Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τριώδιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τριώδιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

16 Φεβρουαρίου 2015

"Ἐννοῶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ τὴν ὥραν"

Ἐννοῶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ τὴν ὥραν, ὅταν μέλλωμεν πάντες, γυμνοὶ καὶ ὡς κατάκριτοι, τῷ ἀδεκάστῳ Κριτῇ παρίστασθαι, τότε σάλπιγξ ἠχήσει μέγα, καὶ τὰ θεμέλια τῆς γῆς σεισθήσονται, καὶ οἱ νεκροὶ ἐκ τῶν μνημάτων ἐξαναστήσονται, καὶ ἡλικίᾳ μίᾳ πάντες γενήσονται, καὶ πάντων τὰ κρυπτὰ φανερὰ παρίστανται ἐνώπιόν σου, καὶ κόψονται, καὶ κλαύσονται, καὶ εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐξώτερον ἀπελεύσονται, οἱ μηδέποτε μετανοήσαντες· καὶ ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει, ὁ τῶν Δικαίων κλῆρος, εἰσελεύσεται εἰς παστάδα οὐράνιον.

 Η Εκκλησία μας την Κυριακή της Απόκρεω, μέσω των λόγων του Κυρίου μας, μας τονίζει τη βεβαιότητα της Δευτέρας Παρουσίας και της τελικής Κρίσεως πάντων των ανθρώπων από τον αδέκαστο Κριτή. Οι ύμνοι οι σχετικοί με την Κρίση, που ψάλλονται στον Όρθο της Κυριακής, επενδύουν τα λόγια του Χριστού με τη βυζαντινή μουσική για να προκαλέσουν στις ψυχές όλων μας κατάνυξη και πνευματική αφύπνιση. Παράλληλα, όμως, θεολογούν διά του Αγίου Πνεύματος που  καθοδηγεί τον υμνογραφικό κάλαμο φωτίζοντας και διδάσκοντας τους πιστούς που με ευσέβεια και προσοχή συμμετέχουν στις ιερές Ακολουθίες. Έτσι, στο ανωτέρω ιδιόμελο των Αίνων, αφού ο υμνογράφος συναισθάνεται και προβλέπει μυστικώς τη Δευτέρα Παρουσία, την ανασταση των νεκρών, το τέλος του παρόντος αιώνος και την ώρα της Κρίσεως, φθάνει και στο διαχωρισμό από τον δικαιότατο και φιλάνθρωπο Χριστό των δικαίων και των καταδίκων. Οι διαχωρισμοί που γίνονται ανάμεσά τους είναι δύο: η μετά την Κρίση κατάσταση (οι κατάκριτοι "κόψονται καὶ κλαύσονται καί εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐξώτερον ἀπελεύσονται", οι δε σεσωσμένοι "ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει εἰσελεύσονται εἰς παστάδα οὐράνιον") αλλά και ο λόγος της καταδίκης των κολασθέντων. Θα λέγαμε, μάλιστα, ότι ο διαχωρισμός αυτός ίσως είναι και πιο σημαντικός και διδακτικός για εμάς. 
   Αιώνια θα τιμωρούνται οι "μηδέποτε μετανοήσαντες". Όχι οι "ἁμαρτήσαντες" αλλά αυτοί που δεν μετανόησαν για τα σφάλματα και τις αμαρτίες, που όλοι οι άνθρωποι συνεχώς διαπράττουμε ενώπιον του Θεού. Στον Παράδεισο δε θα υπάρχουν δίκαιοι και στην κόλαση άδικοι. Θα υπάρχουν στον Παράδεισο οι μετανοήσαντες αμαρτωλοί (βέβαια δεν είναι όλοι στον ίδιο βαθμό αμαρτωλοί, αλλά ακόμα και οι άγιοι ειλικρινά και με συντριβή αναγνώριζαν την αμαρτωλότητά τους) και στην κόλαση ή μη μετανοήσαντες αμαρτωλοί. Οι μεν πρώτοι μέσω της μετανοίας γίνονται δίκαιοι και καθαροί ενώ οι δεύτεροι αρνούμενοι την μετάνοια παραμένουν με τους ρύπους της αμαρτίας. Η άρνηση ακριβώς της μετανοίας είναι η βλασφημία του Αγίου Πνεύματος, για την οποία είπε ο Χριστός πως είναι η μόνη αμαρτία που δεν συγχωρείται. Επομένως, η μόνη αμαρτία που δεν συγχωρείται είναι η αμαρτία για την οποία δεν έχουμε μετανοήσει και εξομολογηθεί. Άλλωστε, άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εμφατικά κραυγάζει σε όλους "τὸ ἁμαρτάνειν ἀνθρώπινον, τὸ δὲ ἐμμένειν ἐν τῆ ἁμαρτίᾳ". Γι' αυτό στην περίοδο που διανύουμε ας φροντίσουμε διά της μετανοίας να γίνουμε δίκαιοι ενώπιον του Κυρίου και να προετοιμαστούμε για τη μετοχή μας στη Βασιλεία Του και στη θεία αγάπη Του. γιατί, όπως παρατηρεί ο θείος Χρυσόστομος, «είναι καλύτερα να υπομείνει κανείς να κατακεραυνωθεί από μύριους κεραυνούς, παρά να δει το Πρόσωπο εκείνο του Θεού, το ήμερο, να μας αποστρέφεται και τον γαλήνιο εκείνον οφθαλμό, να μην ανέχεται να μάς βλέπει».

"Θεσβίτης"

9 Φεβρουαρίου 2015

Το Τριώδιο ως κανόνας πνευματικής πορείας

   Μέσα στην Εκκλησία όλα έχουν θεσπιστεί από τους θεοφόρους Πατέρες με σοφία και "ἐν Πνεύματι ἁγίῳ". Τίποτα δεν είναι τυχαίο ή δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία. Έτσι και η περίοδος του Τριωδίου πριν την αρχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, στην οποία αυτή την περίοδο βρισκόμαστε, μας δίνει τα απαραίτητα προπαρασκευαστικά εφόδια με τα οποία θα αγωνιστούμε στην πνευματική μας ζωή, αρχής γενομένης με το επικείμενο "στάδιο τῶν ἀρετῶν".
   Την πρώτη Κυριακή του Τριωδίου με την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, μας τονίζεται η αναγκαιότητα της ταπεινοφροσύνης, που μπορεί να δικαιώσει αμαρτωλούς όπως ο Τελώνης  αλλά της οποίας η έλλειψη είναι ικανή να οδηγήσει στην απώλεια ανθρώπους "ευσεβείς" και τυπικούς. Αυτή η μεγίστη αρετή είναι το σταθερό έδαφος στο οποίο μπορεί να χτιστεί το πνευματικό οικοδόμημα όλων των αρετών. Οπότε γίνεται αντιληπτό ότι αν δεν υπάρχει αυτή η αρετή, κάθε πνευματική εργασία είναι ανούσια και "γυμνή" απ' τη θεία Χάρη. Γι' αυτό, ακριβώς, προβάλλεται πρώτα και εμφατικά απ' την Εκκλησία.
   Τη δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου προβάλλεται το ιδανικό της μετανοίας. Συμπυκνώνοντας την τραγική πορεία του ανθρώπου ο Κύριος μας γεμίζει ελπίδα: η συναίσθηση, η συντριβή και η ομολογία του σφάλματος οδηγεί στη συγχώρηση από τον σπλαγχνικό Πατέρα και Θεό μας. Αλλά αυτό προαπαιτεί ταπεινό φρόνημα και αυτοκριτική, όπως αυτά παρουσιάστηκαν στην παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου. Δηλαδή, προχωρούμε στην πνευματική μας αυτή πορεία με βάση τις ευαγγελικές προσταγές: ταπείνωση-αυτοκριτική-συναίσθηση, μετάνοια, σύγχωρηση, επιστροφή στην πρώτη δόξα κοντά στον στοργικό Πατέρα. 
   Την επόμενη Κυριακή, της Απόκρεω, το Ευαγγέλιο παρουσιάζει τη Δευτέρα Παρουσία και την τελική Κρίση των ανθρώπων με βασικό κριτήριο για την αιώνια σωτηρία ή τιμωρία την αγάπη προς τους ελάχιστους αδελφούς. Έχουμε, δηλαδή, ενώπιόν μας επιπλέον δομικά στοιχεία για την σταθερή πνευματική μας οικοδομή: η παντοδυναμία του τριαδικού Θεού, που εν σοφία δημιούργησε τον κόσμο και έθεσε την προκαθορισμένο χρόνο της Δευτέρας Παρουσίας, η αγάπη προς τους αδελφούς μας, η οποία πρέπει να χαρακτηρίζει όλη μας τη ζωή και κάθε έκφρασή της, η μνήμη και η βεβαιότητα του τέλους της παρούσας ζωής και η πορεία μας στην αιώνια ζωή ή στην αιώνια κόλαση. Αυτή η μνήμη είναι πως θα μας συγκρατήσει από αμαρτίες ή λάθη κατά το δυνατόν και θα μας οδηγήσει με ασφάλεια στην αγκαλιά του Κυρίου μας. Γι' αυτό, άλλωστε, ο μέγας Βασίλειος έλεγε ότι ο δρόμος του ανθρώπου προς το Θεό ασφαλίζεται με δυο πνευματικά τείχη στα δεξιά και τα αριστερά του: το φόβο του Θεού και το φόβο του θανάτου. Ο φόβος αυτός δε σημαίνει φόβο ανθρώπινο ή πανικό, αλλά επίγνωση του μόνου αληθινού Θεού αλλά και πως η ζωή μας αυτή είναι πεπερασμένη. Μ΄ αυτήν την επίγνωση είμαστε ασφαλισμένοι και γι' αυτό στην αρχή του πνευματικού μας δρόμου η Εκκλησία μας θέτει αυτά τα δύο αόρατα αλλά κραταιά προστατευτικά τείχη.
   Η πορεία αυτή του Τριωδίου, πριν την αρχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, όρισαν οι Πατέρες να θυμόμαστε την εξορία των πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο, έτσι ώστε να έχουμε μια νέα υπενθύμιση καθώς βρισκόμαστε στην εκκίνηση του κυρίως αγώνα: την υπενθύμιση της χαμένης πατρίδος μας, του Παραδείσου. Οπλισμένοι, λοιπόν, μ' αυτήν την υπενθύμιση, προσθετικά μ' όλα τα προηγούμενα στοιχεία και πνευματικά εφόδια, γίνεται ταυτόχρονα και ο στόχος μας. Η προσκύνηση, δηλαδή, του Αναστημένου Χριστού μας ο οποίος έθεσε τέρμα στην εξορία μας αυτή και έσωσε την ανθρώπινη φύση μας υπομένοντας το θάνατο και θανατώνοντας το θάνατο. 
   Η Εκκλησία μας βλέπουμε ότι πάντοτε "ἐν ἁγίῳ Πνεύματι" μας κατευθύνει προς τη σωτηρία, υποδεικνύοντάς της όχι με φιλοσοφικά λόγια ή σχήματα αλλά με λόγια από το αψευδές στόμα του Κυρίου και με πρακτικές αγαπητικές συμβουλές προς όλους μας. Μας δίνει τις κατάλληλες και απαραίτητες προϋποθέσεις, ώστε να καταστεί επ' αγαθόν ο πνευματικός αγώνας μας στην Αγία Τεσσαρακοστή. 

"Θεσβίτης"

1 Φεβρουαρίου 2015

Ο φαρισαϊσμός των τελώνων

Σήμερα εισήλθαμε στην περίοδο του Τριωδίου. Στην περίοδο των 70 ημερών, που άρχεται με την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, και θα καταλήξει με την Ανάσταση του Κυρίου. Στην αρχή αυτού του δρόμου και του αγώνα η Εκκλησία θέτει δύο πρότυπα ενώπιόν μας, του Φαρισαίου και του Τελώνου. Ο πρώτος εισήλθε στο ναό για να προσευχηθεί και δικαίωνε τον εαυτό του ευχαριστώντας το Θεό για το ότι δεν έμοιαζε με τους αμαρτωλούς. Ο Τελώνης προσευχόμενος δεν τολμούσε να σταθεί ενώπιον του Θεού αναγνωρίζοντας τις αμαρτίες του και ζητώντας την άφεση. 
Με τα δύο αυτά πρότυπα και τύπους ανθρώπων ξεκινάει η πορεία μας στο Τριώδιο. Ξέρουμε απ' το αψευδές στόμα του Κυρίου ότι ο Τελώνης δικαιώθηκε απ' το Θεό και όχι ο Φαρισαίος. Ο πρώτος γνωρίζοντας τα σφάλματά του αυτο-κατηγορούνταν και εισακούσθηκε απ' το Θεό. Ο δεύτερος δικαίωνε με υπερηφάνια τον εαυτό του για τις αγαθές του πράξεις και κατακρίθηκε απ' το Θεό. Ο πρώτος ζητούσε τη σωτηρία μέσα απ' το έλεος του Θεού, ενώ ο δεύτερος μέσα απ' την προβολή της δικής του υπερηφάνου δαιμονικής αρετής. Έτσι, το άξιο μιμήσεως πρόσωπο είναι του Τελώνου.
Το μέγιστο πρόβλημα, ωστόσο, είναι όταν τα δύο πρόσωπα περιπλέκονται στη ζωή μας. Δηλαδή, οι περισσότεροι δεν έχουμε ούτε τις αγαθές πράξεις του Φαρισαίου, έστω και επιφανειακές ή για "τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις", αλλά ούτε την αυτογνωσία και αυτοκριτική του Τελώνου. Ακούμε τυπικά τον Κύριο να μας μιλάει για τη μετάνοια του Τελώνη και τυπικά τη ζητούμε. Όμως, στις πράξεις μας γινόμαστε κάτι ενδιάμεσο: αυτοδικαιώνουμε τον εαυτό μας για κάποιες ελάχιστες αγαθοεργίες μας, αν και φέρουμε το βάρος των πολλών αμαρτιών του τελώνη. Φορώντας το φαρισαϊκό προσωπείο του ευσεβισμού ξεχνούμε όλα όσα θα έπρεπε να μας κάνουν να φωνάζουμε ικετευτικά: "Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῶ ἁμαρτωλῶ". Οπότε αφήνουμε να πάει χαμένη η ευεργεσία του Χριστού διά της μετανοίας και της αφέσεως των αμαρτιών.
Ας είναι, λοιπόν, το φετινό Τριώδιο όχι άλλο ένα Τριώδιο, αλλά ένα άλλο διαφορετικό Τριώδιο, που θα κυριαρχείται από αυτοκριτική, μετάνοια και αγώνα για να συναντήσουμε τον Αναστάντα Κύριο το Άγιον Πάσχα.Ένα Τριώδιο που μας κάνει καινούς (νέους ανθρώπους, αλλαγμένους επ' αγαθό με τον αγώνα της μετανοίας) ενώπιον του "κενοῦ μνημείου" του Αναστημένου Χριστού!

"Πυρφόρος"

22 Φεβρουαρίου 2014

Η Κυριακή της Απόκρεω

Η σημερινή ευαγγελική περικοπή έρχεται να μας υπενθυμίσει μια μεγάλη αλήθεια. Την περασμένη Κυριακή μίλησε το ιερό Ευαγγέλιο για την αγαθότη­τα του Θεού- Πατέρα, που περιμένει το πλάσμα του να επιστρέψει. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάμει να ξεχάσουμε και την δικαιοσύνη Του. Ο Θεός δεν είναι μονάχα στοργικός Πατέρας. Είναι και δίκαιος Κριτής. «Οὔτε ὁ ἔλεος αὐτοῦ ἄκριτος, οὔτε ἡ κρίσης ἀνελεήμων» λέγει ο Μ. Βασίλειος. Θα κρίνει τον Κόσμο, μας λέγει το Ευαγγέλιο, και μάλιστα όχι αυθαίρετα, αλλά σύμφωνα με τα έργα μας. Μας φέρνει, λοιπόν, η σημερινή περικοπή ενώπιον του γεγονότος της κρίσε­ως. Και λέμε «γεγονότος», γιατί η παγκόσμια κρίση αποτελεί για την πίστη μας εσχατολογική βεβαιότητα και πραγματικότητα, που ομολογείται σ' αυτό το Σύμ­βολο μας ως εκκλησιαστική πίστη: «Και πάλιν ἐρχόμενον κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς...».

Καλούμεθα, λοιπόν, σήμερα να συνειδητοποιή­σουμε τρία πράγματα. Πρώτον, ότι Κριτής μας θα είναι ο Ι. Χριστός, ως Θεός. Σωτήρ ο Χριστός αλλά και Κριτής. Αν την πρώτη φορά ήλθε ταπεινός στη γη, «ἵνα σώσῃ τόν κόσμον», τώρα θα έλθει «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ», ίνα κρίνη τον κόσμον. Αυτός που έγινε για μας «κατάρα» πάνω στον Σταυρό, έχει κάθε δικαίωμα να μας κρίνει, αν αφήσαμε να μείνει μέσα μας και στην κοινωνία μας ανενέργητη η θυσία Του. Δεύτε­ρον θα κρίνει όχι μόνο τούς Χριστιανούς, ούτε μόνο τούς εθνικούς, όπως πίστευαν οι Εβραίοι για την κρί­ση του Θεού. Θα κρίνει όλους τούς ανθρώπους, χρι­στιανούς και μη, πιστούς και απίστους. Τρίτον βάση της κρίσεως, το κριτήριο, θα είναι η αγάπη. Η στάση μας δηλαδή απέναντι στους συνανθρώπους μας. Καθο­λική - παγκόσμια η κρίση, καθολικό - παγκόσμιο και το κριτήριο. Ο παγκόσμιος νόμος της ανθρωπιάς, στον όποιο συναντώνται όλοι, χριστιανοί και μη. Και όσοι εγνώρισαν τον Χριστό και όσοι δεν μπόρεσαν να τον γνωρίσουν και γι' αυτό έμειναν μακριά από το Ευαγγέλιό Του. Στο νόμο αυτό, δεν υπάρχει χώρος για προφάσεις και δικαιολογίες. Η πείνα, η δίψα, η γύ­μνια, η αρρώστια, η φυλακή βοούν, δεν μπορούν να μείνουν κρυφά, για να έχει το δικαίωμα να ισχυρισθεί κάποιος πώς δεν τα πρόσεξε... Δεν μπορεί να τ' αγνοή­σει κανείς, χωρίς προηγουμένως να παύσει να έχει συναισθήματα ανθρώπου, αν δεν έχει τελείως «αχρειώσει», εξαθλιώσει, την εικόνα του Θεού μέσα του.

2. Το συγκλονιστικό μεγαλείο και την φρικτότητα της ώρας της Κρίσεως ζωγραφίζουν με υπέροχα χρώ­ματα οι ύμνοι της ημέρας. «Ὦ, ποία ὥρα τότε! ὅταν... τίθωνται θρόνοι καί βίβλοι ἀνοίγωνται, καί πράξεις ἐ­λέγχωνται καί τά κρυπτά τοῦ σκότους δημοσιεύον­ται»! Είναι φρικτή και η απλή σκέψη της ώρας της κρίσεως, γιατί όχι μόνο υπενθυμίζει την ανετοιμότητά μας να εμφανισθούμε μπροστά στο βήμα του φοβερού Κριτού, αλλά και διότι αποκαλύπτει την τραγικότητα της ζωής μας, την οποία δαπανάμε μέσα σε έργα μα­ταιότητος, που δεν αντέχουν στο φως της αιωνιότητος. Δεν δικαιούμεθα ενώπιον του κριτού μας για όσα ο κόσμος θεωρεί μεγάλα και σπουδαία: γνώσεις, θέ­σεις, τίτλους, αξιώματα, πλούτο, δόξα. Αυτά όλα είναι δυνατό μάλιστα να οδηγήσουν στην καταδίκη μας.

Κρινόμεθα βάσει της έμπρακτης εφαρμογής της αγά­πης μας. Όχι ως άτομα δηλαδή, αλλά ως μέλη της αν­θρώπινης κοινωνίας. Ο θεός δεν έπλασε άτομα, αυτό­νομα και ανεξάρτητα. Μάς έπλασε, για να γίνουμε πρόσωπα και κοινωνία προσώπων. Και οι μεγαλύτε­ρες αρετές, αν μείνουν απλώς ατομικές, είναι μετοχές χωρίς αντίκρυσμα ενώπιον του Μεγάλου Κριτού. Για­τί δεν βρήκαν την πραγμάτωση τους μέσα στην αν­θρώπινη κοινωνία. Δεν καταξιώθηκαν σε διακονίες. Έτσι λ.χ. η γνώση είναι θεία ευλογία, όταν όμως θηρεύεται για χάρη του συνανθρώπου, για την διακονία του πλησίον. Το ίδιο και η εγκράτεια και η ευλάβεια, και η νηστεία και σύνολη η άσκησή μας. Αν όλα αυ­τά γίνονται για μια ατομική δικαίωση και όχι ως δια­κονία των αδελφών, των πλησίον, μας ελέγχει η φωνή του Θεού: «Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ματ. θ΄ 13)! Αγάπη θέλω και όχι την θρησκευτικότητα, που αποβλέπει στην αυτοέξαρση και την αυτοπροβολή. Πού βλέπει τον τύπο ως πεμπτουσία της ευσέβειας.

3. Ο κόσμος έχει μάθει να εξαγοράζει τα πάντα, ακόμη και τις συνειδήσεις. Στο χώρο όμως της πίστε­ως δεν ισχύει ο νόμος αυτός. Η ατομική ευσέβεια δεν μπορεί να εξασφαλίσει θέση στην βασιλεία του Θεού, αν δεν γίνει πρώτα εκκλησιαστική, αν δεν συνοδεύε­ται δηλαδή από τα έργα της αγάπης. Ο στίβος του χριστιανού είναι και η κοινωνία και όχι μόνο το «ταμιείον». Εις το ταμιείον του καταφεύγει ο Χριστια­νός για τον πνευματικό του ανεφοδιασμό. Ποτέ όμως δεν εξαντλείται η πολιτεία του στο στενό χώρο της α­τομικότητας του. Αν η πνευματικότητα μας είναι ορ­θή, θα οδηγεί σε ανιδιοτελή αγάπη. Ας το ακούσουμε μια για πάντα: Το επιχείρημα των γλυκανάλατων χρι­στιανών της ανευθυνότητος και του «λάθε βιώσας» δεν έχει καμμιά δύναμη: «Κύτταξε την ψυχή σου» δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από δειλία και υποχώ­ρηση, αν δεν συνοδεύεται και από το στίβο: «Πάλευσε για να φτιάξεις τη χριστιανική σου κοινωνία». Διαφορετικά είμασθε κατά λάθος ανάμεσα σε χριστια­νούς. Η θέση μας είναι κάπου στην Άπω Ανατολή, στη νέκρωση του νιρβάνα.

4. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να προλάβω στο σημείο αυτό μια απορία. Αν κρινόμασθε βάσει της έμπρακτης αγάπης μας, τότε που πηγαίνει η πίστη; Ποια σημασία έχει ο υπέρ της πίστεως και της καθαρότητος του δόγματος αγώνας; Αν δεν έχει διαστά­σεις αιώνιες, τότε γιατί να γίνεται;

Κατά την ώρα της κρίσεως η πίστη, και ως αφο­σίωση και ως διδασκαλία, δεν αποκλείεται, όπως πι­στεύουν εν πρώτοις πολλοί. Προϋποτίθεται. Κριτής μας είναι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Μας σώζει η μας κατακρίνει η συμπεριφορά και στάση μας απέναντι του. Γιατί μας διευκρινίζει ότι στο πρόσωπο Του αναφέρεται κάθε πράξη μας προς τον συνάνθρωπό μας, καλή ή κακή. Ηθικά αδιάφορες πράξεις δεν υπάρχουν. Αν τονίζει σαν κριτήριο την αγάπη, δεν σημαίνει πώς θέλει ν' αποκλείσει την πίστη. Θέλει να προλάβει ακριβώς την καταδίκη της πίστεως εκ μέρους μας σ' ένα σύνολο θεωρητικών αληθειών χωρίς ανταπόκριση και εφαρ­μογή στη ζωή μας. Όπως ο κεκηρυγμένος άθεος και ο συνειδητός αρνητής της πίστεως μεταφράζει την α­θεΐα και απιστία του σε αντίθεα έργα, έτσι και ο πιστός πρέπει να κάμει την πίστη του κινητήρια δύναμη της ζωής του. Γιατί «ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων» (Ιακ. β΄ 20) της α­γάπης, είναι νεκρά. Δεν αποκλείει, λοιπόν, την πίστη, αφού αυτή είναι η προϋπόθεση του ορθού βίου και της σωτηρίας. Αλλά και κάτι περισσότερο. Όχι μόνο «ὁ μή πιστεύσας» (εις τον Χριστό) δεν σώζεται, αλλά και ο μη ορθώς πιστεύσας. Ο Θεός δεν είναι μόνο α­γάπη, είναι και αλήθεια (Ιωαν. ιδ' 6· Α' Ιωαν. δ' 8· δ' 16· ε' 6) και μάλιστα Αυτοαλήθεια. Όποιος προδίδει την αλήθεια προδίδει και την αγάπη. Η αγάπη του Χριστού «συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 6) συζεί δηλαδή και συνευδοκιμεί με την αλήθεια, δεν υπάρχει χωρίς αυ­τήν. Να λοιπόν πώς καταξιώνεται ο αγώνας για την καθαρότητα του δόγματος. Γιατί είναι αγώνας για την αγάπη, είναι η μεγαλύτερη εκκλησιαστική διακονία. Είναι αγώνας πρώτιστα κοινωνικός, γιατί γίνεται χά­ριν του Λαού του Θεού, για να μείνει ανεπηρέαστος α­πό την πλάνη, που είναι πραγματική αυτοκτονία.

Όταν ο Χριστός μας ανέφερε την παραβολή της Κρίσεως, οι λόγοι του μπορούσαν να νοηθούν όχι μό­νο σε συνάρτηση προς τούς συγχρόνους του, αλλά και προς όσους έζησαν πριν απ' Αυτόν. Όσοι δεν γνώρισαν τον Χριστό, μπορούν να έχουν λόγους να κριθούν μόνον για την αγάπη τους, μολονότι αγάπη χωρίς πίστη στον Θεό δεν είναι ποτέ δυνατόν να υπάρχει. Όποιος ειλικρινά ασκεί την αγάπη «δέχεται» τον Θεό, έστω και αν τον αγνοεί. Ο άπιστος δεν δύνα­ται να έχει παρά μόνο φαινομενικά αγάπη. Και μόνο εκεί, που υπάρχει βάπτισμα και «άγιο Πνεύμα», είναι δυνατό να υπάρξει «τελεία αγάπη», αγάπη χριστιανι­κή.

Το ζήτημα όμως πρέπει, νομίζω, να τεθεί κατ' άλ­λο τρόπο. Όταν εμείς σήμερα ακούμε την παραβολή, δύο χιλιάδες χρόνια μετά την σάρκωση του Υιού του Θεού, πώς είναι δυνατόν να χωρίσουμε από την αγά­πη μας την (ορθή) πίστη; Το Ευαγγέλιο λέγει καθαρά:«ὁ… μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ίωαν. γ' 18). Μετά την ένσαρκη δηλαδή οικονομία η κρίση εί­ναι συνέπεια της στάσης κάθε ανθρώπου έναντι του Χρίστου. Κριτήριο μένει η αγάπη. Αγάπη όμως που προϋποθέτει την εις Χριστόν πίστη. Γιατί αυτή είναι η μόνη αληθινή. Αυτή μονάχα δικαιώνει και σώζει...

Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Μεταλληνού

19 Φεβρουαρίου 2014

Ποιες είναι οι τρεις Κυριακές που αποτελούν τα προπύλαια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής;

Τρείς Κυριακές αποτελούν τα προπύλαια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής: Η Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, η Κυριακή του Ασώτου και η Κυριακή της Απόκρεω. Η τελευταία εβδομάς, που εισάγεται με την Κυριακή της Αποκρέω, είναι το προοίμιο της νηστείας της Τεσσαρακοστής, γιατί κατ΄ αυτήν απαγορεύεται, σύμφωνα με τις εκκλησιαστικές διατάξεις, η βρώσις του κρέατος. Είναι η Τυρινή εβδομάς ή εβδομάς της Τυροφάγου. Κατά την εβδομάδα αυτήν αρχίζει η ψαλμωδία των τριωδίων κανόνων. Η τελευταία αυτή Κυριακή, η Κυριακή της Αποκρέω, είναι και παλαιοτέρα από τις προηγουμένες. Τις δύο άλλες τις προσέθεσαν αργότερα, την Κυριακή του Ασώτου κατά τον Ϛ’ αιώνα και την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου ένα περίπου αιώνα υστερώτερα. Ο σκοπός της προσθήκης είναι φανερός. Να δημιουργηθή δηλαδή μία περίοδος προπαρασκευής και προετοιμασίας για την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ένα είδος προπυλαίου στο όλο οικοδόμημα των κινητών εορτών. Ή, όπως γράφει ο Ξανθόπουλος, «ώσπερ τις προγυμνασία και παρακίνησις τοίς αγίοις Πατράσιν επενοήθησαν, ώστε παρασκευασθήναι και ετοίμους ημάς γενέσθαι προς τους πνευματικούς αγώνας των νηστειών, την εξ έθους μυσαράν έξιν απολιπόντας». Έγιναν δέ τρείς οι προπαρασκευαστικές αυτές εβδομάδες για να απαρτισθή ο ιερός αριθμός της αγίας Τριάδος, το τρία, βάσει του οποίου οικοδομείται ολόκληρο το σύστημα της λατρείας μας. Και των τριών Κυριακών η ακολουθία πλέκεται γύρω από την ευαγγελική περικοπή, που διαβάζεται κατά την Θεία Λειτουργία. Κατά την πρώτη Κυριακή αναγινώσκεται η παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου (Λουκ. 18, 10-14), την δευτέρα η παραβολή του Ασώτου υιού (Λουκ. 15, 11-33) και την τρίτη το ευαγγέλιο της Μελλούσης Κρίσεως (Ματθ. 21, 31-46). Με την πρώτη Κυριακή, τηνΚυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, ανοίγει η ιερά πύλη του Τριωδίου. Δεν μπορούσε να ευρεθή καταλληλότερο θέμα, που να συνδυάζη κατά ένα τόσο πλήρη τρόπο τους επί μέρους σκοπούς της περιόδου αυτής. Το Τριώδιο σημειώνει μία ιερά περίοδο του έτους αφιερωμένη στον Θεό στην σύντονο λατρεία και προσευχή, στην νηστεία και στα αγαθά έργα. Η προσευχή όμως, η νηστεία και η δικαιοσύνη του επιφανειακά δικαίου, κενοδόξου όμως και υπερηφάνου Φαρισαίου, αποδοκιμάζονται από τον Θεό. Αντιθέτως δικαιώνεται ο αμαρτωλός και άδικος, αλλά μετανοημένος και συντετριμμένος Τελώνης, που κτυπά το στήθός του και ταπεινά επικαλείται το έλεος του Θεού: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ». Αυτόν λοιπόν τον τύπο της ορθής προσευχής θέτει στο στόμα του πιστού η Εκκλησία στην έναρξι της περιόδου της προσευχής. Καλεί τους πιστούς να μή προσευχηθούν με υπερηφάνεια, «φαρισαϊκώς», αλλά με ταπείνωσι, «τελωνικώς», γιατί, κατά το λόγιο του Κυρίου, «πάς ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δέ ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται». Τα θέματα αυτά επαναλαμβάνονται σ΄ όλους τους ήχους και σε ποικίλες ποιητικές επεξεργασίες από την υμνογραφία της ημέρας. Παραθέτουμε το πρώτο τροπάριο των στιχηρών του εσπερινού του α’ ήχου, που είναι και το πρώτο τροπάριο του Τριωδίου:«Μή προσευξώμεθα φαρισαϊκώς, αδελφοί,ο γάρ υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται·ταπεινωθώμεν εναντίον του Θεού τελωνικώς,διά νηστείας κράζοντες·Ιλάσθητι ημίν, ο Θεός, τοίς αμαρτωλοίς».Το θέμα της δευτέρας Κυριακής είναι συναφές προς το θέμα της πρώτης. Εδώ το δίδει η παραβολή του Ασώτου υιού. Προβάλλεται την Κυριακή αυτή το ενθαρρυντικό παράδειγμα του αμαρτωλού νέου, που, ενώ σπαταλά την πατρική περιουσία «ζών ασώτως», δεν απελπίζεται, δεν συντρίβεται από το βάρος των συμφορών, δεν περιέρχεται σε απόγνωσι. Αλλά επιστρέφει προς τον εὔσπλαγχνο πατέρα ταπεινωμένος, μετανοημένος, ζητώντας το έλεος και την συγγνώμη Του. Και του απευθύνει θερμή ικεσία: «Πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου…». Το παράδειγμα της μετανοίας και της ορθής εν συντριβή καρδίας προσευχής, ενσαρκωμένο στον άσωτο της παραβολής, προβάλλει και πάλι η Εκκλησία προς μίμησιν και καλεί τα άσωτα παιδιά του Πατέρα, όλους μας, να γυρίσωμε στην αγκαλιά του Πατέρα ζητώντας συγγνώμην για να λάβωμε άφεσι, όπως εκείνος. «Άσωτος εί τις, ως εγώ, θαρρών ίθι,θείου γάρ οίκτου πάσιν ήνοικται θύρα». «Όποιος είναι άσωτος, όπως εγώ,άς έλθη με θάρρος, γιατί η θύρα της θείας ευσπλαγχνίας έχει ανοίξει για όλους.»Την θερμή εξομολόγησι του ασώτου υιού θέτει στο στόμα του πιστού ο ποιητής του Δοξαστικού των Αίνων: «Αγαθέ Πατέρα, απομακρύνθηκα από κοντά Σου·μή με εγκαταλείψης και μή με δείξης άχρηστο για την βασιλεία Σου. Ο παμπόνηρος εχθρός με ξεγύμνωσε, μού αφήρεσε τον πλούτο. Τα χαρίσματα της ψυχής μου τα διεσκόρπισα ασώτως. Γι΄ αυτό σηκώνομαι και επιστρέφω σ΄ Έσένα και Σού φωνάζω· Σύ που είσαι τόσο σπλαγχνικός, ώστε για μένα άπλωσες τα χέρια Σου στον Σταυρό για να με λυτρώσης από το φοβερό θηρίο, τον διάβολο, και για να με στολίσης με την παλαιά μου λαμπρή στολή, δέξου με αν όχι σάν παιδί σου,τουλάχιστον σάν υπηρέτη Σου».Η προτροπή προς μετάνοιαν γίνεται πιό έντονος στην τρίτη και τελευταία προπαρασκευαστική Κυριακή, τηνΚυριακή της Αποκρέω. Ως μέσο προτροπής προς μετάνοιαν για την αφύπνησι και των πιό ραθύμων ψυχών χρησιμοποιείται τώρα το αίσθημα του φόβου. Φόβου πρό της δικαίας κρίσεως του Θεού κατά την «φοβεράν και αδέκαστον παρουσίαν» του Χριστού. Την τρομερά σκηνή περιγράφει το ευαγγελικό ανάγνωσμα και η όλη υμνογραφία της ημέρας. Όπως δέ ορθώς παρατηρεί ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο Συναξάριο: «Ταύτην οι θειότατοι Πατέρες μετά τάς δύο παραβολάς έθεντο, ως αν μή τις την εν εκείναις του Θεού φιλανθρωπίαν μανθάνων, αμελώς διάγη λέγων· Φιλάνθρωπός εστιν ο Θεός, και όταν της αμαρτίας αναχωρήσω, ετοίμως έχω το πάν ανύσαι. Ταύτην την φοβεράν ημέραν ενταύθα κατέταξαν, ίνα διά του θανάτου και της προσδοκίας των εσομένων δεινών, φοβήσαντες τους αμελώς διακειμένους, προς αρετήν επαναγάγωσι, μή θαρρούντας εις το φιλάνθρωπον μόνον, αλλ΄ αφοράν, ότι και δίκαιός εστι κριτής και αποδίδωσιν εκάστω κατά τα έργα αυτού». Όπως οι βυζαντινοί ζωγράφοι στον Νάρθηκα των Ναών γύρω από την βασιλική πύλη ζωγράφιζαν την σκηνή της δευτέρας παρουσίας, έτσι και οι υμνογράφοι στο πρόπυλο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής μ΄ όλα τα ζωηρά χρώματα του ποιητικού των χρωστήρος ζωγραφίζουν την φοβερά κρίσι. Η πύλη σε λίγο θα ανοίξη. Ποιός πιστός δεν θα θελήση να εισέλθη «εις την χαράν του Κυρίου του;»

πηγή

15 Φεβρουαρίου 2014

Η Παραβολή του Ασώτου Υιού

Ἄσωτος σημαίνει μὴ σωζόμενος. Ἀλλὰ ὁ ἄσωτος τῆς παραβολῆς σώθηκε. Καὶσώθηκε, ὅταν ἐγκατέλειψε τὶς ἀσωτίες, ὅταν ἐπέστρεψε στὸν πατέρα του, ὁὁποῖος τὸν ἀγαποῦσε, ἀκόμη κι ὅταν ἐκεῖνος ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ κοντά του. Καὶτὸ ἐνδιαφέρον τοῦ πατέρα ἦταν σίγουρα μεγαλύτερο, ὅταν ὁ γιός του βρισκόταν σὲ ξένη γῆ. Ἔτσι εἶναι συχνὰ οἱ γονεῖς· χαίρονται, ὅσο τὰ παιδιά τους εἶναι κοντά, καὶ πονοῦν, ἀγωνιοῦν γι’ αὐτά, ὅταν ἐκεῖνα τοὺς ἐγκαταλείπουν. Πικραίνονται, μὰ περιμένουν...

Δὲν τὸν μάλωσε, ποὺ ζήτησε τὴ μισὴ κληρονομιά· δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ ἀνοίξῃτὰ φτερά του καὶ νὰ πετάξῃ· γνώριζε καλύτερα ἀπὸ τὸν καθένα τὸν παρορμητισμὸ καὶ ἴσως τὴν ἐπιπολαιότητα τοῦ γιοῦ του παιδιόθεν καὶ πιθανῶς νὰ ὑποψιαζόταν τὸν οἰκονομικό του καὶ κοινωνικὸ κατήφορο, ὅμως δὲν τὸνἐμπόδισε νὰ φύγῃ, κι ἂς καταλάβαινε ὅτι ὅλα τὰ χρήματα ποὺ ἔδινε στὸν γιό τουἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἦταν χαμένα. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν περίμενε στὸ κατώφλι τοῦσπιτιοῦ· κι ὅταν τὸν εἶδε, ἔτρεξε νὰ τὸν καταφιλήσῃ. Δὲν ὑπολόγισε οὔτε τὰπαλιά, οὔτε τὰ καινούρια ἔξοδα. Ἦταν ὁ ἕνας γιός του, πολύτιμη περιουσία του ποὺ χάθηκε καὶ ξανακερδίθηκε.
Περιουσία τοῦ Θεοῦ εἴμαστε οἱ ἄνθρωποι, ἀδελφοί μου. Καὶ αὐτὴν τὴν περιουσία ἔρχεται ὁ διάβολος νὰ κλέψῃ καὶ νὰ ἀτιμάσῃ. Περιουσία ἀνεκτίμητη, μὲ τὴν ὁποία τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθῇ, γιατὶ εἶναι αἰώνια καὶ ποτὲ δὲν χάνει τὴν ἀξία της, ἀκόμη κι ἂν βρεθῇ ἀνάμεσα σὲ ἀκαθαρσίες. Αὐτὴν τὴν περιουσία τὴν πανάκριβη ὁ Θεὸς τὴν ἀντάλλαξε μὲ τὸν μονάκριβο θησαυρό Του, τὸν Συνάναρχο καὶ μονογενῆ Υἳό Του, ἔτσι ὥστε νὰ τὴν ἀποθησαυρίσῃ στὰ μέχρι τότε ἄδεια ταμεῖα τοῦ οὐρανοῦ.
Ὁ εὔσπλαχνος πατέρας προσκαλεῖ σὲ πανηγύρι τοὺς φίλους καὶ συγγενεῖς. Παραθέτει πλούσιο τραπέζι μὲ ὀρχήστρα καὶ χορό. Τέτοιο πανηγύρι γίνεται καὶστὸν οὐρανό, ὅταν ἕνας ἁμαρτωλὸς ἐπιστρέφῃ στὸν Θεό Πατέρα. Καὶ τὰπανάκριβα ῥοῦχα, τὸ πολύτιμο δαχτυλίδι, τὰ καινούρια ὑποδήματα, ἔρχονται νὰἐπιβεβαιώσουν ὅτι ἡ πατρικὴ ἀγάπη εἶναι συνεχὴς καὶ ἀληθινή, ὅπως τέτοια εἶναι καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν καθένα μας. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἕνας παράγοντας ποὺ καθορίζει, ἂν αὐτὴ ἡ ἀγάπη θὰ μείνῃ ἀνεκμετάλλευτη ἢ ἂν θὰἀξιοποιηθῇ πρὸς ὄφελος τοῦ ἀγαπημένου· κι αὐτὸς ὁ παράγοντας εἶναι ἡἔμπρακτη ἀπόφαση. Ναί! ἔμπρακτη ἀπόφαση νὰ ἐπιστρέψουμε μὲ μετάνοια πρὸς τὸν Θεὸ χρειαζόμαστε, ἀδελφοί μου, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε αὐτὴν τὴν ἀγάπη·ἔμπρακτη ἀπόφαση ποὺ ξεκινᾶ, μόλις ἔλθῃ ὁ ἄσωτος ἑαυτός μας «εἰς ἑαυτόν» μέσα στὴ λάσπη τῶν χοίρων παθῶν καὶ τὰ ξυλοκέρατα τῆς ἡδονῆς, καὶ φτάνειἕως τὸν μόσχο τὸν σιτευτό.
Δὲν ἀρκεῖ νὰ νοσταλγοῦμε τὸν παράδεισο· ἡ ζωή μας, ἡ σωτηρία μας, χρειάζεται κίνηση, ὤθηση, ἀνακατεύθυνση. Ὁ ἄσωτος νοσταλγοῦσε τὴνἀσφάλεια καὶ θαλπωρὴ τοῦ πατρικοῦ του σπιτιοῦ, ἀλλὰ ὅσο ἔβοσκε χοίρους, ἡνοσταλγία δὲν τὸν χόρταζε. Βουτῆξτε, ἀδελφοί μου, τὸ παξιμάδι τῆς νοσταλγίας τοῦ παραδείσου στὸ λασπωμένο τσάϊ τῆς ἁμαρτίας καὶ θὰ δῆτε ὅτι αὐτὸ ποὺ θὰμείνῃ στὸ στόμα θὰ εἶναι ἡ ἀπαίσια γεύση τῆς λάσπης. Ὅσο μένουμε στὴβρωμιὰ τῆς ἁμαρτίας, δὲν μᾶς καθαρίζει ἡ λαχτάρα τοῦ παραδείσου. Θέλει ἕναἀποφασιστικὸ «κλίκ», ἕνα γενναῖο δευτερόλεπτο, μιὰ μεγαλειώδη στιγμὴ τοῦχρόνου, γιὰ νὰ γίνῃ ἡ καλὴ ἀρχή. Ἀπὸ‘κεῖ καὶ πέρα τὸ τέρμα εἶναι κοντά. Ὁ Θεὸς συντέμνει τὴν διαδρομή, ἁπλώνει τὰ χέρια Του, τρέχει καὶ ἀγκαλιάζει τὰ χαμένα παιδιά Του.
Ὁ ἄσωτος μᾶλλον δὲν ἤξερε καλὰ τὸν πατέρα του· δὲν περίμενε ὅτι θὰ τὸν δεχόταν ὡς υἱό, οὔτε ἦταν σίγουρος ὅτι θὰ τὸν δεχόταν ὡς μίσθιο, ὡς ἔμμισθοἐργάτη, γιατὶ δὲν εἶπε: «ὁ πατέρας μου σίγουρα θὰ μὲ δεχθῇ ὡς ἕνα τῶν μισθίων του», ἀλλὰ «θὰ τοῦ ζητήσῳ νὰ μὲ κάνῃ ἔμμισθο ἐργάτη του». Ἴσως νὰ εἶχε κατὰνοῦ νὰ ἐπιστρέψῃ μέσα ἀπὸ τὴν ἔμμισθη ἐργασία ὅσα εἶχε πρὶν ἀπαιτήσῃ, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν εἶναι βέβαια ὁ λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο θέλει νὰ γυρίσῃ σπίτι· εἶναι ἡἀνάγκη, ἡ προσωπικὴ ἀνάγκη τῆς ἐπιβίωσης, τὸ θλιβερὸ γεγονὸς ὅτι «λιμῷἀπόλλυται». Οἱ χριστιανοὶ δὲν γνωρίζουμε καλὰ τὸν Θεό. Ἔχουμε ἐπιφυλάξεις καὶἐνδοιασμοὺς γιὰ τὴν ἀγάπη Του, νομίζουμε πώς, ἂν ἐπιστρέψουμε κοντά Του, θὰμᾶς ἐπιπλήξῃ, θὰ μᾶς ζητήσῃ νὰ δουλέψουμε ὡς ἐργάτες Του, θὰ ἀπαιτήσῃ νὰπληρώσουμε στὸ ἀκέραιο τὰ χρέη μας. Ἐκεῖνος ὅμως δὲν ζητᾶ τίποτε ἄλλο, παρὰμονάχα καὶ μόνο νὰ βρεθοῦμε κοντά Του, ὄχι γιὰ δικό Του ὄφελος, ὡς ἐκτὸς πάσης ἀνάγκης, ἀλλὰ γιὰ ὄφελος δικό μας.
Ἐμπρὸς λοιπόν, ἂς σηκωθοῦμε ἀπὸ τὴν λάσπη τῆς ἁμαρτίας, ἂς ἀφήσουμε τὰξυλοκέρατα τῶν χοίρων ἡδονῶν, τῶν χειρόνων παθῶν, κι ἂς λάβουμε τὴνἔμπρακτη ἀπόφαση, τὴν ἀπόφαση γιὰ ἔμπρακτη μετάνοια καὶ ἐπιστροφή μας πρὸς Ἐκεῖνον, ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ, μᾶς συγχωρεῖ, μᾶς ξαναδέχεται ὡς υἱούς Του.

8 Φεβρουαρίου 2014

Το Τριώδιο

Τριώδιο ονομάζεται το Λειτουργικό Βιβλίο της Εκκλησίας μας το οποίο περιλαμβάνει τους Ύμνους των Κυριακών, απο την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου μέχρι και το Μεγάλο Σάββατο πρίν την Τελετή της Αναστάσεως. Ονομάζεται έτσι διότι οι περισσότεροι Κανόνες του Όρθρου (πρωινή Ακολουθία) περιέχουν τρείς Ωδές ενώ συνήθως περιέχουν εννέα Ωδές - την 8η και την 9η πάντοτε, ύστερα δε διαδοχικά μία από τις πέντε πρώτες.

Το Τριώδιο τοποθετείται στα Αναλόγια των Ναών μας στον Εσπερινό του Σαββάτου της Κυριακής του Τελώνου και του Φαρισαίου αφού πρώτα ο Πρωτοψάλτης το παραλάβει απο την Εικόνα του Χριστού και το ασπασθεί. Έτσι ανοίγει το Τριώδιο, περίοδος η οποία διαιρείται σε τρείς μικρότερες, δηλ. Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι Κυριακή της Τυροφάγου, Καθαρά Δευτέρα μέχρι το Σάββατο Του Λαζάρου και Κυριακή των Βαίων το βράδυ μέχρι το Μεγάλο Σάββατο πρίν την Ανάσταση. Παλαιότερα στην περίοδο του τριωδίου συμπεριλαμβάνονταν και η περίοδος από την Κυριακή του Πάσχα μέχρι την Κυριακή των αγίων πάντων. Αργότερα όμως οι ιερές ακολουθίες της περιόδου αυτής περιελήφθησαν σε ιδιαίτερο λειτουργικό βιβλίο το «Πεντηκοστάριο».

Για την διαμόρφωση του Τριωδίου, όπως το έχει στη χρήση της σήμερα η εκκλησία μας, έπαιξαν ρόλο όλες οι χριστιανικές γενεές από τον 5ο μέχρι τον 15ο αιώνα μ.Χ. (Το πρώτο έντυπο του Τριωδίου εξεδόθη το 1522 μ.Χ. στην Βενετία). Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από τις ασματικές ακολουθίες των εορτών του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (Β' Κυριακή των Νηστειών), του Οσίου Ιωάννου της Κλίμακος (Δ' Κυριακή των Νηστειών), κ.α. Αποδεικνύεται επίσης από την εισαγωγή του επιτάφιου θρήνου, εγκωμίων, δηλαδή που ψάλλονται στον Επιτάφιο, και από την εισαγωγή των συναξαρίων του Νικηφόρου Καλλίστου του Ξανθόπουλου. Στην διαμόρφωση των ασματικού κύκλου του τριωδίου συνέβαλαν επίσης και διάσημοι υμνογράφοι και μελωδοί της εκκλησίας μας, όπως ο Ρωμανός ο Μελωδός, (βλέπε 1 Οκτωβρίου) και ο Ιωάννης Δαμασκηνός (βλέπε 4 Δεκεμβρίου).

Το τριώδιο περισσότερο από όλα τα εκκλησιαστικά βιβλία που περιέχουν ιερές ακολουθίες οδηγεί τις ψυχές των πιστών τέκνων της ορθοδόξου εκκλησίας στην περισυλλογή και στην κατάνυξη. Για τον λόγο αυτό ονομάζεται και κατανυκτικό τριώδιο. Με τον κύκλο των εορτών του τριωδίου ανανεώνονται τα βιώματα της νηστείας, της εγκράτειας, της μετάνοιας, και της χαρμολύπης.

6 Απριλίου 2013

H αισχύνη του Σταυρού

undefined
π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού 
 
Δεν υπάρχει άνθρωπος στη ζωή του, σε όποια ηλικία κι αν βρίσκεται, που να μη σηκώνει σταυρό. 
 
Είτε ο σταυρός είναι εσωτερικός και έχει να κάνει με τον χαρακτήρα, την κλειστότητα, τη αδυναμία αληθινής κοινωνίας με τους άλλους που κάνει τον άνθρωπο μελαγχολικό, είτε είναι εξωτερικός και έχει να κάνει με τον πόνο και την ασθένεια, την απόρριψη, τα προβλήματα, την αδικία, την φτώχεια, την καταστροφή, τον θάνατο ο σταυρός είναι δεδομένος. Γιατί όμως ο Χριστός, όταν μιλά στους μαθητές Του και σε όσους Τον ακολουθούν, ζητά από όποιον θέλει να Τον ακολουθήσει να απαρνηθεί τον εαυτό του και να σηκώσει το σταυρό του  (Μάρκ. 8, 34); Για ποιον σταυρό κάνει λόγο ο Κύριός μας; 
 
    Ο Χριστός δεν μιλά για τους σταυρούς της ίδιας της ζωής, του χαρακτήρα, του έσω και του έξω κόσμου. Μιλά για τον σταυρό της αυταπάρνησης και τον σταυρό της ακολούθησης του Ιδίου. Αυτοί οι σταυροί είναι ιδιαίτεροι και γι’ αυτό δυσβάσταχτοι. Έχουν ως άμεση συνέπεια την αισχύνη, την οποία βιώνει ο άνθρωπος από μέρους των άλλων. Την άρνησή τους να κατανοήσουν γιατί ο γνήσιος μαθητής του Χριστού επιλέγει να τους σηκώσει. Ενώ θα μπορούσε να αρκεστεί στους σταυρούς της ζωής, οι οποίοι απαιτούν πίστη για να μπορέσει ο άνθρωπος να τους αντέξει, ο Χριστός ζητά επιπλέον σταυρούς για εκείνον που θα διαλέξει να είναι δικός Του, μαθητής Του.
 
     Ο σταυρός της αυταπάρνησης είναι ο σταυρός της παραίτησης από το «εγώ». Αποτελεί μίμηση του Χριστού κατά πάντα. Ο Κύριός μας παραιτήθηκε από το να είναι μόνο Θεός και «προσέλαβε το ημέτερον φύραμα, κενώσας εαυτόν και γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ. 2, 7-8).  Παραιτήθηκε όμως και από τα προνόμια που η ενωμένη με τη θεότητα ανθρώπινη φύση του προσέδιδε, δηλαδή την αθανασία και την καθυπόταξη των πάντων. Και ανέβηκε στο Σταυρό, ο οποίος αποτελεί το σημείο της μέχρις εσχάτων παραίτησης του Κυρίου από το «εγώ», χωρίς αυτό να σημαίνει περιφρόνησή του. Γιατί το «εγώ» δόθηκε από το Θεό στον άνθρωπο ως σημείο επίγνωσης της συγγένειας, αλλά και ταυτόχρονα, διαφορετικότητας της ύπαρξης από τους άλλους ανθρώπους, τον κόσμο, ακόμη και από τον ίδιο το Θεό.  Μέσα όμως από την παραίτηση από το «εγώ» ζητείται «το του ετέρου» (Α’ Κορ. 10,24). Ζητείται η αγάπη που φτάνει μέχρις εσχάτων. Ζητείται η θυσία. Ζητείται η σωτηρία των πάντων, για την οποία ο Χριστός, ανεβαίνοντας στο Σταυρό, θα φθάσει «μέχρις άδου ταμείων». Αυτόν τον σταυρό καλείται να σηκώσει ο καθένας που θέλει να γίνει μαθητής του Χριστού. Της αυταπάρνησης. της παραίτησης από το δικαίωμα. Από το θέλημα. Από την καθυπόταξη των πάντων. Ακόμη κι από την ίδια τη ζωή. Καλείται να σταυρώσει το «εγώ» του, χάριν του ετέρου. Αυτό σημαίνει να καταστήσει τη ζωή του διακονία των πάντων. 
 
Γνώμων ο πλησίον, όπου κι αν αυτός βρίσκεται. Και συμφέρον του πλησίον δεν είναι η υλική ανακούφιση, αλλά η σωτηρία του. Ο αληθινός μαθητής του Χριστού νοιάζεται και αφιερώνεται στη διακονία της σωτηρίας των ανθρώπων από το κακό και την αμαρτία. Νυχθημερόν προσεύχεται, παρακαλεί το Θεό για τον κόσμο. Νυχθημερόν έχει έγνοιά του πώς να προσφέρει στον πλησίον. Γνώση, χαρά, στήριξη, βοήθεια παντός είδους. Νυχθημερόν παραιτείται και από το δικαίωμα της αναγνώρισης του κόπου. Δεν εξαρτά την συνδρομή του στη σωτηρία των άλλων από το αν θα του αναγνωρίσουν τον κόπο του. Και τότε αξίζει αληθινά η παραίτηση από το «εγώ». Γιατί ο Θεός την αποδέχεται ως μίμησή Του και ενισχύει με τη χαρά της κοινωνίας μαζί του αυτόν που το αποφασίζει.
                
 Ο σταυρός της ακολούθησης του Χριστού είναι η κοινωνία με το πρόσωπο του Κυρίου στην Εκκλησία. Είναι η επιλογή να ακολουθήσει ο γνήσιος μαθητής του Χριστού την οδό του Ευαγγελίου. Δεν υπάρχει θέμα της ανθρώπινης ζωής στο οποίο να μην απαντά το Ευαγγέλιο. Είτε κατά γράμμα είτε κατά πνεύμα, το Ευαγγέλιο που ο Χριστός διακήρυξε και η Εκκλησία αγωνίζεται να εφαρμόσει, αποτελεί το κριτήριο της όντως ζωής. Και είναι Σταυρός η βίωση του Ευαγγελίου. Γιατί όποιος επιχειρεί να το εφαρμόσει στη ζωή του θα έρθει σε σύγκρουση με τον τρόπο του πολιτισμού. Με τους ανθρώπους. Θα λοιδορηθεί. θα περιφρονηθεί. Θα θεωρηθεί παρωχημένος. Θα γευτεί την αδιαφορία. Ακόμη και το μαρτύριο και το θάνατο. Και το Ευαγγέλιο αποκαλύπτει την ουσία της πίστης που είναι η σχέση με το Χριστό. Παντού στη ζωή της Εκκλησίας, είτε στα μυστήρια, είτε στη διδαχή, είτε στην ιεραποστολή το Ευαγγέλιο αποτυπώνεται. Πρωτίστως όμως στα πρόσωπα των Αγίων, τους οποίους έχουμε ως πρεσβευτές προς το Θεό, αλλά και ως πρότυπα στη ζωή μας. Το Ευαγγέλιο όμως δεν μονοπωλεί τον χρόνο μας. Γιατί ο Σταυρός Του δεν είναι ευχάριστος. Τη ζωή μας μονοπωλούν οι μέριμνες. Οι ηδονές. Οι οικείοι μας. Τα αγαθά μας. Η διαχείριση της καθημερινότητάς μας. Ο εικονικός κόσμος στον οποίο ζούμε. Το σκόρπισμα του χρόνου μας στις ποικίλες προκλήσεις. Ένα λείμμα αγωνίζεται για το Ευαγγέλιο. Και γι’  αυτό νιώθουμε ότι δεν ακούγεται σήμερα. Και ότι τελικά φέρει αισχύνη ο Σταυρός της ακολούθησης του Ευαγγελίου. Γιατί μένουμε μόνοι μας  στα περιβάλλοντα του κόσμου να ζητούμε «Ιησούν Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον» (Α’Κορ.  2,2). 
 
  Στη μέση της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής η Εκκλησία μας θέτει στο μέσο των ναών τον Τίμιο Σταυρό. Ατενίζοντας το Ξύλο της Ζωής και προσκυνώντας Το μας υπενθυμίζει ότι ο δρόμος που ο κόσμος θεωρεί αφορμή αισχύνης είναι αυτός που σώζει αιώνια τον άνθρωπο. Αυτόν που εξακολουθεί να μην αισχύνεται για την αμαρτωλότητά του, αλλά να περηφανεύεται. Αυτόν που έχει ως σημείο προόδου τα δικαιώματά του και το «εγώ» του και όχι την αγάπη. Αυτόν που λησμονεί το  Ευαγγέλιο και το υποκαθιστά από ιδέες, φιλοσοφίες, σοφίες του κόσμου, συζητήσεις για ασήμαντα και σημαντικά της παρούσης ζωής, χωρίς προοπτική αιωνιότητας. Αυτόν που δε διστάζει να εκμεταλλεύεται τον πλησίον του. Αυτόν που δεν γνωρίζει να συγχωρεί. Είναι αισχύνη από την μία ο δρόμος του Σταυρού, αλλά και λύτρωση από την άλλη.  Γιατί ο Σταυρωθείς διέρρηξε τα δεσμά του θανάτου και έδωσε τη χαρά της Ανάστασης. Κι αυτή η χαρά, που εκφράζεται μέσα από την αγάπη και τη θυσία, αλλά και την εφαρμογή του Ευαγγελίου λυτρώνει αληθινά. Και τότε μπορούμε και τους μικρότερους σταυρούς να τους σηκώσουμε.  Είναι ο Μείζων, ο Χριστός, που μας δίνει δύναμη. Μαζί Του λοιπόν ως την Ανάσταση! 
 
πηγή

30 Μαρτίου 2013

Φώτισόν μου το σκότος…!


π. Γεωργίου Δορμπαράκη

Η Κυριακή Β΄ Νηστειών είναι αφιερωμένη από την Εκκλησία μας στον μεγάλο Πατέρα και Διδάσκαλό της άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, στο πρόσωπο του οποίου βλέπει τη συνέχεια της νίκης της κατά των αιρέσεων γενικώς, συνεπώς η Κυριακή αυτή προεκτείνει την προηγουμένη της Ορθοδοξίας. Ο άγιος Γρηγόριος έτσι δεν είναι για την Εκκλησία ένας απλός άγιος, αλλά σύμβολο και όρος Ορθοδοξίας, στου οποίου τη διδασκαλία κρίνεται το ορθόδοξο από το αντορθόδοξο και αιρετικό, το γνήσιο και αληθινό από το κίβδηλο και ψεύτικο. Από την άποψη αυτή η προσέγγιση του αγίου αυτού Πατρός αποτελεί προσέγγιση στα καθαρά νάματα της ορθόδοξης πίστης και γι’ αυτό στέρεα τροφή στον σύγχρονο πνευματικά πεινασμένο άνθρωπο της εποχής μας. Δεν θα σταθούμε στη ζωή και τη διδασκαλία του αναλυτικά.  Εκείνο που θα μας απασχολήσει και μάλιστα δι’ ολίγων, είναι η γνωστή προσευχή που αδιάκοπα έκραζε ο άγιος: «Φώτισόν μου, το σκότος, φώτισόν μου το σκότος, Κύριε

Ο άγιος Γρηγόριος προσευχόταν ο Κύριος να φωτίσει το υπάρχον σ’ αυτόν σκότος. Το σκότος που έβλεπε να υπάρχει στην ψυχή και την καρδιά του, το σκότος δηλαδή της αμαρτίας και των παθών. Αφετηριακό με άλλα λόγια σημείο της πνευματικής του ζωής ήταν η αναγνώριση της αμαρτωλότητάς του. Κι ίσως πει κανείς: άγιος αυτός και αναγνώριζε αμαρτωλότητα πάνω του; Αλλά τούτο ακριβώς συνιστά το σημάδι της αγιότητας. Ο άγιος, ως γνωστόν, δεν είναι αυτός που νιώθει αναμάρτητος – αυτό αποτελεί σύμπτωμα της πιο βαθιάς αμαρτίας και του υπάρχοντος δαιμονισμού του ανθρώπου, όπως το βλέπουμε στο πρόσωπο του κατακεκριμένου από τον ίδιο τον Κύριο Φαρισαίο της γνωστής παραβολής. Αντιθέτως: είναι εκείνος που έχει τη μεγαλύτερη συναίσθηση των αμαρτιών του, η οποία μάλιστα βαίνει αυξανόμενη, καθώς θέτει τον εαυτό του ενώπιον του Θεού, ζώντας αδιάκοπα κάτω από τις ακτίνες του ήλιου της Δικαιοσύνης Του.  Όσο δηλαδή προσεγγίζει τον Θεό, τόσο και φωτίζεται στο να βλέπει και την παραμικρότερη κηλίδα της ψυχής του. Συμβαίνει κάτι παρόμοιο με ό,τι σ’ ένα κλειστό δωμάτιο:  λόγω του σκότους δεν βλέπει κανείς το τι υπάρχει, ενώ όταν αρχίζει να μπαίνει σ’ αυτό λίγο φως και στη συνέχεια περισσότερο φως,  βλέπει κανείς πια  και το παραμικρότερο σκουπιδάκι, και την ελάχιστη βρωμιά.

Ο απόστολος Παύλος για παράδειγμα ζώντας σε κατάσταση ταύτισης με τον Χριστό – «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20) – ομολογούσε ενσυνείδητα και με πλήρη επίγνωση: «Χριστός ήλθε αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτός ειμι εγώ» (Α΄Τιν. 1, 15). Ο μέγιστος δηλαδή των αποστόλων, αυτός που κοπίασε περισσότερο όλων στη διάδοση του Ευαγγελίου, έβλεπε τον εαυτό του πρώτο στην κλίμακα των αμαρτωλών. Κι ας θυμηθούμε ότι ο προφήτης Ησαΐας, ευρισκόμενος ενώπιον του θρόνου του Θεού, κατά τη συγκλονιστική στιγμή της εν οράματι κλήσεώς του στο προφητικό αξίωμα (6, 1-12), νιώθει μικρός και βδελυκτός. «Ω, τάλας εγώ… Ότι άνθρωπος ων και ακάθαρτα χείλη έχων…εγώ οικώ και τον Βασιλέα Κύριον Σαβαώθ είδον τοις οφθαλμοίς μου». Η στάση ενώπιον του απολύτως αγίου Θεού τον οδηγεί αμέσως και στην επίγνωση της δικής του εμπαθούς καταστάσεως. Δεν ήταν λοιπόν δυνατόν να συμβεί διαφορετικά και με τον άγιό μας, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Η μικρή αυτή προσευχή του «φώτισόν μου το σκότος» ήταν και είναι μία τρανή ένδειξη της μεγάλης αγιότητάς του.

Τι βλέπουμε όμως; Ενώ ο όσιος Πατήρ αναγνώριζε τη σκοτεινιά της αμαρτίας μέσα του, δεν απελπιζόταν. Ριχνόταν με ελπίδα στην αγκαλιά του Θεού μέσω της προσευχής και ζητούσε εναγώνια από Αυτόν τον φωτισμό Του. Η αίτηση αυτή φωτός από τον Θεό μπορεί να περιλαμβάνει βεβαίως μερικές μόνο λέξεις, περικλείει όμως απύθμενο βάθος θεολογίας, για την οποία αγωνίστηκε σ’ όλη του τη ζωή ο μεγάλος αυτός φωστήρας της Εκκλησίας. Διότι αυτή η εκζήτηση φωτός προϋποθέτει την πίστη ότι ο Θεός είναι φως, ότι ο άνθρωπος γίνεται φως καθόσον μετέχει του Θεού, και βεβαίως ότι υπάρχει η δυνατότητα σχέσεως του Θεού με τον άνθρωπο. Βάση συνεπώς της μικρής αυτής προσευχής αποτελεί η διάκριση στον Θεό της λεγομένης ουσίας και της ενεργείας – ή αλλιώς φωτός, δόξας, χάρης -  σ’ Αυτόν. Η διάκριση αυτή ιδιαιτέρως τονίστηκε και αναπτύχθηκε από τον άγιο Γρηγόριο, σε εποχή που παρουσιάστηκαν προβλήματα πίστεως τέτοια, που έθεταν ακριβώς σε αμφιβολία αυτήν τη δυνατότητα πραγματικής σχέσεως του ανθρώπου με τον Θεό. Ο άγιος Παλαμάς απάντησε στις προκλήσεις αυτές  με τον φωτισμό του Θεού και με την ανάπτυξη της προγενέστερης παράδοσης της Εκκλησίας.

Κατά τη διάκριση αυτή, ο Θεός είναι ουσία, ζει δηλαδή μέσα τον εαυτό Του, άρα είναι παντελώς απρόσιτος και αμέθεκτος και μακρινός από εμάς, μη δυνάμενος να γίνει γνωστός από οποιοδήποτε κτίσμα, είτε άνθρωπο είτε και άγγελο ακόμη, κι όχι μόνο σ’ αυτήν τη ζωή, αλλά και στη συνέχειά της, την αιώνια. Ο μόνος που γνωρίζει την ουσία του Θεού είναι ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, ο Ίδιος δηλαδή ο Τριαδικός Θεός. Ταυτοχρόνως όμως ο Θεός είναι και ενέργεια, ζει δηλαδή και έξω από τον εαυτό Του, δημιουργώντας τον κόσμο και τον άνθρωπο, προνοώντας διαρκώς γι’ αυτόν, απολυτρώνοντάς τον, αγιάζοντάς τον, ερχόμενος άρα σε κοινωνία και μέθεξη μαζί του. Έτσι κατά τη διάκριση αυτή ο Θεός μας είναι μαζί μας και πέρα από εμάς, κοντινός και μακρινός, γνωστός και άγνωστος, παρών και απών. Γι’ αυτό και τίποτε επίγειο δεν μπορεί να θεωρηθεί μέτρο για την κατανόησή Του – ακόμη και η λέξη «ουσία» κατανοείται ως «υπερουσιότητα», πέρα από οτιδήποτε κτιστό – κι ακόμη: η σχέση μας μαζί Του κινείται πάντοτε μεταξύ της αγάπης και του φόβου ως συναίσθησης της απόστασής Του.

Η διδασκαλία αυτή του αγίου Γρηγορίου περί της ουσίας και της ενεργείας του Θεού, (οι όροι ήταν φιλοσοφικοί, αλλά απλώς ενδεικτικοί και με επίγνωση της σχετικότητάς τους),  δεν ήταν κάτι νέο και ξένο ασφαλώς για την Εκκλησία μας. Αυτό θα σήμαινε μία Παλαμική θεολογία και όχι μία Εκκλησιαστική, δηλαδή του Χριστού θεολογία. Ο άγιος Γρηγόριος δεν έκανε τίποτε άλλο από το να αναπτύξει χάριτι Θεού την ήδη υπάρχουσα επί του θέματος παράδοση της Εκκλησίας, κι αυτήν την ανάπτυξη επικύρωσε η ίδια η Εκκλησία με Οικουμενικό κύρος έχουσες Συνόδους.  Ο άγιος Βασίλειος, για παράδειγμα, είχε ήδη μιλήσει γι’ αυτήν τη διάκριση, χωρίς όμως να διευκρινίσει αν οι ενέργειες του Θεού είναι κτιστές ή άκτιστες. Η προσφορά του αγίου Παλαμά έγκειται ακριβώς σ’ αυτό: διευκρίνισε ότι οι ενέργειες είναι άκτιστες, δηλαδή μιλώντας γι’ αυτές μιλάμε για τον Ίδιο και πάλι Θεό, που παρών προσωπικά γίνεται μεθεκτός από τον άνθρωπο, αρκεί βεβαίως αυτός να ανοίξει την καρδιά του και να θελήσει εν μετανοία να καθαρίσει τον εαυτό του από τα αμαρτήματά του. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι κέντρο της θεολογικής σκέψης του έγινε η θεοφάνεια της Μεταμόρφωσης του Κυρίου: εκεί το άκτιστο φως του Κυρίου γίνεται μεθεκτό από τους μαθητές Του, δίνοντάς τους έτσι τη δυνατότητα πραγματικής σχέσης με τη θεότητά Του.

Η Εκκλησία μας προβάλλει σήμερα τον άγιο Γρηγόριο, όπως είπαμε, ως όριο Ορθοδοξίας, αλλά και ως διαπρύσιο κήρυκα της χάρης και του φωτός του Θεού. Η προσευχή του «φώτισόν μου, το σκότος»  επιβεβαιώνει την αλήθεια αυτή και λειτουργεί παραδειγματικά και σε εμάς. Ας ευχηθούμε να γίνει και η δική μας προσευχή, με την πεποίθηση ότι λέγοντάς την όχι μόνο καλούμε τον Θεό να γίνει η λαμπάδα μέσα μας που θα φωτίζει το νου και τη ζωή μας, ώστε να πορευόμαστε τον δρόμο που οδηγεί στην αιώνια βασιλεία Του, αλλά και θα κατακαίει κάθε εμπαθή κίνηση της ψυχής μας και κάθε εναντίον μας δαιμονική επιρροή.

22 Φεβρουαρίου 2013

Τί είναι το Τριώδιο και σε τί χρησιμεύει;

undefined

Όταν κάποιος ξεκινάει ένα ταξίδι θα πρέπει να ξέρει που πηγαίνει. Αυτό συμβαίνει και με τη Μεγάλη Σαρακοστή. Πάνω απ΄ όλα η Μ. Σαρακοστή, είναι ένα πνευματικό ταξίδι που προορισμός του είναι το Πάσχα, “η Εορτή των Εορτών”. Η νέα ζωή η οποία πρίν δύο χιλιάδες περίπου χρόνια “ανέτειλε εκ του τάφου”, προσφέρθηκε σε μας, σε όλους εκείνους που πιστεύουν στο Χριστό. Μας δόθηκε τη μέρα που βαφτιστήκαμε. 

Έτσι το Πάσχα πανηγυρίζουμε την Ανάσταση του Χριστού σαν γεγονός που έγινε και ακόμη γίνεται σε μας. Γιατί ο καθένας μας έλαβε το δώρο αυτής της νέας ζωής. Είναι ένα δώρο που ριζικά αλλάζει τη διάθεσή μας απέναντι σε κάθε κατάσταση αυτού του κόσμου, ακόμη και απέναντι στο θάνατο. Επιβεβαιώνουμε θριαμβευτικά το: "νικήθηκε ο θάνατος". Φυσικά υπάρχει ακόμα ο θάνατος, είναι σίγουρος, τον αντιμετωπίζουμε, και κάποια μέρα θα έρθει και για μας. Αλλά όλη η πίστη μας είναι ότι με το δικό Του θάνατο ο Χριστός άλλαξε τη φύση ακριβώς του θανάτου. Τόν έκανε πέρασμα – “διάβαση”, “Πάσχα” - στη βασιλεία του Θεού μεταμορφώνοντας τη δραματικότερη τραγωδία σε αιώνιο θρίαμβο, σε νίκη. Με το “Θανάτω θάνατον πατήσας”, μας έκανε μετόχους της Ανάστασής Του.

Τέτοια είναι η πίστη της Εκκλησίας μας. Εμείς ξεχνάμε όλα αυτά γιατί είμαστε απασχολημένοι, τόσο βυθισμένοι στις καθημερινές έγνοιες μας, που ξεχνάμε ακόμα και το θάνατο και τελικά, εντελώς αιφνιδιαστικά, μέσα στις “απολαύσεις της ζωής μας” μας έρχεται τρομακτικός, αναπόφευκτος, παράλογος.

Πραγματικά ζούμε σαν να μην ήρθε ποτέ Εκείνος. Αυτή είναι η μόνη πραγματική αμαρτία, όλων των κατ' όνομα χριστιανών. Αν το αναγνωρίσουμε αυτό, τότε μπορούμε να καταλάβουμε τι είναι το Πάσχα και γατί χρειάζεται και προϋποθέτει τη Μεγάλη Σαρακοστή.

Ολόκληρη η λατρεία της Εκκλησίας μας είναι οργανωμένη γύρω από το Πάσχα, που είναι το Τέλος και που ταυτόχρονα είναι και η Αρχή.

Για πολλούς από τους χριστιανούς, η Μεγάλη Σαρακοστή αποτελείται από τυπικούς κανόνες που επικρατεί το αρνητικό στοιχείο, όπως η αποχή απο ορισμένα φαγητά. Όμως σκοπός της είναι να “μαλακώσει” τη καρδιά μας τόσο, ώστε να μπορεί να αποκτήσει την εμπειρία της κρυμμένης “δίψας και πείνας” για επικοινωνία με το Θεό. Αυτή η “ατμόσφαιρα” της Μ. Σαρακοστής δημιουργείται βασικά με τη λατρεία, με τους ύμνους του Τριωδίου που οι ιεροί υμνογράφοι, συνέθεσαν και οργάνωσαν όλες τις ακολουθίες, με θαυμαστή κατανόηση της ανθρώπινης ψυχής. 

Το ΤΡΙΩΔΙΟ είναι ένα λειτουργικό βιβλίο που περιλαμβάνει ύμνους και βιβλικά αναγνώσματα γιά την κάθε μέρα της περιόδου της Μ. Σαρακοστής, η οποία αρχίζει με την Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου και τελειώνει με τον Εσπερινό του Αγίου και Μεγάλου Σαββάτου.

undefinedΗ άγνοια των ύμνων του Τριωδίου είναι η βασική αιτία που μας κάνει σιγά σιγά να παραμορφώνουμε τη κατανόηση, το σκοπό και το νόημα της Μεγάλης Σαρακοστής.

Πολύ πριν αρχίσει η Μ. Σαρακοστή, η Εκκλησία μας αναγγέλλει ότι πλησιάζει και μας καλεί να μπούμε στην περίοδο της προετοιμασίας γι΄αυτήν. Γιατί; Γιατί η Εκκλησία έχει μια βαθειά ψυχολογική γνώση της ανθρώπινης φύσης. Ξέροντας την έλλειψη αυτοσυγκέντρωσης και την τρομακτική “κοσμικότητα” της ζωής μας, αναγνωρίζει την αδυναμία μας να αλλάξουμε αυτόματα, να πάμε ξαφνικά από μια πνευματική ή διανοητική κατάσταση σε μια άλλη. Έτσι, αρκετά πριν αρχίσει η ουσιαστική προσπάθεια , η Εκκλησία προκαλεί τη προσοχή μας στη σοβαρότητα της Μ. Σαρακοστής και μας καλεί να σκεφθούμε τη σημασία της. 

Αυτή η προπαρασκευαστική περίοδος περιλαμβάνει τις Κυριακές: α) Του Τελώνη και του Φαρισαίου, που αναφέρεται στην Ταπείνωση. β) Του Ασώτου, που αναφέρεται στην μετάνοια. γ) Της Απόκρεω, που αναφέρεται στην Τελευταία Κρίση και στη χριστιανική αγάπη και δ) Της Τυροφάγου, ή της Συγγνώμης που θυμόμαστε της εξορία από τον Παράδεισο των Πρωτοπλάστων.


ALEXANDER SCHMEMANN
ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ-ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ
πηγή: εδώ
και εδώ

7 Απριλίου 2012

Κυριακή τῶν Βαΐων


Η Κυριακή των Βαΐων είναι χαρμόσυνη ημέρα. Στολισμένη με τους κλάδους των βαΐων των φοινίκων, που υψώνονται μπροστά στον επί πώλου όνου ερχόμενο Βασιλέα. Θριαμβευτική ατμόσφαιρα από τα "ὡσαννά" του λαού. Η Εκκλησία μας ζωντανεύει τα γεγονότα και μας προτρέπει στην υποδοχή του ερχομένου Νυμφίου, θυμίζοντάς μας να πάρουμε μαζί μας τα βάγια, για να υπαντήσουμε τον ερχόμενο "ἐν ὀνόματι Κυρίου".

25 Φεβρουαρίου 2012

Δοξαστικό αίνων Κυρ.Τυρινής-ΠΕΤΡΟΥ [Δ.Νερατζής]

Alexander Schmemann: "Κυριακή της Τυροφάγου"


Φτάσαμε πια στις τελευταίες μέρες πριν από τη Μεγάλη Σαρακοστή. Ήδη κατά την εβδομάδα της Απόκρεω που είναι πριν από την Κυριακή της Συγγνώμης, δύο μέρες - η Τετάρτη και η Παρασκευή - ξεχωρίστηκαν να ανήκουν στη Σαρακοστή. Θεία Λειτουργία δεν τελέστηκε και η όλη τυπική διάταξη στις ακολουθίες έχει πάρει τα λειτουργικά χαρακτηριστικά της Μεγάλης Σαρακοστής. Στον Εσπερινό της Τετάρτης χαιρετίζουμε τη Μεγάλη Σαρακοστή με τούτο τον ωραιότατο ύμνο:
Ανέτειλε το έαρ της νηστείας, και το ανθός της μετανοίας αγνίσωμεν ουν εαυτούς αδελφοί, οπό παντός μολυσμού, τω φωτοδότη ψάλλοντας, είπωμεν δόξα σοι, μόνε φιλάνθρωπε.

Κατόπιν, το Σάββατο της Τυροφάγου η Εκκλησία μας «ποιεί μνείαν πάντων των εν ασκήσει λαμψάντων άγιων ανδρών τε και γυναικών». Οι άγιοι είναι τα πρότυπα που θʹ ακολουθήσουμε, οι οδηγοί στη δύσκολη τέχνη της νηστείας και της μετάνοιας

Στον αγώνα που πρόκειται νʹ αρχίσουμε δεν είμαστε μόνοι:
Δεύτε άπαντες πιστοί, τας των οσίων Πατέρων, χορείας υμνήσωμεν. Αντώνιον τον κορυφαίον, τον φαεινόν Εύθύμιον, και έκαστον και πάντας όμού και τούτων ώσπερ Παράδεισον άλλον τρυφής. τας πολιτείας νοητώς διεξερχόμενοι, τερπνώς ανακράξωμεν...

Έχουμε βοηθούς και παραδείγματα:
Των Μοναστών τα πλήθη, τους καθηγητάς νυν τιμώμεν. Πατέρες, όσιοι: διʹ υμών γαρ τον τρίβον, την όντως ευΘείαν πορεύεσθαι έγνωμεν μακάριοι έστέ τω Χριστώ δουλεύσαντες...

Τελικά έρχεται η τελευταία μέρα, που συνήθως, την ονομάζουμε Κυριακή της συγγνώμης, αλλά έχει και ένα άλλο λειτουργικό όνομα που θα πρέπει να θυμόμαστε: «της από του Παραδείσου της τρυφής εξορίας του Πρωτόπλαστου Αδάμ». Το όνομα αυτό συνοψίζει ουσιαστικά την πλήρη προπαρασκευή για τη Μεγάλη Σαρακοστή. Ξέρουμε ότι ο άνθρωπος πλάστηκε για να ζει στον Παράδεισο, για τη γνώση του Θεού και την κοινωνία μαζί Του. Η αμαρτία του όμως τον απομάκρυνε άπα την ευλογημένη ζωή και έτσι η ύπαρξη του στη γη είναι μια εξορία. Ο Χριστός, ο Σωτήρας του κόσμου, ανοίγει την πόρτα του Παραδείσου στον καθένα που Τον ακολουθεί, και η Εκκλησία με τα να μας αποκαλύπτει την ομορφιά της Βασιλείας, κάνει τη ζωή μας μια προσκυνηματική πορεία προς την ουράνια πατρική γη.

Έτσι, αρχίζοντας τη Μεγάλη Σαρακοστή είμαστε σαν τον Αδάμ:
Εξεβλήθη Αδάμ του Παραδείσου, δια της βρώσεως διο και καθεζόμενος απέναντι τούτου, ωδύρετο ολολλύζων, ελεεινή τη φωνή και έλεγεν οίμοι, τι πέπονθα ο τάλας εγώ! Μίαν εντολήν παρέβην την του Δεσπότου, και των αγαθών παντοίων εστέρημαι. Παράδεισε αγιώτατε, ο διʹ εμέ πεφυτευμένος, και δια την Εύαν κεκλεισμένος, ικέτευε τω σε ποιήσαντι, καμέ πλάσαντι, όπως των σων ανθέων πλησθήσωμαι. Διο και προς αυτόν ο Σωτήρ∙ το εμόν πλάσμα ου θέλω απολέσθαι, αλλά βούλομαι τούτο σώζεσθαι και εις επίγνωσιν αληΘείας ελθείν ότι τον ερχόμενον προς με, ου μη εκ βάλω έξω.

Η Μεγάλη Σαρακοστή είναι η απελευθέρωση μας από τη σκλαβιά της αμαρτίας, από τη φυλακή του «κόσμου τούτου». Και το ευαγγελικό ανάγνωσμα αυτής της Κυριακής (Ματθ. 6, 14‐21) θέτει τους όρους για μια τέτοια απελευθέρωση. Πρώτος όρος είναι η νηστεία - η άρνηση δηλαδή να δεχτούμε τις επιθυμίες και τις ανάγκες της «πεπτωκυίας» φύσης μας σαν ομαλές, η προσπάθεια να ελευθερωθούμε από τη δικτατορία της σάρκας και της ύλης πάνω στο πνεύμα. Για να είναι αποτελεσματική η νηστεία μας δεν πρέπει να είναι υποκριτική, δηλαδή «προς το θεαθήναι». Να μη φαινόμαστε «τοις ανθρώποις νηστεύοντες», αλλά «τω Πατρί ημών τω εν τω κρύπτω». Δεύτερος όρος είναι η συγγνώμη. «Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν Ο Πατήρ υμών ο ουράνιος», (Ματθ. 6,14). Ο θρίαμβος της αμαρτίας, το κύριο σημάδι του ρόλου της πάνω στον κόσμο, είναι η διαίρεση, η αντίθεση, ο χωρισμός, το μίσος. Έτσι το πρώτο σπάσιμο σʹ αυτά το φρούριο της αμαρτίας είναι η συγχωρητικότητα: «η επιστροφή στην ενότητα, στην σύμπνοια, στην αγάπη». Το να συγχωρήσω κάποιον σημαίνει να βάζω ανάμεσα σε μένα και στον «εχθρό» μου την ακτινοβόλα συγχώρεση του ίδιου του Θεού. Το να συγχωρήσω είναι να αγνοήσω τα απελπιστικό αδιέξοδο στις ανθρώπινες σχέσεις και να τα αναφέρω στο Χριστό. Συγχώρεση πραγματικά είναι ένα πέρασμα της Βασιλείας του Θεού μέσα στον αμαρτωλό και «πεπτωκότα» κόσμο.

Ουσιαστικά η Μεγάλη Σαρακοστή αρχίζει με τον Εσπερινό αυτής της Κυριακής. Αυτή η μοναδική σε βάθος και ωραιότητα ακολουθία έχει δυστυχώς εκλείψει από αρκετές εκκλησίες. Όμως παρʹ όλα αυτά τίποτε, άλλο δεν αποκαλύπτει καλύτερα το χαρακτηριστικό τόνο της Μεγάλης Σαρακοστής στην Ορθόδοξη Εκκλησία και πουθενά αλλού δε διακηρύσσεται τόσο καλά η έντονη πρόσκληση στον άνθρωπο. Η ακολουθία αρχίζει με τον κατανυκτικό εσπερινό όπου ο ιερέας είναι ντυμένος με λαμπερά άμφια. Τα κατανυκτικά στιχηρά που λέγονται ύστερα από τον ψαλμό «Κύριε εκέκραξα προς Σε...» αναγγέλλουν τον ερχομό της Μεγάλης Σαρακοστής και, πέρα απ' αυτή, τον ερχομό του Πάσχα!

Τον της Νηστείας καιρόν, φαιδρώς απαρξώμεθα, προς αγώνας πνευματικούς εαυτούς υποβάλλοντες∙ αγνίσωμεν την ψυχήν, την σάρκαν καθάρωμεν νηστεύσωμεν ώσπερ εν τοις βρώμασιν εκ παντός πάθους, τας αρετάς τρυφώντες του Πνεύματος∙ εν αις διατελούντες ποθώ, αξιωθείημεν πάντες, κατιδείν το πάνσεπτον πάθος Χριστού του Θεού, και το άγιον Πάσχα, πνευματικώς εναγαλλιωμένοι.

Κατόπιν γίνεται η είσοδος του Ευαγγελίου με τον εσπερινό ύμνο: «φως ιλαρόν αγίας δόξης...». Ο ιερέας τώρα προχωρεί προς την Ωραία Πύλη για νʹ αναφωνήσει το εσπερινό Προκείμενο που πάντοτε αναγγέλλει το τέλος της μιας και την αρχή της άλλης μέρας. Το Μέγα προκείμενο αυτής της ημέρας αναγγέλλει την αρχή της Μεγάλης Σαρακοστής.

Μη αποστρέψης το πρόσωπο σου από του παιδός σου, ότι θλίβομαι∙ ταχύ επάκουσόν μουʹ πρόσχες τη ψυχή μου, και λύτρωσαι αυτήν.

Ακούστε τη θαυμάσια μελωδία του στίχου τούτου, αυτή την κραυγή που ξαφνικά γεμίζει την εκκλησία «... ότι θλίβομαι!» - και θα καταλάβετε το σημείο από το οποίο ξεκινάει η Μεγάλη Σαρακοστή: το μυστηριώδες μίγμα της ελπίδας με την απογοήτευση, του φωτάς με το σκοτάδι. Η όλη προετοιμασία έφτασε πια στο τέλος. Στέκομαι μπροστά στο Θεό, μπροστά στη δόξα και στην Ομορφιά της Βασιλείας Του. Συνειδητοποιώ ότι ανήκω σʹ αυτή, ότι δεν έχω άλλη κατοικία, ούτε άλλη χαρά, ούτε άλλο σκοπό. Συναισθάνομαι ακόμα ότι είμαι εξόριστος από αυτή μέσα στο σκοτάδι και στη λύπη της αμαρτίας γιʹ αυτό «θλίβομαι»! Τελικά παραδέχομαι ότι μόνο ο Θεός μπορεί να με βοηθήσει σʹ αυτή τη θλίψη, ότι μόνον σʹ Αυτόν μπορώ να πω «πρόσχες τη ψυχή μου». Μετάνοια πάνω απ' όλα, είναι το απελπισμένο κάλεσμα για τη Θεία βοήθεια.

Πέντε φορές επαναλαμβάνουμε αυτό το Προκείμενο. Και τότε να! η Μεγάλη Σαρακοστή αρχίζει. Τα φωτεινά χρωματιστά άμφια και καλύμματα του ναού αλλάζουν τα φώτα σβήνουν. Ο ιερέας εκφωνεί τις αιτήσεις, ο χορός απαντάει με τα «Κύριε ελέησον» την κατʹ εξοχήν σαρακοστιανή απάντηση. Για πρώτη φορά διαβάζεται η προσευχή του Αγίου Εφραίμ που συνοδεύεται από μετάνοιες. Στο τέλος της ακολουθίας όλοι οι πιστοί πλησιάζουν τον ιερέα και ο ένας τον άλλο, ζητώντας την αμοιβαία συγχώρεση. Αλλά καθώς γίνεται αυτή η ιεροτελεστία της συμφιλίωσης, καθώς η Μεγάλη Σαρακοστή εγκαινιάζεται μʹ αυτή την κίνηση της αγάπης, της ενότητας και της αδελφοσύνης, ο χορός ψάλλει πασχαλινούς ύμνους. Πρόκειται τώρα πια να περιπλανηθούμε σαράντα ολόκληρες μέρες στην έρημο της Μεγάλης Σαρακοστής. Όμως από τώρα βλέπουμε να λάμπει στο τέλος το φως της Ανάστασης, το φως της Βασιλείας του Θεού.


πηγή: Alexander Schmemann, ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ, Πορεία προς το Πάσχα, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΆΚΡΙΤΑΣ

24 Φεβρουαρίου 2012

π. Συμεών Κραγιόπουλος: "Οι εν ασκήσει λάμψαντες και οι εξόριστοι πρωτόπλαστοι"

Είμαστε στην τελευταία εβδομάδα πριν από τη Σαρακοστή, στην εβδομάδα της Τυρινής. Τελειώνει η προετοιμασία μας και όπου να 'ναι εισερχόμεθα στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ελπίζω ότι όλοι το περιμένουμε αυτό ανυπόμονα και με χαρά. Έτσι μας προτρέπουν τα τροπάρια.

Η Εκκλησία, καθώς κοντεύουμε να φθάσουμε στην πύλη της Τεσσαρακοστής, ακόμη προσπαθεί να μας ετοιμάσει για τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Αυτήν την εβδομάδα, όπως είχαμε πει και την περασμένη Τετάρτη, τα τροπάρια, και σήμερα το πρωί και απόψε στην αγρυπνία και αύριο την Παρασκευή αλλά ήδη από τη Δευτέρα ακόμη, ομιλούν για το πλησίασμα της Τεσσαρακοστής· ότι πλησιάζει η νηστεία, πλησιάζει ο αγώνας αυτός ο πνευματικός.

Γιατί «μνείαν ποιούμεθα πάντων των εν ασκήσει λαμψάντων»;

Το προσεχές Σάββατο, Σάββατο της Τυρινής, η Εκκλησία το έχει αφιερώσει στους ασκητές. «Μνείαν ποιούμεθα πάντων των εν ασκήσει λαμψάντων ανδρών τε και γυναικών». Τελούμε τη μνήμη όλων, και των ανδρών και των γυναικών, οι οποίοι ασκήθηκαν και διέλαμψαν εν τη ασκήσει, αγιάσθηκαν και τους έχουμε αγίους. Η Εκκλησία όρισε αυτό το Σάββατο, μία ημέρα πριν μπούμε στην Τεσσαρακοστή, να ενθυμούμαστε τους αγίους ασκητές, να τους τιμούμε, να τους γιορτάζουμε για δύο λόγους: από το ένα μέρος για να τους έχουμε βοηθούς. Να τους παρακαλέσουμε να μας βοηθήσουν, γιατί αυτοί ξέρουν. Ξέρουν αυτοί τι θα πει αγώνας, τι θα πει άσκηση, τι θα πει νηστεία, προσευχή, κατάνυξη, μετάνοια, σωτηρία. Ξέρουν αυτοί. Πέρασαν από όλα αυτά. Να τους παρακαλέσουμε, καθώς μπαίνουμε κι εμείς στο στάδιο.

Στην προς Εβραίους επιστολή λέει ο απόστολος Παύλος: «Τοσούτον έχοντες περικείμενον ημίν νέφος μαρτύρων, όγκον αποθεμένοι πάντα και την ευπερίστατον αμαρτίαν...»2 Δηλαδή όπως σ' ένα στάδιο που πηγαίνουν οι αθλητές ν' αγωνισθούν, γύρω στις κερκίδες κάθονται οι φίλαθλοι, αυτοί που τους συμπαθούν, που θέλουν πολύ να νικήσουν, και τους ενθαρρύνουν, έτσι και οι άγιοι. Αυτό το βλέπουμε μέσα στους ναούς. Γι' αυτό όχι μόνο υπάρχουν στους ναούς εικόνες φορητές, αλλά αγιογραφούνται και οι τοίχοι. Έτσι μέσα στον ναό με τις αγιογραφίες, αισθανόμαστε γύρω μας τους αγίους, που μας ενθαρρύνουν, που μας ενισχύουν και μας βοηθούν ν' αγωνισθούμε κι εμείς στο ίδιο στάδιο όπως εκείνοι και να φθάσουμε κι εμείς στο τέρμα, όπως έφθασαν εκείνοι, για να σωθεί η ψυχή μας.

Η Εκκλησία λοιπόν όρισε να ποιούμε τη μνήμη των αγίων ασκητών από το ένα μέρος, για να τους παρακαλέσουμε να μας βοηθήσουν τώρα, καθώς μπαίνουμε στο στάδιο των αρετών. Από το άλλο μέρος, για να μιμηθούμε τους άγιους. Έχουμε πει κι άλλες φορές και πρέπει αυτήν την ώρα να το τονίσουμε ότι κάνει μεγάλο λάθος ο χριστιανός εκείνος ο οποίος δεν έμαθε να έχει ως μέτρο της ζωής του τους αγίους και έχει μέτρο κάτι άλλο, κάποιον άλλο ή έχει μέτρο τον εαυτό του, το μυαλό του, την κρίση του. Εμείς δεν ξέρουμε. Εμείς πέφτουμε έξω. Εμείς χαριζόμαστε στον εαυτό μας. Εμείς ξεγελιόμαστε από αδυναμίες και τέτοια και εάν μείνουμε απλώς στο τι λέει η δική μας η σκέψη, θα πέσουμε έξω, δεν θα κάνουμε τίποτε. Και λίγο αγώνα που θα κάνουμε, μπορεί κι αυτός να είναι στην πλάνη. Το μέτρο είναι οι άγιοι. Τους αγίους πάντοτε και ειδικά αυτήν την περίοδο να έχουμε υπόψιν μας· κυρίως τους ασκητές αγίους.

Μέτρο μας οι άγιοι

Επειδή ακριβώς μπαίνουμε στην περίοδο της ασκήσεως, το μέτρο μας να είναι οι άγιοι και σ' αυτούς πάντοτε να προσβλέπουμε, αυτούς να έχουμε υπόψιν μας, αυτούς να μιμούμαστε και απ' αυτούς να διδασκόμαστε και μ' αυτούς να συγκρίνουμε τη ζωή μας· με τη δική τους ζωή να μετρούμε τη δική μας ζωή. Αλλιώς, θα κάνει κανείς καμιά προσευχή και θα υπερηφανευθεί και θα νομίσει, ποιος ξέρει τι έκανε! Θα πάει μερικές φορές στην εκκλησία ή θα κάνει καμιά άλλη καλή πράξη και θα νομίσει, ποιος ξέρει τι! Έτσι φουσκώνει ο άνθρωπος, υπερηφανεύεται, και πάει χαμένη η λίγη αρετή που μπόρεσε και έκανε. Ενώ όταν έχουμε υπόψιν μας τους αγίους, το τι έκαναν οι άγιοι, το τι είναι οι άγιοι, πώς είναι η ζωή των αγίων, αυτά τα οποία κάνουμε εμείς είναι τόσο λίγα, τόσο ελάχιστα μπροστά στα δικά τους, μπροστά στη δική τους ζωή, που καθόλου δεν θα μας έλθει η σκέψη να υπερηφανευθούμε, να φουσκώσουμε και τελικά δηλαδή αντί να ωφεληθούμε από την άσκησή μας, από την προσπάθειά μας, να πάθουμε ζημιά.

Το τονίζω αυτό, γιατί όπως είπαμε κι άλλη φορά, έχουμε την τάση οι άνθρωποι, προπαντός στα χρόνια μας, στις ημέρες μας, να τα ζυγίζουμε τα πράγματα και να τα κανονίζουμε με τη δική μας κρίση. Είναι αυτή η τάση που προέρχεται από τη δύση. Τώρα εμείς γίναμε δυτικόπληκτοι. Όχι μόνο σ' άλλα πράγματα, αλλά και χριστιανικά ακόμη ήμασταν δυτικόπληκτοι και είμαστε και δεν συμμαζεύεται. Εκεί στη Δύση -το είπαμε και άλλη φορά, αλλά μερικοί μπορεί να μην το άκουσαν, αλλά και αυτοί που το άκουσαν, ας το ακούσουν πάλι· πρέπει να τα λέμε και να τα ξαναλέμε- εκεί λοιπόν στη Δύση η τάση είναι να ταιριάξουν το Ευαγγέλιο με τη ζωή του ανθρώπου. Δηλαδή να κόψουν τρόπον τινά το Ευαγγέλιο στα μέτρα του ανθρώπου. Τώρα παρουσιάζονται ορισμένοι κι εδώ στην Ελλάδα οι οποίοι λένε να βγουν μερικές λέξεις από το Ευαγγέλιο. «Αυτές τις λέξεις να τις βγάλουμε· τι είναι αυτά; "Αμαρτία" να βγει από το Ευαγγέλιο. "Δούλος" "Απολύτρωση"; Τέτοιες λέξεις να βγουν από το Ευαγγέλιο. Δεν χρειάζονται». Να μείνουν τάχα τα καλά· ας πούμε, μόνο περί αγάπης.

Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούμε να πούμε ότι κόβουν το Ευαγγέλιο, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύουν το Ευαγγέλιο, για να το ταιριάξουν με το πώς αρέσει στον άνθρωπο, με το πώς βολεύεται ο άνθρωπος, ο σημερινός άνθρωπος, ο οποίος είναι παραδομένος στην ευχαρίστηση και στον ευδαιμονισμό, ο τρόπος λοιπόν που το ερμηνεύουν το Ευαγγέλιο, είναι τέτοιος σαν να το κόβουν στα μέτρα τους. Δεν το ερμηνεύουν δηλαδή σωστά. Ενώ το Ευαγγέλιο δεν είναι για να το φτιάξουμε στα δικά μας τα μέτρα, για να το κάνουμε έτσι που μας βολεύει.


Η ζωή μας να γίνει ευαγγελική ζωή

Όπως κι αν έχει το πράγμα, ό,τι και να συμβαίνει, εμείς πρέπει να γίνουμε αυτό που λέει το Ευαγγέλιο, εμείς πρέπει να πάμε προς το Ευαγγέλιο και να πιστεύουμε ότι, αφού το είπε ο Θεός το Ευαγγέλιο, πρέπει να γίνει αυτό που λέει το Ευαγγέλιο, αλλά και μπορεί να γίνει. Είναι αδύνατο να μην μπορεί. Διότι, επαναλαμβάνω, το Ευαγγέλιο το είπε ο Θεός· δεν το είπαμε εμείς. Το Ευαγγέλιο το έκανε Θεός. Όλα εκεί είναι λόγια του Θεού. Και να έχουμε το κουράγιο να στεκόμαστε ενώπιον του Θεού και να λέμε: «Βλέπεις, Θεέ μου, δεν μπορώ αυτό. Κάνε με να μπορέσω». Και θα με κάνει να μπορέσω. Είναι αδύνατο δηλαδή ο Θεός να δίνει εντολή, να λέει εντολές, να λέει όλα αυτά τα άγια και ιερά λόγια που είναι μέσα στο Ευαγγέλιο και να μη γίνονται· δεν μπορεί. Όμως πρέπει να αλλάξει ο άνθρωπος. Η δική μας η ζωή πρέπει να γίνει ευαγγελική ζωή, να γίνει δηλαδή ζωή του Ευαγγελίου, επηρεασμένη από το Ευαγγέλιο, να γίνει κατά τα μέτρα του Ευαγγελίου. Αυτό είναι που έζησαν οι άγιοι.

Όπως ξέρετε, όλοι οι πρώτοι χριστιανοί λέγονταν άγιοι. Άγιοι, διότι όλοι μπήκαν σ' αυτόν τον δρόμο της αγιότητος και έγιναν άγιοι, και γέμισε η Εκκλησία άγιους και έχουμε τόσους -χιλιάδες και εκατομμύρια- άγιους. Γι' αυτό είπαμε ότι οι άγιοι είναι το μέτρο. Σ' αυτούς θα προσβλέπουμε και θα συμμορφώνουμε τη ζωή μας με βάση τη δική τους ζωή.

Βλέπετε, τώρα εμείς έχουμε και αυτό το προνόμιο, ας πω έτσι, ότι δεν είναι μόνο ότι έχουμε το Ευαγγέλιο και πρέπει να προσέξουμε το Ευαγγέλιο και να πιστεύουμε ότι αυτά που λέει γίνονται και πρέπει να γίνουν και θα γίνουν, αλλά έχουμε και τους αγίους, οι οποίοι το εφάρμοσαν το Ευαγγέλιο. Δηλαδή έχουμε παραδείγματα. Δεν έχουμε απλώς μια θεωρία. «Όσο καλή κι αν είναι η χριστιανική θεωρία, όσο καλό κι αν είναι το Ευαγγέλιο, ε, είναι λόγια», θα έλεγε κανείς. «Πού να δούμε; Να τα δούμε στην πράξη! Να, δεν γίνονται στην πράξη!» Όχι. Γίνονται. Όλοι οι άγιοι έζησαν σύμφωνα με το Ευαγγέλιο. Δεν είπαν δηλαδή αυτό που λέει ο σημερινός άνθρωπος, «στάσου να το κόψουμε το Ευαγγέλιο στα δικά μας τα μέτρα και να βολευτούμε», αλλά όλοι προσπάθησαν να ζήσουν σύμφωνα με το Ευαγγέλιο και έτσι αγίασαν.

Επειδή λοιπόν μπαίνουμε σ' αυτήν την περίοδο, που θέλει λίγο άσκηση, θέλει λίγο αγώνα, η Εκκλησία έβαλε τους αγίους ασκητές να τους γιορτάζουμε το Σάββατο αυτό που μας έρχεται. Και μπαίνουμε μετά στην Κυριακή, που είναι βέβαια Κυριακή της Τυροφάγου, της Τυρινής, αλλά είναι και Κυριακή της συγχωρήσεως. Ας πούμε πρώτα γι' αυτό που μας καλεί η Εκκλησία να θυμηθούμε την Κυριακή αυτή, και να επανέλθουμε σ' αυτό.


Γιατί «ποιούμεθα ανάμνησιν της εξορίας των πρωτοπλάστων»;

Την Κυριακή της Τυρινής διαβάζουμε στο Τριώδιο ότι «ανάμνησιν ποιούμεθα της από του παραδείσου της τρυφής εξορίας των πρωτοπλάστων». Τελείωσε· αυτήν την ημέρα μας καλεί η Εκκλησία να θυμηθούμε, όπως είπαμε και την άλλη φορά, αυτήν την εξορία των πρωτοπλάστων. Γιατί παθαίνουμε όσα παθαίνουμε; Γιατί υφιστάμεθα όσα υφιστάμεθα; Γιατί η ζωή είναι τόσο δύσκολη και τόσο πικρή; Γιατί αυτό το φαρμάκι της αμαρτίας δηλητηριάζει τον κάθε άνθρωπο και δεν τον αφήνει λίγο να ανασάνει, να νιώσει μια γλύκα μέσα του; Γιατί; Να! Διότι έγινε αυτό το κακό τότε και τους έβγαλε ο Θεός από τον Παράδεισο.

Η Εκκλησία μάς καλεί να το θυμηθούμε αυτό, διότι από κει ξεκινούν όλα τα δεινά, και εμείς ακριβώς να πάρουμε τον αντίθετο δρόμο. Οι πρωτόπλαστοι έφαγαν και βγήκαν από τον Παράδεισο. Εμείς δεν πρέπει να φάμε, για να μπούμε στον Παράδεισο. Δεν είναι τυχαίο δηλαδή το ότι δεν λείπει από καμία Σαρακοστή η νηστεία. Όταν λέμε Σαρακοστή, πρώτα εννοούμε νηστεία. Διότι οι πρωτόπλαστοι έφαγαν η Εύα πρώτη και καλύτερη έφαγε και ξεγέλασε ύστερα και τον Αδάμ. Είδε, λέει, ότι είναι ωραίος ο καρπός και μόνο που τον έβλεπε και σκέφθηκε ότι θα ήταν ευχάριστο να τον γευτεί. Και έκοψε και έφαγε. Έφαγε, ενώ ο Θεός τούς είπε «να μη φάτε». Όχι διότι έπρεπε να μείνουν νηστικοί, αλλά «να μη φάτε απ' αυτόν τον καρπό». Και αυτοί έφαγαν.

Τώρα καλούμαστε λοιπόν εμείς να μη φάμε, για να βρούμε τον δρόμο. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς -το είχα αναφέρει κι άλλη φορά, το λέω και τώρα- λέει ότι μία εντολή έλαβαν οι πρωτόπλαστοι μέσα στον Παράδεισο: να μη φάνε από τον απαγορευμένο καρπό. Τώρα, λέει, ο Χριστός πάλι μία εντολή μας έδωσε. Βέβαια πολλές, αλλά όλες οι εντολές είναι μέσα στη μία εντολή, που είναι η εντολή της επιστροφής, της μετανοίας.

Η παράβαση της εντολής εκείνης μας έδιωξε από τον Παράδεισο. Τώρα η τήρηση της νέας εντολής θα μας φέρει στον Παράδεισο. Η εντολή, λέει, η μία, η μόνη εντολή μέσα στην οποία είναι όλες οι άλλες είναι η μετάνοια. Αυτό ζητεί ο Χριστός. Γι' αυτό και όταν βγήκε στο κήρυγμα, αυτό άρχισε να λέει: «Μετανοείτε· ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών». Πιο μπροστά ο Ιωάννης ο Βαπτιστής μετάνοια κήρυσσε. Ο ίδιος ο Χριστός τον απόστολο Παύλο τον αποστέλλει στα έθνη και δεν του λέει τίποτε άλλο παρά: «Εγώ σε αποστέλλω ανοίξαι οφθαλμούς αυτών και επιστρέψαι από σκότους εις φως και της εξουσίας του σατανά επί τον Θεόν, του λαβείν αυτούς άφεσιν αμαρτιών και κλήρον εν τοις ηγιασμένοις πίστει τη εις εμέ». Και ο απόστολος Παύλος τι λέει; «Ουκ εγενόμην απειθής τη ουρανίω οπτασία εις πασάν τε την χώραν της Ιουδαίας και τοις έθνεσιν απαγγέλλων μετανοείν και επιστρέφειν εις τον Θεόν άξια της μετανοίας έργα πράσσοντας».

Μας θυμίζει λοιπόν η Εκκλησία την πτώση των πρωτοπλάστων, την φυγή των πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο, την απομάκρυνσή τους, για να το σκεφθούμε καλά καλά και ν' αποφασίσουμε να μετανοήσουμε και να μπούμε στον αγώνα αυτό, στον αγώνα της νηστείας.


Πρώτα για τη νηστεία

Το Ευαγγέλιο, όπως θ' ακούσουμε την Κυριακή, λέει για τη νηστεία: Όταν νηστεύεις, να μην το κάνεις στα φανερά αλλά στα κρυφά κλπ. Επίσης, λέει το Ευαγγέλιο να συγχωρήσουμε όλους αυτούς οι οποίοι μας έφταιξαν, εάν θέλουμε να μας συγχωρήσει ο ουράνιος Πατέρας. Μόνο έτσι θα μας συγχωρήσει.

Πρώτα για τη νηστεία. Μπορεί πολλά να έχετε ακούσει έως τώρα. Και εδώ έχουμε πει και αλλού κλπ. Ένα ακόμη. Πολλά πράγματα απ' αυτά που ζούμε σ' αυτόν τον κόσμο, που χρειαζόμαστε σ' αυτόν τον κόσμο, που έτσι ή αλλιώς τα έχουμε και τα απολαμβάνουμε κλπ., πολλά απ' αυτά, για να μην πούμε όλα, είναι, να, επειδή πέσαμε. Όχι γιατί αυτά καθ' εαυτά χρειάζονταν στον άνθρωπο και θα χρειάζονται. Δεν θα χρειάζονται. Αλλά επειδή πέσαμε.

Όπως είπαμε άλλη φορά, έχουμε κράτος. Δεν χρειαζόταν να υπάρχει κράτος. Θα ήταν το κράτος του Θεού. Αλλά έτσι όπως έγινε τώρα, έτσι και δεν υπήρχε κράτος, αλίμονο. Και άλλα κι άλλα τέτοια. Έτσι και αυτό: Δεν χρειαζόταν να τρώνε οι άνθρωποι, όπως τρώνε. Και όταν πεθάνουμε και φύγουμε απ' αυτόν τον κόσμο, και μας αξιώσει ο Θεός να πάμε στον Παράδεισο, τί νομίζετε; Θα χρειάζεται να πάμε στον φούρναρη, για να πάρουμε ψωμί, να πάμε στον ζαχαροπλάστη, για να πάρουμε γλυκίσματα, να πάμε κλπ.; Αυτά θα είναι τόσο φτωχά μπροστά σ' εκείνα που θα έχουμε κοντά στον Θεό, που ούτε θα γυρίζει κανείς να τα δει, και αν ακόμη ήταν κάπου εκεί.

Επομένως, όλα αυτά έχουν κάτι το προσωρινό. Το κράτος που είπαμε: αλίμονο, αν ελπίσει κανείς στο κράτος και αν καυχάται, ας πούμε, γι' αυτό. Είναι απλώς, για να περάσει η ζωή αυτή. Αυτό ισχύει και για άλλα πράγματα. Έτσι και το φαγητό. Τρώμε, για να ζήσουμε, για να κάνουμε εκείνο που θέλει ο Θεός. Είναι ανάγκη τώρα να φάμε. Δεν γίνεται αλλιώς. Έπεσε ο άνθρωπος, πρέπει να φάει. Αλλά να φάει, ίσα ίσα για να ζήσει. Αλίμονο, αν παραδοθεί σ' αυτά τα πράγματα. Αλίμονο, αν σ' αυτά θέλει να βρει την ευχαρίστησή του, να ξεκουρασθεί και να αναπαυθεί κλπ. Αυτά είναι απλώς για να κάνει ο άνθρωπος τον κανόνα του.

Όλα αυτά, τροφές, πιοτά, άλλες ευχαριστήσεις κλπ. είναι μέσα σ' εκείνη τη φράση: Ο Θεός, αφού έπεσαν οι πρωτόπλαστοι, τους έκανε, λέει, δερμάτινους χιτώνες. Είχαν καμιά αξία οι δερμάτινοι χιτώνες; Δεν είχαν. Ούτε είχαν πρώτα. Δεν τους χρειάζονταν αυτούς τους δερμάτινους χιτώνες, πριν πέσουν. Αλλά αφού έπεσαν και βρέθηκαν στο κατάντημα που βρέθηκαν, έπρεπε να ντυθούν, και ο Θεός τους έφτιαξε δερμάτινους χιτώνες και τους έντυσε.

Όλα αυτά λοιπόν που λίγο-πολύ έχουμε σ' αυτόν τον κόσμο και που καμιά φορά τα νομίζουμε απαραίτητα, είναι φτωχά πράγματα, για να μπορέσουμε να περάσουμε αυτήν τη ζωή, για να κυλήσουν οι ημέρες αυτής της ζωής -έχουμε χρέος να ζήσουμε- για να κάνουμε τη μετάνοιά μας, να κάνουμε τον κανόνα μας, να κάνουμε τον αγώνα μας, να επιστρέψουμε στον Θεό, να εφαρμόσουμε το Ευαγγέλιο, να ζήσουμε κατά το Ευαγγέλιο, να ζήσουμε όπως θέλει ο Κύριος. Έχουμε υποχρέωση να ζήσουμε. Και για να ζήσουμε σ' αυτόν τον κόσμο, μας χρειάζονται ορισμένα πράγματα -εφόσον είμαστε πεπτωκότες άνθρωποι- και μόνο έτσι πρέπει να τα χρησιμοποιούμε.

Τώρα καταλαβαίνουμε καλύτερα τη νηστεία, καταλαβαίνουμε καλύτερα γιατί μας λέει η Εκκλησία να νηστεύσουμε. Όταν λέει η Εκκλησία να νηστεύσουμε, δεν θέλει να πει: «Ξέρετε; Δεν θα φάτε τώρα, για να πεθάνετε». Όχι. Κανένας δεν πρέπει να πεθάνει. Αμα κάνει κανείς νηστεία για να πεθάνει, θα κάνει μεγάλη αμαρτία. Η αυτοκτονία είναι η μεγαλύτερη αμαρτία απ' όλες. Όμως μας λέει: «Αφήστε τα αυτά· τάχα ότι κινδυνεύετε και τάχα δεν μπορείτε κλπ. Αφήστε τα αυτά. Λοιπόν, θα ζοριστείτε, θα πιεστείτε λιγάκι, θα νηστεύσετε». Πόσο πρέπει να ξεγλιτώνουμε από πολλά πράγματα αυτής της ζωής, τα οποία είναι αφύσικα! Όσο και αν φαίνονται φυσικά, είναι αφύσικα.

Η φυσιολογική κατάσταση του ανθρώπου είναι άλλη: αυτή η αγία κατάσταση που ζει κανείς με λίγη τροφή, με λίγο πιοτό, με κάποιο ένδυμα κλπ., και η τροφή του είναι ο Θεός, το πιοτό του είναι ο Θεός, η χαρά του είναι ο Θεός, τα πάντα είναι ο Θεός.


Και να αλληλοσυγχωρηθούμε

Και να αλληλοσυγχωρηθούμε. Είναι όρος απαράβατος, τόσο που θα έλεγε κανείς ότι δεν μας δέχεται ο Θεός με κανέναν τρόπο, όταν δεν συγχωρούμε τους άλλους. Και βλέπετε, μπαίνει παντού. Και στο Πάτερ ημών: «Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Και στην ευαγγελική περικοπή της ερχόμενης Κυριακής θ' ακούσουμε: Ο Θεός θα μας συγχωρήσει, εφόσον κι εμείς θα συγχωρήσουμε τις αμαρτίες των άλλων. Θα μας συγχωρήσει ο Πατήρ ο ουράνιος, όταν κι εμείς συγχωρήσουμε τα πταίσματα των άλλων. Και θα ξέρετε ότι υπάρχουν και άλλα εμπόδια για τη Θεία Κοινωνία, αλλά οπωσδήποτε εμπόδιο για τη Θεία Κοινωνία είναι όταν κανείς δεν έχει συγχωρήσει από την καρδιά του τους πάντες και έχει ένα κάτι μέσα του.

Μας καλεί λοιπόν η Εκκλησία όλα αυτά κάπως να τα ζήσουμε και έτσι καθαροί, συγχωρημένοι, αποφασισμένοι να στερηθούμε ορισμένα πράγματα -όλα αυτά με χαρά όλα αυτά με διάθεση καλή- να μπούμε μέσα στο στάδιο αυτό των αρετών, στο στάδιο που είναι η Μεγάλη Τεσσαρακοστή και να κάνουμε τον αγώνα μας.

Δεν θα σας κουράσω περισσότερο. Αυτά, αδελφοί μου, και έχοντας υπόψιν και τα σημερινά και άλλα που είπαμε άλλες φορές, αλλά και άλλα που διαβάζουμε, που ακούμε, όπου ο καθένας εκκλησιάζεται, να βοηθηθούμε και να μας αξιώσει ο Θεός όλους να μπούμε φέτος στην Τεσσαρακοστή και να κάνουμε ο καθένας μας με το παραπάνω ό,τι μπορούμε, για να μας ελεήσει ο Θεός, να μας δώσει την Χάρι του, να συγχωρήσει τις αμαρτίες μας και να μας αξιώσει να γιορτάσουμε το Πάσχα αληθινά. Να μας αξιώσει να γιορτάσουμε, αρχίζοντας από δω, από τη γη, το αιώνιο Πάσχα, που είναι στην άλλη ζωή. Καλή Σαρακοστή.

29-2-1984

Η ΙΕΡΑ ΜΑΣ ΜΟΝΗ ΑΠΟ ΨΗΛΑ!

ΟΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ