Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άγιος Νικόλαος Βελιμιροβίτς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άγιος Νικόλαος Βελιμιροβίτς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19 Μαρτίου 2022

Λόγος εις την Βʼ Κυριακή των Νηστειών (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

                                                                                                (Ευαγγέλιο: Μαρκ. β’ 1-12)
Την περασμένη Κυριακή ακούσαμε το ευαγγέλιο που αναφέρεται στη θαυμαστή ισχύ που έχει η μεγάλη και δυναμική παρουσία του Χριστού. Ο Ναθαναήλ αμφισβητούσε τα λόγια του αποστόλου Φιλίππου πως είχε εμφανιστεί στον κόσμο ο από πολλού αναμενόμενος Μεσσίας, στο πρόσωπο του Ιησού του από Ναζαρέτ. Ο Ναθαναήλ όμως, με το που βρέθηκε κατά πρόσωπο με τον ίδιο τον Κύριο, αμέσως τον αναγνώρισε και τον ομολόγησε ως Υιό του Θεού και ως Βασιλιά του Ισραήλ. Το σημερινό ευαγγέλιο μας μιλάει για τις μεγάλες προσπάθειες και τον αγώνα που κατέβαλαν άνθρωποι με πραγματική πίστη για να παρουσιαστούν μπροστά στον Κύριο.

Τέσσερις άνθρωποι μετέφεραν έναν συνάνθρωπο ή φίλο τους που ήταν παραλυτικός. Τον μετέφεραν με το κρεβάτι του, αφού ήταν τόσο αδύνατος κι αβοήθητος, ώστε δε θα μπορούσε να μεταφερθεί διαφορετικά. Μάταια όμως προσπαθούσαν να περάσουν ανάμεσα από το πυκνό πλήθος και να πλησιάσουν τον Κύριο. Κι αφού αυτό δεν μπορούσαν να το κατορθώσουν, ανέβηκαν στην οροφή τής οικίας, την άνοιξαν, και με μεγάλη προσπάθεια κατέβασαν το κρεβάτι οπού κείτονταν ο άρρωστος και το ακούμπησαν μπροστά στα πόδια τού θαυματουργού Ιατρού. Τόσο μεγάλη ήταν η πίστη τους στο Χριστό.

«Ιδών δε Ιησούς την πίστιν αυτών λέγει τώ παραλυτικώ΄ τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου» (Μάρκ. Β’ 5). Οι αμαρτίες σου συγχωρούνται, είπε ο Ιησούς στον παραλυτικό. Ο Χριστός δεν περίμενε ν’ ακούσει να εκφράζεται με λόγια η πίστη τους. Την είδε. Η πνευματική Του όραση εισχώρησε στα μύχια τής ανθρώπινης καρδιάς. Και κει, στα βάθη της, είδε τη μεγάλη τους πίστη. Με τα σωματικά Του μάτια είδε τις προσπάθειες και τον αγώνα τους να φέρουν τον άρρωστο άνθρωπο μπροστά Του. Η πίστη τους επομένως ήταν ολοφάνερη.

Η απιστία των γραμματέων που παρευρίσκονταν στο γεγονός αυτό ήταν επίσης ολοφάνερη στον Κύριο. «Τί ούτος ούτω λαλεί βλασφημίας; Τίς δύναται αφιέναι αμαρτίας ει μη εις ο Θεός;» (Μάρκ. Β’ 8). Αυτός βλασφημεί, έλεγαν μέσα τους. Ποιός άλλος, εκτός από το Θεό, μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες;

Ο Κύριος «επιγνούς τω πνεύματι αυτού ότι ούτως αυτοί διαλογίζονται εν εαυτοίς, είπεν αυτοίς΄ τί ταύτα διαλογίζεσθε εν ταις καρδίαις υμών;» (Μάρκ. Β’ 8). Ο Κύριος γνώριζε αυτά που σκέφτονταν κι άρχισε να τους επιτιμά με ήρεμο τρόπο. Γιατί σκέφτεστε τέτοια πράγματα; Ο Κύριος διαβάζει τις πονηρές καρδιές το ίδιο εύκολα που διαβάζει και τις αγνές. Όπως αναγνώρισε αμέσως την αγνή και καθαρή καρδιά τού Ναθαναήλ, που δεν είχε πονηριά και δόλο, έτσι αναγνώρισε αμέσως τις ακάθαρτες καρδιές των γραμματέων, που ήταν γεμάτες δόλο. Για να τους δείξει λοιπόν πως έχει εξουσία τόσο στα σώματα όσο και στις ψυχές των ανθρώπων, τόσο να συγχωρεί αμαρτίες όσο και να θεραπεύει τα άρρωστα σώματα, ο Κύριος λέει στον παραλυτικό: «σοι λέγω, έγειρε και άρον τον κράβαττόν σου και ύπα­γε εις τον οίκον σου» (Μάρκ. β’ 11). Και μπροστά σε τέτοιο εξουσιαστικό λόγο, ο άρρωστος άνθρωπος «ηγέρθη ευθέως, και άρας τον κράβαττον εξήλθεν εναντίον πάντων, ώστε εξίστασθαι πάντας και δοξάζειν τον Θε­όν λέγοντας ότι ουδέποτε ούτως είδομεν» (Μάρκ. Β’ 12). Ο παράλυτος άνθρωπος σηκώθηκε αμέσως, έβαλε το κρεβάτι στον ώμο του και πέρασε μπροστά απ’ όλους. Κι όλοι θαύμασαν και δόξασαν το Θεό λέγοντας: τέτοια γεγονότα ποτέ μας δεν είδαμε.
__________

Ας δούμε τώρα πόσες θαυμαστές δυνάμεις φανερώνει διά μιας ο Κύριος:

Διαβάζει τις καρδιές των ανθρώπων και σε μερικές διακρίνει την πίστη, ενώ σε άλλες το δόλο.

Συγχωρεί στην ψυχή τις αμαρτίες και την κάνει υγιή, καθαρή από την πηγή τής αρρώστιας και της αναπηρίας.

Αποκαθιστά την υγεία στο άρρωστο και παραλυτικό σώμα με τη δύναμη του λόγου Του.

Πόσο μεγάλη, πόσο φοβερή και πόσο θαυμαστή και ζωοδότρα είναι η παρουσία τού ζώντος Κυρίου!

Ας έρθουμε όμως κι ας σταθούμε μπροστά στην παρουσία του ζώντος Κυρίου. Το πιο σπουδαίο πράγμα στο δρόμο τής σωτηρίας είναι να προσεγγίσουμε με πίστη την παρουσία τού Κυρίου, να τη νιώσουμε. Μερικές φορές έρχεται και μας αποκαλύπτεται ο ίδιος ο Κύριος. Έτσι πήγε στη Μάρθα και τη Μαρία στη Βηθανία, έτσι ξαφνικά εμφανίστηκε στον απόστολο Παύλο στο δρόμο προς τη Δαμασκό, σε άλλους αποστόλους στη θάλασσα της Γαλιλαίας και στο δρόμο προς τους Εμμαούς, στην οικία όπου μπήκε «κεκλεισμένων των θυρών», στη Μαρία τη Μαγδαληνή στον κήπο και σε πολλούς αγίους σε όνειρα ή οράματα. Μερικές φορές παρουσίασαν οι απόστολοι ανθρώπους στον Κύριο, όπως ο Ανδρέας έφερε τον Πέτρο κι ο Φίλιππος το Ναθαναήλ. Οι διάδοχοι των αποστόλων κι οι ιεραπόστολοι έφεραν στο Χριστό χιλιάδες, εκατομμύρια ανθρώπους κι άλλες φορές ο ένας πιστός έφερνε τον άλλο. Αλλά και άγνωστοι άνθρωποι μερικές φορές προσπάθησαν πο­λύ μόνοι τους να πλησιάσουν τον Κύριο, όπως στην περίπτωση των τεσσάρων που άνοιξαν την οροφή τού σπιτιού για να φέρουν τον παραλυτικό φίλο τους μπροστά Του.

Αυτοί είναι οι τρεις τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι μπορούν να παρουσιαστούν στον Κύριο. Εκείνο που πρέπει να κάνουμε εμείς είναι να προσπαθήσουμε πολύ και ν’ αγωνιστούμε για να βρεθούμε μπροστά Του, ώστε να μας βοηθήσει κι Εκείνος να τον προσεγγίσουμε και να μας φωτίσει. Πρέπει ν’ ακολουθήσουμε τους τρείς αυτούς τρόπους σε αντίθετη πορεία. Αυτό σημαίνει πως πρέπει με πίστη και ζήλο να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να βρεθούμε μπροστά στον Κύριο. Μετά ν’ ακολουθήσουμε την κλήση και τις εντολές τής αγίας αποστολικής Εκκλησίας, της Εκκλησίας των πατέρων και των διδασκάλων. Και τελικά, αφού θα έχουμε εκπληρώσει τους δύο πρώτους όρους, θα πρέπει να περιμένουμε με πίστη κι ελπίδα στο Θεό να μας παρουσιαστεί, κι η παρουσία Του να μας φωτίσει, να μας ενισχύσει, να μας θεραπεύσει και να μας σώσει.

Το μέγεθος των προσπαθειών που πρέπει να καταβάλουμε για ν’ ανοίξουμε το δρόμο που μας οδηγεί στην παρουσία του Θεού, φαίνεται από το παράδειγμα των τεσσάρων αυτών αντρών. Δε δίστασαν ν’ ανέβουν στην οροφή τού σπιτιού, για να κατεβάσουν και να παρουσιάσουν μπροστά στον Κύριο τον άρρωστο φίλο τους. Δεν έκαναν πίσω ούτε από ντροπή ούτε από φόβο. Το παράδειγμα αυτό του μεγάλου ζήλου τους είναι όμοιο με το παράδειγμα της χήρας που ζητούσε πιεστικά και φορτικά από τον άδικο κριτή να τη δικάσει και να την προστατέψει από τον αντίδικό της (βλ. Λουκ. ιη’ 1 -5). Αυτό σημαίνει πως πρέπει να τηρούμε την εντολή τού Κυρίου και να κραυγάζουμε μέρα και νύχτα, ωσότου μας ακούσει. «κρούετε και ανοιγήσεται υμίν» (Ματθ. ζ’ 7), είπε ο Κύριος. Αυτή είναι η εξήγηση που έχουν τα λόγια τού Χριστού: «Η βασιλεία τού Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. ια’ 12).

Ο Κύριος ζητά απ’ όλους τους πιστούς Του να καταβάλουν κάθε προσπάθεια, να εξαντλήσουν τη δύναμή τους, να εργαστούν όσο κρατά η ημέρα, να προσεύχονται αδιάλειπτα, να ζητήσουν, να κρούσουν, να νηστέψουν και να κάνουν αμέτρητα έργα ελέους. Κι όλ’ αυτά ώστε η βασιλεία των ουρανών – η μεγάλη, φοβερή και ζωοποιός παρουσία τού Θεού – ν’ ανοιχτεί γι’ αυτούς. «Αγρυπνείτε ουν εν παντί καιρώ, είπε ο Κύριος, ίνα καταξιωθήτε… σταθήναι έμπροσθεν του υιού τού ανθρώπου» (Λουκ. κα’ 36). Νά ’χετε προσοχή και εγρήγορση στην καρδιά σας, για να μην προσκολληθεί στα γήινα. Νά ’χετε εγρή­γορση στις σκέψεις σας, για να μη σας οδηγούν μακριά από το Θεό. Να προσέχετε τα έργα σας, να διπλασιάζετε τα τάλαντά σας, μην τ’ αφήσετε να λιγοστέψουν ή να εξαφανιστούν εντελώς. Ν’ αγρυπνείτε διαρκώς, ώστε ο θάνατος να μη σας βρει απροετοίμαστους και αμετανόητους στην αμαρτία σας. Η ορθόδοξη πίστη μας αυτή είναι: ενεργός, προσευχητική, γρηγορούσα. Αναλώνεται στα δάκρυα και τους αγώνες. Καμιά άλλη πίστη δε ζητάει τέτοιον αγώνα από τους πιστούς για ν’ αξιωθούν να σταθούν μπροστά στον Υιό τού Θεού. Ο Κύριος και Σωτήρας μας ζητάει τον αγώνα αυτόν από τους πιστούς. Η Εκκλησία επαναλαμβάνει τις εντολές Του από αιώνα σε αιώνα, από γενιά σε γενιά, φέρνοντας σαν παράδειγμα στους πιστούς τους απειράριθμους και μεγάλους πνευματικούς αγωνιστές που τήρησαν το νόμο του Χριστού κι αξιώθηκαν ν’ αποκτήσουν δόξα και ανέκφραστη δύναμη τόσο στον ουρανό όσο και στη γη.

Δεν πρέπει όμως από την άλλη μεριά να πέσουμε στην πλάνη και να νομίσουμε πως από μόνες τους όλες οι προσπάθειες του ανθρώπου κι όλοι οι αγώνες του μπορούν να τον σώσουν. Δεν πρέπει να πιστέψουμε πως ο άνθρωπος με τις προσπάθειες και τον αγώνα του θα μπορέσει μόνος του να παραστεί μπροστά στο ζώντα Θεό. Αν ο Θεός δεν το θελήσει, κανένας θνητός δεν μπορεί να δει το πρόσωπό Του. Ο ίδιος ο Κύριος που καθόρισε τον αγώνα και τις προσπάθειες του ανθρώπου, λέει: «Όταν ποιήσητε πάντα τα διαταχθέντα υμίν, λέγετε ότι δούλοι αχρείοι εσμεν, ότι ο ωφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. ιζ’ 10). Και σε κάποιο άλλο σημείο λέει: «Ουδείς δύναται ελθείν πρός με, εάν μη ο πατήρ ο πέμψας με ελκύσει αυτόν» (Ιωάν. στ’ 44). Κι αλλού πάλι: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιωάν. ιε’ 5). Κι ο απόστολος Παύλος για το ίδιο θέμα: «Χάριτί εστε σεσωσμένοι» (Εφ. β’ 5).

Μετά απ’ όλ’ αυτά τί μπορούμε να πούμε; Μήπως πρέπει να σκεφτούμε πως είναι μάταιοι όλοι οι αγώνες κι οι προσπάθειες που κάνουμε για τη σωτηρία μας; Μήπως πρέπει να τα εγκαταλείψουμε όλα και να περιμένουμε από τον ίδιο τον Κύριο, με τη δύναμη και την εξουσία που έχει, να μας παρουσιάσει ενώπιόν Του; Δε λέει ο προφήτης Ησαϊας πως «ως ράκος αποκαθημένης πάσα η δικαιοσύνη ημών» (ξδ’ 6); Τί πρέπει να κά­νουμε τότε; Να εγκαταλείψουμε κάθε προσπάθειά μας, όλους τους αγώνες μας; Μα τότε δε θα γίνουμε ίδιοι με τον οκνηρό δούλο, που έσκαψε και έκρυψε το τάλαντο που του εμπιστεύτηκε ο Κύριος στη γη, και τον οποίο επέπληξε ο Κύριος με τα λόγια, «πονηρέ δούλε και οκνη­ρέ!» (Ματθ. κε’ 26);

Πρέπει να σοβαρευτούμε και ν’ ασκηθούμε στην τήρηση όλων των εντολών τού Κυρίου. Πρέπει να καταβάλλουμε ό,τι είναι δυνατό από την πλευρά μας, μα ανήκει στη δύναμη του Θεού να ευλογήσει τις προσπάθειές μας και να μας παρουσιάσει ενώπιόν Του. Ο απόστολος Παύλος έχει δώσει μια πολύ καλή εξήγηση πάνω σ’ αυτό το θέμα. Λέει: «Εγώ εφύτευσα, Απολλώς επότισεν, αλλ’ ο Θεός ηύξανεν ώστε ούτε ο φυτεύων εστί τι ούτε ο ποτίζων, αλλ ’ ο αυξάνων Θεός» (Α’ Κορ. γ’ 6-7). Όλα επομένως εξαρτιώνται από το Θεό, από τη δύναμη, τη σοφία και το έλεός Του. Εμείς πρέπει να φυτεύουμε και να ποτίζουμε. Δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε τα καθήκοντά μας αυτά, γιατί διαφορετικά θα κινδυνεύσουμε να καταδικαστούμε στον αιώνιο θάνατο.

Το καθήκον τού γεωργού είναι να σπέρνει και να ποτίζει. Από το Θεό όμως, από τη δύναμη, τη σοφία και το έλεός Του, εξαρτάται αν ο σπόρος θα ριζώσει ή όχι, αν θ’ αναπτυχθεί και θα βγάλει καρπούς.

Είναι χρέος τού επιστήμονα να ερευνά και να ψάχνει, μα ανήκει στο Θεό, στη δύναμη, τη σοφία και το έλεός Του, αν η γνώση θα του αποκαλυφτεί ή όχι.

Είναι καθήκον των γονιών ν’ αναθρέψουν τα παιδιά τους και να τα μάθουν το φόβο τού Θεού, μα είναι στη δύναμη, τη σοφία και το έλεός Του ο χρόνος της ζωής τους.

Είναι χρέος των ιερέων να διδάσκουν, να παρακαλούν, να επιτιμούν και να καθοδηγούν τους πιστούς. Το αν οι προσπάθειές τους θα καρποφορήσουν όμως είναι στη δύναμη, τη σοφία και το έλεος τού Θεού.

Είναι καθήκον όλων μας να προσπαθήσουμε και ν’ αγωνιστούμε για ν’ αξιωθούμε να σταθούμε μπροστά στον Υιό του Θεού, ανήκει όμως στη δύναμη, τη σοφία και το έλεός Του αν θα μας επιτραπεί να τον πλησιάσουμε.

________________

Δεν πρέπει ν’ αγωνιζόμαστε χωρίς ελπίδα στο έλε­ος του Θεού. Εύχομαι όλες μας οι προσπάθειες να φωτίζονται από το φώς τής ελπίδας πως ο Κύριος είναι κοντά μας, δίπλα μας. Πως θα μας δεχτεί μπροστά στο φώς τού προσώπου Του. Δεν υπάρχει πιο βαθιά και πιο ανεξάντλητη πηγή από το έλεος τού Θε­ού. Όταν ο Ασωτος Υιός μετάνιωσε για την τρομερή πτώση του στο επίπεδο των χοίρων, ο εύσπλαχνος πατέρας έτρεξε να τον συναντήσει, τον αγκάλιασε και τον συχώρεσε. Ο Θεός δεν αποκάμει να τρέχει για να συναντήσει τα μετανιωμένα παιδιά Του. Απλώνει το χέρι Του σε όλους εκείνους που θέλουν να γυρίσουν κοντά Του. «Εξεπέτασα τας χείρας μου όλην την ημέραν προς λαόν απειθούντα και αντιλέγοντα», είπε ο Κύριος για τους Ιουδαίους (Ησ. ξε’ 2). Αν ο Κύριος απλώνει το χέρι Του στους απειθούντες και τους αντιλέγοντες, δε θα το κάνει στον υπάκουο; Ο υπάκουος προφήτης Δαβίδ λέει: «Προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου διαπαντός, ότι εκ δεξιών μού εστιν, ίνα μη σαλευθώ» (Ψαλμ. ιε’ 9). Σ’ εκείνους που αγωνίζονται για τη σωτηρία τους, ο Κύριος δεν αρνείται την παρουσία Του.

Δεν πρέπει να λογαριάζουμε μάταιες τις προσπάθειές μας, όπως κάνουν οι άθεοι κι οι απελπισμένοι άνθρω­ποι. Εμείς πρέπει ν’ αγωνιζόμαστε, να καταβάλλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια, και ταυτόχρονα να ελπίζουμε στο έλεος του Θεού. Ιδιαίτερα την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής πρέπει να διπλασιάζουμε τους αγώνες μας, όπως συνιστά και η αγία Εκκλησία μας. Μακάρι το δρόμο μας αυτόν να τον φωτίζει το παράδειγμα των τεσσάρων ανθρώπων που σκαρφάλωσαν στην οροφή και την άνοιξαν, για ν’ αποθέσουν μπροστά στα πόδια τού Κυρίου τον πέμπτο απ’ αυτούς, το φίλο τους που έπασχε από παραλυσία. Αν το ένα πέμπτο τής ψυχής μας είναι παράλυτο ή άρρωστο, ας σπεύσουμε με τα άλλα υγιή τέσσερα πέμπτα στον Κύριο. Εκείνος θα θεραπεύσει το άρρωστο κομμάτι που έχουμε μέσα μας. Αν κάποια από τις αισθήσεις μας έχει σκανδαλιστεί με τον κόσμο αυτόν κι αυτό την έκαμε αδύνατη κι άρρωστη, ας τρέξουμε στον Κύριο με τις άλλες τέσσερις υγιείς αισθήσεις. Εκείνος θα σπλαχνιστεί την άρρωστη αίσθη­σή μας και θα την θεραπεύσει.

Όταν ένα μέρος τού σώματος ασθενεί, ο γιατρός συνιστά δύο είδη θεραπείας: τη φροντίδα και την καλή σίτιση του υπόλοιπου σώματος, ώστε το υγιές μέρος να δυναμώσει περισσότερο, να γίνει πιο δυνατό, για να μπορέσει ν’ αντισταθεί στο άρρωστο. Το ίδιο γίνεται και με τις ψυχές μας. Αν μέσα μας, στο νου μας, έχουμε αμφιβολίες, ας προσπαθήσουμε με την καρδιά και την ψυχή να ενισχύσουμε την πίστη μας και με τη βοήθεια του Κυρίου να θεραπεύσουμε και να δυναμώσουμε τον άρρωστο νου μας. Αν αμαρτήσαμε επειδή ξεχάσαμε την προσευχή, ας σπεύσουμε να κάνουμε έργα ελέους για ν’ αποκαταστήσουμε την προσευχητική μας διάθεση.

Ο Κύριος θα δει την πίστη μας, τις προσπάθειες και τον αγώνα μας και θα μας ελεήσει. Εκείνος με το αμέτρητο έλεός Του θα μας επιτρέψει να παρουσιαστούμε ενώπιόν Του, μπροστά στην αθάνατη και ζωοδότρα παρουσία από την οποία παίρνουν ζωή, ενισχύονται και χαροποιούνται οι αναρίθμητες αγγελικές δυνάμεις κι ο στρατός των αγίων. Στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό πρέπει ο αίνος κι η δόξα, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Πηγή: «Καιρός Μετανοίας» Ομιλίες Β’, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επιμέλεια – Μετάφραση – Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης)

8 Οκτωβρίου 2021

Οι δύο πόρνες που αγίασαν μας δείχνουν τον δρόμο


Εορτάζουν στις 8 Οκτωβρίου

Οσία Πελαγία η από Eταιρίδων, ερημίτρια στο Όρος των Ελαιών στην Ιερουσαλήμ, κατηχούμενη απ’ τον άγιο Νόνο, επίσκοπο Εδέσσης Μεσσοποταμίας (457)

Οσία Ταϊσία η πρώην πόρνη έγκλειστη σε Μονή της Αιγύπτου, κατηχούμενη απ’ τον όσιο Σεραπίων το Σιδώνιο (4ος αιώνας)

Στίχοι
Aίσχους πλυθείσα και λιπούσα τον σάλον,
Προς όρμον ήκεις Oυρανού Πελαγία.
Oγδοάτη υπάλυξε βίου πέλαγος Πελαγία.

Kρημνώ φυγούσα κρημνόν αισχύνης μέγαν,
Kρημνείς τον εχθρόν ευφυώς Πελαγία.

Eκ του ρύπου σμηχθείσα της ασωτίας,
Φαιδρά πρόσεισι τω Θεώ Tαϊσία.

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Ω, αν επενδύαμε την ίδια προσπάθεια στις ψυχές μας, όση επενδύουμε στο σώμα μας! Ω, αν ποθούσαμε να είμαστε κεκοσμημένοι με αρετές ενώπιον του Θεού και των ενδόξων αγγέλων Του, τόσο όσο επιθυμούμε να καλλωπίζουμε, την εξωτερική μας εμφάνιση με τα φθαρτά και μάταια εξωτερικά στολίδια!

Στην αρχή, τόσο η Πελαγία όσο και η Ταϊσία, γνώριζαν μόνο τα σώματά τους, ενώ οι ψυχές τους ήταν σκλάβες δεμένες στη φυλακή του σώματος. Και οι δύο ήταν στολισμένες μόνο με ματαιοδοξία: ντύνονταν ματαιόδοξα, στολίζονταν ματαιόδοξα, περιβάλλονταν με ματαιοδοξία και κολακεύονταν με ματαιοδοξία.
Αλλά τι ξαφνική αλλαγή! Τι θεϊκή εξέλιξη των γεγονότων στη ζωή τους! Πιο θαυμάσιο από το να μπολιάζεται μια αγριομηλια και να αρχίζει να βγάζει γλυκούς καρπούς· ή αν ένα φουσκωμένο, δύσοσμο έλος γινόταν ξαφνικά με διαυγές, καθαρό πόσιμο νερό.

Όταν ο επίσκοπος Νόννος, συνοδευόμενος και από άλλους επισκόπους, είδε για πρώτη φορά την αμαρτωλή Πελαγία με την εξωτερική της λαμπρότητα, ντυμένη με τα πιο ακριβά ρούχα, στολισμένη με δαχτυλίδια, κολιέ και άλλα στολίδια, αρωματισμένη και περιτριγυρισμένη από δούλους – ο επίσκοπος Νόννος άρχισε να κλαίει , και είπε στους συντρόφους του: «Στ’ αλήθεια, έμαθα πολλά από αυτήν τη γυναίκα. Ο Κύριος θα την θέσει ενώπιον της Φοβερής Του Κρίσης και θα μας ελέγξει μέσω αυτής. Πόσες ώρες περνάει αυτή η γυναίκα στο δωμάτιό της για να λούζεται, να ντύνεται, να στολίζεται και να κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέφτη – και για τι; Μόνο και μόνο για να φανεί πιο όμορφη στους άντρες.
Και εμείς, που έχουμε τον αθάνατο Νυμφίο στον ουρανό, δεν προσπαθούμε να στολίσουμε τις ψυχές μας με μετάνοια· δεν σπεύδουμε να τις λούσουμε με τα δάκρυα της μετανοίας και να τις ντύσουμε με την ομορφιά των αρετών, ώστε να παρουσιαστούν πιο όμορφες μπροστά στα μάτια του Θεού! »

Πηγή: Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο Πρόλογος της Αχρίδος»

4 Αυγούστου 2020

''Μια προειδοποίηση στον κόσμο ολόκληρο...'' ~ Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς


Γιατί μερικοί άνθρωποι περιφέρονται τόσο άσκοπα και κάνουν τόσο αδιάφορα πράγματα;

Επειδή δεν είναι βέβαιοι για το σκοπό της ζωής τους, για τον προορισμό τού επίγειου ταξιδιού τους. Γιατί μερικοί άνθρωποι υπερ­φορτώνονται με άσκοπες υποχρεώσεις, προβαίνουν σε υπερβολικές ενέργειες, σε σημείο που να μην μπορούν να κινούνται ελεύθερα κάτω από τέτοιο βάρος υποχρεώσεων;

Επειδή δε γνωρίζουν το ένα πράγμα, «ού εστι χρεία».

Μόνο ένα πράγμα μας χρειάζεται: η Βασιλεία του Θεού.

Ο θαυματουργός Χριστός προσπάθησε να στρέψει τα μάτια και την προσοχή όλων των ανθρώπων προς αυτόν τον προορισμό. Όποιος σκέφτεται έτσι, έχει ένα μόνο στόχο: τον Θεό. Ένα αίσθημα: την αγάπη. Μία νοσταλγία: να πλησιάσει τον Θεό.

Μακάριος είναι εκείνος που έφτασε σ’ αυτό το μέτρο. Ο άνθρωπος αυτός έχει γίνει σαν το φακό που συγκεντρώνει τις ακτίνες του ήλιου για να δημιουργήσει φωτιά.

Τα λόγια που είπε ο Χριστός στη Μάρθα, «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά• ενός δε εστι χρεία» (Λούκ. ι´ 41, 42), ήταν στην πραγματικότητα ένας έλεγχος, μία προειδοποίηση στον κόσμο ολόκληρο.

Κι αυτό το ένα που έχουμε πραγματική ανάγκη, είναι η Βασιλεία του Θεού (βλ. Ματθ. ϛ´ 33). Για όλα όσα είπε και έκανε ο Κύριος, είχε στον νού του τον στόχο αυτό. Εκεί είχε συγκεντρωθεί όλη η φλόγα, που φωτίζει τους ταξιδιώτες εκείνους που περιφέρονται γύρω από τις χαράδρες και τους ανεμοστρόβιλους της πρόσκαιρης αυτής ζωής...

«Και εξελθών ο Ιησούς είδε πολύν όχλον, και εσπλαγχνίσθη επ᾽ αυτοίς και εθεράπευσε τους αρρώστους αυτών» (Ματθ. ιδ´ 14). Αυτό έγινε την εποχή που ο βασιλιάς Ηρώδης είχε αποκεφαλίσει τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Κι όταν το άκουσε αυτό ο Ιησούς επιβιβάστηκε σ᾽ ένα πλοίο κι αναχώρησε «εις έρημον τόπον κατ᾽ ιδίαν» (Ματθ. ιδ´ 13).

Το συνήθιζε ο Κύριος ν᾽ αποσύρεται συχνά στην έρημο, σε ερημικές τοποθεσίες και σε βουνά.

Το έκανε αυτό για τρεις λόγους: Πρώτον, για να κάνει σύντομα διαλείμματα από τις εντατικές και πολυσχιδείς δραστηριότητές Του, ώστε να χωνέψουν κι οι άνθρωποι τις διδαχές Του και τα θαύματα που είχε κάνει.

Δεύτερον, για να δώσει το παράδειγμα στούς Αποστόλους και σε μας, πως είναι απαραίτητο ν᾽ αποσυρόμαστε, να εισερχόμαστε στο ταμιείο μας (Ματθ. ϛ´ 6), για να παραμένουμε στην προσευχή μόνοι μας με τον Θεό.

Η ησυχία κι η σιωπή καθαρίζουν τον άνθρωπο, του διδάσκουν την υποταγή στον Θεό και του χαρίζουν πνευματική διαύγεια και δύναμη.

Τρίτον, για να μας δείξει πως ο καλός και χρήσιμος άνθρωπος δεν μπορεί να κρυφτεί – «Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη» (Ματθ. ε´ 14). Έτσι έδειξε κι επισήμανε ποιος είναι ο πραγματικός τόπος για τους ερημίτες και τους μοναχούς.

Η εκκλησιαστική ιστορία το έχει αποδείξει αυτό χιλιάδες φορές.

Δεν υπάρχει ούτε ένας μοναδικός ερημίτης, άνθρωπος της προσευχής και θαυματουργός, που να κατόρθωσε να κρυφτεί από τους ανθρώπους.



Πολλοί ρωτάνε αναιτιολόγητα: Τι κάνει ο μοναχός στην έρημο;
Δεν θα ᾽ταν καλύτερα ο μοναχός να μένει στον κόσμο, ανάμεσα στους ανθρώπους, και να τους υπηρετεί; 

Πώς όμως μπορεί να φωτίσει ένα κερί που δεν είναι αναμμένο;

Ο μοναχός κουβαλάει την ψυχή του στην έρημο σαν κερί άκαφτο.
Την φέρνει στην έρημο για να την ανάψει με προσευχή, με νηστεία, με περισυλλογή και άσκηση...

Αν κατορθώσει να την ανάψει, το φως Του θα λάμψει σ᾽ ολόκληρο τον κόσμο.

Ο κόσμος θα τον ακολουθήσει και θα τον βρεί, ακόμα κι αν αυτός κρυφτεί στην έρημο, σε απομακρυσμένα βουνά η σε απρόσιτες σπηλιές. Όχι, ο μοναχός δεν είναι άχρηστος.

Είναι ικανός να γίνει πολύ πιο χρήσιμος στους άλλους από οποιονδήποτε άλλον. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά σ᾽ αυτήν την περίπτωση από τον Κύριο Ιησού. Μάταια κρυβόταν από τους ανθρώπους στην έρημο, γιατί τα πλήθη τον έβρισκαν και τον ακολουθούσαν.

Ο Κύριος τους κοίταξε και «εσπλαχνίσθη περί αυτών, ότι ήσαν εκλελυμένοι και ερριμένοι ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ´ 36).

Κάτω στις πόλεις οι συναγωγές ήταν γεμάτες από αυτόκλητους ποιμένες, που στην πραγματικότητα ήταν λύκοι με εμφάνιση προβάτων.
 
Οι άνθρωποι το ήξεραν αυτό, το ένιωθαν, όπως ήξεραν κι ένιωθαν την αμέτρητη ευσπλαχνία και αγάπη του Χριστού γι᾽ αυτούς. Οι άνθρωποι ήξεραν και ένιωθαν πως ο Χριστός ήταν ο μόνος Καλός Ποιμένας, πως η μέριμνά Του γι᾽ αυτούς ήταν γνήσια, στοργική...
 
Γι᾽ αυτό και τον ακολουθούσαν στην έρημο. Κι ο Κύριος εθεράπευσε τους αρρώστους αυτών. Οι άνθρωποι ένιωθαν πως τον χρειάζονταν τον Χριστό, δεν του ζητούσαν να θαυματουργήσει από μάταιη περιέργεια, αλλ᾽ από μεγάλη ανάγκη. Κι ο Μάρκος μας λέει πως εκεί άρχισε να τους διδάσκει.

''Μία προειδοποίηση στον κόσμο ολόκληρο...''
~ Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

(απόσπασμα απὸ το βιβλίο Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς «Ομιλίες Δ´ – Κυριακοδρόμιο», εκδ. Πέτρου Μπότση, 2012). 

- Υ.Γ. ''Να έχεις παντοτινά το νου σου στη βασιλεία των ουρανών, και εύκολα θα την κληρονομήσεις...'' ~ Aββάς Υπερέχιος

24 Ιουλίου 2020

Μετανοῶ

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς




Γιὰ ὅλες τὶς ἀνθρώπινες ἁμαρτίες

μετανοῶ ἐνώπιόν Σου, Παντελεήμων.

Νὰ τὸ σπέρμα ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν βρίσκεται στὸ αἷμα μου.

Μὲ τὴν προσπάθειά μου καὶ τὸ Ἔλεός Σου συμπνίγω

τὸν κακὸ αὐτὸ σπόρο μέρα καὶ νύχτα.

Γιὰ νὰ μὴ βλαστάνουν τὰ ζιζάνια, ἀλλὰ τὸ καθαρὸ στάρι

στὸν ἀγρὸν τοῦ Κυρίου.

Μετανοῶ γιὰ ὅλους τούς μεριμνώντας, ποὺ σκοντάφτουν

κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν μεριμνῶν καὶ δὲν ξέρουν νὰ ἀποθέσουν

τὶς μέριμνές τους ἐπάνω σὲ Σένα. Γιὰ τὸν ἀδύνατο ἄνθρωπο

ἀβάσταχτη εἶναι καὶ ἡ πιὸ μικρὴ μέριμνα, ἐνῶ γιὰ Σένα

καὶ ἕνα βουνὸ μεριμνῶν εἶναι σὰν μιὰ μπάλα χιονιοῦ

πεταμένη στὴν κάμινο τοῦ πυρός.

Μετανοῶ γιὰ ὅλους τούς ἀρρώστους, γιατί ἡ ἀρρώστια

εἶναι καρπὸς τῆς ἁμαρτίας. Ὅταν μὲ τὴν μετάνοια καθαριστεῖ

ἡ ψυχή, τότε ἡ ἀρρώστια ἐξαφανίζεται μαζὶ μὲ τὴν ἁμαρτία,

καὶ εἰσέρχεσαι στὴν ψυχὴ Ἐσύ, Αἰώνια Ὑγεία μου.

Μετανοῶ γιὰ τοὺς ἀπίστους, ποὺ μὲ τὴν ἀπιστία τους

σωρεύουν τὶς ἀνήσυχες φροντίδες τους καὶ τὶς ἀρρώστιες

ἐπάνω τους καὶ ἐπάνω στοὺς φίλους τους.

Μετανοῶ γιὰ ὅλους τους θεοβλασφήμους, ποὺ βλασφημοῦν Ἐσένα,

μὴ ξέροντας ὅτι βλασφημοῦν τὸν Οἰκοδεσπότη,

πού τοὺς ντύνει καὶ τοὺς τρέφει.

Μετανοῶ γιὰ ὅλους τους ἀνθρωποκτόνους ποὺ σκοτώνουν

τὴ ζωὴ τοῦ ἄλλου γιὰ νὰ φυλάξουν τὴ δική τους.

Συγχώρεσέ τους Παντελεήμων, γιατί δὲν ξέρουν τί κάνουν.

Γιατί δὲν ξέρουν ὅτι δὲν ὑπάρχουν στὸ Σύμπαν δύο ζωές, ἀλλὰ μία,

καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχουν δύο ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἕνας.

Καὶ κόβουν τὸ μισό τῆς καρδιᾶς γιὰ νὰ φυλάξουν τὸ ἄλλο μισό.

Ἄχ, πόσο εἶναι νεκροὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ἀποκόψει

τὸ μισό της καρδιᾶς!

Μετανοῶ γιὰ τοὺς ψευδόρκους, διότι ἀλήθεια,

καὶ αὐτοὶ εἶναι ἀνθρωποκτόνοι, αὐτόχειρες.

Γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐκμεταλλεύονται τοὺς ἀδελφούς τους

καὶ συσσωρεύουν ἄχρηστο πλοῦτο, κλαίω καὶ ἀναστενάζω,

γιατί ἔθαψαν τὴν ψυχή τους καὶ δὲν ἔχουν

μὲ τί νὰ παρουσιαστοῦν ἐνώπιόν Σου.

Γιὰ ὅλους τούς ὑπερηφάνους καὶ ἀλαζόνας κλαίω καὶ ἀναστενάζω,

γιατί εἶναι ἐνώπιόν Σου σὰν ζητιάνοι μὲ ἄδειο σακκούλι.

Γιὰ ὅλους τούς μέθυσους καὶ λαίμαργους κλαίω καὶ ἀναστενάζω,

διότι κατήντησαν δοῦλοι τῶν δούλων τους.

Γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ χαλᾶνε τοὺς γάμους, μετανοῶ,

γιατί πρόδωσαν τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ Ὁποῖο

τοὺς ἐξέλεξε γιὰ νὰ κτίζει διὰ μέσου αὐτῶν τὴν νέα ζωή,

ἐνῶ αὐτοί, τὴν διακονία τῆς ζωῆς,

μετέβαλαν σὲ καταστροφὴ τῆς ζωῆς.

Γιὰ ὅλα τὰ ψεύτικα χείλη, γιὰ ὅλα τὰ θολὰ μάτια,

γιὰ ὅλες τὶς σκληρὲς καρδιές, γιὰ ὅλες τὶς ἀχόρταγες κοιλιές,

γιὰ ὅλα τὰ σκοτεινὰ μυαλά, γιὰ ὅλες τὶς κακὲς θελήσεις,

γιὰ ὅλους τούς ἄσχημους λογισμούς, γιὰ ὅλες

τὶς ψυχοφθόρες ἐνθυμήσεις, μετανοῶ καὶ ἀναστενάζω.

Μετανοῶ, Κύριε, γιὰ τοὺς πολυλογοῦντας,

γιατί τὸ πολύτιμο δῶρο Σου,

τὸ δῶρο τοῦ λόγου, μετέβαλαν σὲ φθηνὴ ἄμμο.

Μετανοῶ, γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ καταστρέφουν

τὴν ἑστία τοῦ γείτονα καὶ τὴν εἰρήνη του,

γιατί ἔτσι μάζεψαν στὸν ἑαυτό τους καὶ στὸ λαὸ τὴν κατάρα.

Μετανοῶ, γιὰ ὅλη τὴν ἱστορία τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ

ὡς ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό, γιατί ὅλη ἡ ἱστορία εἶναι στὸ αἷμα μου.

Γιατί ἐγὼ εἶμαι μέσα στὸν Ἀδάμ, καὶ ὁ Ἀδὰμ μέσα μου.

Γιὰ ὅλους τούς μεγάλους καὶ μικρούς, ποὺ δὲν τρέμουν

μπροστὰ στὴν φοβερὰ παρουσία Σου, κλαίω καὶ κραυγάζω·

Δέσποτα Πολυέλεε, ἐλέησον καὶ σῶσον με.

8 Ιουνίου 2020

Γιατί τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐμφανίσθηκε μέ τή μορφή πύρινης γλώσσας;

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς



Ὅταν ὁ Κύριος βαπτίσθηκε στόν Ἰορδάνη τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐμφανίσθηκε ἐν εἴδει περιστερᾶς. Ἐμφανίσθηκε ὄχι γιά νά προσθέσει κάτι στόν Χριστό, ἀλλά συμβολικά, ἔτσι ὥστε νά δείξει αὐτό πού ὑπάρχει μέσα στόν Χριστό: τήν ἀκακία, τήν καθαρότητα καί τήν ταπεινότητα. Αὐτό συμβολίζει τό περιστέρι. Ὅταν οἱ ἀπόστολοι συγκεντρώθηκαν τήν πεντηκοστή ἡμέρα ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης, τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐμφανίσθηκε μέ τή μορφή πύρινων γλωσσῶν. Ἐμφανίσθηκε ὡς πύρινη γλώσσα γιά νά τούς ἀφαιρέσει κάτι καί νά τούς προσθέσει κάτι. Δηλαδή, νά ἀφαιρέσει ἀπό αὐτούς κάθε ἁμαρτία, κάθε ἀδυναμία, φόβο καί ἀκαθαρσία τῆς ψυχῆς καί νά τούς δωρίσει τή δύναμη, τό φῶς καί τή ζεστασιά. Οἱ πύρινες γλῶσσες ἐπισημαίνουν συμβολικά αὐτά τά τρία: τή δύναμη, τό φῶς καί τή ζεστασιά.


Γνωρίζεις ὅτι τό πῦρ εἶναι δυνατό, γνωρίζεις πώς φωτίζει καί ζεσταίνει. Ἀλλά ὅταν μιλᾶς γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα πρόσεξε νά μήν σκέπτεσαι ὑλικά ἀλλά πνευματικά. Γίνεται λόγος λοιπόν, γιά τήν πνευματική δύναμη, γιά τό πνευματικό φῶς καί γιά τήν πνευματική ζεστασιά.


Καί αὐτά εἶναι: ἡ δυνατή θέληση, ὁ φωτισμένος νοῦς καί ἡ ζέση τῆς ἀγάπης.


Μ΄αὐτά τά τρία πνευματικά ὅπλα ἐξόπλισε τό Ἅγιο Πνεῦμα τούς στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ γιά νά ἀντιμετωπίσουν τόν κόσμο. Ὁ Διδάσκαλος τούς εἶχε ἀπαγορεύσει ἀκόμα καί ράβδο νά φέρουν ἀπό τά ἐπίγεια ὅπλα.


Γιατί τό πῦρ ἐμφανίζεται μέ τή μορφή γλωσσῶν πάνω ἀπό τά κεφάλια τους; Ἐπειδή οἱ ἀπόστολοι ἔπρεπε μέσω τῆς γλώσσας νά κηρύξουν στούς λαούς τό χαρμόσυνο νέο, τήν εὐαγγελική ἀλήθεια καί ζωή, τήν ἐπιστήμη τῆς μετάνοιας καί τῆς συγχώρεσης.


Μέ τόν λόγο ἔπρεπε νά μάθουν, μέ τόν λόγο νά θεραπεύουν, μέ τόν λόγο νά παρηγοροῦν, μέ τόν λόγο νά ἁγιάζουν καί νά καθοδηγοῦν, μέ τόν λόγο νά φροντίζουν τήν Ἐκκλησία. Ἐπίσης, μέ τόν λόγο νά ἀμύνονται, ἀφοῦ τούς εἶπε ὁ Ὁδηγός νά μήν φοβοῦνται τούς διῶκτες καί νά μήν ὑπερασπίζονται ἑαυτούς στά δικαστήρια κατά τό δοκοῦν, ἐπειδή εἶναι ἁπλοί ἄνθρωποι, καί τούς βεβαίωσε:


«Οὐ γάρ ὑμεῖς ἔστε οἱ λαλοῦντες ἀλλά τό Πνεῦμα τοῦ πατρός ὑμῶν τό λαλοῦν ἐν ὑμῖν» (Ματθ. 10, 20). Θά μποροῦσαν ἄραγε νά μιλοῦν τή συνηθισμένη γλώσσα τῶν ἀνθρώπων γιά τό μέγιστο χαρμόσυνο νέο τό ὁποῖο ἔφθασε ποτέ στά αὐτιά τῶν ἀνθρώπων, ὅτι ὁ Θεός ἐμφανίσθηκε στή γῆ καί ἄνοιξε στούς ἀνθρώπους τίς πύλες τῆς ἀθάνατης ζωῆς; Θά μποροῦσε ἄραγε ὁ ἄνθρωπος μέ τή θνητή ἀνθρώπινη φύση νά διαδώσει αὐτό τό ζωοποιό βάλσαμο μέσα ἀπό τή δυσωδία τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καί μάλιστα ἕως τήν ἄκρη τοῦ κόσμου; Μέ τίποτα καί ποτέ.


Μόνο τό πύρινο Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μποροῦσε νά τό κάνει, τό ὁποῖο διά στόματος ἀποστόλων σκόρπισε οὐράνιες σπίθες στό ἐπίγειο σκοτάδι.


Ἀλλά, ἄνθρωπε, δέν αἰσθάνθηκες ποτέ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα σου; Δές, καί ἐσύ εἶσαι βαπτισμένος μέ Πνεῦμα· μέ νερό καί Πνεῦμα. Ἄραγε ποτέ δέν σέ ξάφνιασε μέσα σου κάποια μεγάλη καί φωτεινή σκέψη, σιωπηρός λόγος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Ποτέ δέν σέ ξάφνιασε σάν ἄνεμος καί δέν φούντωσε μέσα στήν καρδιά σου ἡ ἀγάπη γιά τόν Δημιουργό σου φέρνοντάς σου δάκρυα στά μάτια;


Παραδώσου στήν θέληση τοῦ Θεοῦ καί φύλαξε αὐτό πού δονεῖ τήν ψυχή· θά γνωρίσεις τό θαῦμα τῆς Πεντηκοστῆς, πού στάθηκε πάνω ἀπό τούς ἀποστόλους.


Εἰρήνη καί χαρά ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα.

7 Ιουνίου 2020

Ποιὰ εἶναι ἡ βλασφημία τοῦ Ἁγ. Πνεύματος;

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος)



Διάβασες στὸ Εὐαγγέλιο τοὺς λόγους τοῦ Χριστοῦ: «Πᾶσα ἁμαρτία καὶ βλασφημία ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις, ἡ δὲ τοῦ Πνεύματος βλασφημία οὐκ ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις… οὔτε ἐν τῷ νῦν αἰῶνι οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι» (Ματθ.12,31-32). Καὶ ρωτᾶς τί σημαίνει βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;

Εἶναι ἡ βλασφημία κατὰ τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς ζωῆς, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄπιστος ποὺ μισεῖ καὶ διώκει τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, βλασφημεῖ κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ αὐτόχειρας ποὺ μισεῖ καὶ ἀφαιρεῖ τὴ ζωή του, βλασφημεῖ κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐφόσον τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀποκαλεῖται καὶ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας καὶ τῆς ζωῆς. Στὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη γράφεται ὅτι ὁ Χριστὸς τρεῖς φορὲς ἐπικαλέσθηκε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὴ σημασία τοῦ Πνεύματος τῆς Ἀληθείας: «Ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ὅ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν…» (Ἰωαν. 14, 26) -«ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὅν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας…» (Ἰωάν. 15,26)- «ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰωάν. 16, 13). Ἐκεῖνος, λοιπόν,ποὺ ἀρνεῖται καὶ χλευάζει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀρνεῖται καὶ χλευάζει τὸν Θεὸ ποὺ εἶναι τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας.

Ρωτᾶς γιατί αὐτὸ τὸ ἁμάρτημα δὲν συγχωρεῖται ἐνῶ κάθε ἄλλο ἁμάρτημα συγχωρεῖται. Κοίταξε, στὸν Ζακχαῖο συγχωρέθηκε τὸ ἁμάρτημα τῆς φιλαργυρίας, σὲ ἁμαρτωλὲς γυναῖκες τὰ σαρκικὰ ἁμαρτήματα, τοῦ ληστῆ στὸ σταυρὸ οἱ ληστεῖες καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους πολλὰ ἄλλα ἁμαρτήματα. Γιατί λοιπὸν νὰ μὴν συγχωρεῖται καὶ ἡ ἄρνηση, ἡ ἀπιστία, ὁ χλευασμὸς κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;

Ἐπειδὴ στὰ μὲν πρῶτα ὑπάρχει ντροπὴ καὶ μετάνοια ἐνῶ στὸ δεύτερο δὲν ὑπάρχει. Στὰ μὲν πρῶτα, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος, ἂν καὶ ἁμαρτάνει, διαθέτει ντροπὴ καὶ φόβο ποὺ τὸν συνδέει μὲ τὸν Θεό, ἐνῶ στὸ δεύτερο ἡ σχέση μὲ τὸν Θεὸ διακόπτεται καὶ ὁ ἀσεβὴς ἄνθρωπος ἀνεπίστρεπτα καὶ ἐντελῶς ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεό. Στὰ μὲν ὑπάρχει ἀδυναμία στὸ δὲ ἐμμονή. Στὰ μὲν ἡ ψυχὴ ταξιδεύει στὸ σκοτάδι καὶ ἀποκαλεῖ τὸ σκοτάδι φῶς. Στὸ δὲ συμβαίνει ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴν ἔχει τὴν παραμικρὴ διάθεση νὰ σωθεῖ καὶ εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ Θεὸς δὲν σώζει μὲ τὴ βία.

Μία ἄλλη βλασφημία πρὸς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ ἔχθρα πρὸς τὴ ζωὴ καὶ ἡ ἀφαίρεση τῆς ζωῆς ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀποκαλεῖται καὶ χορηγός τῆς ζωῆς, δωρητὴς τῆς ζωῆς. Ἔτσι ὅταν ὁ ἄνθρωπος λαμβάνει ζωὴ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀλλὰ ἀγνοεῖ ἀπὸ ποῦ ἔλαβε τοῦτο τὸ δῶρο μὴ εὐχαριστώντας τὸν Θεό, μπορεῖ νὰ τοῦ συγχωρεθεῖ. Ἀκόμα καὶ κάποιος ποὺ γνωρίζει ἀπὸ ποῦ ἔλαβε τὸ πολύτιμο αὐτὸ δῶρο καὶ παρόλα αὐτὰ δὲν εὐχαριστεῖ τὸν Θεό, μπορεῖ νὰ τοῦ συγχωρεθεῖ. Ἀλλὰ ὅταν κάποιος λαμβάνει ζωὴ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ μὲ περιφρόνηση τὴν πετᾶ, αὐτὸς δὲν πρόκειται νὰ συγχωρεθεῖ.

Γιὰ νὰ τὸ καταλάβουμε αὐτὸ πρέπει πρὶν ἀπ’ ὅλα νὰ καταλάβουμε τί σημαίνει συγχώρεση. Συγχώρεση τοῦ ἁμαρτωλοῦ σημαίνει νὰ τοῦ ἐπιστραφεῖ πλήρως ἡ ζωή. Ἀλλὰ ὅταν κάποιος δὲν θέλει τὴ ζωὴ πολὺ δὲ περισσότερο τὴ μισεῖ καὶ τὴν ἀρνεῖται, ὁ Θεὸς δὲν ἔχει τί ἄλλο νὰ τοῦ δώσει. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν διαγράφει ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς.

 Προσευχήσου στὸν Θεὸ νὰ φυλᾶ ἐσένα καὶ τοὺς οἰκείους σου ἀπὸ ἀσυγχώρητα ἁμαρτήματα καὶ νὰ σταματᾶ τὸν ἀνόητο ξεσηκωμὸ τοῦ δημιουργήματος ἐνάντια στὸν Δημιουργό του.

 Ἀπὸ τὸν Θεὸ ὑγεία καὶ ἔλεος

 
Ἀπό τό βιβλίο: «Δρόμος δίχως Θεὸ δὲν ἀντέχεται…»,

Ἱεραποστολικὲς Ἐπιστολές, Ἐκδ. Ἐν Πλῷ  πηγή

30 Μαΐου 2020

Τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Αρχ. Ἀχρίδος




Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας γιορτάζει τὴ μνήμη μίας πολὺ μικρῆς ὁμάδας μαθητῶν καὶ ὀπαδῶν Του. Σήμερα παρουσιάζει μπροστά σου μόνο τριακόσιους δεκαοκτὼ γλυκεῖς, εὐώδεις καὶ ἀμάραντους καρπούς. Μιὰ μικρὴ ἀλλά ἐκλεκτὴ ὁμάδα. Αὐτοὶ εἶναι οἱ τριακόσιοι δεκαοκτὼ ἅγιοι πατέρες τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ συνῆλθε στὴ Νίκαια τὸ 325 μ. Χ., τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, γιὰ τὴν ὑπεράσπιση, ἀποσαφήνιση καὶ βεβαίωση τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης.

Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὴν Ἐκκλησία εἶχαν ἐμφανιστεῖ «λύκοι βαρεῖς» (Πράξ. κ' 29), πού φοροῦσαν ροῦχα ὅμοια μὲ τῶν ποιμένων. Αὐτοὶ εἶχαν ἔκλυτη ζωὴ καὶ γι' αὐτὸ δὲν μποροῦσαν νὰ βροῦν μέσα τους τόπο γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ἔπεσαν κι οἱ ἴδιοι, ἀλλά παρέσυραν καὶ τοὺς πιστοὺς σὲ πλάνες. Ἡ διδασκαλία τους ἦταν διαβρωτική, ὅπως κι ἡ ζωή τους. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα λοιπὸν σύναξε τοὺς ἁγίους αὐτοὺς τοῦ Θεοῦ σὲ μιὰ Σύνοδο, ὥστε νὰ φανοῦν οἱ ἀληθινοὶ διδάσκαλοι τοῦ Χριστοῦ, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς πλανεμένους· νὰ φανεῖ ἡ δύναμη ἐκείνων πού ἀγωνίζονται γιὰ τὸν Χριστὸ ἐναντίον ἐκείνων πού τὸν πολεμοῦν καὶ νὰ διακριθεῖ ὁ γλυκὺς καρπὸς τοῦ καλοῦ Δέντρου, πού εἶναι ὁ Χριστός, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς σάπιους καὶ πικροὺς καρποὺς τοῦ δέντρου τοῦ πονηροῦ.

Οἱ ἅγιοι πατέρες ἔλαμψαν στὴ Νίκαια ὅπως τὰ ἄστρα στὸν οὐρανό, πού παίρνουν τὸ φῶς τους ἀπὸ τὸν ἥλιο. Ἔτσι καὶ ἐκεῖνοι φωτίστηκαν ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ κι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἦταν Χριστοφόροι ἄνθρωποι, ὁ Χριστὸς ζοῦσε κι ἔλαμπε μέσα ἀπὸ τὸν καθένα τους. Ἦταν οὐρανοπολίτες μᾶλλον παρὰ πολίτες τῆς γῆς, ἀγγελόμορφοι, ἔμοιαζαν περισσότερο μὲ ἀγγέλους παρὰ μὲ ἀνθρώπους. Ἦταν πραγματικὰ «ναὸς Θεοῦ ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω» (Β' Κόρ. στ' 16).

Πιστεύω πώς εἶναι ἀρκετὸ ν' ἀναφερθῶ σὲ τρεῖς μόνο ἀπ’αὐτούς· ἐκείνους πού σοῦ εἶναι οἱ πιὸ γνωστοί, γιὰ νὰ 'χεις μιὰ ἰδέα πῶς ἦταν κι οἱ ὑπόλοιποι τριακόσιοι δεκαπέντε. Κι ἀναφέρομαι στὸν ἅγιο πατέρα Νικόλαο, στὸν ἅγιο Σπυρίδωνα καὶ στὸν ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Μέγα. Πολλοὶ ἀπό τούς ἅγιους πατέρες ἔφτασαν στὴ Σύνοδο φέροντας στὸ σῶμα τους τραύματα πού εἶχαν δεχτεῖ γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ ἅγιος Παφνούτιος, γιὰ παράδειγμα, εἶχε χάσει τὸ ἕνα του μάτι ὅταν τὸν βασάνιζαν. Ὅλοι τους ἔλαμπαν ἀπὸ ἕνα ἐσωτερικὸ φῶς πού προερχόταν ἀπὸ τὸν Θεό, ἕνα φῶς ὅπου διακρινόταν καθαρὰ ἡ ἀλήθεια. Ὡς ἀκόλουθοι τοῦ Ἐσταυρωμένου δὲν λογάριαζαν τὰ βασανιστήρια. Ἡ ἀφοβία τους στὴν ὑπεράσπιση τῆς ἀλήθειας ἦταν μέγιστη, ἀπεριόριστη. Μὲ τὴ θεόσδοτη γνώση τῆς ἀλήθειας πού κατεῖχαν καὶ τὴν τόλμη τους στὴν ὑπεράσπισή της, οἱ ἅγιοι αὐτοὶ πατέρες ἀναίρεσαν καὶ συνέτριψαν τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρείου καὶ καθιέρωσαν τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, πού κρατοῦμε ὡς σήμερα καὶ ὁμολογοῦμε ὡς τὴ μόνη σωστικὴ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ.

Tό σημερινὸ εὐαγγέλιο δέν μᾶς μιλάει γιὰ τὴ Σύνοδο αὐτή, ἀλλά γιὰ τὴν τελευταία προσευχὴ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ στὸν Οὐράνιο Πατέρα Του. Γιατί διαβάζουμε τὸ εὐαγγέλιο αὐτὸ στὴ σημερινὴ γιορτή; Ἐπειδὴ δείχνει τὴν ἐπιρροή του στὴν Πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Μὲ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς αὐτῆς ὁ Θεὸς ἐνίσχυσε τοὺς ἁγίους πατέρες τῆς Συνόδου καὶ τοὺς ἔκανε ἀτρόμητους ὑπερασπιστὲς τῆς ἀλήθειας, νικητὲς στὶς ἀμφισβητήσεις καὶ τὴν κακία ἀνθρώπων καὶ δαιμόνων. Νά, πῶς ἀρχίζει ἡ προσευχὴ αὐτή:

«Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε» (Ἰωάν. ιζ' 1). Ὅλα ὅσα δίδαξε ὁ Κύριος στοὺς ἀνθρώπους, τὰ εἶχε ἐφαρμόσει ὁ ἴδιος. Εἶχε διδάξει τοὺς ἀνθρώπους πῶς νὰ προσεύχονται: «Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς...» (Ματθ. στ' 9). Ὁ ἴδιος σήκωσε τὸ βλὲμμα Του στοὺς οὐρανούς, ὅπου κατοικεῖ ὁ Πατέρας Του καὶ εἶπε: «Πάτερ!» Δὲν εἶπε «Πάτερ ἡμῶν», ὅπως κάνουμε ἐμεῖς, ἀλλά ἁπλά «Πάτερ!» Μόνο Αὐτὸς θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ «Πατέρα μου». Αὐτὸς καὶ κανένας ἄλλος, εἴτε στὸν οὐρανὸ εἴτε στὴ γῆ, ἀφοῦ Αὐτὸς μόνο εἶναι ὁ Μονογενὴς Υἱός τοῦ Οὐράνιου Πατέρα, ὁ μόνος ἴσος μὲ τὸν Πατέρα τόσο κατὰ τὴν ὕπαρξη ὅσο καὶ κατὰ τὴν οὐσία· ὁ μοναδικὸς Υἱός τοῦ μοναδικοῦ Πατέρα. Ἐμεῖς εἴμαστε μόνο υἱοί ἐξ υἱοθεσίας, μὲ τὴ χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν. Δέν σήκωσε μόνο τὰ σωματικά Του μάτια ἀλλά καὶ τὰ πνευματικά, κυρίως αὐτά. Ὁ Ἄσωτος «οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανόν ἐπᾶραι» (Λουκ. ιη' 13), γιατί αἰσθανόταν τὴν ἁμαρτωλοτητά του. Ὁ Κύριος ὅμως ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν ἐλεύθερα, γιατί ἦταν ἀναμάρτητος.

Ἡ ὥρα Του -ἡ ὥρα τοῦ μεγάλου πάθους- πλησίαζε. Μόνο Αὐτὸς ἔβλεπε τὴν ὥρα αὐτή, τὴν πιὸ φοβερὴ ἀπὸ καταβολῆς καὶ ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Μόνο Αὐτὸς τὴν ἔβλεπε καθαρὰ ἀπὸ τὴν ἀρχή, τὴν προεῖπε ἀπὸ τὴν ἀρχή καὶ μίλησε γι' αὐτὴν στοὺς μαθητές Του. Οἱ μαθητὲς Του ὅμως δὲν τὸ κατάλαβαν αὐτό, δὲν τὸ ἔβαλαν στὴν καρδιά τους, δὲν τὸ ἔκαναν δικό τους, ὡς τὴ στιγμὴ πού ἡ ὥρα δὲν ἀπεῖχε πιὰ μέρες, ἀλλά λεπτά.

«Δόξασόν σου τὸν υἱόν!» Δόξασέ Τον τὴ φοβερὴ αὐτὴ ὥρα, ὅπως τὸν δόξασες μέχρι τώρα. Δόξασέ Τον στὸ θάνατο, ὅπως τὸν δόξασες στὴ ζωή. Δόξασέ Τον στὴν ταπείνωση καὶ στὰ πάθη Του, ὅπως τὸν δόξασες μέ τούς δυνατοὺς λόγους καὶ τὰ ἔργα Του. Δόξασέ Τον στοὺς ἀνθρώπους, ὅπως τὸν εἶχες δοξάσει ἀπὸ τὴν ἀρχή στοὺς ἀγγέλους Σου. Δόξασε τὸν Υἱόν Σου «ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε». Ἂν ἀπὸ τὸ πρῶτο μέρος τῆς πρότασης φαίνεται πώς ὁ Υἱός εἶναι κατώτερος ἀπὸ τὸν Πατέρα, στὸ δεύτερο αὐτὸ μέρος βλέπουμε καθαρὰ τὴν ἰσότητά Τους καὶ τὴν ἀμοιβαία συμμετοχὴ στὴν ἴση δύναμή Τους. Ὁ Πατέρας δοξάζει τὸν Υἱό καὶ ὁ Υἱός δοξάζει τὸν Πατέρα, μὲ ἀδιαίρετη δύναμη καὶ ἀδιαίρετη ἀγάπη. «Πᾶς ὁ ἀρνούμενος τὸν υἱὸν οὐδὲ τὸν πατέρα ἔχει» (Α' Ἰωάν. β' 23). Ὁ Πατέρας ἔστειλε τὸν Υἱὸ στὸν κόσμο· ὁ Υἱός φανέρωσε τὸν Πατέρα στὸν κόσμο.

Τίποτα δέν θὰ ξέραμε γιὰ τὸν Υἱό χωρὶς τὸν Πατέρα, οὔτε γιὰ τὸν Πατέρα χωρὶς τὸν Υἱό, ὅπως δέν θὰ γνωρίζαμε γιὰ τὸ φῶς, ἂν δὲν ὑπῆρχε ὁ ἥλιος. Μὰ οὔτε καὶ γιὰ τὸν ἥλιο θὰ ξέραμε ἂν δὲν τὸν φανέρωνε τὸ φῶς. Ὁ ἀπόστολος χρησιμοποιεῖ τὴ σύγκριση αὐτὴ καὶ ὀνομάζει τὸν Χριστὸ «ἀπαύγασμα τῆς δόξης (τοῦ Πατρὸς)» (Ἑβρ. α' 3). Ὁ Κύριος δέν ζητᾶ νὰ δοξαστεῖ ἀπὸ τὸν Πατέρα γιὰ χάρη τοῦ ἰδίου, μὰ γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων, ὅπως βλέπουμε ἀπὸ τ' ἀκόλουθα λόγια:

«Καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. ιζ' 2). Προσέξτε μὲ ποιὸ τρόπο ὁ Κύριος ἀναφέρεται στὴ δόξα Του: μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος! Τὸ κάνει, γιὰ νὰ γίνει τὸ μέσον πού θὰ χαρίσει στοὺς ἀνθρώπους τὴν αἰώνια ζωή. Αὐτὸ εἶναι πού ζητᾶ ἀπὸ τὸν Πατέρα Του. Αὐτὴ εἶναι ἡ δόξα πού ζητάει. Τὴ στιγμὴ πού οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἑτοιμάζουν ἕνα πικρὸ ποτήρι θλίψεων, γεμάτο μὲ βάσανα, ἱδρῶτα καὶ αἷμα, Ἐκεῖνος προσεύχεται γιὰ νὰ δώσει στοὺς ἀνθρώπους αἰώνια ζωή. Ἡ ἀπάντησή Του στὴν πιὸ βαριὰ πέτρα, εἶναι τὸ γλυκύτερο ψωμί. Κι ἀνέφερε ἀρκετὲς φορὲς ὅτι ὁ Πατέρας τοῦ ἔδωσε δύναμιν ἐπὶ πάσης σαρκός. «Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου» (Ματθ. ια' 27), εἶπε. Κι ἀλλοῦ πάλι: «Πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι» (Ἰωάν. ιστ' 15). Ἀλλά καὶ μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του, ὅταν φανερώθηκε στοὺς μαθητὲς Του εἶπε: «ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κη' 18).

Ὅπως λοιπὸν εἶχε λάβει ἐξουσία πάνω σὲ κάθε ὕπαρξη, ὁ Κύριος ζητάει τώρα ἀπὸ τὸν Πατέρα Του ἐξουσία στὴν αἰώνια ζωὴ γιὰ τὶς ψυχὲς ἐκεῖνες πού τὸν εἶχαν ἐμπιστευτεῖ, νὰ τοὺς χαρίσει δηλαδὴ τὴν αἰωνιότητα. Ἄλλο πράγμα εἶναι νὰ ἔχεις ἐξουσία πάνω στὸν ὑλικὸ καὶ φθαρτὸ κόσμο κι ἄλλο νὰ ἔχεις στὴ δικαιοδοσία σου τὴν αἰώνια ζωή. Ὅταν στὴν ἀρχή θέλησε ὁ Θεὸς νὰ δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο, ζωντανὸ καὶ ἀθάνατο, στὴ δημιουργία ἔλαβε μέρος ἡ Ἁγία Τριάδα, ὅπως διαβάζουμε στὴ Γένεση (α' 26): «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα ἡμετέραν». Τώρα, πού ὁ Λυτρωτὴς καὶ Σωτήρας τοῦ κόσμου θέλει νὰ δώσει αἰώνια ζωὴ στοὺς θνητοὺς ἀνθρώπους, προσφεύγει στὸν Πατέρα, ἐνῶ εἶναι αὐτονόητη καὶ ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στὴν περίπτωση αὐτή, ὅπως καὶ στὴ δημιουργία, ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι ἀποκλειστικὸ χάρισμα τῆς Ἁγίας Τριάδας.

Καὶ στὴ μιὰ περίπτωση καὶ στὴν ἄλλη, ἡ αἰώνια ζωὴ δηλώνεται πώς εἶναι τὸ μέγιστο ἀγαθὸ πού χαρίζει ὁ Θεός. Ἡ στιγμὴ πού ὁ ἄνθρωπος ἀποκαθίσταται στὴν αἰώνια ζωὴ εἶναι ἀνυπέρβλητη, μοναδική, ὅπως κι ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν πηλό. Τὸ νὰ κάνεις ἕνα θνητὸ ἄνθρωπο ἀθάνατο εἶναι τόσο μεγαλειώδης καὶ θεϊκὴ πράξη, ὅσο κι ἡ δημιουργία ἀπὸ τὸν πηλό.

«Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν» (Ἰωάν. ιζ' 3). Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ στὴν ἐπίγεια ζωὴ μας εἶναι ἀπαρχὴ καὶ πρόγευση τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ γιὰ μᾶς πού ζοῦμε ἀκόμα στὴ γῆ. Πῶς ὅμως θὰ εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ στὴ μέλλουσα κατάστασή μας; «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη» (Α' Κορ. β' 9). Αὐτὸ τὸ ἀποκάλυψε πνευματικὰ ὁ Θεὸς σ' αὐτὸν τὸν κόσμο μόνο σὲ κείνους πού Τὸν εὐαρέστησαν. Ἡ μεγαλύτερη εὐφροσύνη ὅμως στὴν αἰώνια ζωή, στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, πρέπει νὰ συνίσταται στὴ μέγιστη γνώση τοῦ Θεοῦ, στὴ θέα τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὅταν μιλοῦσε γιὰ τὰ παιδιὰ εἶχε πεῖ: «... οἱ ἄγγελοι αὐτῶν ἐν οὐρανοῖς διὰ παντὸς βλέπουσι τὸ πρόσωπον τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. ιη' 10).

Ἡ ἀκόρεστη θέαση τοῦ Θεοῦ, ἡ διαρκής ζωὴ μὲ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, μέσα σὲ μιὰν ἀνέκφραστη ἀγαλλίαση καὶ χαρά, ἀέναη δοξολογία κι ἀγάπη, δὲν εἶναι ζωὴ ἀγγελική, πού ἁρμόζει καὶ στοὺς ἁγίους στὸν ἄλλο κόσμο; Δὲν εἶναι ζωὴ μὲ γνώση τοῦ Θεοῦ; Ὅσο ζοῦμε στὸν κόσμο αὐτόν, στὴ γῆ, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος, «βλὲπομεν δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δέ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α' Κορ. ιγ' 12). 

Ἡ γνώση πού ἔχουμε τώρα γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι μερική, τότε ὅμως θὰ εἶναι πλήρης. Ἑπομένως, δὲν πρέπει νὰ νομίζουμε πώς ἕνας ἄνθρωπος γνωρίζει τὸν Θεὸ ὅταν φτάνει μὲ τὶς διεργασίες τοῦ νοῦ στὸ συμπέρασμα πώς ὁ Θεὸς ὑπάρχει κατὰ κάποιο τρόπο καὶ κατοικεῖ κάπου.

Τὸ Θεὸ γνωρίζει ἐκεῖνος πού νιώθει μέσα του ἀλλά καὶ γύρω του τὴ ζείδωρη πνοὴ τοῦ Θεοῦ· αὐτὸς πού μὲ τὴν καρδιά, τὸ νοῦ καὶ τὴν ψυχὴ του αἰσθάνεται τὴ μεγαλειώδη καὶ φοβερὴ παρουσία τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ στὴ φύση, μὰ καὶ στὴν προσωπικὴ ζωή του.

Γιατί ὁ Χριστὸς τονίζει τὰ λόγια τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν; Ἐπειδὴ θέλει νὰ προφυλάξει τοὺς μαθητές Του ἀπὸ τὸν πανθεϊσμὸ καὶ τὴν εἰδωλολατρεία, νὰ βεβαιώσει γιὰ μιὰ ἀκόμα φορά τὰ λόγια πού εἶπε μέσω τοῦ Μωυσῆ: «Ἐγώ εἰμὶ Κύριος ὁ Θεός σου... οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ» (Ἐξ. κ' 2, 3). Καὶ γιατί ἐπισημαίνει πώς αἰώνια ζωὴ εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ; Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἀποκαλύπτεται μέσω τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅσο μπορεῖ ν' ἀποκαλυφθεῖ στὸ θνητὸ ἄνθρωπο, κι ἐπειδὴ μόνο μέσα ἀπὸ τὸν Χριστὸ μποροῦν νὰ φτάσουν οἱ ἄνθρωποι στὴν πληρέστερη γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅσο αὐτὸ εἶναι δυνατὸ σ' αὐτὸν τὸν κόσμο. Ὅπως εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς στοὺς Ἰουδαίους, «εἰ ἐμὲ ᾔδειτε, καὶ τὸν πατέρα μου ᾔδειτε ἄν» (Ἰωάν. η' 19). Ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ βγαίνει ἀβίαστα τὸ συμπέρασμα πώς τὸν Πατέρα μποροῦμε νὰ τὸν γνωρίσουμε μόνο μέσω τοῦ Υἱοῦ, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

«Ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω» (Ἰωάν. ιζ' 4). Τί σημαίνουν τὰ λόγια ἐπὶ τῆς γῆς; Σημαίνουν πώς αὐτὸ τὸ ἔκανε ἐν σαρκί, ζώντας ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Τὸ ἔργο πού ἔκανε καὶ τελείωσε ὁ Κύριος ἐν σαρκί, ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, ἦταν ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Μέχρι τὴν ὥρα τοῦ θανάτου Του στὸ σταυρό, τὸ ἔργο αὐτὸ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ λόγια ζωοποιά, τέτοια πού δὲν εἶχαν ξανακουστεῖ στὴ γῆ, καθὼς κι ἀπὸ ἀμέτρητα θαύματα, τέτοια πού δὲν εἶχαν ξαναγίνει. Ὁ Κύριος ὅμως πιστώνει τὰ λόγια καὶ τὰ ἒργα Του στὸν Οὐράνιο Πατέρα, γιὰ νὰ διδάξει σ' ἐμᾶς τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ὑπακοή.

«Καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί» (Ἰωάν. ιζ' 5). Τί μποροῦν νὰ ποῦν τώρα ἐκεῖνοι πού λένε πώς ὁ Χριστὸς ἦταν ἕνας συνηθισμένος ἄνθρωπος, ἕνα πλάσμα τοῦ Θεοῦ ὅπως καὶ τ' ἄλλα πλάσματά Του; Ὁ Κύριος ἐδῶ μιλάει γιὰ τὴ δόξα πού εἶχε μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα Του πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου! Εἶπε κάποτε ὁ Κύριος γιὰ τὸν ἑαυτό Του: «πρὶν ᾿Αβραὰμ γενέσθαι ἐγώ εἰμι» (Ἰωάν. η' 58). Εἶπε πώς ὑπῆρχε πρὶν ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ. Αὐτὸ μόνο μποροῦσε νὰ πεῖ στοὺς ἄφρονες Ἰουδαίους, μὰ στὴν προσευχὴ Του εἶπε πώς ὑπῆρχε καὶ μάλιστα μὲ δόξα, πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου. Δὲν ἤθελε νὰ τοὺς ἀποκαλύψει περισσότερα. Τώρα ὅμως μὲ τὴν προσευχή Του, τὸ ἀποκαλύπτει στὸν κόσμο ὁλόκληρο. Γιατί τώρα μόνο; Ἐπειδὴ γνωρίζει ὡς παντογνώστης πώς ἡ προσευχή Του θὰ φτάσει στ' αὐτιὰ τῶν ἀνθρώπων μόνο μετὰ τὴν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του, τότε πού θὰ εἶναι εὔκολο νὰ πιστέψουν οἱ ἄνθρωποι στὴν προαιώνια δόξα Του.

Ἡ δόξα Του εἶναι ἴδια μὲ τὴ δόξα τοῦ Πατέρα, ἀφοῦ εἶναι «δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας» (Ἰωάν. α' 14). Δὲν εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς πώς «πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι» (Ἰωάν. ιστ' 15); Ἑπομένως ἡ δόξα τοῦ Πατέρα εἶναι καὶ δική Του δόξα. Τόσο στὴ δόξα ὅσο καὶ στὴν ἐξουσία εἶναι ἴσος μὲ τὸν Πατέρα. Τότε γιατί προσεύχεται στὸν Πατέρα νὰ τὸν δοξάσει; Δέν ζητάει νὰ δοξαστεῖ ὡς πρὸς τὴ Θεία φύση Του, ἀλλὰ τὴν ἀνθρώπινη. Γιὰ τὸν πλασμένο κόσμο ἡ ἀνθρώπινη φύση Του εἶναι καινούργια, ὄχι ἡ Θεία. Ἡ ἀνθρώπινη φύση Του πρέπει νὰ θεωθεῖ, νὰ φτάσει στὴ Θεία δόξα, ὥστε κι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι νὰ προσεγγίσουμε τὴ δόξα Του. Αὐτὸ εἶναι τὸ τέλος, τὸ στεφάνωμα ὅλων ὅσα ἔκανε ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο μυστήριο τῆς εἰρήνευσης τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ἡ εὐλογημένη υἱοθεσία τους ὡς κατὰ Χάρη υἱῶν, μέσω τῆς δόξας τοῦ Θεανθρώπου.

Πρόσεξε ἐπίσης ποιὰ σπουδαία στιγμὴ διάλεξε ὁ Κύριος γιὰ νὰ προσευχηθεῖ στὸν Πατέρα καὶ νὰ τὸν δοξάσει. Κι αὐτὸ ἔγινε τότε πού, ὅπως εἶπε ὁ ἴδιος, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὁ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω. Αὐτὴ εἶναι μιὰ πολὺ καθαρὴ καὶ σαφὴς διδασκαλία πρὸς ἐμᾶς. Μᾶς λέει πώς, γιὰ νὰ περιμένουμε ἀνταπόδοση ἀπὸ τὸν Θεό, πρέπει πρῶτα νὰ τηρήσουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Θυμήσου τὰ προφητικὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ πώς, στὸ τέλος τοῦ χρόνου, ὅταν «μέλλει γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεσθαι ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ, καὶ τότε ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ» (Ματθ. ιστ' 27). Εὐλογημένοι καὶ μακάριοι θὰ εἶναι τότε οἱ ἅγιοι κι οἱ δίκαιοι, γιατί θὰ λάβουν ὡς ἀνταπόδοση ἑκατὸ φορὲς περισσότερα ἀπ’ ὅσα καλὰ ἔργα ἔκαμαν, θὰ λάμψουν σὰν τὸν ἥλιο μὲ τὸ φῶς τῆς δόξας τοῦ Χριστοῦ, μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ Ὑψίστου.

«᾿Εφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι» (Ἰωάν. ιζ' 6). Ποιὸ εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ πού φανέρωσε ὁ Κύριος στὸν κόσμο; τὸ ὄνομα «Πατέρας». Τὸ ὄνομα αὐτὸ ἦταν ἄγνωστο τόσο στοὺς εἰδωλολάτρες ὅσο καὶ στοὺς Ἰουδαίους. Εἶναι μιὰ ὁλότελα καινούργια ἀποκάλυψη στὸν κόσμο. οἱ προφῆτες κι οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γνώριζαν τὸν Θεὸ μὲ τὰ ὀνόματα «Θεός», «Δημιουργός», «Κύριος», «Βασιλιᾶς», «Κριτής», ποτὲ ὅμως δὲν τὸν ἤξεραν ὡς «Πατέρα». Τὸ ὄνομα αὐτὸ ἦταν ἄγνωστο στοὺς ἀνθρώπους ἀνά τούς αἰῶνες.

Κανένας θνητὸς ἄνθρωπος δέν θὰ μποροῦσε ν' ἀποκαλύψει τὸ οἰκεῖο αὐτὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, γιατί κανένας θνητὸς δέν θὰ μποροῦσε νὰ νιώσει τὴν πατρότητα τοῦ Δημιουργοῦ Του, ζώντας κάτω ἀπὸ τὸ ζυγὸ τοῦ σκότους καὶ τοῦ τρόμου, τῆς ἁμαρτίας. Κι αὐτὸ πού δὲν μπορεῖ νὰ νιώσει κανείς, ἀκόμα κι ἂν τὸ ἐκφράσει μὲ τὴ γλώσσα του, δὲν ἔχει οὐσιαστικὴ σημασία. Μόνο ὁ Μονογενὴς Υἱός μπορεῖ ν' ἀποκαλέσει τὸν Θεὸ «Πατέρα». «ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο» (Ἰωάν. α' 18).

Σὲ ποιὸν ἀποκάλυψε ὁ Κύριος τὸ γλυκύτατο αὐτὸ ὄνομα τοῦ «Πατέρα»; Στοὺς ἀνθρώπους, οὕς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. Κάποιοι σχολιαστὲς νομίζουν πώς τόνισε ἰδιαίτερα ἐκ τοῦ κόσμου, ὥστε νὰ μὴ θεωρηθεῖ ὅτι ἀναφέρεται στοὺς ἀγγέλους, τοὺς «οὐράνιους ἀνθρώπους», ἀλλά στοὺς συνηθισμένους, τοὺς ἐπίγειους ἀνθρώπους. Ὁπωσδήποτε ὅμως φαίνεται πιὸ ὀρθὸ νὰ θεωρήσουμε πώς ὁ Κύριος ἐδῶ ἀναφέρεται στοὺς μαθητές Του, τόσο μὲ τὴ στενὴ ὅσο καὶ μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια. Αὐτὸ προκύπτει μὲ σαφήνεια ἀπὸ ἐκεῖνα πού λέει στὴ συνέχεια στὴν προσευχή Του: «Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευσόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ» (Ἰωάν. ιζ' 20). Τὸ σκεπτικὸ ἐκείνων πού ἰσχυρίζονται πώς στὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ ὑπάρχει ὁ «προορισμός», πού διακρίνουν στὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ προειλημμένη ἀπόφαση σωτηρίας ἡ καταδίκης, εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμο.

«Σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας» (Ἰωάν. ιζ' 6). Δηλαδή, δικοί Σου ἦταν ὡς πλάσματα καὶ δοῦλοι, Σὲ γνώριζαν μόνο ὡς Δημιουργὸ καὶ Κριτή. Τώρα ὅμως ἔμαθαν ἀπὸ Ἐμένα τὸ γλυκύτερο καὶ ἀγαπητὸ ὄνομά Σου, υἱοθετήθηκαν ἀπὸ Μένα κατὰ Χάρη. Μοῦ τοὺς ἔδωσες ὡς σκλάβους, γιὰ νὰ τοὺς παραδώσω σὲ Σένα ὡς υἱούς. Ἀπόδειξαν πώς εἶναι ἄξιοι τῆς τιμῆς αὐτῆς, γιατί τὸν λόγον σου τετηρήκασι. Μὲ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος ὁ Κύριος ἐδῶ ἐγκωμιάζει τοὺς μαθητές Του στὸν Οὐράνιο Πατέρα Του. Καὶ συνεχίζει τὰ ἐγκώμια Του:

«Νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν» (Ἰωάν. ιζ' 7). οἱ πονηροὶ Ἰουδαῖοι δὲν ἤθελαν νὰ τὸ καταλάβουν αὐτό. Γι' αὐτὸ καὶ συκοφαντοῦσαν τὸν Κύριο, ἔλεγαν πώς εἶχε δαιμόνιο καὶ πώς ἡ θαυματουργική Του δύναμη προερχόταν ἀπὸ τὸν Βεελζεβούλ, τὸν ἄρχοντα τῶν δαιμόνων. Πρέπει νὰ 'χουμε κατὰ νοῦ πώς ἀνάμεσα στοὺς πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων ὑπῆρχε κάποια σύγχυση καὶ διαφωνία γιὰ τὸν Χριστό: Ἦταν ἀπὸ τὸν Θεὸ ἡ ὄχι; Ἔτσι μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε γιατί ὁ Κύριος ἐδῶ ἐγκωμιάζει τοὺς ἀποστόλους πού πίστευαν πώς ἦταν Θεός. Πάντα ὅσα δέδωκάς μοι, δηλαδή, ὅλα τὰ λόγια κι ὅλα τὰ ἔργα.

«Ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας» (Ἰωάν. ιζ' 8). Μὲ τὰ ρήματα πρέπει νὰ κατανοήσουμε ὅλη τὴ σοφία καὶ τὴ δύναμη πού ἔδωσε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές Του, ὄχι μόνο τὰ λόγια. Τὴν ἐνέργεια τῆς σοφίας καὶ τῆς δύναμης τὴν εἶχαν ἤδη δοκιμάσει οἱ μαθητὲς ὅλο τὸ διάστημα πού ἔζησαν κοντὰ στὸν Κύριο στὴ γῆ καὶ εἶχαν πειστεῖ πώς ὅλη ἡ σοφία κι ἡ δύναμή Του ἦταν ἀπὸ τὸν Θεό.

«᾿Εγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι» (Ἰωάν. ιζ' 9). Μήπως αὐτὸ σημαίνει πώς ὁ Κύριος δὲν προσεύχεται γιὰ ὅλον τὸν κόσμο, ἀλλά μόνο γιὰ τοὺς μαθητές Του; οἱ μαθητὲς ἦταν ἡ καλὴ γῆ, ὅπου ὁ οὐράνιος Σπορέας ἔσπειρε τὸ σωστικό Του σπόρο. Γιὰ τὸν ἀγρό αὐτόν, πού ὁ ἴδιος ὁ Σπορέας καλλιέργησε κι ἔσπειρε, προσευχήθηκε στὸ πρῶτο μέρος.

Ὁ Κύριος τὸ ἔκανε αὐτὸ γιὰ νὰ μᾶς διδάξει πώς πρέπει νὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ ταπεινοφροσύνη μόνο αὐτὰ πού μᾶς εἶναι ἀπαραίτητα. Μέσα στὴν ἀκαλλιέργητη καὶ ἄγονη γῆ αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ὁ ἴδιος διάλεξε ἕνα μικρὸ ἀγρό, τὸν περιέφραξε κι ἔσπειρε ἐκεῖ τὸν πολύτιμο σπόρο. Καθὼς ὁ σπόρος αὐτὸς ἀναπτύσσεται καὶ καρποφορεῖ, ὁ ἀγρὸς μεγαλώνει κι ὁ σπόρος ποὺ θὰ σπαρεῖ θὰ εἶναι περισσότερος. Ἑπομένως δὲν εἶναι φυσικὸ γιὰ τὸ γεωργὸ νὰ προσεύχεται μόνο γιὰ τὸν περιφραγμένο, καλλιεργημένο καὶ σπαρμένο ἀγρό κι ὄχι γιὰ τὸν ἄγονο κι ἀκαλλιέργητο;

Πολλοὶ νεωτεριστὲς στὴ διαδρομὴ τῆς Ἱστορίας, φυσιωμένοι ἀπὸ τὶς γνώσεις καὶ τὴν ἔπαρσή τους, προσπάθησαν μὲ τὶς θεωρίες τους νὰ φέρουν τὴν εὐτυχία στὸ ἀνθρώπινο γένος μὲ μιὰ κίνηση, κάνοντας ἔκκληση σ' ὁλόκληρο τὸν κόσμο. οἱ προσπάθειές τους ὅμως γρήγορα ἐκμηδενίστηκαν καὶ χάθηκαν σὰν φουσκάλες τοῦ νεροῦ, ἀφήνοντας τὸν ἀπατημένο κόσμο σὲ ἀκόμα μεγαλύτερη δυστυχία.

Τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου ἔχουν μιὰν ἀόρατη, μιὰ δυσθεώρητη ἀρχή, ὅπως ὁ σπόρος τοῦ σιναπιοῦ πού σπέρνεται κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς γῆς κι ἀναπτύσσεται ἀργά. Ὅταν μεγαλώσει ὅμως καὶ γίνει δέντρο, δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κουνήσει κανένας ἄνεμος. Ὅταν γίνεται σεισμὸς καταστρέφει πύργους ὑψηλούς, κατασκευάσματα ἀνθρώπων, μὰ δὲν μπορεῖ νὰ βλάψει οὔτε ἕνα δέντρο. Σὲ κάθε περίπτωση ὁ Κύριος δὲν μπορεῖ νὰ προσευχήθηκε στὸν Πατέρα Του μόνο γιὰ τοὺς μαθητές Του, ἀλλά ὅπως θὰ δοῦμε ἀργότερα, καὶ περὶ τῶν πιστευὸντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ. Καὶ πάλι ὅμως ὄχι γιὰ ὅλους τούς ἄγονους κι ἀκαλλιέργητους ἀγροὺς τοῦ κόσμου, ἀλλά μόνο γιὰ τὸν διευρυμένο ἀγρό, ὅπου οἱ μαθητὲς θὰ σπείρουν τὸν πολύτιμο σπόρο τοῦ εὐαγγελίου.

«Καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς» (Ἰωάν. ιζ' 10). Ἐκτός ἀπὸ τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά Του, ὁ Υἱός εἶναι σὲ ὅλα ἴσος μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἴσος στὴν ἰσότητα καὶ τὴν ἀθανασία  ἴσος στὴ δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία  ἴσος στὴ σοφία καὶ τὴ δικαιοσύνη. Στὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τους ὅμως, ὁ Πατέρας εἶναι ἀγέννητος, ὁ Υἱὸς εἶναι γεννητὸς καὶ τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ἡ σχέση τοῦ Πατέρα μὲ τὸν Υἱό εἶναι τοῦ Γεννήτορα καὶ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τῆς Πηγῆς. Ἡ κυριότητα κι ἡ αὐθεντία σ' ὅλα τὰ πλάσματα τοῦ ὁρατοῦ καὶ ἀόρατου κόσμου ἀνήκουν ἐξίσου καὶ ἀδιαίρετα στὸν Πατέρα, τὸν Υἱό καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἡ οὐσία κι ἡ ὕπαρξη τῶν τριῶν προσώπων εἶναι μιὰ ἀόρατη μονάδα, τῶν ὑποστάσεων εἶναι ἀσύγχυτη Τριάδα.

Ἔτσι ὅλα ὅσα ἔχει ὁ Πατέρας τὰ ἔχει καὶ ὁ Υἱός καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς πιστοὺς τοῦ Χριστοῦ. Ἀνήκουν στὸν Πατέρα ὅπως ἀνήκουν καὶ στὸν Υἱό, καθὼς καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Γιατί ὁ Κύριος εἶπε λίγο νωρίτερα, Σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας καὶ τώρα λέει, καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά; Ἐπειδὴ ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Πατέρα τοὺς εἶχε παραλάβει ἀπὸ Ἐκεῖνον ὡς ἀκατέργαστο ὑλικὸ κι ὁ ἴδιος τούς ἐπεξεργάστηκε καὶ τοὺς λύτρωσε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Καὶ τώρα τοὺς παραδίδει ξανὰ καλλιεργημένους καὶ λυτρωμένους στὸν Πατέρα Του. Ἑπομένως ὅσα εἶναι τοῦ Πατέρα εἶναι δικά Του  κι ὅσα εἶναι δικά Του, εἶναι καὶ τοῦ Πατέρα.

Ὅπως εἶναι δύσκολο νὰ μοιράσεις τὴν ἀγάπη δυὸ ἀνθρώπων πού ἀγαπιοῦνται, τὸ ἴδιο εἶναι καὶ νὰ μοιράσεις αὐτὸ πού ἀνήκει ξεχωριστὰ στὸν καθένα. Ὁ Κύριος εἶπε ἐπίσης: «καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς». Ὡς Θεὸς δοξάζεται ἀπό τούς ἀνθρώπους. Κι ὡς ἄνθρωπος δοξάζεται ἐνώπιόν τῆς Ἁγίας Τριάδας καὶ τῶν ἀγγέλων. Ἀπὸ τί ἐγκωμιάζεται ἕνα δέντρο ἂν ὄχι ἀπό τούς καρπούς του; Ὁ Κύριος δέν ζητεῖ μάταιη δόξα, κενή, ζητεῖ τὴ δόξα Του ἀπό τούς καρποὺς Του -τοὺς μαθητές Του- πού τὸν ἀκολούθησαν μὲ πίστη καὶ καλὰ ἔργα, μὲ ἀγάπη καὶ ζῆλο. Ὑπάρχουν γονεῖς πού ζητοῦν μεγαλύτερη δόξα ἀπ’ αὐτὴν πού τοὺς δίνουν τὰ παιδιά τους; Ἡ μεγαλύτερη χαρὰ τοῦ Κυρίου εἶναι νὰ δοξάζεται ἀπὸ τὰ παιδιά Του, τοὺς πιστοὺς ὀπαδούς Του.

«Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς» (Ἰωάν. ιζ' 11). Γιατί λέει ὁ Κύριος πώς δὲν εἶναι πιὰ στὸν κόσμο; Ἐπειδὴ τελείωσε τὸ ἔργο Του καὶ τώρα πιὰ περιμένει νὰ ὑποστεῖ τὸ ἔσχατο καὶ μέγιστο πάθος, νὰ σφραγίσει τὸ τελειωμένο ἒργο μὲ τὸ ἀθῶο αἷμα Του.

Προσέξτε μὲ πόση ἀγάπη προσεύχεται γιὰ τοὺς μαθητές Του! Καμιὰ μητέρα δέν θὰ προσευχόταν μὲ τόση στοργὴ γιὰ τὰ παιδιά της. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτούς. Τοὺς ἀφήνει ὡς πρόβατα ἀνάμεσα σὲ λύκους. Ἂν δὲν τοὺς προστάτευε κάποιο μάτι ἀπὸ τὸν οὐρανό, θὰ τοὺς εἶχαν κατασπαράξει ὅλους οἱ λύκοι. Τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου, ὡς γονιός, ὡς Πατέρας. Γίνου δικός τους Πατέρας, ὅπως εἶσαι καὶ δικός Μου. Μὲ τὴν πατρική Σου ἀγάπη στήριξέ τους καὶ προστάτεψέ τους ἀπό τους κακοὺς λύκους, ὁδήγησέ τους, ἵνα ὦσιν ἕν καθὼς ἡμεῖς. Στὴν τέλεια αὐτὴ ἑνότητα δέν θὰ δεῖς μόνο τὴν πανίσχυρη δύναμη τῶν πιστῶν, μὰ καὶ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ὁ Πατέρας κι ὁ Υἱός ἔχουν τὴν ἴδια οὐσία καὶ διαφέρουν μόνο στὰ πρόσωπα, ἂς γίνει τὸ ἴδιο καὶ στοὺς πιστούς: πολλὰ καὶ διάφορα τὰ πρόσωπα, ἀλλά οὐσιαστικὰ ἕνας στὴν ἀγάπη, τὸ θέλημα καὶ τὸ νοῦ. 

Καὶ συνεχίζει ὁ Κύριος: «Ὅτε ἤμην μετ' αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ» (Ἰωάν. ιζ' 12). Κανένας ἀπ’ὅσους διάλεξε ὁ Κύριος δέν θὰ χαθεῖ, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἰούδα τὸν προδότη, ὅπως εἶναι γραμμένο καὶ στὴ Γραφή. Ὁ Ἰούδας βέβαια δέν χάθηκε ἐπειδὴ εἶναι γραμμένο, ἀλλ' ἐπειδὴ ἔδειξε ὅτι ἀπίστησε στὸν Θεὸ καὶ λάτρεψε τὸ χρῆμα. Στὴν Ἁγία Γραφὴ ἔχουν γραφεῖ τὰ ἑξῆς προφητικὰ λόγια γιὰ τὸν Ἰούδα: «Ὁ ἐσθίων ἄρτους μου, ἐμεγάλυνεν ἐπ' ἐμέ πτερνισμὸν» (Ψαλμ. μ' 10), τὸ χωρίο αὐτό ἐξηγεῖ ὁ Ἰωάννης στὸ εὐαγγέλιό του (βλ. Ἰωάν. ιγ' 18). «Καί τήν ἐπισκοπὴν αὐτοῦ λάβοι ἕτερος» (Ψαλμ. ρη' 8), ἀναφέρει ξανὰ ἡ Ἁγία Γραφή. Καὶ οἱ δυὸ αὐτὲς προφητεῖες ἐκπληρώθηκαν στὸν Ἰούδα. Ἔφαγε τὸν ἄρτο μαζὶ μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ κι ἔπειτα σήκωσε τὴν φτέρνα ἐναντίον Του, ὅπως λέει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μὲ τὰ λόγια τοῦ προφήτη: «Ὁ τρώγων μετ' ἐμοῦ τὸν ἄρτον ἐπῆρεν ἐπ' ἐμέ τὴν πτέρναν» (Ἰωάν. ιγ' 18). Καὶ μετὰ τὴν προδοσία του ὁ Ἰούδας κρεμάστηκε κι ὁ Ματθίας πῆρε τὴν ἀποστολικὴ θέση του. Καὶ τελειώνει ὁ Κύριος:

«Νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς» (Ἰωάν. ιζ' 13). Ὁ Κύριος κάνει τὴν προσευχὴ αὐτὴ πρὸς τὸν Οὐράνιο Πατέρα Του λίγο προτοῦ ἀποχωριστεῖ ἀπό τούς μαθητές Του κι ἀπὸ τὸν κόσμο. Ὁ Κύριος γνωρίζει πώς τὸν περιμένει ὁ θάνατος κι ὁ τάφος. δέν μιλάει γι' αὐτὸ ὅμως στὸν ἀθάνατο Πατέρα Του, ἀφοῦ ὁ θάνατος κι ὁ τάφος δὲν ἔχουν καμιὰ σημασία στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Μιλάει γιὰ ἐπιστροφὴ στὸν Πατέρα Του -νῦν δέν πρὸς σὲ ἔρχομαι- στὴν αἰώνια δόξα -τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον, πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. Μετὰ προσεύχεται γιὰ τοὺς μαθητές Του, γιὰ νὰ ἔχουν τὴ δική Του χαρὰ καὶ μάλιστα πεπληρωμένην.

Τί εἴδους χαρὰ εἶναι αὐτή; Εἶναι ἡ χαρὰ πού ἔχει ὁ ὑπάκουος γιὸς ὅταν ἐκπληρώνει τὸ θέλημα τοῦ πατέρα του. Εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ εἰρηνοποιοῦ, πού ἡ δική του ἐσωτερικὴ καὶ θεϊκὴ εἰρήνη δὲν μπορεῖ νὰ διαταραχθεῖ ἀπὸ τὰ παραληρήματα αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ νοικοκύρη, πού ἀφοῦ καθάρισε τὸν ἀγρό του, τὸν ὄργωσε καὶ τὸν ἔσπειρε, ὕστερα βλέπει τὸν καρπὸ ν' ἀναπτύσσεται, νὰ ὡριμάζει καὶ ν' ἀποδίδει. Εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ νικητή, πού κατατρόπωσε ὅλους τούς ἐχθρούς του καὶ χάρισε τὴ δύναμη τῆς νίκης στοὺς φίλους του, γιὰ νὰ 'ναι νικητὲς ὡς τὸ τέλος τοῦ χρόνου. Εἶναι τελικὰ ἡ χαρὰ τῆς ἁγνῆς καὶ θεοφίλητης καρδιᾶς, ἡ χαρὰ αὐτὴ πού εἶναι ζωή, ἀγάπη καὶ δύναμη. Τέτοια χαρὰ εἶναι στὴν πληρότητά της ἐκείνη πού ζητοῦσε ὁ Κύριος γιὰ τοὺς μαθητὲς Του προτοῦ ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν κόσμο.

Ἡ προσευχὴ αὐτὴ πού ἔκανε ὁ Κύριος Ἰησοῦς πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατό Του εἶχε τὴν ἄμεση καὶ πλήρη προσοχὴ τοῦ Πατέρα Του. Τ' ἀποτελέσματά της φάνηκαν σύντομα. Τὴ στιγμὴ τοῦ μαρτυρίου του ὁ πρωτομάρτυρας τῆς χριστιανικῆς πίστης ἀρχιδιάκονος Στέφανος, εἶδε «δόξαν Θεοῦ καὶ τὸν Ἰησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. ζ' 55). Κι ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος γράφει πώς ὁ Θεὸς «ἐκάθισεν (τὸν Χριστὸ) ἐν δεξιᾷ αὐτοῦ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ὑπεράνω πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας καὶ δυνάμεως καὶ κυριότητος καὶ παντὸς ὀνόματος ὀνομαζόμενου οὐ μόνον ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλά καί ἐν τῷ μέλλοντι· καὶ πάντα ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ» (Ἐφ. α' 20-22). Αὐτὰ ἀναφέρονται στὴ δόξα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Γιὰ τὴν πνευματικὴ ἑνότητα τῶν πιστῶν τώρα, ὅλα ἐξελίχτηκαν ἀκριβῶς ὅπως ὁ ἴδιος ζήτησε ἀπὸ τὸν Πατέρα Του. Στὶς Πράξεις τῶν ἀποστόλων ἀναφέρεται πώς «ἦσαν προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν» (Πράξ. α' 14) καὶ «τοῦ δέ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία» (δ' 32).

Ὅπως ἔχουμε ἤδη ἀναφέρει, ἡ προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ δὲν ἀναφέρεται μόνο στοὺς ἀποστόλους -ἂν καὶ κατὰ κύριο λόγο ἀναφέρεται σ' αὐτοὺς- ἀλλά καὶ σ' ὅλους ἐκείνους πού πίστεψαν ἤ θὰ πιστέψουν στὸν Χριστὸ ἀπὸ τὰ λόγια τους. Ἡ προσευχὴ αὐτὴ ἑπομένως ἦταν καὶ γιὰ τοὺς ἅγιους πατέρες τῆς Πρώτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού γιορτάζουμε σήμερα. Τήρησον αὐτούς, προσευχήθηκε ὁ Χριστὸς στὸν Πατέρα Του. Κι ὁ Πατέρας τοὺς τήρησε καὶ τοὺς προφύλαξε ἀπὸ τὶς πλάνες τοῦ Ἀρείου. Τοὺς φώτισε, τοὺς ἐνέπνευσε καὶ τοὺς ἐνίσχυσε μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα γιὰ νὰ ὑπερασπιστοῦν καὶ νὰ ὁμολογήσουν τὴν ὀρθόδοξη πίστη.

Ἡ προσευχὴ αὐτὴ ὅμως ἔγινε καὶ γιὰ ὅλους ἐμᾶς πού ἔχουμε βαφτιστεῖ στὴν ἀποστολικὴ Ἐκκλησία καὶ πού μάθαμε ἀπό τούς ἀποστόλους καὶ τοὺς διαδόχους τους τὸ σωτήριο ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Σωτήρα μας.

Ἀδελφοί μου! Σκεφθεῖτε πώς ὁ Κύριος Ἰησοῦς λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ θάνατό Του, ἐδῶ καὶ δυὸ χιλιάδες χρόνια, σκέφτηκε καί σᾶς, προσευχήθηκε στὸν Θεὸ γιὰ σᾶς! Εὔχομαι ἡ παντοδύναμη αὐτὴ προσευχὴ νὰ σᾶς προστατεύει καὶ νὰ σᾶς καθαρίζει ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, νὰ σᾶς γεμίζει χαρὰ καὶ νὰ ἑνώσει τὶς καρδιὲς καὶ τὶς ψυχές σας! Εἴθε καὶ μεῖς νὰ δοξολογοῦμε ἑνωμένοι τὸν Πατέρα, τὸν Υἱό καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν!

 

23 Μαΐου 2020

Ομιλία Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς στο Ευαγγέλιο της Κυριακής του Τυφλού





(Ευαγγέλιο: Ιωαν. θ΄1-38)

Μέγας είναι ο Θεός μας, μεγάλα τα έργα Του! Δεν υπάρχει αρχή και τέλος στα θαυμάσιά Του (πρβλ. Ψαλμ. οστ΄13,14)! Δεν υπάρχουν μάτια που να ’χουν δει όλ’ αυτά τα θαυμάσια, δεν υπάρχει γλώσσα να τα διηγηθεί, μα ούτε και νους να τα συλλάβει.

Τα μάτια είδαν κι όταν ήρθε ο θάνατος έκλεισαν. Η γλώσσα διηγήθηκε και μουγγάθηκε. Ο νους συνέλαβε κι έπειτα όλα τα κάλυψε η λήθη. Ποιός μπορεί να γνωρίσει τα θαυμάσια και ν’ αγνοεί το θαυματουργό; Και ποιός μπορεί να δει το θαυματουργό και να εξακολουθήσει να ζεί;

Όλη η φωτιά ήρθε στη γη κι εξακολουθεί να έρχεται από τον ήλιο. Γιατί δεν κατέβηκε ο ίδιος ο ήλιος στη γη, αντί να παρουσιάζεται λίγο στη γη, λίγο στο νερό, λίγο στον αέρα, λίγο στα δάση και λίγο στα ζώα; Γιατί σε κάθε μερική παρουσίασή του ο ήλιος κρύβεται πίσω από ένα σκούρο και κρύο παραπέτασμα; Γιατί δεν κατέβηκε ολόκληρος στη γη για να φτιάξει τα πράγματα που γίνονται με τη φωτιά και το φώς του, φορώντας σάρκα και περιορισμένος μέσα στη σάρκα; Επειδή αν πλησίαζε κοντά πολύ κοντά, η γη θα έλιωνε, θα εξαφανιζόταν σαν ατμός, θα χανόταν.

Ποιός θνητός θα μπορούσε να βρεθεί κοντά στον ήλιο και να ζήσει; Και ο ήλιος δεν είναι παρά δημιούργημα του Θεού. Μπροστά στο φώς του Θεού ο ήλιος είναι σαν σκοτάδι. Ποιός επομένως θα μπορούσε να κοιτάξει το Θεό των θαυμασίων και να ζήσει;

Και σού είναι εύκολο να κατανοήσεις ότι ο Κύριος Ιησούς έπρεπε να κρύψει την αστραφτερή λάμψη της θεότητάς Του κάτω από το πυκνό και σκοτεινό κάλυμμα της ανθρωπίνης σάρκας; Ποιός άνθρωπος θα μπορούσε ν’ αντέξει και να επιζήσει μπροστά στήν παρουσία Του;

Και κάτι ακόμα. Αν δεν είχε περιορίσει τη δόξα της θεότητάς Του, ποιός άνθρωπος θα μπορούσε να σωθεί; Για να πούμε την αλήθεια, αν κάτι θα ήταν δύσκολο για τον Κύριο Ιησού, αυτό ήταν σίγουρα να περιορίσει τη δόξα της θεότητάς Του, παρά να τη φανερώσει.

Ακριβώς λοιπόν επειδή περιόρισε με πολλή σοφία τη δόξα της θεϊκής Του δύναμης, η ζωή Του στη γη ήταν η τέλεια αρμονία του Θεού με τον άνθρωπο.

Αδελφοί μου! Σαν άνθρωπος ο Χριστός δεν είναι λιγότερο θαυμαστός από ό,τι είναι ως Θεός. Και ως Θεός και ως άνθρωπος είναι θαυμαστός, είναι το θαύμα των θαυμάτων. Δεν είναι όμως κάποιο θαύμα που έγινε από μαγεία, μαντεία ή κάποιο επιδέξιο τέχνασμα. Είναι το θαύμα της σοφίας του Θεού, της δύναμις και της αγάπης Του για το ανθρώπινο γένος.

Ο Κύριος δεν έκανε θαύματα για να τον εγκωμιάσουν οι άνθρωποι. Μήπως πηγαίνει κάποιος από μας σε νοσοκομείο και κυκλοφορεί ανάμεσα σε τρελούς, κουφούς, άλαλους και λεπρούς για να λάβει τον έπαινό τους; Μήπως ο βοσκός θεραπεύει το πρόβατό του, για ν’ ακούσει το εγκωμιαστικό βέλασμά του; Τα θαύματα Του ο Κύριος τα έκανε μόνο για να βοηθήσει τους απελπισμένους και να δείξει έτσι πως ο Θεός φανερώθηκε στους ανθρώπους από τη μεγάλη Του αγάπη.

***

Το σημερινό ευαγγέλιο περιγράφει ένα από τ’ αμέτρητα θαύματα που έκανε ο Θεός. Με αυτό φανερώνεται η αγάπη του Χριστού για τους ανθρώπους που υποφέρουν, αλλ’ αποκαλύπτεται για μιά ακόμα φορά κι η θεότητά Του.

Εκείνο τον καιρό, «παράγων ο Ιησούς, είδεν άνθρωπον τυφλόν εκ γενετής» (Ιωάν. θ΄1). Πριν απ’ αυτό αναφέρεται πως οι Ιουδαίοι είχαν πάρει πέτρες για να ρίξουν στον Ιησού που ήταν στο ναό, επειδή μιλούσε την αλήθεια. Την ώρα που οι κακούργοι Ιουδαίοι σκέφτονταν μόνο πως θα κάνουν κακό στον Κύριο, Εκείνος σκεφτόταν μόνο πως θα ευεργετήσει τους ανθρώπους.

Ένας άνθρωπος καθόταν εκεί ζητώντας ελεημοσύνη. Κανένας από τους κακεντρεχείς διώκτες του Χριστού, τους επαίσχυντους άρχοντες και πρεσβυτέρους του λαού, δεν ήταν πρόθυμος ν’ ασχοληθεί με τον φτωχό αυτόν άνθρωπο. Ακόμα κι αν κάποιος απ’ αυτους έριχνε λίγα νομίσματα στα χέρια του, το έκανε περισσότερο για να τον δουν οι άνθρωποι, παρά από αγάπη γι’ αυτόν. Με τη γλώσσα του Μωυσή ο Κύριος είχε πει παλιότερα για τέτοιους ανθρώπους: «Γενεά εξεστραμμένη εστίν, υιοί, οίς ούκ έστι πίστις» (Δευτ. λβ΄20). Ο στοργικός Κύριος στάθηκε μπροστά στον άνθρωπο αυτόν, έτοιμος να τον βοηθήσει πραγματικά.

«Και ηρώτησαν αυτόν οι μαθηταί αυτού λέγοντες· ραββί, τις ήμαρτεν, ούτος ή οι γονείς αυτού, ίνα τυφλός γεννηθεί;» (Ιωαν. θ΄2). Λίγο νωρίτερα ο Κύριος είχε θεραπεύσει τον παραλυτικό στην προβατική κολυμβήθρα και του είχε πεί: «Μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρον σοι τι γένηται» (Ιωαν. ε΄14). Γίνεται φανερό από τα λόγια του Χριστού πως ο άνθρωπος εκείνος, που ήταν τόσα πολλά χρόνια ανάπηρος, έφταιγε ο ίδιος με τις αμαρτίες του για την αρρώστια του. Η περίπτωση του γεννημένου τυφλού όμως ήταν ασαφής και γι’ αυτό οι μαθητές ρώτησαν το Χριστό: Τις ήμαρτεν;

Το ότι πολλά παιδιά υποφέρουν για τις αμαρτίες των γονιών τους, έχει ξεκαθαριστεί από την αρχή. Το ότι ο Θεός επιτρέπει μερικές φορές να υποφέρουν τα παιδιά για τις αμαρτίες των γονιών τους, έχει κι αυτό ξεκαθαριστεί από την Αγία Γραφή (Α΄ Βασ. ια΄ 12, κα΄ 29). Αυτό μπορεί να φανεί άδικο μόνο σ’ εκείνους που έχουν συνηθίσει να θεωρούν τους ανθρώπους σαν ξεχωριστές οντότητες, σα να ’ναι τελείως αποκομμένοι ο ένας από τον άλλον. Όποιος όμως θεωρεί το ανθρώπινο γένος ως έναν οργανισμό, δε θα το λογαριάσει αυτό ούτε άδικο ούτε αφύσικο.

Όταν ένα αμαρτωλό μέλος τραυματίζεται, τα άλλα μέλη που δεν έχουν αμαρτήσει, υποφέρουν. Είναι πολύ πιό δύσκολο να εξηγήσεις πως και πότε μπορεί να αμάρτησε ο άνθρωπος που γεννήθηκε τυφλός, παρά να ορίσεις την αιτία της τυφλότητας. Σαν απλοί άνθρωποι οι απόστολοι δέχτηκαν τη δεύτερη αυτή εκδοχή, χωρίς να σκεφτούν αν υπάρχει και τρίτη. Σ’ αυτους φαινόταν πιό πιθανό στην περίπτωση αυτή ν’ αμάρτησαν οι γονείς του τυφλού. Θυμήθηκαν όμως τα λόγια που είπε ο Χριστός στον παραλυτικό (μηκέτι αμάρτανε), και συνέδεσαν κατά κάποιο τρόπο τη μιά περίπτωση με τήν άλλη. Ήταν σαν να του έλεγαν: Ήταν καθαρό σε μας τότε από τα ίδια τα λόγια Σου, πως ο άνθρωπος εκείνος προκάλεσε μόνος του την αρρώστια. Μπορεί όμως να ισχύει το ίδιο και σ’ αυτήν την περίπτωση; Ο τυφλός αυτός άνθρωπος αμάρτησε ο ίδιος ή αμάρτησαν οι γονείς του;

Αν ο Κύριος έκανε τη στιγμή αυτή στους μαθητές του την ερώτηση: «Πώς νομίζετε πως θα μπορούσε να έχει αμαρτήσει για να γεννηθεί τυφλός;», οι μαθητές Του θα βρίσκονταν σε αμηχανία. Σαν τελευταίο επιχείρημα ίσως επικαλούνταν την κοινή αμαρτία του ανθρώπινου γένους από την αμαρτία του Αδάμ, όπως λέει ο Ψαλμωδός: «Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου» (Ψαλμ. ν΄5).

Η πιθανότητα ν’ αναφέρονταν οι μαθητές στο σκεπτικό ορισμένων γραμματέων και φαρισαίων (που δεν ήταν δικό τους, το είχαν δανειστεί από την Άπω Ανατολή), πως η ψυχή του ανθρώπου, προτού γεννηθεί, είχε πιθανώς ζήσει σε κάποιο άλλο σώμα και πως σ’ αυτήν την προηγούμενη ζωή είχε ζήσει με τρόπο που άξιζε ν’ ανταμειφθεί ή να τιμωρηθεί σ’ αυτήν τη ζωή, είναι πολύ μικρή. Αυτή είναι μιά φιλοσοφική υπόθεση, που δε θα ’ταν δυνατό να την ήξεραν οι απλοϊκοί και πιστοί Γαλιλαίοι ψαράδες.

Ο σοφός Διδάσκαλος απάντησε στην ερώτηση των μαθητών: «Ούτε ούτος ήματρτεν ούτε οι γονείς αυτού, αλλ’ ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ» (Ιωαν. θ΄2). Δηλαδή, όπως λέει ο ιερός Χρυσόστομος: «ὅτι αμάρτησε αυτός ή οι γονείς του, δεν είναι εδώ η αιτία της τυφλότητας» Για τον Ιώβ δεν ειπώθηκε αν αμάρτησε ο ίδιος ή οι γονείς του που τον βρήκαν τόσες συμφορές κι αρρώστιες, ώστε αναγκάστηκε να κραυγάσει: «Φύρετε δε μου το σώμα εν σαπρία σκωλήκων, τήκω δε βώλακας γης από ιχώρος ξύων» (Ιώβ, ζ΄ 5).

Για τα βάσανα και τις αρρώστιες που βρίσκουν τον άνθρωπο στη γη, ίσως υπάρχουν κι άλλες αιτίες, εκτός από τις αμαρτίες του ίδιου ή των γονιών του. Στην περίπτωση του ανθρώπου που γεννήθηκε τυφλός, η αιτία ήταν ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ.

Ευλογημένοι είναι εκείνοι που πάνω τους φανερώνονται τα έργα του Θεού, που τα χρησιμοποιεί για την ψυχική τους σωτηρία. Ευλογημένος είναι ο φτωχός άνθρωπος που όταν το έλεος του Θεού τον κάνει πλούσιο και διάσημο, εκείνος νιώθει και δέχεται το έλεός Του με ευχαριστία. Ευλογημένος είναι ο απελπισμένος ανάπηρος που ο Θεός του δίνει την υγεία του κι αυτός υψώνει την καρδιά του στον αθέατο Θεό, το μοναδικό ευεργέτη του.

Πόσο ορατά είναι κάθε μέρα στον καθένα μας τα έργα του Θεού! Τι χαρά νιώθουν όλοι εκείνοι που μέσα από τα έργα αυτά ο Θεός ανοίγει την πνευματική τους όραση για να θεωρούν το Θεό! Αλίμονο σε κείνους που, ενώ στα χέρια τους αφθονούν τα δώρα του Θεού, εκείνοι του γυρίζουν την πλάτη και ακολουθούν σαν τυφλοί τους σκοτεινούς και ματαιόδοξους δρόμους τους. Τα έργα του Θεού φανερώνονται σε όλους μας κάθε μέρα, αφού ο Θεός είναι μαζί μας κάθε μέρα και ώρα της επίγειας ζωής μας.

Τα έργα του Θεού λειτουργούν για τη σωτηρία του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά. Τα έργα του Θεού στον εκ γενετής τυφλό όμως συντελούν στη σωτηρία πολλών. Τα έργα αυτά αποκάλυψαν πραγματικά πως ο Θεός κατέβηκε στη γη, έζησε ανάμεσα στους ανθρώπους. Τα έργα αυτά φανέρωσαν πως ανάμεσα στους ανθρώπους ζουν περισσότεροι πνευματικά τυφλοί παρά σωματικά. Αποδείχτηκε επίσης με τα έργα αυτά πως ένας συνετός άνθρωπος, που έχει από το Θεό κάποιο σωματικό χάρισμα, θα το χρησιμοποιήσει για να εμπλουτίσει την ψυχή του με αληθινή πίστη.

Προβλέποντας όλους αυτους τους καρπούς της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού, ο Κύριος είπε ικανοποιημένος στους μαθητές Του: Ούτε ούτος ήμαρτεν ούτε οι γονείς αυτού, αλλ’ ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ. Ήταν σα να ’θελε να πει: Αφήστε κατά μέρος τώρα το ερώτημα για το ποιός φταίει, ο ίδιος ή ο πατέρας του. Δεν αξίζει ν’ ασχοληθούμε μ’ αυτό αυτή τη στιγμή. Αν αμάρτησε αυτός και οι γονείς του, μπορώ αυτή τη στιγμή να τους συγχωρήσω, να πάρω την αμαρτία πάνω Μου και να τους κηρύξω αθώους. Όλ’ αυτά είναι δευτερεύοντα τώρα μπροστά σ’ εκείνο που είναι να φανερωθεί. Και τα έργα του Θεού (όχι ένα αλλά πολλά) θα φανερωθούν με τον άνθρωπο αυτόν και το γεγονός αυτό θα καταγραφεί στο ευαγγέλιο, ώστε να λειτουργήσει για τη σωτηρία πολλών.

Πραγματικά, για τα χρόνια που υπόφερε ο γεννημένος τυφλός άνθρωπος, θ’ αποζημιωθεί εκατονταπλασίονα. Κι η ανταπόδοσης που δίνει ο Θεός σε κείνους που υπόφεραν για χάρη Του είναι αιώνια, άφθαρτη. Ο Νικηφόρος, ένας σοφός σχολιαστής του ευαγγελίου, λέει για τον εκ γενετής τυφλό άνθρωπο: «Ο άνθρωπος που γεννήθηκε τυφλός, θα ένιωθε πολύ λιγότερη στενοχώρια από εκείνον που κάποτε είχε την όρασή του κι έπειτα την έχασε. Ήταν τυφλός κι αργότερα αποζημιώθηκε γι’ αυτή τη μικρή και σχεδόν ασήμαντη λύπη του. Και έλαβε διπλή όραση: τη φυσική από τη μιά, με την οποία μπορούσε να βλέπει και να θαυμάζει τον ορατό κόσμο γύρω του, και την πνευματική από την άλλη, με την οποία αναγνώρισε κι ομολόγησε το Δημιουργό του κόσμου.

«Εμέ δεί εργάζεσθαι τα έργα του πέμψαντός με έως ημέρα εστίν· έρχεται νύξ ότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι» (Ιωάν. θ΄4). Αυτά είπε ο Κύριος στους μαθητές Του. Με τα λόγια αυτά τους εξήγησε το κίνητρο για το θαύμα που επρόκειτο να κάνει στο γεννημένο τυφλό άνθρωπο. Ήταν σα να ’θελε να πει: «Θεού είναι αυτό τό έργο, όχι ανθρώπου. Εκείνος που μ’ έστειλε-είπε από ταπείνωση κι αγάπη για τον Πατέρα- κάνει τέτοια έργα. Έτσι κι Εγώ που είμαι μονογενής Υιός Του, μου αρμόζει να κάνω μόνο τέτοια έργα. Η χρήση δύναμης είναι ανθρώπινη πρακτική, δεν είναι για Μένα. Οι άνθρωποι έχουν ως κίνητρα τη ζήλεια, το φθόνο και την εκδίκηση. Δικά Μου κίνητρα είναι η αλήθεια και το έλεος. Κι αν οι άνθρωποι σηκώσουν πέτρες εναντίον Μου, Εγώ θα τους δώσω τον άρτο της ζωής».

Πόσο διάστημα θα γίνεται αυτό; Έως ημέρα εστί, δηλαδή όσο διαρκεί η ζωή. Η νύχτα, δηλαδή ο θάνατος, έρχεται. Και τότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι. Αυτό έχει μιά γενικότητα, αναφέρεται σε όλους τους ανθρώπους, μα όχι στον Κύριο. Ο Κύριος εργάζεται και στο θάνατο. Κατεβαίνει στον Άδη, καταργεί το θάνατο κι ελευθερώνει τους δίκαιους προπάτορες κι όλους όσοι ευαρέστησαν στον Κύριο. Αλλά και μετά την Ανάστασή Του, από τον αόρατο κόσμο, συνέχισε να επιτελεί θαύματα μέχρι σήμερα και θα τα επιτελεί ως τη συντέλεια του κόσμου. Η νύχτα ποτέ δε θα σταματήσει τον Κύριο να εργάζεται και να θαυματουργεί. Η ημέρα Του καλύπτει ολόκληρο το χρόνο, τον διαπερνάει και φτάνει στην αιωνιότητα. Στην πραγματικότητα όσο διαρκεί η δική Του μέρα, δε θα παύσει να εργάζεται. Γι’ αυτό κι οι άνθρωποι, όσο κρατάει η δική τους μέρα, πρέπει ν’ ακολουθήσουν το δικό Του παράδειγμα και να εργάζονται, από τη γέννηση ως το θάνατό τους. Η μεγάλη νύχτα, ο θάνατος, θα έρθει στους ανθρώπους. Και τότε κανένας άνθρωπος δε θα μπορεί να εργάζεται, όπως θα ήθελε.

Είναι αλήθεια πως οι άγιοι είναι ενεργοί και μετά το θάνατό τους. Εργάζονται μέσα στην Εκκλησία του Θεού, και τη βοηθούν με διάφορους τρόπους. Τότε όμως δεν εργάζονται σύμφωνα με τη δική τους θέληση, αλλά με τη θέληση του Θεού. Ο Θεός εκτελεί το θέλημά Του μέσω των αγίων, επειδή εκείνοι (οι άγιοι) αγάπησαν το Θεό όσο ζούσαν στη γη. Κανένας δεν μπορεί μετά το θάνατό το να κάνει κάποιο έργο που θα ωφελήσει τον ίδιο σ’ εκείνον τον κόσμο ή να βελτιώσει τη θέση του εκεί. Κανένας δεν μπορεί μετά το θάνατό του να κερδίσει κάποια χάρη από το Θεό. Ούτε κι οι άγιοι δεν μπορούν να κερδίσουν μεγαλύτερη χάρη απ’ αυτήν που έχουν. Η χάρη του Θεού κερδίζεται μόνο σ’ αυτή τη ζωή. Το πνευματικό κεφάλαιο ή η πνευματική χρεωκοπία επιτυγχάνονται μόνο σ’ αυτή τη ζωή. Γι’ αυτό και τα λόγια του Κυρίου, έρχεται νύξ ότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι, δεν πρέπει να εκληφθούν ως έκφραση της δικής Του κατάστασης κατά ή μετά το θάνατο Του, αλλ’ ως μιά σοβαρή κι έγκαιρη προειδοποίηση προς τους ανθρώπους.

«Όταν εν τω κόσμω ώ, φως ειμί του κόσμου» (Ιωαν. θ΄5), είπε ο ίδιος ο Κύριος. Όλος ο κόσμος, όλη ή κτίση, δημιουργήθηκαν από τόν άχρονο Λόγο του Θεού. Εκείνος έδωσε την όραση τόσο στα πολυόμματα Χερουβείμ όσο και στον τυφλό και θνητό πηλό, απ’ όπου δημιουργήθηκε κάθε ύπαρξη. Έδωσε φως στον ήλιο, όραση σ’ όλους εκείνους που βλέπουν. Και μαζί με τη σωματική όραση, έδωσε στον άνθρωπο και ενόραση, την αίσθηση της γνώσης. Ο ήλιος λάμπει από το δικό Του φως. Από την όρασή Του βλέπει ο νους του ανθρώπου. Είναι το φως το αληθινό του κόσμου ολόκληρου, από την αρχή ως το τέλος του. Ως Σωτήρας του κόσμου, ως Θεός με ανθρώπινη σάρκα, εμφανίστηκε στον κόσμο ως ένα νέο φως, για να σκορπίσει το σκοτάδι που είχε συσσωρευτεί στον κόσμο, να φωτίσει το σκοτισμένο νου των ανθρώπων, ν’ αποκαταστήσει την όραση σ’ εκείνους που τους είχε τυφλώσει η αμαρτία. Με άλλα λόγια ήρθε για να γίνει φως στους ανθρώπους, στη ζωή και στο θάνατο, στη γη και στον ουρανό, στο σώμα και στο νου. Όταν εν τω κόσμω ώ, είπε στους συγχρόνους Του στη γη, για να τον αναγνωρίσουν ως το φως που περίμεναν από παλιά και να μη παραμείνουν στο σκοτάδι. «Περιπατείτε έως το φως έχετε, ίνα μη σκοτία υμάς καταλάβη» (Ιωάν. ιβ΄35).

Αλίμονο σε κείνους που τον είδαν με τα μάτια τους και δεν τον αναγνώρισαν, που τον απέρριψαν και παρέμειναν στο νεκρικό σκοτάδι. Η απάντησή Του όμως αφορά και μας. Είμαστε και μεις σύγχρονοί Του, γιατί παραμένει ζωντανός στους αιώνες των αιώνων. Σήμερα έχουμε τη διαβεβαίωση των λόγων Του: Όταν εν τω κόσμω ω, φως ειμί του κόσμου. Ενόσω ζει στην ψυχή του ανθρώπου, είναι το φως του ανθρώπου αυτού. Ενόσω υπάρχει ανάμεσα στο λαό, είναι το φώς αυτού του λαού. Ενόσω υπάρχει στο σχολείο, είναι το φως του σχολείου. Ενόσω υπάρχει στο εργοτάξιο, είναι το φώς του εργοταξίου και των εργαζομένων. Απ’ όπου αποσύρει την παρουσία Του, εκεί κυριαρχεί απόλυτο σκοτάδι. Η ψυχή του ανθρώπου γίνεται κόλαση χωρίς Εκείνον. Λαός χωρίς Εκείνον γίνεται αγέλη πεινασμένων κι αχόρταγων λύκων. Σχολείο χωρίς Εκείνον μετατρέπεται σε φαρμακερό εργοστάσιο ανοησίας. Εργοτάξιο χωρίς την παρουσία Του μεταβάλλεται σε τόπο γογγυσμού και μίσους. Σκέψου τώρα τα νοσοκομεία και τις φυλακές χωρίς Εκείνον! Δεν είναι παρά σκοτεινά σπήλαια απόγνωσης. Όποιος θυμάται πραγματικά τις μέρες της ζωής του, τις μέρες που έζησε χωρίς το Χριστό και τις άλλες που έζησε μαζί Του, έχει μέσα του τη μαρτυρία της αλήθειας των λόγων του Κυρίου: «Όταν εν τω κόσμω ώ, φως ειμί του κόσμου».

«Ταύτα ειπών έπτυσε χαμαί και εποίησε πηλόν εκ του πτύσματος, και επέχρυσε τον πηλόν επί τους οφθαλμούς του τυφλού και είπεν αυτώ· ύπαγε, νίψαι εις την κολυμβήθρα του Σιλωάμ, ό ερμηνεύεται απεσταλμένος» (Ιωάν. θ΄6-7). Ο τυφλός έκανε ό,τι του είπε ο Ιησούς, πλύθηκε στο Σιλωάμ και γύρισε με αποκαταστημένη την όρασή του. Όλα όσα είχε πει ο Κύριος στους μαθητές Του ως εκείνη τη στιγμή, τα είπε μπροστά στον τυφλό άνθρωπο, με σαφή την πρόθεσή Του ν’ ακούσει κι εκείνος τα λόγια Του. Ο Κύριος έδινε προτεραιότητα στην πνευματική όραση του τυφλού. Είναι πιο δύσκολο ν’ ανοίξει κανείς τα πνευματικά μάτια παρά τα σωματικά· πιό δύσκολο αλλά και πιο σπουδαίο. Για ν’ αποδείξει ότι είναι πιο εύκολο ν’ αποκαταστήσει τη σωματική όραση και πως αυτό είναι λιγότερο σπουδαίο, ο Κύριος έφτυσε στο χώμα, έφτιαξε πηλό καί άλειψε μ’ αυτόν τα μάτια του τυφλού. Ήταν σα να’ λεγε δηλαδή: «Δέστε, πως από το περιφρονημένο πτύσμα και το χώμα, από τον τιποτένιο πηλό, θ’ αποκτήσει τη σωματική του όραση και θα δεί. Πώς όμως θα λάβει την πνευματική του όραση; Εκτιμήστε περισσότερο το πνευματικό παρά το σωματικό, γιατί το σώμα δεν είναι παρά το ένδυμα κι ο εξοπλισμός του πνεύματος».

Ο Κύριος ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να θυμίσει στους μαθητές τη δημιουργία του ανθρώπου από τον πηλό της γης. Φανέρωσε έτσι πως Εκείνος ήταν ο Δημιουργός που διαμόρφωσε το σώμα του ανθρώπου από τον πηλό με το να φτιάξει τα μάτια του τυφλού από το ίδιο υλικό. Ο Κύριος ήθελε επίσης να φανερώσει στους μαθητές πως η θεϊκή Του δύναμη πηγάζει από το πνεύμα Του, όχι όπως γινόταν με τα λόγια Του, με τα οποία ανέστησε νεκρούς κι έδωσε την όραση σε πολλούς τυφλούς· όχι όπως με τα χέρια Του, που τα ακουμπούσε στους άρρωστους και τους έκανε καλά· όχι όπως με τα ιμάτιά Του, που μόλις τ’ άγγιξε η γυναίκα που είχε τη ρύση του αίματος έγινε καλά, αλλ’ ακόμα και με το πτύσμα Του.

Γιατί ο Κύριος έστειλε τον τυφλό άνθρωπο στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ; Γιατί δεν του χάρισε αμέσως την όραση, αλλά τον έστειλε να πλύνει σ’ αυτό το νερό τα μάτια του, που ήταν αλειμμένα με τον πηλό; Αυτή είναι η πρώτη φορά στο ευαγγέλιο που ο Κύριος κάνει χρήση γήινων υλικών για να θαυματουργήσει. Ίσως μ’ αυτόν τον τρόπο ο Κύριος να θέλησε να τιμήσει τη δημιουργημένη φύση. Θά ’ταν καλό στους ανθρώπους ν’ αναζητούν θεραπεία για τις παθήσεις τους στα φυσικά φάρμακα και στα μεταλλικά νερά. Οι άνθρωποι όμως πρέπει νά ξέρουν πως όλα τα φυσικά φάρμακα κι όλα τα μεταλλικά νερά υπηρετούν την δύναμη του Θεού. Χωρίς τη δύναμη του Θεού κανένα φάρμακο δεν είναι αποτελεσματικό και κάθε πηγή δεν έχει παρά νεκρό (φυσικό) νερό. Πόσοι τυφλοί άνθρωποι είχαν πλύνει τα μάτια τους στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ ως τότε, χωρίς να λάβουν την επιθυμητή ίαση; Πόσες φορές θα πρέπει ο τυφλός άνθρωπος να’ χε πλυθεί ο ίδιος σ’ αυτήν χωρίς αποτέλεσμα; Ο τυφλός άνθρωπος θεραπεύτηκε από τη δύναμη του Χριστού, όχι από την κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Χωρίς τη δύναμή Του, ο τυφλός θα μπορούσε να πλένεται κάθε μέρα στην κολυμβήθρα αυτή και να ξαναγυρίζει κάθε φορά στο σπίτι του τυφλός.

Σιλωάμ, ό ερμηνεύεται απεσταλμένος, εξηγεί ο ευαγγελιστής. Το μυστήριο όνομα του θεραπευτικού αυτού νερού δεν είναι συμβολικά του θαυματουργού Ιατρού, του Απεσταλμένου από τον ουρανό, του Κυρίου Ιησού Χριστού; Αν προσπαθήσουμε να δώσουμε ευρύτερη πνευματική διάσταση στο γεγονός αυτό, θα λέγαμε ότι ο γεννημένος τυφλός άνθρωπος αντιπροσωπεύει όλη την ανθρωπότητα κι η κολυμβήθρα του Σιλωάμ τον ίδιο τον Κύριο, που στάλθηκε από τον ουρανό για ν’ αποκαταστήσει την πνευματική όραση των ανθρώπων που τους είχε τυφλώσει η αμαρτία. Κι αυτό με μέσο το ζωντανό νερό του Αγίου Πνεύματος, μέσω του μυστηρίου του βαπτίσματος.

Πόσο ταπεινός κι υπάκουος όμως ήταν ο τυφλός! Όχι μόνο άφησε τον Κύριο ν’ αλείψει τα μάτια του με πηλό, αλλά και τον υπάκουσε, πήγε μετά στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ και πλύθηκε. Όταν ο Χριστός είπε μπροστά στον άνθρωπο ότι είναι το φως του κόσμου, ανταποκρίθηκε στο πνεύμα του τυφλού, για να εμφυτέψει μέσα του την πίστη. Τώρα, με το να τον στείλει στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ του διδάσκει την υπακοή, γιατί η πίστη είναι αλληλένδετη με την υπακοή. Ο άνθρωπος που πιστεύει στο Θεό υπακούει αμέσως και πρόθυμα στο θέλημά Του.

Αδελφοί μου! Αν κάνουμε το θέλημα του Θεού χωρίς υπακοή αλλά με γογγυσμό, η πίστη πολύ λίγο θα μας ωφελήσει. Προσέξτε τον τυφλό άνθρωπο: Πιστεύει, έχει υπακοή, πηγαίνει αμέσως στο Σιλωάμ, όπου ενίψατο, και ήλθε βλέπων. Λέει ο ιερός Χρυσόστομος: «Αν ρωτήσει κάποιος: και πώς είδε, όταν απόπλυνε τον πηλό, δε θ’ ακούσει από μας τιποτ’ άλλο, παρά μόνο πως δεν ξέρουμε πως έγινε. Και τί σόι θαύμα ήταν αυτό, αν δε γνωρίζουμε; Ούτε ο ευαγγελιστή γνώριζε ούτε ο ίδιος ο τυφλός».

Αλλά γιατί διερωτώμαστε μόνο για το περιστατικό αυτό; Αν κάποιον τον ενοχλεί αυτό, ας ρωτήσει και για τις εκατοντάδες, τις χιλιάδες άλλες περιπτώσεις που θεράπευσε ο Χριστός. Ας διερωτηθούν όλοι οι άνθρωποι, όλες οι γενεές από τότε που ξεκίνησε η ιστορία, πώς έγιναν όλ’ αυτά. Απάντηση δε θα λάβουν. Αυτό είναι το μυστικό Εκείνου που τα έκανε όλα. Ούτε ο ίδιος ο απόστολος Παύλος, που ήταν ασύγκριτα πιό σοφός και πιό διαβασμένος άνθρωπος από τον τυφλό, δε θα μπορούσε να εξηγήσει πώς ο ίδιος, ως Σαούλ, τυφλώθηκε και πώς δέχτηκε την όρασή του όταν ο Ανανίας έβαλε πάνω του τα χέρια στο όνομα του Χριστού και τον έκανε Παύλο (βλ. Πράξ. θ΄10-18).

Το ότι ο γεννημένος τυφλός άνθρωπος δε γνώριζε πραγματικά πώς δέχτηκε την όρασή του, φαίνεται τα ίδια του τα λόγια. Όταν γύρισε από το Σιλωάμ με την όρασή του αποκαταστημένη, πολλοί απορούσαν αν ήταν ο ίδιος ο άνθρωπος που γνώριζαν πριν ως τυφλό ή κάποιος άλλος που του έμοιαζε. Όταν ο ίδιος απάντησε ότι εγώ ειμι, οι άλλοι τον ρώτησαν πώς άνοιξαν τα μάτια του. Στην απάντησή του ο πρώην τυφλός περιέγραψε με λίγα λόγια όλο το περιστατικό, δεν μπορούσε όμως να εξηγήσει πως έγινε και είδε. Απελθών δε και νιψάμενος ανέβλεψα, είπε. Όταν τον έφεραν μπροστά στους Φαρισαίους κι εκείνοι τον ρώτησαν πώς είδε, απάντησε: «Πηλόν επέθηκέ μοι (ο Ιησούς) επί τους οφθαλμούς, και ενιψάμην και βλέπω» (Ιωαν. θ΄15). Αυτό μόνο μπορούσε να πει, δίνοντας μιά ακριβή και θαραλλέα περιγραφή του περιστατικού που είχε λάβει χώρα.

Το φως του Χριστού, που λάμπει στον κόσμο και φωτίζει τους ανθρώπους, αποκαλύπτεται στα μάτια μας στην πραγματική του λαμπρότητα μόνο όταν το βλέπουμε απέναντι στο σκοτάδι του ανθρώπου. Όσα ακολούθησαν τη θαυματουργική θεραπεία του τυφλού φανερώνουν, στην πραγματική τους διάσταση, το παγωμένο σκοτάδι που κυριαρχεί στην καρδιά και το νου του ανθρώπου. Ένα σκοτάδι που, στο σημερινό ευαγγέλιο, απλώνεται σαν μιά βαριά σκιά κάτω από το αστραφτερό φως του νοητού Ηλίου, του Χριστού. Αυτό είναι το φοβερό σκοτάδι που καλύπτει την τυφλή καρδιά και τον τυφλό νου του Φαρισαίου. Εκείνοι (οι Φαρισαίοι) όχι μόνο δε χάρηκαν που ο τυφλός επαίτης που έστεκε μπροστά στο ναό τώρα έβλεπε, αλλά και πικράθηκαν, ένιωσαν προσβολή. Ο δικός τους ναός είχε ήδη μεταβληθεί σ’ ένα κήπο του Σαββάτου, με τον ίδιο τρόπο που όλη τους η πίστη είχε μετατραπεί σε λατρεία του Σαββάτου, σα να ήταν η μέρα εκείνη κάποια θεά. Δε ρώτησαν με συμπάθεια τον τυφλό πως ζούσε τόσα χρόνια δίχως όραση, αλλά του επιτέθηκαν με το σκόπιμο ερώτημα: Πώς τόλμησε να δεχτείς την όρασή σου ημέρα Σάββατο; «Ούτος ο άνθρωπος, έλεγαν, ούκ έστι παρά του Θεού, ότι το σάββατον ού τηρεί» (Ιωάν. θ΄16). Γι’ αυτους άνθρωπος «τού Θεού» ήταν όποιος κοιμόταν το Σάββατο, όποιος δεν έβγαινε από το σπίτι του να περπατήσει, για να μη χαλάσει την αργία του Σαββάτου. Δεν μπορούσε να ήταν «τού Θεού» ο άνθρωπος αυτός που, ενώ είναι Σάββατο, δίνει την όραση σε τυφλό άνθρωπο! Σύμφωνα με τη διεφθαρμένη λογική τους οι πρώτοι τηρούσαν το Σάββατο, ο δεύτερος όχι!

Όταν όμως άνοιξε η συζήτηση ανάμεσα στους Φαρισαίους και τον τυφλό για το Χριστό, εκείνοι τον ρώτησαν τι γνώμη είχε γι’ Αυτόν. «Ο δε είπεν ότι προφήτης εστίν» (Ιωάν. θ΄17). Είναι φανερό πως δεν τον ρώτησαν για να μάθουν απ’ αυτόν την αλήθεια, αλλά μάλλον να τον ακούσουν να τον καταδικάζει επειδή δεν τήρησε το Σάββατο. Ο τυφλός όμως ομολόγησε με παρρησία το Χριστό, με όρους που ο ίδιος αντιλαμβανόταν πως ήταν οι καλλίτεροι και πιό δυνατοί στον κόσμο. Οι πιο καλοί και πιο δυνατοί άνθρωποι ήταν οι προφήτες, για τους οποίους θα είχε ακούσει και θα είχε μάθει. Γι’ αυτό σκέφτηκε έτσι και απάντησε ότι προφήτης εστίν.

Όταν έλαβαν αυτήν την αναπάντεχη και ανέλπιστη απάντηση, οι Ιουδαίοι δεν είχαν άλλη επιλογή παρά ν’ αρνηθούν το θαύμα και να υποστηρίξουν πως δεν πίστευαν ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν κάποτε τυφλός και τώρα βρήκε το φώς του. «Ούκ επίστεψαν ούν οι Ιουδαίοι περί αυτού ότι τυφλός ήν και ανέβλεψεν»(Ιωάν. θ΄18). Αυτό σημαίνει πως δεν μπορούσαν να πιστέψουν ένα γεγονός που έγινε δημόσια, έκαναν πως δε το αναγνώριζαν, ήθελαν να το υποβαθμίσουν και να περιορίσουν τη διάδοση της φήμης του Χριστού ως θαυματουργού. Το ότι ενεργούσαν υποκριτικά όταν έκαναν πως δε το πίστευαν, φαίνεται από το γεγονός ότι κάλεσαν τους γονείς του, για να τους ρωτήσουν. Κι αυτό όμως δεν το έκαναν για να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση και να μάθουν την πραγματική αλήθεια, αλλά με την ελπίδα πως οι γονείς του θ’ αρνούνταν το θαύμα ή θα το αμφισβητουςαν ή κατά κάποιο τρόπο θα το αποδυνάμωναν. Οι γονείς όμως, που ήταν ιδιαίτερα προσεκτικοί επειδή φοβούνταν τους πρεσβυτέρους, διαβεβαίωσαν πως αυτός ήταν ο γιός τους κι ότι είχε γεννηθεί τυφλός, «πώς δε νυν βλέπει ουκ οίδαμεν, ή τις ήνοιξεν αυτού τους οφθαλμούς ημείς ούκ οίδαμεν· αυτός ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε, αυτός περί εαυτού λαλήσει» (Ιωάν. θ΄21).

Αυτή ήταν μια ακόμα απογοήτευση για τους θεομάχους πρεσβυτέρους των Ιουδαίων! Τι μπορούσαν να κάνουν τώρα; Όταν ο άνθρωπος επιμένει να βαδίζει στο υποχθόνιοι σκοτάδι, χωρίς να θέλει να βγει στο φως της ημέρας, τι άλλο μπορεί να κάνει; παρά να περνάει από το ένα ζοφερό μονοπάτι στο άλλο.

Οι πανούργοι Φαρισαίοι έλαβαν κι από τους γονείς του τυφλού μιά ολότελα απρόσμενη, ανεπιθύμητη και δυσάρεστη απάντηση. Τώρα δεν τους έμεινε τιποτ’ άλλο να κάνουν παρά να πάρουν εκδίκηση με τον πιό απάνθρωπο και ταπεινό τρόπο: τον εκμαυλισμό της ανθρώπινης συνείδησης. Κάλεσαν πάλι τον τυφλό και του έκαναν μιά πανούργα και συνάμα άτιμη πρόταση: «Δος δόξαν τω Θεώ· ημείς οίδαμε ότι ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός εστιν» (Ιωαν. θ΄24). Δηλαδή ήταν σα να του λέγανε ότι «εμείς έχουμε ερευνήσει σε βάθος τα πράγματα και βεβαιωθήκαμε πως όλοι έχουμε δίκιο, τόσο εσύ όσο κι εμείς. Είπες την αλήθεια όταν είπες πως ήσουν τυφλός κι έπειτα βρήκες την όρασή σου. Έχουμε κι εμείς δίκιο όμως που αμφιβάλλουμε πως ο άνθρωπος αυτός ο αμαρτωλός άνοιξε τα μάτια σου. Είμαστε σίγουροι πως είναι αμαρτωλός κι ότι δε θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Όσο για το πώς έγιναν τα πράγματα, έχουμε την πεποίθηση πως μόνο ο Θεός μπορεί να το κάνει αυτό. Γι’ αυτό δος δόξαν τω Θεώ και αποκήρυξε αυτόν τον αμαρτωλό κι από τώρα και πέρα να μην έχεις καμιά επαφή μαζί του.

Τι ανόητοι που ήταν οι Ιουδαίοι! Με το πάθος που τους τύφλωνε δεν μπορούσαν να δουν ότι, με το ν’ αρνηθούν το Χριστό, στην πραγματικότητα τον ομολογούσαν ως Θεό. Δος δόξαν τω Θεώ! Μόνο ο Θεός μπορεί να το κάνει αυτό. Μα ο Κύριος Ιησούς το έκανε, κι αυτό σημαίνει πως ο Κύριος Ιησούς είναι Θεός! «Πεσούνται εν αμφιβλήστρω αυτών οι αμαρτωλοί….»(Ψαλμ. ρμ΄10).

Ο τυφλός τότε έδωσε μιά πολύ σοφή απάντηση στους υποκριτές Φαρισαίους: «Εί αμαρτωλός εστί ούκ οίδα· εν οίδα, ότι τυφλός ώ άρτι βλέπω» (Ιωάν. θ΄25). Εγώ είμαι απλός άνθρωπος, ήταν σα να τους έλεγε, απαίδευτος, ενώ εσείς είστε σπουδασμένοι, επιτηδευμένοι στις συζητήσεις για αμαρτωλούς και αναμάρτητους. Εσείς κρίνετε το Θεραπευτή μου από το Σάββατο, εγώ από το θαύμα. Αν είναι αμαρτωλός και σε ποιά έκταση, σύμφωνα με το όριο του σαββατισμού σας, δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως έγινε ένα θαύμα από Εκείνον σε μένα κι αυτό πιστεύω πως ισοδυναμεί με την δημιουργία του κόσμου. Μέχρι να μου ανοίξει τα μάτια, ο κόσμος για μένα ήταν σα να μην υπήρχε.

Οι Φαρισαίοι είχαν διαβεί πιά όλους τους σκοτεινούς και καταχθόνιους δρόμους. Τώρα δεν τους έμεινε τίποτ’ άλλο. Στάθηκαν πεισματικά όμως στα ίδια πράγματα και επέμειναν να ρωτούν τον τυφλό: «Τι εποιήσέ σοι; Πώς ήνοιξε σου τους οφθαλμούς;» (Ιωάν. θ΄26). Έκαναν κι αυτήν την ερώτηση με πανούργα διάθεση, μήπως ακούσουν κάτι που θα μπορούσε να υποβαθμίσει το θαύμα ή να λειτουργήσει σε βάρος του Χριστού. Ο άνθρωπος αυτός όμως ήταν απλός καί τίμιος στην κρίση του κι είχε φτάσει στα άκρα, έτοιμος ν’ αγανακτήσει με τους ταπεινούς χειρισμούς των πρεσβυτέρων του λαού, εκείνους που ώς τότε είχε μάθει να τους σέβεται κατά κάποιο τρόπο, χωρίς να τους γνωρίζει καλά. Γι’ αυτό κι απάντησε απότομα: «Είπον υμίν ήδη, και ουκ ηκούσατε· τι πάλιν θέλετε ακούειν; Μή και υμείς θέλετε αυτού μαθηταί γενέσθαι;» (Ιωάν θ΄27). Δε θα μπορούσε να τους δώσει πιό ίσια και κατάλληλη απάντηση. Μετά απ’ αυτήν οι πρεσβύτεροι έλαβαν αμυντική στάση: «ελοιδόρησαν αυτόν και είπον· συ ει μαθητής εκείνου, ημείς δε του Μωυσέως εσμέν μαθηταί. Ημείς οίδαμε ότι Μωυσεί λελάληκεν ο Θεός· τουτον δε ουκ οίδαμεν πόθεν εστίν» (Ιωάν. θ΄28-29). Οι παμπόνηροι χρησιμοποίησαν το Μωυσή για να δικαιώσουν τον εαυτό τους. Εναβρύνονταν να λένε πως ήταν δάσκαλός τους, πως εκείνοι ήταν μαθητές του. Ο Κύριος όμως είχε ήδη ξεκαθαρίσει τις απόψεις του πάνω σ’ αυτό τό θέμα: «Επί της Μωσέως καθέδρας εκάθισαν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι… φιλούσι δε την πρωτοκλισίαν εν τοις δείπνοις και τας πρωτοκαθεδρίας εν ταις συναγωγαίς…. ουαί δε υμίν γραμματείς και φαρισαίοι υποκριταί, ότι κατεσθίετε τας οικίας των χηρών και προφάσει μακρά προσευχόμενοι» (Ματθ. κγ΄2, 6, 13). Τί σοι μαθητές του Μωυσή ήταν αυτοί; Τους είπε επίσης ο Κύριος: «Ού Μωυσής δέδωκεν υμίν τον νόμον; Και ουδείς εξ υμών ποιεί τόν νόμον» (Ιωάν. ζ΄17). Δεν τηρούσαν το νόμο του Μωυσή, τον παραβίαζαν με την υποκρισία και την απληστία τους και ισχυρίζονταν πως ήταν μαθητές του, μ’ όλο που ήταν παράνομοι και προδότες του ίδιου του Μωυσή. Ο Μωυσής δεν ήταν πιά δάσκαλός τους, είχε γίνει κατήγορός τους ενώπιον του Θεού. «Μη δοκείτε ότι εγώ κατηγορήσω υμών προς τον πατέρα· έστιν ο κατηγορών Μωυσής, εις όν υμείς ηλπίκατε» (Ιωάν. ε΄45). Η εμπιστοσύνη σας στο Μωυσή είναι μάταιη, γιατί το νόμο του τον κόβετε από τη ρίζα. Η εμπιστοσύνη σας στο Μωυσή είναι πλαστή, κίβδηλη, γιατί το μόνο που εμπιστεύεστε είναι η εξουσία κι ο πλούτος σας, τίποτ’ άλλο. «Ει γαρ επιστεύετε Μωυσεί, επιστεύετε αν εμοί. Περί γαρ εμού εκείνος έγραψεν» (Ιωάν. ε΄46· βλ. Δευτ. Ιη΄15-19). Οι δεμένες στη γη ψυχές των Φαρισαίων δεν μπορούσαν πια να πιστέψουν στο Μωυσή. Πολύ λιγότερο μπορούσαν να πιστέψουν στον Κύριο Ιησού. Βλέπετε πώς χρησιμοποιούσαν τα ψέματα οι Φαρισαίοι, οι αυτοκαλούμενοι μαθητές του Μωυσή; Σ’ έναν απλοϊκό επαίτη λένε για τον Κύριο: «..τούτον δε (τον άνθρωπον) ούκ οίδαμεν πόθεν εστίν.»Οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ έλεγαν: «αλλά τουτον (τόν άνδρα) οίδαμε πόθεν εστίν · ο δε Χριστός όταν έρχηται, ουδείς γινώσκει πόθεν εστίν» (Ιωάν. ζ΄27). Είτε γνώριζαν οι Φαρισαίοι από πού ερχόταν ο Κύριος, είτε όχι. Αν γνώριζαν, όπως και οι άλλοι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ τότε ψεύδονται όταν έλεγαν στον τυφλό άνθρωπο πως ουδείς γιγνώσκει πόθεν εστίν. Αν δε γνώριζαν μετά από τόση κατασκοπεία, τόσους διωγμούς και φασαρίες εναντίον Του, τόση έρευνα για την καταγωγή, τους λόγους και τις πράξεις Του, αυτό σημαίνει πως ήταν πραγματικά ο Χριστός. Γιατί υπήρχε η κοινή πεποίθηση πως ο δε Χριστός όταν έρχηται, ουδείς γινώσκει πόθεν εστίν. Προσέξτε πως αυτό επιβεβαιώνει για μιά ακόμα φορά τα λόγια του προφήτη και βασιλιά: «Πεσούνται εν αμφιβλήστρω αυτών οι αμαρτωλοί….» (Ψαλμ. ρμ΄10).

Όλ’ αυτά λειτούργησαν τελικά για να φανερώσουν στον επαίτη την απογοητευτική ηθική κατάπτωση των άθλιων αυτών πρεσβυτέρων του λαού. Και γι’ αυτό εκείνος τους κατηγορούσε όλο και περισσότερο, όπως επίσης ομολογούσε τον Κύριο όλο και με περισσότερη παρρησία. Στα τελευταία λόγια τους ο τυφλός απάντησε με τον τρόπο του: «εν γαρ τουτω θαυμαστόν εστιν, ότι υμείς ουκ οίδατε πόθεν εστί, και ανέωξέ μου τους οφθαλμούς» (Ιωάν. θ΄30). Ήταν δηλαδή σα να τους έλεγε: «Τι σόι εθνικοί ηγέτες και πρεσβύτεροι είστε σεις, που γνωρίζετε τις παραμικρότερες λεπτομέρειες του τελετουργικού και δεν ξέρετε για τον άνθρωπο εκείνον που έκανε σε μένα ένα τόσο μεγάλο θαύμα; Ποιός μπορεί να ξέρει αν όχι εσείς, που κάθεστε στην καθέδρα του Μωυσή; Ποιός μπορεί να εξηγήσει στο λαό γι’ αυτόν τόν άνθρωπο αν όχι εσείς, που κάθε Σάββατο ερμηνεύετε τον ιερό Μωυσή και τους προφήτες;» και ο απλός αυτός άνθρωπος συνέχισε τη διδασκαλία του προς τους ψευδοδιδασκάλους του λαού:

«Οίδαμε δε ότι αμαρτωλών ο Θεός ούκ ακούει, αλλ’ εάν τις θεοσεβής ή και το θέλημα αυτού ποιή, τουτου ακούει» (Ιωάν. θ΄31). Με τα λόγια του αυτά ο απλοϊκός τυφλός απάντησε στα λόγια των Φαρισαίων, ημείς οίδαμεν ότι ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός εστιν. Κι ο άνθρωπος τώρα τους απαντά: «…ξέρουμε πως ο Θεός δεν ακούει τους αμαρτωλούς».

Δεν υπάρχει ούτε ένα παράδειγμα στην Αγία Γραφή που να λέει ότι ο Θεός ακούει τον αμαρτωλό και γι’ αυτό το λόγο κάνει θαύμα. «Όταν εκτείνητε τας χείρας υμών προς με, λέει ο Θεός μέσω του προφήτη Του, αποστρέψω τους οφθαλμούς μου αφ’ υμών, και εάν πληθύνητε την δέησιν, ούκ εισακούσομαι υμών· αι γαρ χείρες υμών αίματος πλήρεις» (Ησ. α΄15). Η προσευχή του Σαούλ τον καιρό που αμάρτανε, ήταν μάταιη. Ο Θεός δεν τον άκουγε. Ο Θεός δεν ακούει τον αμαρτωλό και πολύ λιγότερο θαυματουργεί με αυτόν, εκτός αν μετανοήσει ο αμαρτωλός, ξεπλύνει τις αμαρτίες με τα δάκρυά του, μισήσει την ανομία, αποδεχτεί το θέλημα του Θεού και πέσει μετανοημένος κι αποφασισμένος μπροστά στα πόδια Του, μ’ όλη του την καρδιά και με προσευχή. Ο Θεός τον συγχωρεί, όπως συχώρεσε και την αμαρτωλή γυναίκα, όπως τον Ζακχαίο τον τελώνη και το ληστή πάνω στο σταυρό. Και τότε δε θα είναι πιά αμαρτωλοί. Τότε ο Θεός δε θα τους ακούει επειδή είναι αμαρτωλοί, αλλ’ επειδή είναι μετανιωμένοι. Ο Θεός δεν ακούει τους αμαρτωλούς που προσεύχονται στο Θεό αλλ’ εμμένουν στην αμαρτία. «Μακράν απέχει ο Θεός από ασεβών, ευχαίς δε δικαίων επακούειν» (Παρ. ιε΄ 29).

Ο απλός άνθρωπος δίδαξε τους ψευδοδιδασκάλους ποιόν ακούει ο Θεός και ποιόν όχι κι έπειτα ξεχώρισε το Χριστό ως το μεγαλύτερο θαυματουργό στην ιστορία του κόσμου.

«Εκ του αιώνος ούκ ηκούσθη ότι ήνοιξέ τις οφθαλμούς τυφλού γεγεννημένου, ει μη ήν ούτος παρά Θεού, ούκ ηδύνατο ποιείν ουδέν» (Ιωάν. θ΄32-33). Ο άνθρωπος τώρα έπλεξε ένα πλήρες εγκώμιο στο Θεραπευτή και Ευεργέτη του. Το ξεκαθάρισε τώρα πως ήταν κι αυτός οπαδός Του. Κι αφήνει τους Φαρισαίους να καταλάβουν πως ήταν μάταιες όλες οι πανούργες ενέργειές τους ν’ αρνηθούν το ελάχιστο θαύμα ή να το διατρέψουν, με το επιχείρημα πως ο Κύριος είναι αμαρτωλός.

Μόλις άκουσαν τα τελευταία λόγια του φτωχού ανθρώπου που είχε θεραπευτεί, οι Φαρισαίοι του είπαν: «Εν αμαρτίαις συ εγεννήθης όλος και συ διδάσκεις ημάς; Και εξέβαλον αυτόν έξω» (Ιωάν. θ΄34). Όταν οι υποκριτές κι οι ψεύτες φτάνουν στην άκρα απόγνωση, δεν έχουν που αλλού να καταφύγουν παρά μόνο στη βία. Οι Φαρισαίοι είδαν πως είχαν μεθοδεύσει τα πάντα, αλλ’ όλες οι πανουργίες τους αποδείχτηκαν μάταιες. Και τότε, ντροπιασμένοι και μαινόμενοι, κατηγόρησαν τον απλοϊκό και τίμιο άντρα, τον αποκάλεσαν αμαρτωλό και τον έδιωξαν.

Ως το σημείον αυτό ο ευαγγελιστής περιγράφει το πυκνό και σκοτεινό σύννεφο που ήταν ολοφάνερο στα πρόσωπα των Φαρισαίων, σε αντίθεση με το υπέρλαμπρο φως του Σωτήρα Χριστού και του θείου Του θαύματος. Το φως είναι αλήθεια· το σκοτάδι είναι ψέμμα. Το φως είναι αγάπη· το σκοτάδι είναι μίσος. Το φως είναι δύναμη· το σκοτάδι είναι απουσία δύναμης.

Το σημερινό ευαγγέλιο αρχίζει με φως κι ο ευαγγελιστής το τελειώνει με φώς. Φώς, όχι σκοτάδι. Ο Κύριος Ιησούς μετά το θαύμα αποχώρησε και άφησε τον τυφλό που θεράπευσε μόνο του για λίγο, ν’ αντιμετωπίσει μόνος του τις επιθέσεις των Φαρισαίων και να υπερασπιστεί την αλήθεια ενάντια στο ψέμμα. Μετά εμφανίστηκε πάλι και πήγε να βρει τον άνθρωπο που ήθελε να σώσει.

«Ήκουσεν Ιησούς ότι εξέβαλον αυτόν έξω, και ευρών αυτόν είπεν αυτώ· συ πιστεύεις εις τον υιόν του Θεού;» (Ιωάν. θ΄35). Ο θεραπευμένος τυφλός είχε ήδη περάσει την πρώτη δοκιμασία. Απέδειξε πως ήταν ταπεινός και υπάκουος, όταν ο Κύριος τον έστειλε με τα μάτια αλειμμένα με πηλό για να πλυθεί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Αυτή ήταν η δοκιμασία της υπακοής. Μετά πέρασε στη δεύτερη δοκιμασία: άφησε τον εαυτό του να εκτεθεί και ν’ αντέξει στον πειρασμό, δεν πρόδωσε τον Κύριος μπροστά στα ψέμματα των Φαρισαίων. Αυτή ήταν η δοκιμασία του πειρασμού. Μετά ο Κύρος τον πέρασε από την τρίτη και τελευταία δοκιμασία. Κι αυτή ήταν η μεγαλύτερη. Ήταν η δοκιμασία της ορθής πίστης. Συ πιστεύεις εις τον υιόν του Θεού;

«Απεκρύθη εκείνος και είπε· και τις εστι, Κύριε, ίνα πιστεύσω εις αυτόν;» (Ιωάν. θ΄36). Το Χριστό τον είχε γνωρίσει ως θαυματουργό. Στους Φαρισαίους τον ονόμασε προφήτη, επειδή δεν ήξερε κάποιο μεγαλύτερο όνομα για να τον ονομάσει. Δεν ήταν ακόμα έτοιμος να τον ονομάσει Υιό του Θεού. Ήταν σε όλα υπάκουος στον Κύριο, τον λογάριαζε το μεγαλύτερο ευεργέτη του στην γη. Έτσι ήθελε απ’ Αυτόν ν’ ακούσει ποιός ήταν ο Υιός του Θεού, ώστε να πιστέψει σ’ Αυτόν.

«Είπε δε αυτώ ο Ιησούς· και εώρακες αυτόν και ο λαλών μετά σου, εκείνός εστιν» (Ιωάν. θ΄37). Ο πρώην τυφλός απάντησε: «Πιστεύω Κύριε· και προσεκύνησε αυτώ» (Ιωάν. θ΄38). Ο Κύριος μιλάει ταπεινά κι ευγενικά σ’ εκείνους που σώζει, όπως κάνει κι ο καλός γιατρός σ’ εκείνους που θεραπεύει. Δεν είπε στον πρώην τυφλό: «Πίστεψέ Με!», ούτε τον πιέζει με τα λόγια: «Εγώ είμαι ο Υιός του Θεού». του είπε με πραότητα και εώρακας αυτόν και ο λαλών μετά σού, εκείνός εστιν. Στον ελεύθερο και σκεπτόμενο άνθρωπο ο Κύριος δίνει χρόνο να σκεφτεί και ν’ αποφασίσει. Μόλις ο θεραπευμένος άνθρωπος έμαθε πόσο μεγάλος ήταν ο θεραπευτής Του, πολύ σπουδαιότερος κι απτό προφήτη, έκραξε αμέσως με χαρά: Πιστεύω, Κύριε! Και δεν το είπε μόνο με λόγια, αλλά έπεσε και τον προσκύνησε, για ν’ αποδείξει έμπρακτα την πίστη του. Λέει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Μ’ αυτόν τόν τρόπο (ο πρώην τυφλός) ομολόγησε τη θεϊκή Του δύναμη. Και για να μη θεωρηθεί ότι η πίστη του έφτανε ως τα χείλη του, την επιβεβαίωσε και με την πράξη». Όπως νωρίτερα είχαν ανοιχτεί τα σωματικά του μάτια, έτσι και τώρα άνοιξαν τα πνευματικά. Τώρα έβλεπε και με τα σωματικά και με τα πνευματικά του μάτια καί είδε μπροστά του το Θεάνθρωπο, το Θεό με ανθρώπινη σάρκα.

Ο Θεός είναι πραγματικά μεγάλος. Μέγας ο Κύριος ημών και ποιών θαυμάσια! Πιστεύουμε πως είσαι ο Υιός του Θεού, το Φώς του κόσμου. Μαζί με τους χορούς των αγγέλων και των αγίων στον ουρανό, μαζί με ολόκληρη τη στρατευόμενη Εκκλησία στη γη. Σε προσκυνούμε, Πανάγιε Κύριε, Εσένα και τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Από το βιβλίο του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς: Ομιλίες γ΄, Αναστάσεως Ημέρα. Από τήν Κυριακή του Πάσχα, ως τήν Πεντηκοστή.
Η/Υ επιμέλεια Αικατερίνας Κατσούρη. πηγή

Η ΙΕΡΑ ΜΑΣ ΜΟΝΗ ΑΠΟ ΨΗΛΑ!

ΟΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ