐτήν τήν φήμη, τῆς προστασίας τῶν βρεφῶν, ὁ ἅγιος Στυλιανός ἐπεκράτησε στόν λαό, καί ἡ γιορτή του διακρίθηκε. Μέ τό ὄνομά του βαπτίζονταν συχνά τά παιδιά, γιά νά ἔχουν τήν βοήθειά του, ἰδιαίτερα ἄν ἦταν φιλάσθενα ἤ ἄν εἶχε κινδυνεύσει ἡ ὑγεία τους. Στά νεώτερα χρόνια ἡ ἰδιότητα τοῦ ἁγίου νά «στερεώνει» τά μικρά παιδιά στήν ζωή ὑπερίσχυσε τοῦ ὀνόματός του καί ἐπιπλέον ἡ ὁμοηχία τοῦ ὀνόματος Στυλιανός μέ τήν ἰδιότητα τοῦ στερεός συνέβαλε, ὥστε ὁ ἅγιος Στυλιανός νά γίνει στά νεοελληνικά Στεργιανός καί τά παιδιά πού ἔπαιρναν τό ὄνομά του νά λέγονται ἐπίσης Στέργιος, Στεργιανή. Τά ὀνόματα αὐτά ἀπαντοῦν ἰδιαίτερα στούς ὀρεινούς πληθυσμούς τῆς Β. Ἑλλάδος, ἐνῶ στά νότια παραμένουν τά ἀρχικά Στέλιος, Στέλλα. Στούς ὀρεινούς συνηθίζονταν, ἐξάλλου, καί ἄλλα παρεμφερῆ ὀνόματα, πού ὑπαγορεύονταν ἀκριβῶς ἀπό τόν φόβο τῆς θνησιμότητας τῶν βρεφῶν. Ἔτσι μαζί μέ τό Στέργιος, πού δινόταν σάν εὐχή στό παιδί νά στεργιώσει καί σάν προσευχή στόν ἅγιο νά βοηθήσει, ἀκούγονταν συχνά καί τό Ζήσης (= νά ζήσει), τό Ρίζος (=νά ριζώσει) καί ἄλλα ὅμοια.

Ἑπομένως, τό ὄνομα Στέργιος ἀναφέρεται στόν ἅγιο Στυλιανό καί δέν ἔχει σχέση ὡς ὄνομα οὔτε μέ τό Ἀστέριος οὔτε μέ τό Σέργιος. Τό Ἀστέριος ἦταν γνωστό καί στήν πρό Χριστοῦ ἐποχή καί σημαίνει αὐτόν πού μοιάζει μέ ἀστέρι· τό δέ Σέργιος μᾶς ἦλθε ἀπό τά λατινικά καί ἐξελληνίσθηκε.Θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ἐν προκειμένῳ μέ τόν ἅγιο Στυλιανό συνέβη ὅ,τι καί μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο· κληροδότησαν στήν Ἐκκλησία ὄχι μόνο τό ἁγιασμένο ὄνομά τους, ἀλλά καί τό εὐλογημένο τους χάρισμα. Πράγματι, ὡς βαπτιστικά σήμερα χρησιμοποιοῦνται τόσο τά Στυλιανός, Ἰωάννης ὅσο καί τά ἀντίστοιχα Στέργιος, Χρυσόστομος.

Τήν ἴδια μέρα μέ τόν ἅγιο Στυλιανό γιορτάζει καί ὁ ἅγιος Ἀλύπιος ὁ Κιονίτης ἤ Στυλίτης, ἕνας ἅγιος πού παρουσιάζει πολλά κοινά στοιχεῖα μέ τόν ἅγιο Στυλιανό. Ἦταν καί αὐτός Παφλαγόνας, ἀπό τήν Ἀδριανούπολη, καί ἔδειξε καί αὐτός ἀπό μικρός ὅτι ἦταν προικισμένος μέ ἐξαιρετικές χάρες. Γεννήθηκε στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Ἡρακλείου, κατά τόν στ΄ αἰ., καί ἔγινε καί αὐτός μοναχός πού διακρίθηκε μέ ποικίλες ἀσκήσεις καί ξεπέρασε τούς πάντες στήν καρτερία, ἀπέκτησε δέ καί τό χάρισμα νά θαυματουργεῖ. Τό ἰδιαίτερο στόν ἅγιο Ἀλύπιο ἦταν ὅτι ἔζησε πάνω σέ ἕναν στύλο -ἐξ οὗ καί ἡ ὀνομασία του Κιονίτης ἤ Στυλίτης (κίων = στύλος)- 66 χρόνια, «σάν ἕνας χάλκινος ἀνδριάντας, παλεύοντας μέ τίς βροχές καί τόν καύσωνα, μέ τούς παγετούς καί τά χιόνια καί μέ τούς ἀνέμους καί τίς λαίλαπες», ὅπως λέει ὁ βιογράφος του.

Ὁρισμένοι ἐρευνητές ἔχουν τήν γνώμη ὅτι ὁ ἅγιος αὐτός ταυτίζεται μέ τόν ἅγιο Στυλιανό, καθόσον ἡ λέξη στυλιανός δέν εἶναι παρά μετάφραση τοῦ κιονίτης, ἡ δέ ζωή τους ἐκτυλίσσεται παρόμοια. Πιθανόν, πράγματι, κάποιες συνθῆκες νά συνέβαλαν ὥστε ὁ ἅγιος Ἀλύπιος ὁ Κιονίτης νά ἔγινε γνωστός μέ τόν μεταφρασμένο τύπο τοῦ ἐπιθέτου του ὡς ἅγιος Στυλιανός, κάποτε δέ νά θεωρήθηκε ὅτι τά δύο ὀνόματα ἀντιπροσώπευαν δύο διαφορετικά πρόσωπα καί νά διακρίθηκαν. Πάντως στήν Ἐκκλησία μας ὁ ἅγιος Στυλιανός, παρ’ ὅλο πού γιορτάζει μαζί μέ τόν ἅγιο Ἀλύπιο τόν Κιονίτη, τιμᾶται ὡς ἰδιαίτερος ἅγιος. Ἀλλά δέν εἶναι καθόλου παράξενο οὔτε ἀπίθανο καί ὁ ἅγιος Στυλιανός νά ὑπῆρξε ἐπίσης ἕνας στυλίτης, καθόσον τό ὄνομά του προέρχεται ἀπό τήν λέξη στύλος. Ἔτσι, λοιπόν, τόν ἅγιό μας, ὁ ὁποῖος ἔγινε ζωντανός στύλος στήν προσπάθειά του νά ἀγγίσει τόν Θεό ἀφήνοντας τά γήινα καί ὑψώνοντας τό πνεῦμα καί τό σῶμα του στόν οὐρανό, τόν ἄγγιξε ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καί τόν κατέστησε «στεργιωτή» τῶν βρεφῶν καί τῶν νηπίων.

14 Νοεμβρίου 2020

ΑΜΥΝΑΝ ΠΟΙΗΣΑΝΤΕΣ

 «Δεῦτε φιλομάρτυρες πάντες τούς τοῦ Χριστοῦ ἀριστέας ὕμνοις τιμήσωμεν, Γουρίαν, Ἄβιβον καί Σαμωνᾶν, ὅτι παραδόξως ἐνεργοῦσι τοῖς θαύμασιν. Ὅρκῳ γάρ οὐ παρεῖδον μεταναστεῦσαι κόρην, ἀλλ’ ἐκπληροῦντες τό αἴτημα τήν παῖδα διεσώσαντο, παρανόμῳ Γότθῳ ἄμυναν ποιήσαντες. Δι’ ὧν Χριστέ ὁ Θεός, ὡς ἀγαθός καί φιλάνθρωπος, σῶσον τάς ψυχάς ἡμῶν» (Δοξαστικό τῶν Αποστίχων τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Γουρία, Σαμωνᾶ καί Ἀβίβου, πού ἑορτάζουν τήν 15η Νοεμβρίου)

«Ελάτε όλοι όσοι αγαπούμε τους μάρτυρες του Χριστού να τιμήσουμε με ύμνους εκείνους που αρίστευσαν για τον Χριστό, τον Γουρία, τον Άβιβο καί τον Σαμωνά, διότι κάνουν παράδοξα θαύματα! Δεν αδιαφόρησαν για τον όρκο εξαιτίας του οποίου μία κόρη (η Ευφημία) μετανάστευσε, αλλά εκπληρώνοντας το αίτημά της διέσωσαν το κορίτσι, αμυνόμενοι στον παράνομο Γότθο. Δια των προσευχών τους Χριστέ ο Θεός, ως αγαθός και φιλάνθρωπος, σώσε τις ψυχές μας».  

          Υπάρχουν μερικές εκπληκτικές ιστορίες Αγίων της πίστης μας που αξίζουν τον κόπο να τις μελετήσει κάποιος για να δει τα μεγαλεία του Θεού, αλλά και την δύναμη της ανθρώπινης συνέργειας έναντι του κακού που αφθονεί στον κόσμο. τέτοια είναι και η ιστορία, αλλά και ένα μεγάλο θαύμα το οποίο έκαναν τρεις εν πολλοίς άγνωστοι μάρτυρες, οι άγιοι Γουρίας, Σαμωνάς και Άβιβος, που γιορτάζουν στις 15 Νοεμβρίου κάθε χρόνο.

          Και οι τρεις ήταν κληρικοί. Ο Γουρίας και ο Σαμωνάς, ιερείς στην περιοχή της σημερινής Ούρφα της Συρίας, στα χρόνια του μεγάλου διωγμού του Διοκλητιανού (303), βοηθούσαν φυλακισμένους χριστιανούς και ενθάρρυναν τους πιστούς να αντιστέκονται στα διατάγματα και να παραμένουν στέρεοι στην πίστη, παρουσιάστηκαν στον διοικητή της περιοχής και ομολόγησαν τον Χριστό. Ο διοικητής τους κατηγόρησε για στασιασμό κατά των διαταγών του αυτοκράτορα και τους υποσχέθηκε να τους θανατώσει με τρομερά μαρτύρια, αν επιμέναν. «Δεν θα πεθάνουμε, όπως λες, αλλά θα ζήσουμε σύμφωνα με την πίστη μας, αν κάνουμε το θέλημα του Δημιουργού μας», του απάντησαν. Τα μαρτύρια τους ήταν επώδυνα. Τους κρέμασαν από το ένα χέρι, τους έριξαν σε έναν σκοτεινό λάκκο επί τέσσερις μήνες, και αφού του είπαν και πάλι ότι «έχεις εξουσία στα σώματα, όχι όμως στις ψυχές μας», οδηγήθηκαν υποβασταζόμενοι από την εξάντληση και από τα σπασμένα από τα βασανιστήρια μέλη στον τόπο του αποκεφαλισμού. Ο δήμιος του ζήτησε να προσευχηθούν γι’ αυτόν και οι άγιοι έκαναν την τελευταία προσευχή: «Θεέ και Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δέξου το πνεύμα μας και φύλαξε τα σώματά μας για την ανάσταση» και δέχτηκαν το τελευταίο μαρτύριο.

          Ο  Άβιβος ήταν διάκονος στον τελευταίο διωγμό του Λικινίου στην ίδια περιοχή (309). Διέτρεχε παράνομα τα χωριά για να συνάζει τους πιστούς στις εκκλησίες, να τους διαβάζει τις Γραφές και να τους ενδυναμώνει  για να εγκαρτερούν στην αλήθεια της πίστεως, δίχως τον φόβο των διωκτών τους. Ο διοικητής της Εδέσσης Λυσανίας συνέλαβε αρχικά την οικογένειά του, επειδή δεν έβρισκε τον Άβιβο.  Μόλις εκείνος το πληροφορήθηκε, έσπευσε να παραδοθεί. Τον βασάνισαν φρικτά. Ο διοικητής τον ρώτησε: «η θρησκεία σου σε διδάσκει να μισείς το σώμα σου το ίδιο και να αρέσκεσαι στον πόνο;». Ο Άβιβος του απάντησε: «Δεν μισούμε το σώμα μας, αλλά αγαλλιάζουμε θεωρώντας αόρατες πραγματικότητες βεβαιωμένες από την επαγγελία του Θεού, ότι για εκείνους που αγαπούν τον Χριστό τα βασανιστήρια και μαρτύρια αυτού του κόσμου δεν αξίζουν ως απειλή για να τα ανταλλάξουμε με την μέλλουσα δόξα». Ο διοικητής διέταξε να καεί. Δίπλα του βάδισε στα λευκά ντυμένη, σαν σε γάμο και γιορτή, η μητέρα του. Οι χριστιανοί έθαψαν τον Άβιβο εκεί όπου είχαν θάψει λίγα χρόνια πριν τους Γουρία και Σαμωνά! («Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», τόμος τρίτος, Νοέμβριος)

          Ένα από τα πιο ξεχωριστά θαύμα των αγίων ήταν κι αυτό.

Κάποτε ένας Γότθος στρατιωτικός εστάλη ως μισθοφόρος να υπηρετήσει στην Έδεσσα. Εκεί γνώρισε μία νέα, ευσεβή κοπέλα, την Ευφημία, την ερωτεύτηκε και πήγε στην μητέρα της Σοφία ζητώντας την ως γυναίκα. Ορκίστηκε μάλιστα στον τάφο των αγίων μαρτύρων Γουρία, Σαμωνά και Αβίβου ότι δεν θα κάνει κακό στην γυναίκα του, δεν θα την προσβάλει, αλλά θα την αγαπά και θα την λατρεύει για πάντα. Αφού ολοκλήρωσε την υπηρεσία του στην Έδεσσα, πήρε την Ευφημία μαζί του στην πατρίδα του. Εκεί αποδείχτηκε ότι την είχε εξαπατήσει, διότι ήδη είχε σύζυγο στο σπίτι του και έτσι η Ευφημία έγινε σκλάβα της. Ο αλιτήριος σύζυγός της την απείλησε ότι θα τον σκοτώσει, εάν αποκάλυπτε ότι την είχε παντρευτεί. Η Ευφημία υπέφερε τόσο την κακοποίηση όσο και τον εξευτελισμό. Γέννησε έναν γιο, όμως η ζηλιάρα Γοτθίδα σύζυγος τον δηλητηρίασε. Η Ευφημία προσευχόταν στους αγίους μάρτυρες Γουρία, Σαμωνά και Άβιβο, τους μάρτυρες του όρκου που είχε δώσει ο Γότθος σύζυγός της, και εκείνοι άκουσαν την προσευχή της. Η Ευφημία βρέθηκε ως εκ θαύματος στην πατρίδα της και στην μητέρα της! Ο γότθος την αναζήτησε και πήγε να υπηρετήσει πάλι ως μισθοφόρος στην Έδεσσα. Όμως όλη η πόλη είχε μάθει τις πράξεις του, αφού η μητέρα της Ευφημίας Σοφία ενημέρωσε τον διοικητή. Ο γότθος δικάστηκε και εκτελέστηκε, καθώς παρέμεινε αμετανόητος για τα έργα του. Σε κάποιες εκκλησιαστικές παραδόσεις οι άγιοι μάρτυρες Γουρίας, Σαμωνάς και Άβιβος θεωρούνται οι προστάτες  του τίμιου γάμου. Προσευχόμαστε σ’ αυτούς για να φεύγουν με τις πρεσβείες τους η αναστάτωση στις οικογενειακές σχέσεις και οι δυσκολίες που ανακύπτουν όταν ο ένας σύζυγος έχει κακία εις βάρος του άλλου (μετάφραση από την ιστοσελίδα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αμερική-OCA).

          Τρία μηνύματα από την ζωή των αγίων θα μπορούσαν να είναι τα εξής:

          Πρώτον το ότι στα αντίθεα δόγματα της εξουσίας της εποχής, η οποία δίωκε τους χριστιανούς μέχρι θανάτου, οι άγιοι αντιστάθηκαν ειρηνικά. Ενίσχυσαν ηγετικά τους πιστούς. Κήρυξαν τον λόγο του Θεού, δείχνοντας ότι όταν προσβάλλεται η πίστη, ο χριστιανός οφείλει να ακούσει πρώτα τον Θεό, με οποιοδήποτε τίμημα. Και ο Θεός ενισχύει τον πόνο και το μαρτύριο, σωματικό και ψυχικό, καθώς η δική Του δικαιοσύνη είναι για την αιώνια ζωή και όχι για τα πρόσκαιρα αυτού του κόσμου.

          Δεύτερον το ότι υπήρχε λαός εκείνη την εποχή που ήταν πρόθυμος να μην υπακούσει στα άθεα προστάγματα, λαός που ήθελε να ακούσει το Ευαγγέλιο και την Γραφή, λαός που ήθελε να ζήσει την πίστη. Μπορεί αυτός ο λαός να ήταν μειοψηφία. Δεν έκανε όμως πίσω και έτσι ο Θεός έστελνε εκείνους οι οποίοι θα τον ενίσχυαν και δε θα τον άφηναν χωρίς πνευματική τροφή.

          Τρίτον το ότι οι Άγιοι κράτησαν άμυνα στην δική τους πορεία και βοήθησαν και βοηθούν και όσους εμπιστεύονται το παράδειγμά τους να κρατούν κι εκείνοι άμυνα, όπως έκαναν με την νεαρή Ευφημία. Η άμυνα όμως δεν λύνει μαγικά τα προβλήματα. Ο άνθρωπος χρειάζεται να υπομένει, να ταπεινώνεται, να ελπίζει, να περνά τους σταυρούς του με εμπιστοσύνη στον Θεό και να μην κάνει συμβιβασμούς στην πίστη του. Ο Θεός δεν θέλησε η Ευφημία να εγκαταλείψει τον κακό σύζυγό της, όχι μόνο για να ενισχυθεί η ίδια στην πνευματική της πορεία, αλλά και για να μην έχει εκείνος καμιά δικαιολογία για την απόφασή του να μην αγαπά, να εκμεταλλεύεται, να αισθάνεται παντοδύναμος λόγω του φύλου του, της θέσης του, της εξουσίας του. Το σχέδιο του Θεού, ενώ είναι απλό και έχει να κάνει με την σωτηρία όλων των ανθρώπων, έρχεται να συναντήσει τις δικές μας πεποιθήσεις περί του σωστού και δικαίου, με αποτέλεσμα να μας προκαλεί ερωτηματικά, καθότι δεν θέλουμε σωτηρία, αλλά δικαίωση. Αυτό δεν δικαιολογεί την κακία και την εκμετάλλευση, αλλά απαλύνει τις συνέπειές τους. Και είναι μία πρόκληση για μετάνοια στους υβριστές και αλαζόνες, όποιοι κι αν είναι, όσο ψηλά κι αν βρίσκονται. Κάποτε μάλιστα βρίσκονται ανάμεσά μας, διότι ο νους του ανθρώπου μεθά, επειδή έχει μέσα του ένα αίσθημα υψηλοφροσύνης για το ποιος είναι.

          Ας κρατήσουμε άμυνα λοιπόν όπως καί όσο μπορούμε,  στις προκλήσεις των καιρών, στο κάθε λογής κακό, στην απόρριψη του Θεού ως προτεραιότητας και ως προνοητή για την ζωή μας, και ας Τον εμπιστευόμαστε μαζί με τους Αγίους του, καθώς και τον τρόπο και το ήθος της Εκκλησίας. Αργά ή γρήγορα «οι δοκούντες εστάναι», πίπτουν.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κέρκυρα, 15 Νοεμβρίου 2020


Αρχή της Σαρακοστής των Χριστουγέννων

Γουρία, Σαμωνά και Αβίβου των Μαρτύρων

20 Οκτωβρίου 2020

Άγιος Γεράσιμος: ο νέος ασκητής της Κεφαλλονιάς

 Λάμπρος Σκόντζος, Θεολόγος

Ο μοναχισμός είναι ένας από τους δύο δρόμους που μπορεί να επιλέξει ο Χριστιανός στην ζωή του, ήτοι τον έγγαμο ή τον άγαμο βίο. Και οι δύο αυτοί δρόμοι είναι για την Εκκλησία μας ισότιμοι και ευλογημένοι, και οδηγούν εξίσου στη θέωση. Ο μοναχισμός είναι μια δυναμική παρουσία στη ζωή της Εκκλησίας μας, τον οποίο αγίασαν αμέτρητα πλήθη οσίων, εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια. Ένας από τους πολυάριθμους αγίους μοναχούς είναι και ο άγιος Γεράσιμος, ο Νέος Ασκητής, ο οποίος αναδείχτηκε ως μια από τις σπουδαιότερες μοναστικές μορφές των νεωτέρων χρόνων, εφάμιλλος των μεγάλων μοναχών της αρχαίας Εκκλησίας.

Γεννήθηκε το 1506 στα Τρίκαλα της Κορινθίας. Καταγόταν από την επιφανή βυζαντινή οικογένεια των Νοταράδων. Οι γονείς του Δημήτριος και Καλή του έδωσαν άριστη ανατροφή και ευσέβεια. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Γεώργιος. Όταν έγινε 20 χρονών πήγε στη Ζάκυνθο, η οποία ήταν ένα σημαντικό κέντρο των γραμμάτων, παρ’ όλο ότι βρισκόταν υπό ενετική κατοχή. Εκεί απέκτησε σεβαστή μόρφωση, αλλά μη μπορώντας να αντέξει τις αφόρητες πιέσεις των αιρετικών παπικών κατά των ορθοδόξων, αποφάσισε να εγκαταλείψει το νησί και να μεταβεί σε άλλα σημαντικότερα πνευματικά κέντρα.


Πρώτος σταθμός του η Κωνσταντινούπολη, όπου ζήτησε την ευλογία του Οικουμενικού Πατριάρχη και αναχώρησε για το Άγιον Όρος. Έγινε μοναχός, πιθανόν στη Μονή Ιβήρων, και έλαβε το όνομα Γεράσιμος. Ασκήτεψε δε στο κελί του Αγίου Βασιλείου στην Καψάλα. Ύστερα από ορισμένα χρόνια, το 1538 αποφάσισε να πάει ως προσκυνητής στους Αγίους Τόπους. Προσκύνησε τον Πανάγιο Τάφο και το άλλα Ιερά Προσκυνήματα. Κατόπιν πήγε στο Σινά, στην Αντιόχεια, στην Αλεξάνδρεια και την έρημο της Θηβαΐδας, όπου είχε καθαγιασθεί από μυριάδες αγίους ασκητές στα πρωτοχριστιανικά χρόνια. Κατόπιν ξαναγύρισε στον Πανάγιο Τάφο, όπου ο Πατριάρχης Γερμανός τον κράτησε κοντά του και τον αξίωσε με το διακόνημα του καντηλανάφτη του Αγίου Τάφου. Εκεί χειροτονήθηκε διάκονος και μετά πρεσβύτερος.

Στα 1548 άφησε τα Ιεροσόλυμα και ταξίδεψε στην Κρήτη, όπου έμεινε δύο χρόνια και κατόπιν πήγε ξανά στη Ζάκυνθο. Ασκήτεψε σε σπηλιά στον Άγιο Νικόλαο Γερακαρίου και ίσως λειτουργούσε στο ναό του Αγίου Λαζάρου. Η παράδοση λέει πως ο άγιος Γεράσιμος βάπτισε τον κατοπινό άγιο Διονύσιο. Όμως η αφόρητη κατάσταση που δημιουργούσαν οι δυνάστες ενετοί και οι αιρετικοί παπικοί στο νησί, τον ανάγκασαν να περάσει στην αντίπερα νήσο, την Κεφαλονιά, όπου τα πράγματα ήταν λιγότερο ασφυκτικά. Εγκαταστάθηκε αρχικά σε μια σπηλιά κοντά στο Αργοστόλι, όπου ασκήτεψε κοντά έξι χρόνια. Στα 1561 ο ιερέας Γεώργιος Βάλσαμος από το χωριό Βαλσαμάτα, του παραχώρησε ένα ερημοκκλήσι στην περιοχή των Ομαλών, στους πρόποδες του Αίνου, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, μαζί με τα γύρω κτήματα. Ο άγιος Γεράσιμος αποδέχτηκε τη δωρεά και ίδρυσε γυναικεία Μονή, με το όνομα «Νέα Ιερουσαλήμ», με την άδεια του μητροπολίτου Παχωμίου.

Εκεί έζησε ως πραγματικός ασκητής, και διακονούσε ως λειτουργός και πνευματικός της Μονής. Με τον προσωπικό του αγώνα και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, έφτασε σε ύψη αγιότητας, ώστε η φήμη του έγινε γνωστή, όχι μόνο στην Κεφαλονιά, αλλά σε πολλά μέρη της Ελλάδος, όπου έτρεχαν οι πιστοί να πάρουν την ευλογία του και να τον συμβουλευτούν. Η φήμη του έφτασε και ως το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπου ο Πατριάρχης έθεσε τη Μονή του υπό την προστασία του και απέκλεισε ως ένα σημείο τις ανεπίτρεπτες επιθέσεις των αιρετικών παπικών του νησιού κατά της Μονής.

Ο άγιος κοιμήθηκε, όχι τυχαία, στις 15 Αυγούστου του 1579, την ημέρα που η Ορθοδοξία εόρταζε την Κοίμηση της Θεοτόκου, την Οποία ευλαβούνταν και τιμούσε σε όλη του τη ζωή. Την εξόδιο ακολουθία τέλεσε, ενώπιον χιλιάδων πιστών, ο μητροπολίτης Φιλόθεος Λοβέρδος.

Δύο χρόνια αργότερα, στις 20 Οκτωβρίου του 1581 έγινε ανακομιδή του λειψάνου του, το οποίο βρέθηκε εντελώς άφθορο, να ευωδιάζει! Οι παπικοί Ενετοί θορυβήθηκαν από το γεγονός και έδωσαν διαταγή να ταφεί ξανά, ώστε να συμπληρωθούν 3 χρόνια. Αλλά και με τη νέα εκταφή βρέθηκε άφθορο και ευωδιάζον! Γι’ αυτό αποφασίστηκε να μην ταφεί ξανά, αλλά να τεθεί σε λάρνακα μέσα το καθολικό της Μονής. Ο πιστός λαός είχε την βεβαιότητα ότι ο Γεράσιμος είναι άγιος, προτού καταταγεί επίσημα από την Εκκλησία στο αγιολόγιό Της. Γι’ αυτό συνέρρεαν πλήθη στη Μονή για να αγιαστούν από το τίμιο λείψανό του και να ζητήσουν τη βοήθειά του. Η αγιοκατάταξή του έγινε το 1622 και ορίστηκε να εορτάζεται η κοίμησή του στις 16 Αυγούστου και η ανακομιδή του λειψάνου του στις 20 Οκτωβρίου.

Το ανεξήγητο θαύμα της αφθαρσίας του ιερού λειψάνου του αγίου Γερασίμου, όπως και πλήθους άλλων άφθορων λειψάνων αγίων της Εκκλησίας μας, είναι για μας τους πιστούς το τεκμήριο της αναστάσεως των νεκρών στα έσχατα και φυσικά της δικής μας ανάστασης. Τα ιερά λείψανα δεν είναι, όπως στις διάφορες αρχαίες και σύγχρονες θρησκείες του κόσμου, «μιάσματα», αλλά «λίθων πολυτελών πολυτιμότερα», όπως μας λέει ένα πρωτοχριστιανικό κείμενο. Εφόσον οι άγιοί μας, όπως και όλοι οι Χριστιανοί, είμαστε μέλη του Σώματος του Χριστού, και τα ιερά τους λείψανα, συνεχίζουν, και μετά την κοίμησή τους, να είναι μέλη Χριστού, φορείς των ακτίστων ενεργειών του Θεού. Γι’ αυτό έχουν τη δύναμη να αγιάζουν και να θαυματουργούν, αντλώντας τη δύναμή τους από το Χριστό. Αυτά ως μια σύντομη απάντηση στους πολεμίους, των ιερών λειψάνων, αιρετικούς!

19 Οκτωβρίου 2020

Ό Άγιος Ιωάννης ο θαυματουργός (Ρίλα Βουλγαρίας)




Γεννήθηκε γύρω στο έτος 876 στο χωριό Σκρίνο της περιοχής Κιουστεντίλ, κατά τη βασιλεία του τσάρου Βόριδος, μετά τον εκχριστιανισμό των Βουλγάρων. Ακόμα από τα νεανικά του χρόνια διαπαιδαγωγήθηκε με χριστιανικές αρχές από τους γονείς του. Μετά το θάνατό τους αφοσιώθηκε ολόψυχα στην εκκλησία και έγινε θεμελιωτής του αναχωρητισμού στη Βουλγαρία.


Ο Θεός εμφανίστηκε στον ύπνο του και του έδειξε ένα απόμακρο μέρος στο βουνό Ρίλα, όπου έπρεπε να ιδρύσει μοναστήρι και να αποδεχθεί το μοναχισμό. Eκεί πέρασε 20 χρόνια-πρώτα σε μια σπηλιά, ύστερα στην κουφάλα παλιάς βαλανιδιάς και 7 χρόνια σε έναν απρόσιτο βράχο, στους πρόποδες του οποίου σήμερα υψώνεται η μεγαλόπρεπη Μονή της Ρίλας. Στον άγιο πήγαιναν πολλοί άνθρωποι για συμβουλή και ηθική υποστήριξη. Σύντομα έγινε τόσο δημοφιλής, που και ο ίδιος ο Βούλγαρος τσάρος Πέταρ ήθελε να συναντηθεί μ’ αυτόν.


Οι ασκητικοί αγώνες του Αγίου Ιωάννη της Ρίλας ήταν μεγάλοι, και στο τέλος της ζωής έμεινε σε μια σπηλιά απομονωμένος. Για το θάνατό του δεν ήξερε κανένας-το λείψανό του δεν θάφτηκε και βρέθηκε από τον ηγούμενο της Μονής της Ρίλας 40 μέρες μετά το θάνατο του αγίου. 

Σύμφωνα με την παράδοση ο ίδιος ο Αγ. Ιωάννης της Ρίλας εμφανίστηκε στον ηγούμενο και τον διέταξε να τον θάψει στην σπηλιά κοντά στο παλιό ασκητήριο. Σύμφωνα με άλλη παράδοση ο τσάρος Πέταρ ήθελε και πάλι να συναντηθεί με τον άγιο και έστειλε ανθρώπους να τον ψάξουν. Αυτοί βρήκαν το λείψανο, ακολουθώντας τα ίχνη των άγριων ζώων και όταν μπήκαν στη σπηλιά, άκουσαν "κουδούνι να κουδουνίζει και σήμαντρο να ηχεί, είδαν το καντήλι να καίει και αντιλήφθηκαν τα λείψανα να μοσχοβολούν". 

 

Αργότερα άγγελος εμφανίστηκε στον ύπνο του τσάρου Πεταρ και του είπε, ότι τα λείψανα του οσίου Ιωάννη της Ρίλας πρέπει να μεταφερθούν στη Σόφια, για να μπορεί και ύστερα από το θάνατό του να κηρύσσει στο λαό την πίστη στο Χριστό. Με εντολή του τσάρου τα λείψανα πρώτα τέθηκαν στην επισκοπική εκκλησία, αργότερα στην εκκλησία του αγίου Λουκά και στο τέλος στην νέα τότε εκκλησία του Αγίου Ιωάννη της Ρίλας.


Αργότερα τα λείψανα μεταφέρθηκαν σαν τρόπαιο στην Ουγγαρία, αλλά το 1187, στη διάρκεια της εξέγερσης των αδελφών Ασέν και Πέταρ, επιστράφηκαν στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη της Ρίλας. Στις 19 Οκτωβρίου 1195 τα λείψανα μεταφέρθηκαν με τιμές στο Τίρνοβο, για να αγιάσουν τη νέα βουλγαρική πρωτεύουσα, να εδραιώσουν τη νίκη επί των Βυζαντινών και να σταθεροποιήσουν το νεαρό βουλγαρικό κράτος. Έμειναν εκεί μέχρι το έτος 1470 και θεράπευσε πολλούς ανθρώπους - τυφλοί άρχιζαν να βλέπουν, ανάπηροι να πετούν τα δεκανίκια, βωβοί να μιλάνε.


Από τον ΧV αιώνα τα λείψανα αναπαύονται στο Μοναστήρι, ιδρυμένο πέντε αιώνες προηγούμενα στο βουνό Ρίλα από τον Άγιο Ιωάννη, κοντά στο μέρος, όπου ζούσε σαν αναχωρητής. Ακόμα από την ίδρυσή του το μοναστήρι ήταν κέντρο πλούσιας γραμματολογικής και διαφωτιστικής δραστηριότητας. Ο Άγιος Ιωάννης ήταν αρκετά μορφωμένος άνθρωπος, όπως φαίνεται και από την πνευματική του διαθήκη.

16 Οκτωβρίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΛΟΓΓΙΝΟΣ Ο ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΣ



1.Καταγωγή - Επάγγελμα

Ο άγιος Λογγίνος έζησε κατά τους χρόνους της ενσάρκου οικονομίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Ο Συμεών ο Μεταφραστής στους βίους και την πολιτεία Αγίων Μηνός Μαρτίου αναφέρει ότι, ανήκε στην Ιουδαϊκή συναγωγή (P.G., Τόμ. 115, σ. 32 Α).

Ο Άγιος καταγόταν από την κωμόπολη Σανδιάλη της Καππαδοκίας (P.G., Τόμος 115, σελ. 41). Εκεί, λοιπόν, αποσύρθηκε μετά την Ανάσταση του Κυρίου, όταν παραιτήθηκε από το Ρωμαϊκό στρατό που υπηρετούσε και εκήρυξε «Χριστόν εσταυρωμένον και αναστάντα εκ νεκρών».

Ο Λογγίνος υπηρέτησε ως Αξιωματικός στο Ρωμαϊκό στρατό κα έφερε το βαθμό του Κεντυρίωνα - Εκατόνταρχου.

(Η λέξη Κεντυρίων προέρχεται από τη λατινική λέξη Centum που σημαίνει εκατό, διοικητής δηλαδή εκατό στρατιωτών , εκατόνταρχος).

Κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του Κυρίου επί της γης τελούσε υπό τις διαταγές του Ποντίου Πιλάτου, Ρωμαίου Επάρχου στην Ιουδαία (26 - 33 μ.Χ.).


2. Εποπτεύει κατά τη Σταύρωση του Χριστού


Κατά την παράδοση του Ιησού στους Εβραίους για να τον σταυρώσουν, ο Πιλάτος έδωκε εντολή στον εκατόνταρχο Λογγίνο να υπηρετήσει στα τίμια πάθη και τη σταύρωση, μετά των στρατιωτών του.

Το όνομα του Εκατόνταρχου δεν αναγράφεται σε κανένα από τα Ευαγγέλια. Σ' όλα μνημονεύεται με το αξίωμά του, είτε ως Κεντυρίων, είτε ως Εκατόνταρχος.

Έτσι, ο Λογγίνος, εκτελώντας τη διαταγή του Πιλάτου, επιστάτησε καθ' όλη τη διάρκεια των φρικτών Παθών του Κυρίου στο Γολγοθά. Ως εκ τούτου, υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας όλων των εκεί θαυμαστών γεγονότων κατά τη Σταύρωση του Κυρίου.

Ο μακάριος θα μπορούσε να φαντασθεί, όταν έφθασε στο Γολγοθά, ότι - ευθύς μετά τη Σταύρωση του Χριστού - θα γινόταν ο πρώτος ομολογητής της Θεότητας Αυτού; Αδύνατον! Όπως γνωρίζουμε, μετά τη θεία Σταύρωση, οι Απόστολοι και οι άλλοι μαθητές του Κυρίου για το φόβο των Ιουδαίων απομακρύνθηκαν από το Γολγοθά.

Ο Λογγίνος όμως έμεινε κοντά στον Εσταυρωμένο. Η ψυχή του είχε συγκινηθεί από την άδικη Σταύρωση του αθώου Ιησού. Η προσωπικότητα του Ναζωραίου τον είχε σαγηνεύσει. Κάτι του έλεγε μέσα του πως αυτός δεν ήταν ένας κοινός άνθρωπος.

Και όντως, έτσι ήταν! Τα θαυμαστά γεγονότα που επακολούθησαν τον συντάραξαν και του μετέβαλαν σιγά - σιγά, αλλά σταθερά, την εσωτερική του αυτή φωνή σε ακλόνητη πίστη.

Την έκτη ώρα απλώθηκε πυκνό σκοτάδι σ' όλη τη γη, που διήρκεσε τρεις ώρες (Ματθ. κζ' 45, Μάρκου ε' 33 και Λουκά κγ' 44).

Την ενάτη ώρα ο Χριστός παρέδωκε το πνεύμα Του, όχι σαν κοινός άνθρωπος. Παραδόξως, δεν περιήλθε σε κωματώδη κατάσταση, ενώ βρισκόταν επί έξι (6)ώρες στο Σταυρό, γεγονός ανθρωπίνως αδύνατο και παντελώς άγνωστο στην ιστορία των σταυρικών εκτελέσεων. Αλλά, πριν να παραδώσει το πνεύμα Του, με δυνατή φωνή αναβόησε το: «ηλί, ηλί, λιμά σαβαχθανί» δηλαδή «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με έγκατέλιπες» (Ματθ. κζ 46, Μάρκου ιε, 34).

Και ευθύς, μετά τον θάνατό Του, η γη σείσθηκε, βουνά και πέτρες εσχίσθηκαν και μνημεία ανοίχθηκαν, άγιοι δε αναστήθηκαν και εμφανίσθηκαν σε πολλούς, μέσα στην Ιερουσαλήμ, μετά την ανάσταση του Κυρίου (Ματθ. κζ' 51-53, Μάρκου ιε' 38 και Λουκά κγ' 45-46).

Ο Λογγίνος ως συνετός άνθρωπος καταλήφθηκε από ιερό φόβο. Όλα αυτά τα παράδοξα γεγονότα δεν τα έβλεπε τυχαία. Εξ άλλου, για πρώτη φορά συνέβαιναν στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Ήταν θαύματα του Θεού, τα οποία οπωσδήποτε έγιναν χάριν αυτού που σταυρώθηκε στον Γολγοθά. Αυτού, που, όπως θα μάθει μετά την Ανάστασή Του, από άπειρη ευσπλαχνία, κατέβηκε από τον ουρανό, Θεός όντας, στη γη και έγινε και τέλειος άνθρωπος για να μας λυτρώσει από την αμαρτία, με τη σταυρική Του θυσία.

Ο Εκατόνταρχος συναισθάνεται την Παντοδυναμία του Θεού να μαρτυρεί την οργή Του γι' αυτόν τον αθώο.


3. Ομολογεί ότι ο Ιησούς «αληθώς Θεού Υιός ήν».

Μετ' απ' όλα αυτά τα θαύματα, που είδε και άκουσε ο Λογγίνος, άλλο ένα θαύμα εξίσου μεγάλο και συγκλονιστικό άρχισε να συντελείται στην ψυχή του. Αυτό, βέβαια, δεν μπορούσε να το συλλάβει, γιατί ήταν έργο της Θείας Χάριτος. Μετά το ληστή, ο Εκατόνταρχος, βλέπει τα γενόμενα, τα κρίνει όσο μπορεί ψύχραιμα και οδηγείται στη μετάνοια, στην αληθινή πίστη.

Ο Λογγίνος ήταν καλοπροαίρετος και ειλικρινής άνθρωπος. Κάτω από το επιβλητικό παράστημά του και το αυστηρό ύφος του κρυβόταν αγαθή διάθεση. Αφού παρακολούθησε με ενδιαφέρον όλα τα θαυμάσια και είδε τον άδικο και παράδοξο θάνατο του Ιησού, αισθάνθηκε συμπάθεια και συγκίνηση, αλλά και θαυμασμό προς τον εσταυρωμένο.

Τώρα πια, δεν είχε καμιά αμφιβολία, ότι ο Ιησούς ήταν Υιός του Θεού. Αυτό το επίστευσε με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Εκεί, επάνω στο λόφο του Γολγοθά, εμπρός στον εσταυρωμένο Ιησού, ο Λογγίνος, κατεχόμενος από τη δύναμη της αληθείας που διέλαμψε μέσω των τόσων θαυμαστών γεγονότων, ανοίγει το στόμα του για να κάνει - αυτός πρώτος - τη μεγάλη ομολογία: «Αληθώς ο άνθρωπος ούτος, Υιός ήν Θεού» (Μάρκου ιε' 39, Λουκά κγ' 47 και Ματθ. κζ' 54). Είναι ο πρώτος Αξιωματικός, αλλά και ο πρώτος από τους επισήμους που ομολογεί τη Θεότητα του Χριστού ευθύς μετά την σταύρωσή Του.

Την ιδίαν ομολογίαν έκαναν και οι στρατιώτες, που φρουρούσαν τον Ιησού και ήταν υπό τις διαταγές του (Ματθ. κζ' 54).

Η ομολογία ήταν ενσυνείδητη, σαφής και σταθερή. Η ευστοχώτερη της ώρας εκείνης. Απαντητική φωνή προς την ταραγμένη και πενθούσα φύση, προς τους φοβισμένους και κατηφείς μαθητές του Θείου Διδασκάλου. Ομολογία συγκλονιστική, αξιωματούχου της Ρωμαϊκής Διοικήσεως στην Ιουδαία, της οποίας ο αντίλαλος θ΄ ακούγεται, όσο θα υπάρχει ζωή στον πλανήτη αυτό. Αναμφισβήτητα, υπήρξε πολύτιμη, γιατί από κάθε εχέφρονα εκτιμάται και σαν αποδεικτικό μέσο της Θεότητας του Ιησού Χριστού.

Έτσι, μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα της παρανομίας, της μοχθηρίας και της κακίας, των βλασφημιών και ύβρεων, βρέθηκε και ένα στόμα από το οποίο εξήλθε το άρωμα της ομολογίας και της δοξολογίας προς το Θεό, συνάμα δε και το μεγαλείο της ταπεινώσεως.

«Και φωνήσας φωνή μεγάλη ο Ιησούς είπε˙ πάτερ, εις χείρας σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου˙ και ταύτα ειπών, εξέπνευσεν˙ ιδών δε ο Εκατόνταρχος το γενόμενον εδόξασε τον Θεόν, λέγων, όντως ο άνθρωπος ούτος δίκαιος ήν» (Λουκά κγ' 46 - 47 και Μάρκου ιε' 39).

Και το στόμα αυτό δεν ήταν, ούτε των Γραμματέων, ούτε των Πρεσβυτέρων και Φαρισαίων, που και αυτοί είδαν και άκουσαν τα εξαιρετικά συμβάντα και ημπορούσαν να τα κατανοήσουν, αλλά του Εκατοντάρχου που υπηρετούσε υπό τις διαταγές του Πιλάτου.

Όμως, ο θεός, δεν τους αξίωσε. Γιατί ο Κύριος, ως παντογνώστης που είναι, δεν ημπορούσε να αξιώσει τέτοιας εξαιρετικής τιμής ανθρώπους, υποκριτές, συμφεροντολόγους, αδίκους, μοχθηρούς, φαντασμένους, υπερήφανους και αχάριστους. Με αυτή την τιμή αξίωσε τον Εκατόνταρχο, που είχε αγαθή ψυχή και διάθεση.

Ο Εκατόνταρχος Λογγίνος, αφού εγνώρισε την αλήθεια, με ενθουσιασμό, αλλά και απόλυτη πίστη στη Θεότητα του Χριστού, χωρίς κανένα φόβο και με ελευθέρα γλώσσα εμφανίσθηκε στο μέσο της συναγωγής των Ιουδαίων και επανέλαβε: «Αληθώς Θεού Υιός ήν ούτος». Ακολούθως, όταν ενταφίασαν το ζωοποιό και πανακήρατο σώμα του Κυρίου, ο Εκατόνταρχος διατάχθηκε από τον Πιλάτο να φυλάξει με την κουστωδία του τον τάφο, καίτοι είχε ευνοϊκή γνώμη για τον Χριστό και επίστευε, πως είναι Υιός Θεού. Προφανώς, στην ανάθεση και πάλι της φυλάξεως από τον Λογγίνο, οι Ιουδαίοι δεν αντέδρασαν, διότι, μετά τα τόσα θαυμαστά γεγονότα, κατά και μετά τη Σταύρωση του Κυρίου, οπωσδήποτε ευρίσκονταν υπό μεγάλη σύγχυση.

Έτσι, ο Εκατόνταρχος Λογγίνος, εκτελώντας τη διαταγή του προϊσταμένου του, βρέθηκε αυτόπτης μάρτυρας των όσων συνέβησαν κατά τη, με τρόπο θαυμαστό, αναγγελία της Αναστάσεως του Χριστού υπό του Γαβριήλ στις Μυροφόρες.

Συγκλονίστηκε μαζί με τους στρατιώτες του από το δυνατό σεισμό. Είδε το αστραπόμορφο άγγελο, ο οποίος εκύλησε το μέγα λίθο από τη θύρα του μνημείου και έζησε τα μετά το άγγελμα της Αναστάσεως του Χριστού θαυμάσια, μέσα σε αγωνία, φόβο, συγκίνηση αλλά και ανεκλάλητη χαρά. Η συγκίνησή του έγινε «πιστεύω». Η ξεχωριστή τιμή που του έκανε ο Κύριος να είναι «παρών» στο μνήμα Του, κατά τη διαπίστωση της Εγέρσεώς Του, εσφραγισμένου του Τάφου, από τους φρουρούς - Ρωμαίους στρατιώτες, Μαθητές Του και Μυροφόρες, έγινε «θρησκεία».

«Τώρα, ποιος μπορεί να μου κλονίσει το "πιστεύω" μου, έλεγε. Ιδού ο κενός Τάφος, τα εντάφια, το σουδάριο, ο αποκυλισθείς λίθος».

Οι Ευαγγελιστές δεν αναφέρουν πότε έγινε η Ανάσταση ακριβώς και αν είδε κανείς το Χριστό την ώρα της Αναστάσεώς Του. Ο Κύριος ηγέρθη του Τάφου, εσφραγισμένου - όντως - αυτού και φυλασσομένου από Ρωμαϊκή κουστωδία.


4. Συκοφαντείται η Ανάσταση, δωροδοκούνται φρουροί.

Μετά το θαυμαστό άνοιγμα του Τάφου και τη βεβαίωση των φρουρών, περί της Αναστάσεως του Κυρίου, έτρεξαν μερικοί από αυτούς και ανήγγειλαν τα γενόμενα στους Αρχιερείς.

Εκείνοι δε, επειδή εθεώρησαν μεγάλη ντροπή τους την Ανάσταση του Χριστού, έκαναν αμέσως με τους Πρεσβυτέρους συμβούλιο και για να σκεπάσουν το σφάλμα τους σκέφθηκαν την δωροδοκία.

Έδωκαν στου φρουρούς αρκετά χρήματα να συκοφαντήσουν την Ανάσταση και να διαδώσουν, ότι οι μαθητές του πήγαν κρυφά τη νύχτα, την ώρα που αυτοί εκοιμούντο, και έκλεψαν το σώμα του Χριστού (Ματθ. κη' 13).

Αυτά, λοιπόν, διεκήρυξαν οι στρατιώτες της κουστωδίας. Αλλά, πως ήταν δυνατό να είναι όλοι συγχρόνως κοιμώμενοι, όταν γνώριζαν ότι, μια τέτοια αμέλεια ο Ρωμαϊκός Νόμος την τιμωρούσε με θάνατο; Και, το σπουδαιότερο. Πως η σκηνή αυτή μαρτυρείται από ανθρώπους, οι οποίοι εκοιμούντο;

Ο πιστός Λογγίνος δεν έλαβε κανένα αργύριο, αλλ' ούτε και θέλησε να ενδώσει στις πιέσεις των Προεστώτων Ιουδαίων. Απεναντίας, με παρρησία ήλεγξε την συκοφαντία των Εβραίων και εκήρυξε ότι ο Χριστός είναι Θεός αληθινός και ηγέρθη εκ νεκρών. Ο Κύριος όμως, τον Οποίον ομολόγησε ως Θεόν, επεφύλαξε στον αγαθό Εκατόνταρχο και άλλη τιμή. Την τιμή του μαρτυρίου υπέρ αυτού.


5. Παραιτείται από το Ρωμαϊκό στρατό.

Αυτά, όταν τα έμαθαν ο Πιλάτος, οι Αρχιερείς και το Συνέδριο των Ιουδαίων, έστρεψαν κατά του Λογγίνου όλο το μίσος που είχαν κατά του Χριστού και ζητούσαν ευκαιρία να τον θανατώσουν. Ο Εκατόνταρχος, μόλις πληροφορήθηκε από ένα φίλο του το σχέδιο των Ιουδαίων και για να απαλλαγεί, όσο το δυνατόν ενωρίτερα απ' αυτούς, τους φθονερούς και θεοκτόνους, απορρίπτει τη ζώνη και τη χλαμύδα, περιφρονεί το αξίωμά του, απαρνείται τους συναδέλφους του, τους συνεργάτες του, τους συγγενείς και τους φίλους του και πηγαίνει στην πατρίδα του, την Καππαδοκία, μαζί με δύο στρατιώτες της συνοδείας του που επίστευσαν στον Χριστό.

Εκεί, λοιπόν, γίνεται - μετά των συντρόφων του - κήρυκας των παραδόξων και θαυμασίων του Χριστού και άλλος απόστολος. Κηρύττει δε, όσα έζησε κατά την Σταύρωση και Ανάσταση. Ομολογεί τον Χριστό Υιό του Θεού. Η ομολογία του διαδόθηκε σχεδόν σ' όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Χωρίς φόβο κηρύττει, ότι ο Εσταυρωμένος Ιησούς είναι Θεός αληθινός.

Αυτό, όταν το έμαθαν οι Χριστομάχοι Ιουδαίοι, όχι μόνο θορυβήθηκαν, αλλά και εξεμάνησαν εναντίον του. Μαζεύθηκαν και κατάφεραν τον Πιλάτο να γράψει κατηγορίες για τον Λογγίνο προς τον Καίσαρα της Ρώμης Τιβέριο.

Ο Πιλάτος ανέφερε, ότι ο Λογγίνος περιφρόνησε το αξίωμά του και την πίστη του και εκήρυττε έναν άνθρωπο Ιησού Χριστό για βασιλέα αιώνιο, παρέσυρε δε στη γνώμη αυτή τους περισσοτέρους από τους Καππαδόκες. Οι Ιουδαίοι, μαζί με την επιστολή προς τον Τιβέριο, έστειλαν και αργύρια για να τον πείσουν να καταδικάσει το Λογγίνο σε θάνατο.


6. Εκδίδεται διάταγμα καταδίκης του σε θάνατο.

Έτσι, αφού διέβαλαν τον Λογγίνο στη Ρωμαϊκή εξουσία, επέτυχαν την έκδοση αυτοκρατορικού διατάγματος, σύμφωνα με το οποίο ο Πιλάτος επροστάσσετο όπως φονεύσει αυτόν και τους δύο συντρόφους του.

Μόλις έλαβαν γνώση της αποφάσεως του Καίσαρα οι Ιουδαίοι, αμέσως, ως γύπες σαρκοβόροι εκινήθηκαν να τους θανατώσουν, αποστέλλοντας στην Καππαδοκία στρατιώτες προς το σκοπό αυτό.

Ο αγαθός Λογγίνος διέμενε έξω από την πόλη σ' ένα κτήμα που ήταν πατρικό του, ζώντας με τους δύο συντρόφους του μία ασκητική και ήρεμη ζωή Μπορεί δε, και να χαρακτηριστεί ως ιδρυτής του ατύπου κοινοβιακού χριστιανικού βίου.

Οι στρατιώτες, λοιπόν, που πήγαιναν να φονεύσουν το Λογγίνο, έφθασαν ένα βράδυ στο σπίτι του και μη γνωρίζοντες, ότι ήταν εκείνος που ζητούσαν, τον ρώτησαν μυστικά να τους υποδείξει τον τόπο που κατοικούσε ο πρώην Αξιωματικός του Ρωμαϊκού στρατού, Εκατόνταρχος Λογγίνος. Το είπαν αυτό, γιατί ήθελαν να υπάγουν αιφνιδίως να τον συλλάβουν. Επίστευαν, ότι αν το επληροφορείτο θα έφευγε και δε θα μπορούσαν να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους. Δεν ήταν ποτέ δυνατό να εννοήσουν οι άφρονες, ότι εκείνος δικαίως επιθυμούσε να θανατωθεί για την αγάπη του Χριστού, ο Οποίος τόσα φρικτά μαρτύρια υπέστη για τη δική μας σωτηρία, μιμούμενος το Πάθος Του.


7. Φιλοξενεί τους δημίους του.

Οι διώκτες του τον καταζητούν και μπαίνουν στο σπίτι του, αγνοώντας ποιος είναι ο οικοδεσπότης. Ο Λογγίνος εγνώρισε από πνεύμα Άγιο τι τον ήθελαν. Παρ' όλα αυτά τους είπε με φωνή ήρεμη και γεμάτη καλωσύνη.

«Μην ανησυχείτε, εγώ θα σας τον υποδείξω αυτόν που ζητείτε». Ανίκητη μυστική έλξη προς το μαρτύριο αποδεικνύεται, κυρίως, η αγάπη προς τον Κύριο. Ο Λογγίνος φλογερός εραστής του θείου Νυμφίου επιθυμεί να αποθάνει στην παλαίστρα, να ενωθεί με τον Χριστό. Νοσταλγεί την Άνω Ιερουσαλήμ και σπεύδει να Τον συναντήσει.

Επειδή εγνώριζε προ του μαρτυρίου, πόση ευχαρίστηση επρόκειτο να απολαύσει μετά τον θάνατό του, σκεπτόμενος έλεγε προς τον εαυτό του: «Ως ωραίοι οι πόδες των ευαγγελιζομένων ειρήνην, των ευαγγελιζομένων τα αγαθά» (Ρωμ. Ι' 15, Ησαΐου νβ' 7).

«Τώρα , αξιώνομαι να ίδω τους ουρανούς ανοιγμένους, να ιστορήσω τη δόξα του μονογενούς Υιού του Πατρός, να θωρήσω την ανέκφραστη αστραπή του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Τώρα, θα είπω, Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξαι το πνεύμα μου, όπως ο πρώτος των Μαρτύρων, Στέφανος. Τώρα, απέρχομαι στην ανωτάτη χρυσόπυργο Ιερουσαλήμ, όπου είναι η πατρίδα των αγγέλων και η μητρόπολη όλου του χορού των αγίων...Τώρα, γυμνώνομαι από τον πήλινο χιτώνα, ελευθερώνομαι από τους πολυστενάκτους δεσμούς της σάρκας και απαλλάσσομαι από τη φθορά. Ενδύομαι με τη μεγάλη χαρά, την αφθαρσία και πηγαίνω προς το λιμένα εκείνον της ζωής, όπου κατοικούν οι άγιοι. Ευφραίνου, λοιπόν, ψυχή μου, γιατί πηγαίνεις προς τον Σωτήρα και Ποιητή σου. Δείξε, ώ Λογγίνε, ευχάριστο και γελαστό πρόσωπο, γι' αυτή σου την κλήση».

Με αυτές τις σκέψεις που έκαμε, επήρε ο μακάριος τους δημίους στο σπίτι του. Μάλιστα, έδωκε εντολή στους οικείους του: «Πολυτελή παραθήσωμεν τράπεζαν, τοις επί το δείπνον ημών καλούσι το βασιλικόν». Οποία θεία φιλοσοφία κρύβεται στους λόγους του μελλοθανάτου. Οι δήμιοι φονεύοντας το Μάρτυρα προσκαλούν στο βασιλικό Δείπνο του Ουρανού. Ο Μάρτυς Λογγίνος οραματίζεται το Ουράνιο Δείπνο, θεωρεί ευεργέτες τους δημίους και παρακάθεται στο ίδιο τραπέζι με αυτούς. Αφού τους εφιλοξένησε πλουσιώτατα, τους ερώτησε για ποια αιτία ζητούσαν το Λογγίνο.

Εκείνοι ανύποπτοι, αφού τον όρκισαν να μην ανακοινώσει σε κανένα την υπόθεση, του ανέφεραν ότι ο Τιβέριος έγραψε στον Πιλάτο μα θανατώσει τον πρώην Εκατόνταρχο και τους δύο στρατιώτες που τον ακολούθησαν.

Τότε, ο Λογγίνος, ερώτησε να μάθει τα ονόματα των στρατιωτών και αφού βεβαιώθηκε ότι πρόκειται περί των συντρόφων του, τους είπε: «Αναπαυθείτε δύο μέρες στο σπίτι μου, γιατί αυτοί οι τρεις έρχονται εδώ μεθαύριο και θα σας τους παραδώσω, χωρίς να πάτε εσείς να τους αναζητήσετε».

Αυτό το είπε, γιατί οι άλλοι δύο έλειπαν σε κάποια υπηρεσία.

Έχοντας πόθο να μαρτυρήσουν και οι τρεις μαζί, τους ειδοποίησε να επιστρέψουν αμέσως. Εν τω μεταξύ ο Λογγίνος περιποιήθηκε τους δημίους του πλουσιοπάροχα, σαν τέλειος μαθητής του Δεσπότου Χριστού. Το επικείμενο μαρτύριο, καθόλου δεν τον εμπόδισε στη φιλοξενία των ανθρώπων που μετ' ολίγον θα τον αποκεφάλιζαν.

Απεναντίας έχαιρε και περίμενε πότε να επιστρέψουν οι αδελφοί-στρατιώτες του.


8. Αποκαλύπτεται στους δημίους του.

Όταν άκουσε πως έρχονταν και οι άλλοι δύο, τότε είπε προς τους δημίους του ο Λογγίνος:

«Αγαπητοί μου φίλοι, ήλθε η ώρα να σας ανακοινώσω το μυστικό, που σας έκρυβα μέχρι τώρα. Εγώ είμαι ο Εκατόνταρχος Λογγίνος, τον οποίον εσείς ζητείτε».

Εκείνοι, μόλις άκουσαν την πληροφορία - απο0κάλυψη, εξεπλάγησαν. Επειδή τον έβλεπαν με πρόσωπο χαρωπό στην αρχή δεν τον επίστευσαν. Όταν όμως, βεβαιώθηκαν ότι αυτός ήταν ο καταζητούμενος, επόνεσε η ψυχή τους και βαρειά αναστέναξαν. Τους έτυπτε η συνείδησή τους, γιατί ήταν υποχρεωμένοι να του ανταποδώσουν τέτοιο κακό, παρ' ότι τους εφιλοξένησε με τόση καλωσύνη και αγάπη, γνωρίζοντας ότι ήταν οι δήμιοί του. Του έλεγαν δε, με πόνο και θλίψη: «Γιατί, φίλε Λογγίνε, έκαμες τέτοιο εγχείρημα να υποδεχθείς τους δημίους σου στο σπίτι σου και η φιλοξενία τους να γίνει για σένα θάνατος; Τι σε έκανε να φιλοξενήσεις τόσο πλούσια τους σφαγείς σου, επί τρεις ημέρες;

Πήγαινε εις ειρήνην, ώ άνθρωπε, ας είναι η ζωή σου χάρισμα για το μισθό της φιλοξενίας σου. Φοβούμεθα να βάλουμε το μαχαίρι στο λαιμό σου. Ευλαβούμεθα το αλάτι και τα φιλεύματα που φάγαμε στο σπίτι σου. Φοβούμεθα ακόμα το Θεό, ου είναι ο έφορος της φιλοξενίας. Πώς να σηκώσουμε τα χέρια μας επάνω σου; Δειλιάζουν, όχι μόνο τα χέρια μας, αλλά και τα πόδια μας και όλο το σώμα. Πώς να κάνουμε τέτοιο κακό; Δεν μπορούμε να γίνουμε φονευτές του ευεργέτου και ξενοδόχου μας. Καλλίτερα να κινδυνεύσουμε από τον Πιλάτο, παρά να μολύνουμε τη συνείδησή μας και να διαπράξουμε ένα τέτοιο ανοσιούργημα».

Αυτά έλεγαν οι δήμιοι, στρατιώτες του Πιλάτου, διότι συμπονούσαν τον Άγιο. Αλλ' εκείνος }πρόθυμος και εύψυχος αθλητής» δεν παραιτείται του αγώνα υπέρ του ονόματος του Κυρίου και προς αυτούς «ευθαρσώς αποκρίνεται».

«Γιατί φθονείτε τα αγαθά, που μου δίνετε παρά τη θέλησή σας; Γιατί οδύρεσθε για τον θάνατό μου, που είναι η απαρχή της ζωής μου και βασιλεία αιώνιος; Μη λυπείσθε, φίλοι μου, αλλά παρηγορηθείτε, διότι τούτο το τέλος μου προξενεί αιώνιο αγαλλίαση, αφού με αξιώνει να συνευφραίνομαι πάντοτε στον Παράδεισο με το Δεσπότη μου Χριστό. Αυτός είναι Θεός αληθέστατος, όπως - όλα τα κτίσματά του κατά την ώρα του εκουσίου πάθους του - ομολόγησαν. Ο ουρανός εμαύρισε. Ο ήλιος εσκοτίσθη. Η γη εταλαντεύθη. Οι πέτρες εσχίσθηκαν. Και εγώ να γίνω αναισθητότερος από τα λιθάρια και τα άλλα κτίσματα; Να μη γνωρίσω τον κτίστη μου; Μη θελήσετε να με δείτε προδότην της ζωής κι' αποστερημένον της θείας χάριτος. Φοβούμαι, ότι θα εύρω κατήγορον την κτίσιν αν δείξω τέτοια απιστία. Δεν πρόκειται να αρνηθώ Εκείνον, τον οποίον άπαξ ωμολόγησα. Μη θελήσετε να ζημιωθώ την δόξαν εκείνην. Μη γένοιτο». Αυτά και έτερα, έλεγε ο Άγιος, για να πείσει τους απεσταλμένους να εκτελέσουν τη διαταγή που πήραν από τον Πιλάτο. Εν τω μεταξύ έφθασαν και οι δύο σύντροφοι του Λογγίνου. Μόλις τους αντίκρυσε, χάρηκε πάρα πολύ και αφού τους αγκάλιασε και τους κατεφίλησε αδελφικά, τους είπε: «Χαίρετε, ώ συστρατιώτες του Χριστού, νικητές των θείων αγώνων και κληρονόμοι της βασιλείας των ουρανών. Χαίρετε, γιατί άνοιξε για μας η πύλη του Ουρανού και άγγελοι του Θεού μέλλουν να παραλάβουν τις ψυχές μας και να τις προσφέρουν στο μονογενή Υιό του Θεού. Ιδού, βλέπω τις λαμπάδες και κατοπτεύω τα στεφάνια και τα βραβεία στοχάζομαι, με τα οποία θα σταθούμε προ του βήματος του Νυμφίου, αγαλλόμενοι».

Το θαύμα οφείλεται στην πίστη την «δι' αγάπης ενεργουμένην» (Γαλάτ. ε' 6). Ο Άγιος Μάρτυς Λογγίνος ντύνεται «στολήν καθαράν...ως επί γάμον και νυμφώνα καλούμενος», ευφραίνεται, μελετά τη θυσία του μαρτυρίου και βαδίζει χαίροντας προς τον Κύριο και Δεσπότη.

Μία μόνο επιθυμία είχε. Το σώμα του ήθελε να ενταφιασθεί σ' ένα λόφο, τον οποίον και υπέδειξε στους «φίλους» του δημίους.


9. Η αποκεφάλιση του Εκατοντάρχου και των δύο στρατιωτών του.

Ο άγιος Λογγίνος εραστής του Εσταυρωμένου, έχοντας το πλήρωμα της αγάπης προς το Χριστό και τους δημίους, πείθει τους φιλοξενηθέντες στρατιώτες - δημίους, κάμπτει το γόνατο, αποκεφαλίζεται και εγγράφεται στους χορούς των Αποστόλων και Μαρτύρων. Ακολούθως και οι σύντροφοί του πανευτυχείς, λαμπροστολισμένοι, έσκυψαν τις τίμιες κεφαλές τους και οι απεσταλμένοι τις απέκοψαν, εκτελώντας το αυτοκρατορικό πρόσταγμα. Έτσι, προστέθηκαν και αυτοί οι δύο στους πρώτους υπέρ του Χριστού ενδόξους Μάρτυρες.

Η αποκεφάλισή τους έλαβε χώραν την 16ην Οκτωβρίου. Οι μακάριες ψυχές των τριών «Αθλητών» της πίστεώς μας ανέβηκαν παρευθύς στα ουράνια, για να συναντήσουν τον νικητή του θανάτου, τον Ιησού Χριστό, ο Οποίος υπέρ της σωτηρίας αυτών και όλου του κόσμου απέθανε.

Όντως, στο Λογγίνο και στους δύο στρατιώτες του «εχαρίσθη το υπέρ Χριστού, ου μόνο εις αυτόν πιστεύειν, αλλά και υπέρ αυτού πάσχειν» (Φιλιπ. α' 29).

Είναι γεγονός, ότι η πίστη και ο μαρτυρικός θάνατος του Εκατοντάρχου, ο οποίος θανατώθηκε γιατί εκήρυττε την Ανάσταση του Κυρίου, ως και το μαρτύριο των δύο στρατιωτών του, για τον ίδιο λόγο αποτελούν, θα λέγαμε, αμάχητη απόδειξη της Αναστάσεως του Κυρίου εκ νεκρών.

Οι δήμιοι, μετά την αποκεφάλιση, πήραν την κεφαλή του Μάρτυρα Λογγίνου και την έφεραν στον Πιλάτο για να βεβαιωθεί πως τον θανάτωσαν και να ευφρανθούν και οι Ιουδαίοι βλέποντας αυτή.

Οι Ιουδαίοι, όταν είδαν την κεφαλή του Εκατοντάρχου Λογγίνου, χάρηκαν και έδωκαν στους δημίους - στρατιώτες πολλά αργύρια. Ο Πιλάτος, για να ικανοποιήσει πιο πολύ τους μοχθηρούς Ιουδαίους, διέταξε και πέταξαν την τίμια κεφαλή του Μάρτυρα περιφρονητικά, έξω από την Πόλη.

Αλλά ο Κύριος, για τον Οποίον κόπηκε η τιμία αυτή κεφαλή, δεν την άφησε να μείνει καταφρονημένη εκεί στις ακαθαρσίες που την έρριψαν. Την εφύλαξε αοράτως και δεν έπαθε καμία αλλοίωση, παρ' ότι έμεινε αρκετό χρονικό διάστημα μέσα σε βρώμικο τόπο.

Όχι μόνο το σημείο τούτο ετέλεσε, αλλά και άλλο πιο θαυμαστό.


10. Χήρα ανευρίσκει την τιμία κεφαλή του Μάρτυρα, μετά από όνειρο

Μία γυναίκα χήρα ήταν τυφλή και είχε μικρή παρηγορία στη χηρεία της και την τυφλότητά της ένα γυιό μονάκριβο. Αυτή, λοιπόν, είχε στο Θεό μεγάλη πίστη και ευλάβεια. Γι' αυτό, μίαν ημέρα πήρε το ραβδί της και με οδηγό το γιο της έφυγε για τα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσει τον Πανάγιο Τάφο. Ήλπιζε, ότι ο Δεσπότης Χριστός, ως παντοδύναμος που είναι, θα την ελυπείτο και θα της έδινε το φως της.

Όταν έφθασε στους Αγίους Τόπους, επήρε χώμα και με ευλάβεια το έβαλε επάνω στα μάτια της. Δυστυχώς όμως, δεν αποκαταστάθηκε η όρασή της . Κοντά σ' αυτή τη στενοχώρια, τη βρίσκει κι' άλλη μεγαλύτερη συμφορά. Απρόοπτα, αρρώστησε ο γιος της, τον οποίο είχε - αντί των ματιών της - οδηγό και βοήθεια και απέθανε. Έκλαιε η ταλαίπωρη και οδυρόταν για τις συμφορές που την είχαν εύρει και έλεγε:

«Διατί, Κύριέ μου, με εγκατέλειπες τελείως την ταλαίπωρη; Εβαρύνθη εις εμέ η αγία σου χειρ και έκαμεν εις όλους παραβολήν και αισχύνονται εις εμέ οι δούλοι σου; Τάχα, εγώ μόνο αμάρτησα και δια τούτο μόνη κολάζομαι και με εστέρησες του μονογενούς μου υιού, το οποίον είχα αντί του φωτός των οφθαλμών μου; Ποία ελπίς σωτηρίας και παραμυθίας μου έμεινεν; Ώ γλυκύτατον τέκνον μου. παρηγορία του πάθους μου, τι να γίνω η ταλαίπωρος; Πώς να κυβερνηθώ χωρίς εσέ;».

Αυτά και άλλα παρόμοια μοιρολόγια, κατά τη συνήθεια των γυναικών, έλεγε η δυστυχής εκείνη γυναίκα. Καθώς ήταν κουρασμένη, από τον πόνο και τα δάκρυα, την πήρε ο ύπνος. Και, ώ του θαύματος! Βλέπει στο όνειρό της τον Άγιο Λογγίνο, ο οποίος, όχι μόνο της έδωκε κουράγιο, αλλά της υποσχέθηκε ότι θα γίνει καλά:

«Εγώ είμαι ο Λογγίνος ο Εκατόνταρχος, ο οποίος, όταν οι Εβραίοι σταύρωσαν το Χριστό και Σωτήρα μας, ομολόγησα ότι είναι Θεού Υιός και ο Πιλάτος, κατά διαταγήν του Τιβερίου, έστειλε στρατιώτες και με αποκεφάλισαν στην πατρίδα μου, την Καππαδοκία. Για να πεισθούν δε οι αιμοχαρείς Εβραίοι έφεραν την κεφαλήν μου εδώ και την έρριψαν εις την κοπριάν έξω της πόλεως. Ύπαγε, λοιπόν, εις τον τόπον αυτόν σκάλισε βαθέως εις την κοπριάν και θέλεις εύρεις την κεφαλήν μου. Έγγισον αυτήν εις τους οφθαλμούς σου και θα αναβλέψης. Τότε, θα σου δείξω και τον υιόν σου εις πόσην δόξαν ευρίσκεται και θα παρηγορηθής δια τα παθήματά σου».

Μόλις εξύπνησε η τυφλή επήγε στο τόπο που της είπε ο Άγιος, με κόπο πολύ, βοηθουμένη από άλλον, άρχισε δε με προθυμία να σκαλίζει την κοπριά με τα χέρια της. Και, ώ του θαύματος! Καθώς ερευνούσε βρήκε την τιμία κεφαλή του Αγίου Λογγίνου.


11. Η τιμία κεφαλή του Αγίου θαυματουργεί.

Η χαρά της τυφλής ήταν πολύ μεγάλη. Κατασυγκινημένη ακούμπησε την τιμία κεφαλή, όπως της είπε ο Άγιος στον ύπνο της, στα μάτια της και αμέσως ανέβλεψε. Ο ατίμητος αυτός θησαυρός έλαμπε σαν αστέρι υπέρλαμπρο. Ασπαζόταν, λοιπόν, και κατεφίλει - με θερμότατα δάκρυα - την τιμία κεφαλή του Μάρτυρα Λογγίνου. Δοξολογούσε το Θεό, διότι της έδωκε το φως της και ευχαριστούσε τον Άγιο για τη βοήθειά του. Έπειτα, αφού εκαθάρισε με επιμέλεια την τιμία κεφαλή του Αγίου, την άλειψε με μύρα και επέστρεψε στο σπίτι της, έχοντας προστασία, συντροφιά και ευλογία ένα τέτοιο πολύτιμο μαργαρίτη.

Κατά την επομένη νύχτα φάνηκε πάλι στον ύπνο της ο Μάρτυρας, κρατώντας το γιό της στην αγκαλιά του, σαν παιδί του. Ήταν δε ο γιός της ντυμένος με πλούσια ενδύματα γάμου και χαρούμενος. Τότε, της είπε ο Άγιος. «Ιδέ τον υιόν σου, δια τον οποίον εθρήνεις, πόσην απόλαυσιν εύρε, μη λυπήσαι λοιπόν, αλλά χαίρε, ότι ο Θεός τον αξίωσε της Βασιλείας Του και μου τον έδωκε συνοδείαν, να μη αποχωρισθή ποτέ από εμέ. Λάβε, λοιπόν, την κεφαλήν μου και το λείψανον του υιού σου και θάψον εις ένα τάφον αμφότερα, ευχαρίστει δε τον Κύριον, όστις τον ανέπαυσεν εις τόσην δόξαν και ευφροσύνην αιώνιον».

Αυτά, μόλις άκουσε η γυναίκα, έβαλε σε θήκη την κεφαλή του Μάρτυρα και το λείψανο του γιού της και τα μετέφερε στην πατρίδα του αγίου, την Καππαδοκία, στην κωμόπολη Σανδιάλη. Παραδόξως και αυτή έπαθε το ίδιο, που έπαθε και ο Σαούλ. Διότι , καθώς εκείνος ζητούσε τους όνους του πατέρα του και βρήκε - παρ' ελπίδα - βασιλεία, έτσι κι΄ αυτή, καθώς ζητούσε να απολάβει το φως των ματιών της και αυτό έλαβε και θερμόν προστάτην τον Άγιον Λογγίνο βρήκε.

Μετά ταύτα, έκτισε Εκκλησία προς τιμή του Αγίου και αποθησαύρισε σε αυτή την ιερά κεφαλή του Μάρτυρα. Έτσι, απόκτησε για τον εαυτό της, αλλά και για όλους τους συμπατριώτες της Χριστιανούς πηγή ιαμάτων. Στις ευχαριστίες που ανέπεμπε προς τον Θεό, έλεγε:

«Τώρα εγνώρισα πόσων αγαθών αξιούνται όσοι αγαπώσι τον Κύριον»! Οφθαλμούς εζήτουν σώματος, εγώ δε και τους του πνεύματος έλαβον, ελυπούμην δια την ζημίαν του τέκνου μου και είδα αυτό εις δόξαν μεγάλην, συγκληρονόμον των Αγίων, πλησίον Θεού παριστάμενον, συναυλιζόμενον μετά των Προφητών και των Μαρτύρων και μετά του Εκατοντάρχου Λογγίνου, ενδεδυμένους λαμπρότατα και ψάλλοντας ομού ωδήν επινίκιον, λέγοντες την ιεράν εκείνην φωνήν. «Αληθώς Θεού Υιός ήν ούτος (Ματθ. κζ' 54) και έστι και έσται η Βασιλεία Αυτού αιώνιος και η δεσποτεία Αυτού ατελεύτητος. Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν».


12. Παρεκκλήσιο του Αγίου στο Ναό της Αναστάσεως.

Εντός του πανθαυμάστου κτιριακού συγκροτήματος του Πανιέρου Ναού της Αναστάσεως, όπου ο Ιερός Γολγοθάς και ο ζωηφόρος Πανάγιος Τάφος, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων ανήγειρε προς τιμήν του αγίου Λογγίνου, ακριβώς όπισθεν του Ιερού του ναού των Ορθοδόξων, παρεκκλήσιο.

Το παρεκκλήσιο ανήκει στους Ορθοδόξους και μέσα σ' αυτό φυλάσσεται μέρος από τα κομμάτια του Γολγοθά, που κόπηκαν για την ανοικοδόμηση του Ναού της Αναστάσεως το έτος 1810 μ.Χ.

Κατά μία πληροφορία, στην τοποθεσία όπου βρίσκεται το παρεκκλήσιο, ενταφιάσθηκε η τιμία κάρα του Αγίου, ενώ κατ' άλλους, είναι η θέση στην οποία βρισκόταν ο Άγιος, όταν θαυματουργικά πετάχθηκε στον «πάσχοντα οφθαλμό του» σταγόνα αίματος - κατά τη Σταύρωση του Κυρίου - και τον εθεράπευσε (κατά τον αείμνηστο ιεροκήρυκα Δημ. Παναγόπουλον).

Οι προσκυνητές του Πανιέρου Ναού της Αναστάσεως δε χάνουν και την ευκαιρία να προσέλθουν και στο παρεκκλήσιο του Αγίου Λογγίνου. Θα σταθούν με ευλάβεια και ταπείνωση και θα ζητήσουν στη δέησή τους να αποκτήσουν και αυτοί, αν όχι το θριαμβευτικό μαρτύριό του, τουλάχιστον τα χάρισμα της καλής ομολογίας.


13. Ανέγερση ναϋδρίου επ' ονόματι του Αγίου.

Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε ότι, με ιδιαιτέρα χαρά - ο ευσεβής Ελληνικός λαός - πληροφορήθηκε από το περιοδικό «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΠΙΘΑ» (φύλλο 462/1988) την απόφαση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου να ανεγείρει ναΰδριο προς τιμήν του Αγίου Λογγίνου, του Εκατοντάρχου, στο χωριό Πύργοι - Εορδαίας, το οποίο κατά την εποχή της κατοχής είχε 318 νεκρούς - μάρτυρες, σφαγιασθέντες από τις χιτλερικές ορδές. Το ναΰδριο αυτό θα είναι μοναδικό στην Ελλάδα επ' ονόματι του γενναίου τούτου Ομολογητού της πίστεώς μας και των συμμαρτυρησάντων δύο στρατιωτών του.

Επίσης, πρέπει να γνωρίσουμε προς τους ευσεβείς αναγνώστες, ιδία δε προς τους φιλακολούθους, ότι ο Οσιολογιώτατος π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, Υμνογράφος της Εκκλησίας μας το έτος 1987 συνέταξε στο Άγιον Όρος, εις τον γενναίον τούτον Ομολογητήν και Μάρτυρα Ασματική Ακολουθία μετά Παρακλητικού Κανόνος.

Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"-  ο Οσιος Φιλόθεος της Πάρου  πηγή

8 Οκτωβρίου 2020

Όσία Πελαγία η εταίρα και Αγία Ταϊσία η πρότερον πόρνη



Η αγία Πελαγία έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Νουμεριανού, τον γ΄ αιώνα στην Αντιόχεια. Ήταν πόρνη στο επάγγελμα, πολύ πλούσια και ξακουστή για την ομορφιά της. Πολλοί ξόδευαν τις περιουσίες τους για την ομορφιά της Πελαγίας.

Την εποχή εκείνη συγκάλεσε κάποιο Συνέδριο ο πρόεδρος της Αντιόχειας και κάλεσε Αρχιερείς για την επίλυση κάποιας υπόθεσης που είχε προκύψει. Μεταξύ των Αρχιερέων ήταν και ο Άγιος Νόνος, την μνήμη του οποίου εορτάζουμε στις 10 Νοεμβρίου, ξακουστός για την σοφία και την αγιότητα του βίου του. Οι Ορθόδοξοι κάτοικοι της Αντιόχειας παρακάλεσαν τον άγιο Νόνο να μιλήσει για την ωφέλεια της ψυχής τους και αυτός έκανε την ομιλία του έξω από τον Ναό του Άγίου Ιουλιανού.

Την ώρα που μιλούσε ο άγιος πέρασε από εκεί η Πελαγία στολισμένη με κοσμήματα και.. αρώματα, ακολουθούμενη από πλήθος υπηρετών.

Ενώ όλοι απέστρεψαν τα μάτια τους από την εταίρα, ο άγιος Νόνος άρχισε να κλαίει και χρησιμοποίησε το γεγονός για να διδάξει τους Χριστιανούς λέγοντας τους ότι ενώ μία πόρνη στολίζεται με τόση επισημότητα για να ελκύσει τους άνδρες, εμείς οι Χριστιανοί αμελούμε να στολίσουμε την ψυχή μας με αρετές ώστε να ελκύσουμε τον Χριστό μέσα στην καρδιά μας.

Όταν τελείωσε την ομιλία του ο άγιος Νόνος αποσύρθηκε στο κελί του και η σκέψη του αντί να κατακρίνει την πόρνη που συνάντησε ( και εδώ φαίνεται η διαφορά των αγίων από εμάς ) άρχισε να προσεύχεται στο Θεό και να κατηγορεί τον εαυτό του γιατί σκεπτόταν ότι η περιποίηση της πόρνης εκείνης δεν μπορεί να συγκριθεί με τις δικές του προσπάθειες για να στολίσει με αρετές την ψυχή του ώστε να κατοικήσει μέσα της το Άγιο Πνεύμα. ( Το ύψος της ταπείνωσης του αγίου Νόνου δεν τον αφήνει να κατηγορήσει και να ασχοληθεί με την ζωή κανενός άλλου ανθρώπου, όσο αμαρτωλός και αν είναι αυτός, αλλά κατηγορεί τον εαυτό του και κοιτάει την δική του πνευματική κατάσταση ).

Όταν έπεσε ο άγιος να κοιμηθεί, είδε ένα όνειρο σταλμένο από τον Θεό. Είδε ένα περιστέρι βρώμικο και λερωμένο να πετάει γύρω του την ώρα που λειτουργούσε . Κατά την ώρα της θείας Μυσταγωγίας, βγήκε το περιστέρι και καθόταν στον Νάρθηκα . Όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία και βγήκε ο άγιος Νόνος από το Ιερό, ξαναβλέπει να πετάει γύρω του το λερωμένο περιστέρι. Με μία κίνηση του χεριού του το πιάνει και το πλένει μέσα στην κολυμβήθρα και καθαρό το περιστέρι πέταξε ψηλά στον ουρανό. Όταν ο άγιος ξύπνησε κατάλαβε ότι κάτι σημαντικό θα συνέβαινε.

Την επόμενη ημέρα, κατά την ώρα της Λειτουργίας, έδωσαν στον άγιο Νόνο το άγιο Ευαγγέλιο για να κάνει κήρυγμα και να διδάξει τον λαό του Θεού. Ανάμεσα στο εκκλησίασμα βρίσκονταν και η Πελαγία. Όταν η αγία Πελαγία άκουσε το κήρυγμα ήρθε σε μετάνοια, άρχισε να κλαίει και αισθάνθηκε την ανάγκη να εγκαταλείψει την ζωή που έκανε. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας έστειλε κρυφά ανθρώπους να ακολουθήσουν τον άγιο Νόνο για να μάθουν που μένει. Κατόπιν του έστειλε ένα γράμμα και τον παρακαλούσε να την δεχθεί για να εξομολογηθεί. Ο άγιος Νόνος την κάλεσε τότε να έρθει στην Εκκλησία. Εκείνη τρέχοντας πήγε, έπεσε στα πόδια του και κλαίγοντας μπροστά σε όλους τον παρακάλεσε να την βαπτίσει και να την βοηθήσει να μετανοήσει και ν’ αλλάξει ζωή. Τότε ο άγιος Αρχιερέας βλέποντας την αληθινή της μετάνοια, την βάπτισε στο όνομα της Αγίας Τριάδος, έχοντας ως ανάδοχο μία μοναχή με το όνομα Ρωμάνα και την κοινώνησε από τα άχραντα μυστήρια. Μετά από την βάπτιση της όμως ο διάβολος δεν την άφησε ήσυχη. Προσπαθούσε να της θυμίζει την προηγούμενη ζωή της και να την παροτρύνει να επιστρέψει σ’ αυτήν. Η Πελαγία με το σημείο του Σταυρού , την προσευχή και τις συμβουλές της Ρωμάνας πολεμούσε τους πειρασμούς και αγωνιζόταν.

Μερικές ημέρες μετά τη Βάπτισή της παρέδωσε όλη την περιουσία της στον άγιο Νόνο για να μοιραστεί στους πτωχούς και ελευθέρωσε τους δούλους της. Κατόπιν αφού έβγαλε τα πολυτελή ρούχα της, ντύθηκε με κουρέλια και κρυφά απ’ όλους έφυγε για τα Ιεροσόλυμα.

Στα Ιεροσόλυμα, παριστάνοντας ότι είναι άνδρας και ονομάζεται Πελάγιος, έμεινε κλεισμένη για τρία χρόνια σ’ ένα κελί στο όρος των Ελαιών και όλοι θαύμαζαν την ασκητική της ζωή.

Όταν πέθανε, οι μοναχοί πήγαν να ετοιμάσουν το σώμα για τον ενταφιασμό και τότε ανακάλυψαν ότι είναι γυναίκα και δόξασαν τον Κύριο για την Χάρη και την δύναμη που δίνει σε αυτούς που μετανοούν και αγωνίζονται για την σωτηρία της ψυχής τους.


Παρόμοιος με τον βίο της αγίας Πελαγίας είναι και ο βίος της αγίας Ταϊσίας .

Την Ταϊσία από δεκαεπτά χρονών η ίδια της η μητέρα την έβαλε να εργάζεται σ’ ένα οίκο ανοχής. Ήταν τόσο όμορφη ώστε διαδόθηκε παντού η ομορφιά της και πλήθος ανδρών έρχονταν για να την συναντήσουν.

΄Όταν διηγήθηκαν στον Αββά ( γέροντα ) Σεραπίωνα για την Ταϊσία, αυτός άρχισε να προσεύχεται για την σωτηρία της ψυχής της και αποφάσισε να την βοηθήσει να αλλάξει τρόπο ζωής και να σωθεί. Έβγαλε τα μοναχικά του ενδύματα, ντύθηκε σαν στρατιώτης και ξεκίνησε να την συναντήσει. Όταν έφτασε στο τόπο όπου κατοικούσε η Ταϊσία, παρουσιάστηκε ως πελάτης και την πλήρωσε για να περάσουν μαζί την νύχτα. Στο δωμάτιο όπου μπήκαν ο γέροντας της έδειξε το μοναχικό σχήμα που φορούσε κάτω από τα ρούχα του, της αποκάλυψε την ταυτότητα του και άρχισε να συνομιλεί μαζί της για την αθανασία και την αξία της ψυχής και για την μέλλουσα ζωή. Η αγία ήρθε σε μετάνοια και ρώτησε τον γέροντα αν ο Θεός μπορεί να την συγχωρήσει με τόσες αμαρτίες τις οποίες είχε διαπράξει. Ο γέροντας της μίλησε για την αγάπη και την ευσπλαχνία του Θεού, αλλά και για την χαρά που γίνεται στον ουρανό για κάθε αμαρτωλό που μετανοεί. Τότε η Ταϊσία ζήτησε από τον Αββά Σεραπίωνα τρεις ώρες διορία και κατόπιν θα τον ακολουθούσε. Μάζεψε όλη την περιουσία που είχε αποκτήσει από την πορνεία και την έκαψε στη μέση της πόλεως. Κατόπιν πήγε να συναντήσει τον γέροντα. Εκείνος την οδήγησε σε μοναστήρι όπου κλείστηκε μέσα σε ένα κελί, έτρωγε ελάχιστο ψωμί και έπινε ελάχιστο νερό κάθε δύο ημέρες και προσευχόταν λέγοντας συνέχεια την φράση: « Κύριε ο Θεός μου, ο πλάσας με, ελέησον με κατά το μέγα σου έλεος ».

Μετά από τρία χρόνια ο αββάς Σεραπίωνας πήγε στον Μέγα Αντώνιο για να τον ρωτήσει εάν ο Θεός έκανε δεκτή την μετάνοια της Ταϊσιάς. Διηγήθηκε στον Άγιο Αντώνιο όλη την ιστορία της και ο Αντώνιος κάλεσε τους μοναχούς που είχε κοντά του να κλειστούν στα κελιά τους και να κάνουν προσευχή για να τους πληροφορήσει ο Κύριος σχετικά με την Ταϊσία.

Τότε στον Παύλο, το μεγαλύτερο των μαθητών του αγίου Αντωνίου, φανερώθηκε οπτασία στην οποία είδε στον ουρανό στρωμένο κρεβάτι λαμπρό , επάνω ένα αμάραντο στέφανο και τρεις παρθένους με λαμπάδες γύρω από το κρεβάτι και συλλογίστηκε ότι για τον άγιο Αντώνιο ετοιμάζεται αυτή η δόξα. Τότε άκουσε φωνή η οποία του έλεγε ότι όχι για τον Αντώνιο αλλά για την μακαρία Ταϊσια ετοιμάστηκε η δόξα αυτή. Με αυτό τον τρόπο πληροφορήθηκαν ότι έγινε δεκτή η μετάνοια της πρώην πόρνης από τον Θεό. Ο Σεραπίων επέστρεψε στο μοναστήρι όπου βρίσκονταν η αγία και την κάλεσε να βγει από το κελί όπου ήταν κλεισμένη γιατί ο Θεός έκανε δεκτή την μετάνοια της. Δεκαπέντε ημέρες έζησε η αγία Ταϊσία μετά την έξοδο από το κελί της και η ψυχή της πέταξε προς τον Κύριο.


Την μετάνοια της αγίας Ταϊσίας ας ζηλέψουμε και εμείς αδελφοί μου ώστε να γίνουμε μέτοχοι και των αιωνίων αγαθών. Αμήν!

20 Σεπτεμβρίου 2020

Ο άγιος Μεγαλομάρτυς Ευστάθιος

Λάμπρος Σκόντζος, Θεολόγος

Μια κατηγορία αγίων της Εκκλησίας μας είναι αυτή των στρατιωτικών. Μάλιστα η αγιασμένη αυτή τάξη ανάδειξε πλήθος Μαρτύρων στα πρωτοχριστιανικά χρόνια. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Μεγαλομάρτυρας Ευστάθιος.

Έζησε στα χρόνια του Τραϊανού (98-117) και του Αδριανού (117-138). Ήταν στρατιωτικός και υπηρετούσε ως ανώτερος αξιωματικός στον ρωμαϊκό στρατό. Το όνομά του ήταν Πλακίδας και ήταν ειδωλολάτρης. Παρ’ όλα αυτά όμως ήταν δίκαιος άνθρωπος και εγκρατής στις επιθυμίες του. Είχε ευγενική ψυχή και έδειχνε συμπόνια προς τους αναξιοπαθούντες. Η σύζυγός του ονομαζόταν Τατιανή και είχαν αποκτήσει δύο γιούς. Έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως στο στράτευμα και την κοινωνία.

Ένα ανεξήγητο θαύμα στάθηκε αφορμή να μεταστραφεί στο χριστιανισμό και να αφήσει για πάντα την δεισιδαίμονα ειδωλολατρία. Είχε πάει για κυνήγι στο δάσος με τη συνοδεία στρατιωτών του. Του άρεσε να κυνηγά ελάφια. Ξαφνικά είδε ένα υπερμεγέθη ελάφι, το οποίο άρχισε να το κυνηγά για να το σκοτώσει. Όμως είδε με έκπληξη πως ανάμεσα στα μεγάλα κέρατά του έφερε έναν λαμπερό σταυρό, με τη μορφή εσταυρωμένου άνδρα. Ταυτόχρονα άκουσε μια παράξενη φωνή από το μέρος του ελαφιού, η οποία του έλεγε: «Πλακίδα γιατί με διώκεις; Εγώ είμαι ο Χριστός, τον Οποίο τιμάς με τις αρετές σου, αλλά δε με γνωρίζεις!». Ήταν η φωνή του Κυρίου Ιησού Χριστού, η ίδια η οποία είχε μεταστρέψει, με ίδια λόγια, τον απόστολο των Εθνών Παύλο στην αληθινή πίστη.


Ο στρατηγός Πλακίδας σάστισε και έπεσε από το άλογό του. Όταν συνήρθε ρώτησε τον αόρατο συνομιλητή του: «Ποιος είσαι; Φανερώσου για να σε γνωρίσω». Η φωνή ξανακούστηκε: «Εγώ είμαι ο αληθινός Θεός, ο ποιητής του ουρανού και της γης. Ο Υιός του Θεού που έγινα άνθρωπος για τη σωτηρία του κόσμου». Στρατηγός συνταράχτηκε από το παράδοξο συμβάν. Η αγαθή ψυχή του δέχτηκε τη σωτήρια αποκάλυψη και ομολόγησε: «Ναι Κύριε σε πιστεύω, δείξε μου τι να κάνω». «Να πας στον επίσκοπο να ζητήσεις να βαπτιστείς Χριστιανός εσύ και η οικογένειά σου»!

Γεμάτος συγκίνηση και άφατη χαρά ο Πλακίδας επέστρεψε αμέσως στο σπίτι του, όπου διηγήθηκε το σωτήριο όραμά του στους οικείους του και τους ανακοίνωσε την απόφασή του να ασπασθεί τη νέα πίστη, η οποία διώκονταν με μανία από το ρωμαϊκό κράτος και τα σκοταδιστικά ειδωλολατρικά ιερατεία. Κατόπιν έτρεξαν όλοι μαζί στον επίσκοπο της πόλεως και ζήτησαν να βαπτιστούν. Εκείνος, αφού τους κατήχησε, τους έδωσε το Άγιο Βάπτισμα. Ο Πλακίδας μετονομάστηκε σε Ευστάθιος, η σύζυγός του σε Θεοπίστη και τα παιδιά του Αγάπιος και Θεόπιστος. Άλλαξαν τα ονόματά τους διότι ήθελαν να αφήσουν για πάντα στη λήθη το ειδωλολατρικό τους παρελθόν.

Μετά το βάπτισμά του ο Ευστάθιος έσπευσε στο σημείο του θαύματος. Έπεσε μπρούμυτα στη γη για να ευχαριστήσει το Χριστό για τη μεγάλη δωρεά της σωτηρίας του και της οικογένειάς του.

Όμως ο φθονερός διάβολος κήρυξε ανοιχτό πόλεμο με τον νεοφώτιστο Ευστάθιο. Ο Τραϊανός τον απέλυσε από το στρατό, όταν πληροφορήθηκε ότι έγινε Χριστιανός. Φοβερός λοιμός ξέσπασε στην περιοχή που ζούσε. Αρρώστησαν βαριά και σώθηκαν από θαύμα από το θάνατο. Έχασαν επίσης την περιουσία τους και γι’ αυτό αποφάσισαν να μεταναστεύσουν στην Αίγυπτο. Αλλά ο πόλεμος του διαβόλου εναντίον τους συνεχίστηκε. Η αγαπημένη του γυναίκα απήχθη και χάθηκαν τα παιδιά του. Ο ίδιος γεμάτος θλίψη έφτασε σε μια πόλη που ονομαζόταν Βάδησσος, όπου άρχισε να εργάζεται χειρονακτικά προσευχόμενος να ξαναβρεί την οικογένειά του. Το θαύμα έγινε, ο Θεός εισάκουσε τις θερμές προσευχές του και ξανάσμιξε με την αγαπημένη του σύζυγο και τα παιδιά του.

Ύστερα από καιρό πέρασε ο λοιμός και ξαναγύρισε στην πατρίδα του. Παράλληλα ο αυτοκράτορας Τραϊανός, τον αποκατέστησε και του έδωσε εντολή να ηγηθεί εκστρατείας κατά βαρβάρων, οι οποίοι απειλούσαν τη Ρώμη, λόγω της ανδρείας του. Στρατολόγησε και τα παιδιά του και κατατρόπωσε τους εισβολείς. Κυρίευσε άπαρτα φρούρια και ελευθέρωσε χιλιάδες αιχμαλώτους. Κατόπιν γύρισε θριαμβευτής στη Ρώμη. Αλλά το 117 είχε πεθάνει ο Τραϊανός και στο θρόνο ανέβηκε ο ανεψιός του Αδριανός, ο οποίος μισούσε με πάθος τους Χριστιανούς και εγκαινίασε νέους σκληρούς διωγμούς εναντίον τους. Ο νέος αυτοκράτορας βγήκε να προϋπαντήσει το γενναίο στρατηλάτη Ευστάθιο, να τον συγχαρεί και να τον τιμήσει για τη σωτηρία του κράτους.

Το πρώτο πράγμα που του ζήτησε Αδριανός ήταν να θυσιάσει στο «θεό» Απόλλωνα, τον οποίο θεωρούσε σωτήρα της Ρώμης και προσωπικό του προστάτη και στους άλλους «θεούς». Όμως ο ηρωικός Ευστάθιος του αποκρίθηκε με θάρρος και παρρησία: «Είμαι Χριστιανός αυτοκράτορά μου. Πιστεύω στον αληθινό Θεό και μην ελπίζει να θυσιάσω στα άψυχα ξόανα των σιχαμερών ειδωλολατρικών «θεών».

Ο θρησκομανής και ακόλαστος αυτοκράτορας έγινε θηρίο από το θυμό του. Αντί για τιμές, διέταξε να του αφαιρέσουν τη στολή του στρατηγού και με κολακείες προσπαθούσε να τον μεταπείσει. Αλλά εκείνος έμεινε σταθερός στην πίστη του, όπως και η οικογένειά του. Τότε άρχισαν τα βασανιστήρια. Τους οδήγησαν σε μια πεδιάδα και αμόλησαν ένα πεινασμένο λιοντάρι να τους κατασπαράξει. Εκείνο όμως τους σεβάστηκε και δεν τους έβλαψε, αλλά σαν υπάκουο σκυλάκι τους κουνούσε φιλικά την ουρά του! Μετά από αυτό διέταξε να κατασκευάσουν ένα μεγάλο χάλκινο βόδι, να το πυρακτώσουν και να τους κλείσουν μέσα, να πεθάνουν μαρτυρικό θάνατο. Εκείνοι μπήκαν με ευχαρίστηση στον φοβερό κλίβανο, όπου προσευχόμενοι άφησαν οι ψυχές τους τα εγκόσμια και πέταξαν στα ουράνια. Όταν άνοιξαν οι δήμιοι τον κλίβανο βρήκαν άθικτα τα τίμια λείψανά τους, γεγονός που έκαμε πολλούς ειδωλολάτρες να ομολογήσουν πίστη στο Χριστό. Τα έθαψαν με τιμές οι διωκόμενοι Χριστιανοί. Η μνήμη τους τιμάται στις 20 Σεπτεμβρίου.

17 Σεπτεμβρίου 2020

Αγ. Σοφία-Πίστη-Ελπίδα-Αγάπη:Πρότυπα ζωής & μαρτυρίου


Η Αγία Σοφία και οι τρεις μάρτυρες θυγατέρες της Πίστις, Ελπίς και Αγάπη (17 Σεπτεμβρίου)

Η αγία μάρτυς Σοφία και οι τρεις θυγατέρες της Πίστις, Ελπίς και Αγάπη ζούσαν κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα των Ρωμαίων Αδριανού (117-138 μ.Χ.). Κατά­γονταν από λαμπρό και ένδοξο γένος. Είχαν από τους προγόνους τους την πίστη στο Χριστό και ζούσαν τη ζωή τους σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.

Λοιπόν, όταν κάποτε οι άγιες αυτές γυναίκες πήγαν στη Ρώμη, τις συνόδευσε εκεί η φήμη για τη λαμπρότητα της γενιάς τους και η πληροφορία για την πίστη τους στο Χριστό. Για το λόγο αυτό ο ηγεμόνας πρόσταξε να του τις παρουσιάσουν ενώπιόν του. Μόλις αυτό έγινε, εκείνος θαμπώθηκε από το κάλλος και την ομορφιά τους και αφού χώρισε τη μητέρα από τις τρεις θυγατέρες της, άρχισε και συζητούσε μαζί της περί πίστεως, προσπαθώντας άλλοτε με κολακείες και υποσχέσεις και άλλοτε με απειλές να την αποσπάσει από την πίστη της στο Χριστό. Η αγία Σοφία όμως έμενε ακλόνητη στην πίστη της, υπερμαχόταν γι’ αυτήν, αμυνόταν στις προσβολές του ηγεμόνα και, έτσι, αυτές δεν μπορούσαν να τελεσφορήσουν.


Τότε ο ηγεμόνας, επειδή νικήθηκε από την Αγία, πρόσταξε να οδηγήσουν ενώπιόν του τις τρεις θυγατέρες της. Μό­λις λοιπόν έγινε αυτό, εκείνος, κοιτάζοντάς τες με «γλυκό» βλέμμα, προσπάθησε με σαγηνευτικές κολακείες και υπο­σχέσεις να εκμεταλλευτεί τη μικρή τους ηλικία και να διαπι­στώσει μήπως αυτές, εξαιτίας ακριβώς της μικρής τους αυτής ηλικίας, έχουν αποδεχθεί τη διδασκαλία να περιφρονούν τα υλικά αγαθά που τους υποσχόταν. Ο τύραννος έκαμε τη σχε­τική διαπίστωσή του, αλλά και πάλι νικήθηκε, αφού οι άγιες αυτές κορασίδες πίστευαν απολύτως συνειδητά στο Χριστό.

Ύστερα από το γεγονός αυτό, ο ηγεμόνας θέλησε να δοκιμάσει καθεμιά χωριστά. Πρώτα λοιπόν του πήγαν τη με­γαλύτερη στην ηλικία, την Πίστη, η οποία ήταν τότε δώδεκα ετών. Αυτή, αφού ομολόγησε με παρρησία την πίστη της στο Χριστό, έλεγξε και απέκρουσε με γενναίο φρόνημα τις μεθοδεύσεις του τυράννου. Τότε εκείνος πρόσταξε και την υπέ­βαλαν σε ανήκουστα και φρικτά βασανιστήρια. Πρώτα – πρώτα λοιπόν οι δήμιοι την έγδυσαν και, αφού της έδεσαν πίσω τα χέρια, την έδειραν ανελέητα με ραβδιά. Έπειτα της έκοψαν με μαχαίρι τούς μαστούς, από τους οποίους, ω του θαύματος!, αντί για αίμα, έρευσε γάλα· γεγονός που προκάλεσε έκπληξη και δέος στους ανόσιους και κακούργους δη­μίους. Εν συνεχεία την ξάπλωσαν πάνω σε μια πυρακτωμέ­νη σχάρα. Η Αγία όμως δεν έπαθε τίποτε, αλλά διαφυλά­χτηκε άφλεκτη από το πυρ, σε πείσμα του τυράννου και προς δόξαν του Χριστού. Κατόπιν την πασπάλισαν με πίσσα και άσφαλτο και την ξάπλωσαν και πάλι σε πυρακτωμένη σχά­ρα. Αλλά και από το μαρτύριο αυτό εκείνη διαφυλάχτηκε άβλαβης και ανέπεμπε ευχαριστίες στο Θεό.

Έτσι λοιπόν ο τύραννος, επειδή καταντροπιάστηκε από τη μεγαλομάρτυρα νεάνιδα, εξεμάνη κυριολεκτικά και πρόσταξε να την αποκεφαλίσουν με ξίφος. Αμέσως τότε την παρέλαβαν οι δήμιοι και την οδηγούσαν στον τόπο του αποκεφαλισμού της· προπορευόταν δε η μητέρα της Σοφία, η οποία και την ενθάρρυνε να δεχθεί μετά χαράς το θάνατο για το Χριστό. Μόλις έφτασαν στον τόπο της εκτελέσεως, οι δήμιοι την αποκεφάλισαν με ξίφος. Έτσι λοιπόν η αγία μεγαλομάρτυς Πίστις εξασφάλισε από το Χριστό τον στέφανο της αθλήσεώς της και ανήγαγε τον εαυτό της ταπεινοφρό­νως σε τιμή αγίας, αφού έγινε υπόδειγμα πίστεως στο Χρι­στό μέχρι θανάτου.

Αφού λοιπόν έγιναν όλα αυτά, ανοσίως μεν από τον τύραννο, θεοπρεπώς όμως από την πρώτη νεάνιδα, την Πί­στη, προσήχθη σ’ αυτόν η δεύτερη κόρη, η Ελπίς, η οποία ήταν δέκα ετών. Αλλά και αυτή, παρά την τόσο νεαρή ηλι­κία της, στάθηκε ακλόνητη στην πίστη της στο Χριστό και απέρριψε κατηγορηματικά τις κολακείες και τις υποσχέσεις του τυράννου. Τότε εκείνος, καταντροπιασθείς από αυτή τη μικρή κορασίδα, πρόσταξε να τη δείρουν με βούνευρα και εν συνεχεία να τη ρίξουν μέσα σε μια πυρακτωμένη κάμινο. Η προσταγή του τυράννου εκτελέστηκε. Η Αγία όμως, με τη δύναμη του Θεού και την αόρατη παρουσία του Χριστού, διαφυλάχτηκε απολύτως αβλαβής.

Κατόπιν τούτου ο τύραννος πρόσταξε και υπέβαλαν την Ελπίδα σε νέα βασανιστήρια. Συγκεκριμένα, την κρέμασαν σε ένα ξύλο και της καταξέσχισαν με σιδερένια νύχια ολό­κληρο το σώμα της. Εν συνεχεία δε, έτσι αιμόφυρτη όπως ήταν, την έριξαν μέσα σ’ έναν πάρα πολύ πυρακτωμένο λέβητα, γεμάτο πίσσα και ρετσίνι. Αλλά, ενώ η Αγία δεν έπαθε απολύτως τίποτε από αυτή την κόλαση, τα κοχλάζοντα υγρά, που χύνονταν έξω από το λέβητα, έπεσαν επάνω σε πολλούς παρευρισκόμενους ειδωλολάτρες και, έτσι, τα απροσδόκητα εγκαύματα, που αυτά τους προκάλεσαν, επέφεραν σ’ εκείνους το θάνατο. Για το λόγο δε αυτό η μανία των δημίων υπεράναψε και αποκεφάλισαν αμέσως την ανήλικη Μεγαλομάρτυρα. Έτσι λοιπόν και ο δεκάχρο­νος αυτός άγγελος του Χριστού, η μικρή Ελπίς, ετελειώθη και ανήλθε στεφανηφόρος στην ουράνια βασιλεία του Θεού.

Ακολούθως προσήχθη τελευταία στον ακόρεστο και θεομάχο τύραννο η τρίτη και μικρότερη από τις αδελφές, η Αγάπη. Αυτή, όντας τότε μόλις εννέα ετών, με ασυνήθιστη για ανήλικο άτομο φρόνηση και θάρρος απερίγραπτο, δια­κήρυξε ότι ο Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Θεός και με παιδικούς καγχασμούς καταμυκτήρισε τη θρησκεία των ει­δώλων. Η διακήρυξή της δε αυτή εξέπληξε και εξερέθισε τόσο πολύ τον τύραννο, ώστε εκείνος πρόσταξε αμέσως τους δημίους να την κρεμάσουν και να τη δείρουν. Εκεί­νοι τότε άρπαξαν την εννιάχρονη αυτή κορασίδα και, αφού την κρέμασαν, την έδειραν με σκληρά λουριά τόσο βάναυσα, που καταξεσχίστηκαν τα μέλη της και εξαρθρώθηκαν οι αρμοί της. Όμως, με τη χάρη του Θεού, αμέσως αποκαταστάθηκε τόσο τέλεια η υγεία της, ώστε ο τύραννος κατά πρώτον εκπλάγηκε και έμεινε άναυδος. Έπειτα όμως, καταληφθείς από οργή και εξαλλοσύνη, πρόσταξε και την έριξαν σε μια κάμινο, η οποία είχε πυρακτωθεί με την καύση κάθε είδους καύσιμης ύλης. Η Αγάπη όμως διασώθηκε θαυματουργικά με την επιστασία θείου αγγέ­λου, ενώ οι φλόγες άφησαν μισοκαμένους, αντί για εκείνη, τους παρευρισκόμενους ειδωλολάτρες και τον τύραννο. Τότε ο θηριωδέστατος και απανθρωπότατος εκείνος τύ­ραννος πρόσταξε τους δημίους και κατατρύπησαν το σώμα της Αγίας με μια σιδερένια περόνη. Αλλά και από αυτό το μαρτύριο διαφυλάχτηκε αβλαβής. Κατόπιν τούτου ο τύ­ραννος πρόσταξε και την αποκεφάλισαν με ξίφος. Έτσι λοιπόν και ο εννιάχρονος αυτός άγγελος, η Αγάπη, ετελειώθη και κοσμήθηκε από τον Κύριο, όπως και οι δύο άλ­λες αδελφές της, με τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου.

Η μητέρα τους, η αγία Σοφία, ευφράνθηκε πάρα πο­λύ, που ανέθρεψε τοιουτοτρόπως τη θεοευλόγητη αυτή τριάδα των βλασταριών, και ανέπεμψε δόξα και ευχαρι­στίες προς τον Κύριο για τα αγγελικά αυτά θρέμματά της. Κατόπιν κήδευσε και ενταφίασε με τιμές μητρικές τα τίμια λείψανα των πολυαγαπημένων αυτών και ισαγγέλων θυγα­τέρων της. Εν συνεχεία δε η Αγία παρέμεινε επί τρεις ημέρες στους τάφους τους και παρακαλούσε το Θεό να την πάρει και αυτήν από την πρόσκαιρη ζωή. Και πράγμα­τι, ο Θεός άκουσε την προσευχή της και κάλεσε κοντά Του την πανευτυχή ψυχή της. Το τίμιο δε λείψανό της ενταφιάστηκε δίπλα στους τάφους των τριών θυγατέρων της, εις μαρτύριον αιώνιο της ενιαίας πίστεως και των τεσσάρων τους στον εν ουρανοίς Χριστό, που τις στεφά­νωσε, στον Οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνας των αιώ­νων. Αμήν.

(Γεωργίου Δ. Παπαδημητρόπουλου, Θεολόγου-Φιλολόγου-Λυκειάρχου, Με τους Αγίους μας, Συναξαριστής Σεπτεμβρίου, εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 113-118)

11 Σεπτεμβρίου 2020

Από τον βίο της οσίας Θεοδώρας Αλεξανδρείας (εορτάζει 11 Σεπτεμβρίου)


 (Η αγία Θεοδώρα ασκήτευε, περνώντας για άντρας, σε ανδρικό μοναστήρι. Κάποτε κατηγορήθηκε ψευδώς ότι άφησε έγκυο μια κοπέλα, και εξορίστηκε από το μοναστήρι μαζί με το μωρό, το οποίο αναγκάστηκε να το ανατρέφει με πολύν κόπο επί επτά χρόνια.)

Όταν πέρασαν τα επτά χρόνια, οι μοναχοί της λαύρας του Ενάτου ήρθαν να παρακαλέσουν τον ηγούμενο της μονής της αγίας να τη δεχτεί πάλι και να τη συναριθμήσει με την υπόλοιπη μοναχική αδελφότητα. Γιατί, έλεγαν, αρκετά τιμωρήθηκε με το να μένει επτά ολόκληρα χρόνια δίπλα στην είσοδο της μονής. Και πρόσθεσαν ότι από θεϊκή αποκάλυψη βεβαιώθηκαν ότι συγχωρήθηκε πια το αμάρτημα του Θεοδώρου.

Ο ηγούμενος άκουσε την παράκλησή τους και απάλλαξε τη Θεοδώρα από την άδικη καταδίκη, προστάζοντάς την να μένει από εκεί και πέρα σε απομονωμένο κελλί χωρίς να βγαίνει καθόλου, και να μην της αναθέτουν κανένα διακόνημα της μονής.

Πέρασαν δύο ακόμη χρόνια που η αγία ασκήτευε έτσι με περισσότερη εγκράτεια και θερμότερες προσευχές. Τότε έγινε ξηρασία στον τόπο και οι στέρνες του κοινοβίου έμειναν χωρίς σταγόνα νερό. Ο ηγούμενος, επειδή από όσα άκουγε και έβλεπε, είχε βεβαιωθεί ότι η ευλογημένη Θεοδώρα αξιώθηκε να λάβει το χάρισμα των θεραπειών, την κάλεσε και την πρόσταξε να ρίξει στη στέρνα τη στάμνα και να φέρει νερό. Εκείνη, μαθημένη να υπακούει στα λόγια του πατέρα, χωρίς να εξετάσει ή να προφασιστεί τίποτε, έκανε ό,τι την πρόσταξε, και αμέσως ανέβασε τη στάμνα γεμάτη νερό. Και τότε και άλλες στέρνες φάνηκαν γεμάτες νερό.

Αφού πέρασαν λίγες μέρες, η αγία πήρε το παιδί και το βράδυ κλείστηκε στο κελλί και όλη τη νύχτα τού έδινε τις πιο πνευματικές συμβουλές. Και ενώ ακόμη το συμβούλευε, παρέδωσε με χαρά την ψυχή της στα χέρια του Θεού. Αμέσως το παιδί ξέσπασε σε κλάματα και γέμισε το κελλί με τις φωνές του. Όσοι βρέθηκαν κοντά, διαπίστωσαν τι έγινε και το είπαν στον ηγούμενο. Και εκείνος, μόλις το άκουσε, διηγήθηκε στους μοναχούς ένα όνειρο που είδε.

«Μου φάνηκε», είπε, «ότι είδα δύο άντρες να με ανεβάζουν ψηλά, σε ύψος ανυπολόγιστο. Εκεί είδα ένα τάγμα αγγέλων και μια φωνή αντήχησε στα αυτιά μου που έλεγε· “Βλέπε ποια αγαθά έχουν ετοιμαστεί για τη Θεοδώρα, τη νύφη μου”. Τότε μου παρουσιάστηκε ένα κρεβάτι που το φρουρούσε άγγελος και ένα νυφικό δωμάτιο με ανείπωτη ομορφιά. Εγώ λαχταρούσα να μάθω ποιο είναι το νυφικό δωμάτιο που έβλεπα και ποια είναι εκείνη, για την οποία ετοιμάστηκαν αυτά, και ρωτούσα τους συνοδούς μου. Αμέσως όμως είδα πλήθος προφητών, αποστόλων, μαρτύρων και άλλων αγίων που στο κέντρο τους είχαν μια γυναίκα στολισμένη με θεϊκή δόξα· αυτή μπήκε στο νυφικό δωμάτιο και την είδα να κάθεται στο κρεβάτι.«

»Οι συνοδοί μου είπαν ότι αυτή είναι ο αββάς Θεόδωρος, η οποία συκοφαντήθηκε με ψεύτικη κατηγορία πορνείας και προτίμησε καλύτερα να ταλαιπωρείται επτά ολόκληρα χρόνια διωγμένη από τη μονή και να θεωρείται πατέρας ξένου παιδιού και να αναλάβει τη φροντίδα και την ανατροφή του, παρά να φανερωθεί ότι είναι γυναίκα και να γλυτώσει από την ντροπή και την τόση κακοπάθεια. Γι’ αυτό και αξιώθηκε να λάβει αυτή τη λαμπρότητα που βλέπεις”.«

»Όταν τα είδα αυτά, ο ύπνος μου έφυγε και άρχισα να κλαίω τις αμαρτίες μου».

Αφού τα διηγήθηκε αυτά, πήγε αμέσως όπως ήταν στο κελλί της οσίας μαζί με τους μοναχούς. Μπαίνοντας, είδαν νεκρή αυτή που στ’ αλήθεια ζούσε και στάθηκαν γύρω, βρέχοντας με τα δάκρυά τους το ιερό σώμα.

Ο ηγούμενος κάλεσε τότε και τους μοναχούς του Ενάτου, τους έδειξε κάποια μέρη του ιερού σώματος και είπε: «Κοιτάξτε αυτό το πρωτοφανές θέαμα· πώς μια γυναίκα ξεγέλασε με τέτοιο τέχνασμα τον άρχοντα του σκότους».

Όλοι έμειναν έκπληκτοι από το θέαμα, και στη συνέχεια κυριεύτηκαν από πολύ φόβο, καθώς σκέφτηκαν με πόσον κόπο πρέπει να παλεύουν όσοι είναι αιχμαλωτισμένοι σε σωματικά πάθη, και τον φόβο τους τον ακολούθησαν κλάματα. Όταν με τα πολλά σταμάτησαν τους θρήνους, απέδωσαν με ψαλμούς και ύμνους τις επικήδειες τιμές στο πολύπαθο και ιερό εκείνο σώμα και το έθαψαν.

Από το βιβλίο: ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Α’, Υπόθεση Μ’ (40), σελ. 376. Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2001.

πηγή

5 Αυγούστου 2020

Ο όσιος Ιωάννης ο Χοζεβίτης


Ο όσιος Ιωάννης, που στο άγιο Βάπτισμα είχε λάβει το όνομα Ηλίας, έμεινε ορφανός και τον μεγάλωσε η γιαγιά του, που για να τον μορφώσει εγκατέλειψε την πρόθεσή της να γίνει μοναχή. Όταν αυτή εκοιμήθη, ανέλαβε τον Ηλία ο θείος του που είχε πολυμελή οικογένεια, μέσα στην οποία δοκίμασε την μιζέρια και την κακομεταχείριση.

Ανήμερα του Πάσχα, κάποτε που οι χωριανοί πήγαν σύμφωνα με το έθιμο στο κοιμητήριο για να τιμήσουν τους νεκρούς τους, εκεί που ο Ηλίας έκλαιγε δίπλα στο φρέσκο ακόμη μνήμα της γιαγιάς του, άκουσε αίφνης μια φωνή ανάμεσα στους ήχους της καμπάνας να του λέει: «Μην κλαις, είμαι μαζί σου. Χριστός ανέστη!»

Το παιδί αναπήδησε τρομαγμένο, ψάχνοντας από που είχε έρθει η φωνή αυτή και είδε να βγαίνει από το ιερό βήμα της εκκλησίας ο αναστημένος Χριστός που του χαμογελούσε.

Αφού τελείωσε λαμπρά τις γυμνασιακές σπουδές του και έπρεπε να διαλέξει σταδιοδρομία, άκουσε μέσα στην προσευχή του μία φωνή να ψιθυρίζει: «Στο μοναστήρι! Στο μοναστήρι!»

Σε ηλικία είκοσι ετών εισήλθε στην περίφημη Μονή του Νεάμτς, όπου διακόνησε αρχικά ως βοηθός φαρμακοποιού και κατόπιν ως βιβλιοθηκάριος. Αφού χειροθετήθηκε ρασοφόρος επιστρέφοντας από την στρατιωτική θητεία του (1936), διπλασίασε τον ζήλο του στην νηστεία και την προσευχή.

Λίγο αργότερα ξεκίνησε για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους μαζί με δύο άλλους μοναχούς και έλαβε την ευλογία να εγκατασταθεί στην Μονή του Αγίου Σάββα, όπου ζούσαν Έλληνες και Ρουμάνοι μοναχοί.

Εκεί έμαθε τέλεια τα ελληνικά, έτσι που ήταν σε θέση να μεταφράσει πολλά πνευματικά έργα στα ρουμανικά και συγκεκριμένα τα έργα του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Κέρδισε εξάλλου τον σεβασμό όλων των Πατέρων για την σιωπή του, την αυστηρότητα στην ασκητική ζωή και την επίδοσή του στην νοερά προσευχή.

Κατά την εξέγερση των αραβικών πληθυσμών κατά των Άγγλων, το μοναστήρι μετατράπηκε σε νοσοκομείο και ο Ιωάννης αναλώθηκε σε τέτοιο βαθμό στην φροντίδα των τραυματιών ώστε αρρώστησε και ο ίδιος. Έλαβε τότε την άδεια να αποσυρθεί στην έρημο για να ξεκουραστεί, αλλά εξαιτίας των στερήσεων και της έλλειψης νερού προσβλήθηκε από δυσεντερία.

* * *

Στις αρχές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς η Ρουμανία ήταν σύμμαχος του Ράιχ, όλοι οι Ρουμάνοι μοναχοί φυλακίσθηκαν από τους Άγγλους και ο όσιος Ιωάννης, που είχε επιλεγεί ως διερμηνέας, παρέμεινε φυλακισμένος περισσότερο καιρό από τους αδελφούς του.

Όταν επί τέλους απελευθερώθηκε, γιατρεύτηκε από την δυσεντερία ασπαζόμενος την κάρα του αγίου Θεοδοσίου και μπόρεσε έτσι να αρχίσει πάλι τις δραστηριότητές του στο μοναστήρι.

Έλαβε το Μεγάλο Σχήμα και σκεφτόταν πως είχε έλθει πια η ώρα γι’ αυτόν να αφιερωθεί στον ησυχαστικό βίο, όταν τον όρισαν ηγούμενο της ρουμανικής Μονής της Κοιλάδας του Ιορδάνη.

Άσκησε τα καθήκοντά του με σοφία και ταπείνωση (1947-1953) και ενέπνευσε στους υποτακτικούς του τον ζήλο για τους ασκητικούς μόχθους. Οι μέρες του ήσαν όλες αφιερωμένες στην εργασία και στην καθοδήγηση των αδελφών, ενώ περνούσε τις νύκτες του προσευχόμενος στην έρημο.

Το 1953 μπόρεσε επιτέλους να αποσυρθεί στην έρημο κοντά στην Μονή του Χοζεβά και εγκαταστάθηκε σε μία σπηλιά 50 μέτρα πάνω από το φαράγγι στο οποίο, κατά την παράδοση, είχε προσευχηθεί η αγία Άννα, η μητέρα της Παναγίας.

Προσκαρτερώντας για επτά χρόνια στην αδιάλειπτη προσευχή, την οποία διάνθιζε με την μελέτη των αγίων Πατέρων και με την σύνθεση πνευματικών ποιημάτων, υπέμενε με καρτερία την ζέστη και το ψύχος, τις κάθε είδους στερήσεις, τον πόλεμο των δαιμόνων και τις επιθέσεις των Αράβων που ήθελαν να τον βγάλουν από τον τόπο του.

Μιλώντας για την σύνθεση των ποιημάτων του έγραφε σε μία επιστολή: «Οι λέξεις αναβλύζουν από την καρδιά μου όμοιες με τις σπίθες μιας στουρναρόπετρας, τούτο όμως δεν συμβαίνει παρά μόνο όταν ο πυρόλιθος της καρδιάς πλήττεται από τον πόνο ή την χαρά, την θλίψη για τα σφάλματα ή την ευγνωμοσύνη απέναντι στον Θεό… Όταν γράφω μια γραμμή που συγκινεί, νιώθω έναν πόνο στην καρδιά, σάμπως οι στίχοι να ήσαν ψιχία ξεριζωμένα από την καρδιά μου· γι’ αυτόν τον λόγο ρέουν μαζί με δάκρυα».

Κατέβαινε στο μοναστήρι μονάχα για τις μεγάλες γιορτές και δεχόταν μόνο τον μαθητή του στην σπηλιά, που ήταν απρόσιτη όταν ανέβαζε την σκάλα.

Μετά από μία ουράνια οπτασία παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό ευλογώντας τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, στις 5 Αυγούστου 1960.

Κατά την νεκρώσιμη Ακολουθία αγριοπούλια εισέβαλαν αίφνης μέσα στην σπηλιά και ήλθαν να καθίσουν πάνω στο σκήνωμα του οσίου, για να ενώσουν τους κρωγμούς τους με τους επικήδειους ύμνους των μοναχών.

Είκοσι χρόνια αργότερα, ο μαθητής του Ιωαννίκιος είδε σε όνειρο τον όσιο Ιωάννη, που του ζήτησε να προβεί στην εκταφή του σκηνώματός του. Το αίτημα όμως απορρίφθηκε από τον ηγούμενο της μονής, ως αντίθετο στα έθη.

Λίγο αργότερα ήλθαν προσκυνητές που είχαν παλαιότερα εξομολογηθεί στον ασκητή και ζήτησαν να επισκεφτούν την σπηλιά του και να τιμήσουν το σώμα του. Ανοίχθηκε τότε ο τάφος και ανακαλύφθηκε ότι το σώμα του είχε μείνει παντελώς άφθορο, ενώ ανέδιδε λεπτή ευωδία. Μεταφέρθηκε μετά δέους στην Μονή Χοζεβά, όπου τιμάται έκτοτε από τους προσκυνητές.



Από το βιβλίο: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου. Τόμος δωδέκατος, Αύγουστος, σελ. 50. Ίνδικτος, Αθήναι 2009.

Η ΙΕΡΑ ΜΑΣ ΜΟΝΗ ΑΠΟ ΨΗΛΑ!

ΟΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ