Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Φεβρουαρίου 2021

Aπό τις διδαχές του Αγίου Ανθίμου της Χίου




Η αγαθότης του Θεού, αδελφές, είναι τόσον πλουσία εις χάριτας, ώστε γυρεύει αιτία να ελεήση τον άνθρωπον. Η χάρις του Θεού είναι έτοιμη κάθε στιγμή να κάμη αντανάκλαση μέσα στην καρδία του ανθρώπου και να του δώσει μόρφωση, να του δώσει χάρη και έλεος, θέλει όμως να της δoθή αφορμή....

Τόσο πολύ τον αγαπά ο Θεός τον ανθρώπoν, ώστε δεν περιγράφεται η αγάπη Του. Δεν εξεχώρησε ποτέ τον δίκαιον από τον αμαρτωλόν, δεν έκαμε σύγκρισιν ποτέ πονηρού και αγαθού. Καθώς η μέλισσα, εάν ευρεθή ένας βώλος ζάχαρη ή τίποτα άλλο γλυκό πάνω σε ένα σωρό κοπριά, δεν την νοιάζει εκείνην πως είναι πάνω σε ακάθαρτα, παρά θα πάη πάνω από την κοπριά να παραλάβη τη ζάχαρη ή ο,τιδήποτε άλλο είδος, από τα οποία θα κατασκευάση κατόπιν εκείνη το μέλι. Ούτω πως και η αγαθότης του Θεού δεν βλέπει πού βρίσκεται ο άνθρωπος, στην αμαρτία ή στην αρετή στην καλωσύνη ή στην κακία. Βλέπει μόνον την στιγμήν εκείνη που πλησιάζει κοντά Τού, δεν σε αποστρέφεται για την πρώτη σου ζωή, αλλά σε δέχεται για την στιγμήν εκείνην της επιστροφής σου. Διότι ίσως να έκλαυσες την στιγμήν εκείνην, ίσως να εθρήνησες, ίσως να έβαλες ένα λογισμόν μετανοίας και να εζήτησες συγχώρησιν από τον Θεόν.

Δεν βλέπει την ακαθαρσίαν του ανθρώπου, βλέπει την δική του ευσπλαχνίαν, βλέπει την συμπάθειάν του και νικάται, διά να ρίξη έλεος εις τον αμαρτωλόν. Γίνεται αντανακλάσις της χάριτος; όπως έγινε και πάνω στο Σταυρό για τον ληστήν. Το βλέμμα του ληστού είλκυσε την μορφήν του Χριστού μέσα στην καρδιά του. Διότι το βλέμμα εκείνο ήταν ικετευτικό, γεμάτο πόνο και μετάνοια και του είπε ένα λόγο γλυκό, που δεν ακούσθηκε γλυκύτερος εις όλον τον κόσμον, “Μνήσθητί μου, Κύριε”, του είπε, “όταν έλθης εν τη βασιλεία Σου”. Θυμήσου και μένα, Χριστέ μου, όταν πας στη βασιλεία Σου!”.

Τι γλυκός λόγος! Όλα τα σιρόπια, όλα τα πανευφρόσυνα, όλα τα ευχάριστα του κόσμου τα υπερνικά ο λόγος αυτός. Αμέσως εκτύπησαν αυτά μέσα στην καρδιά του Χριστού και έγινεν αντανάκλασις της χάριτος. Του απήντησε λοιπόν: “αλήθεια σου λέγω και εγώ, ότι σήμερα θα έλθης μαζί μου στον παράδεισο”. Για την μετάνοια αυτής της στιγμής που δείχνεις, ξεχνώ όλους τους φόνους και τα κακουργήματα που είχες καμωμένα και η ευσπλαχνία μου με παρακινεί να σου ειπώ αυτόν τον λόγον: έλα μαζί μου στην βασιλεια μου.

Μήπως και εμείς, αδελφές, δεν μοιάζωμεν καμμιά φορά με τον ληστήν; Είμεθα όλο στολισμένοι με χάριτας; Δεν έχομεν ακάθαρτα και αμαρτίες; Δεν μολύνομεν κάθε λίγο τας ψυχάς μας; Δεν βλέπομεν τον πλησίον μας με κακία; Δεν κρίνομεν και κατακρίνομεν; Δεν οργιζόμεθα, δεν φθονούμεν, δεν συκοφαντούμεν; Αλλα μήπως ο Θεός για όλα αυτά μας παραπέμπει; Μήπως εάν ημείς είμεθα ακάθαρτοι, εάν είμεθα μοχθηροί και κακότροποι, εκείνος μας οργίζεται; Μας μισεί; Όχι. Με αυτά τα ακάθαρτα χείλη που έχομεν, δέχεται και τον δοξολογούμεν; Μ’αυτά τα ρερυπωμένα μας εντόσθια, δέχεται και τον γευόμεθα, με αυτά τα αμαρτωλά μας χέρια και πόδια μας κρατεί μας κρατεί στη ζωή.

Τέτοια αγάπη μας έχει, τέτοια συμπάθεια έχει για τον ανθρώπoν, τέτοια μακροθυμία για όλους μας. Μήτε Εβραίο ξεχωρίζει μήτε Έλληνα μήτε Οθωμανό. Για όλους την ίδια στοργή αισθάνεται. Και όπως τον καιρόν της σταυρώσεως καρφωμένος πάνω στο μαύρο ξύλο εφώναζε γλυκά-γλυκά: πάτερ μου, μη συνορισθής τους σταυρωτάς μου, γιατί δεν ξεύρουν τι κάνουν, δεν με κατάλαβαν ποιός είμαι, δεν καταλαβαίνουν. Τα ίδια εξακολουθεί να φωνάζη ακόμα μέχρι σήμερα για όλους μας ο Χριστός.

Ποσα σφάλλει κάθε ημέραν η ανθρωπότης εις τον Θεόν! Και όμως εκείνος ποτέ δεν μας οργίζεται, ποτέ δεν μας ρίχνει κακία ποτέ! Ποτέ! Τον βλασφημούμεν, τον παροργίζομεν, τον μουτζώνομεν, τον ξανασταυρώνομεν και εκείνος πάλι μας υπομένει, πάλι μας αγαπά. Διότι είναι ο Θεός ελέους, είναι Θεός αγάπης, Θεός της ευσπλαχνίας. Για όλα αυτά τα ακάθαρτα, τα οποία του προσφέρoμεν ημείς, εκείνος μας προσφέρει έλεος και παρηγοριά. Ποτε δεν συχαίνεται ο Θεός κανένα μας. Μόνο ο άνθρωπος είναι σκληρός, μόνον ο άνθρωπος δεν υπομένει ο ένας τον άλλον, παρά κρίνει και κατακρίνει και συκοφαντεί και κατηγορεί και ζητεί να βλάψει και να καταστρέψει και να αδικήση τον άλλον.

Ο Θεός όμως δεν κάμνει έτσι - όλο φροντίζει πως να βοηθήσει τον ανθρώπoν, όλο ζητεί να του δίδη χείρα βοηθείας. Πότε έναν πνευματικόν φανερώνει να τον συμβουλέψη, πότε κανέναν άγγελoν να τον φώτιση, πότε κανένα λογισμό καλό του βάζει, πότε μια έμπνευση θεϊκή του φέρνει, άλλοτε κανέναν ανθρώπoν καλόν του παρουσιάζει και του δίνει μια παρηγοριά.

Μη λησμονάτε, αδελφές, ότι τυχαινομεν και μεις σε ώρες και σε στιγμές που λυπάται ο ένας τον άλλον. Να λυπούμαι εγώ εσάς και σεις εμενά, να λυπάται η μία την άλλην σας. Δεν έχομεν ανάγκη να λέμε για τον άλλον κόσμον. Όταν βλέπετε τα λάθη μου να λέτε: στιγμή είναι και ας συμπαθήσωμεν, και να δείχνετε συμπάθεια, αδελφές, όπως έδειξε ο Παύλος για τους Εβραίους και έλεγε: “Πάτερ, μη στήσης αυτoίς την αμαρτίαν ταύτην”. Έτσι να λέτε εσείς για μένα και εγώ για σας. Εγώ μπορεί να δείξω καμμιά φορά ότι στενοχωρούμαι μαζί σας και να σας μαλώνω καμμιά φορά, πάλι για το καλό σας. Έπειτα όμως πηγαίνω πιό εκεί και ο Θεός το γνωρίζει τί λέγω. Αoράτως ακούει ο Θεός τί λέγω: “συγχώρεσέ την, Θεέ μού, άνθρωπος είναι και αυτή, πλασμένη από το ίδιο πλάσμα που είναι πλασμένος όλος ο κόσμος και σύρεται και αυτή από τα ίδια πάθη και τυραννιέται και βασανίζεται, μην της συνορισθής - συγχώρεσέ την”.

Και σεις, αδελφές, συμπάθεια να έχετε η μία για την άλλη σας. Όχι με μίσος και έχθρα, όχι με φθόνον και κακία, όχι με πονηρία και σκληρότητα ψυχής και απανθρωπιά. Παρά με συμπάθεια, με μακροθυμία, με καρτερία, με σπλάγχνα οικτιρμών και φιλανθρωπίας ο ένας για τον άλλον μας. Σήμερα είσαι συ, αύριο εγώ, τώρα σφάλλει ο ένας, σε λίγο ο άλλος. Kάθε στιγμή μας συγχωρεί ο Θεός. Kαι μεις να συγχωρούμεν αλλήλους μας, και μεις να κλαύσωμεν και να θρηνήσωμεν και να λυπηθούμεν και να συμπονέσωμεν και να παρακαλέσωμεν τον Θεόν για το σφάλμα του αδελφού μας. Αυτή είναι η μεγαλυτέρα αρετή. Όσες αρετές και αν έχης, όσα καλά έργα κα προσευχές και αγαθοεργίες και αν κάμης, όλα τα υπερβαίνει, εάν πης ένα λόγο: Θεέ μου, συγχώρεσε τον αδελφόν μου για ό,τι μου έκαμε.

[Ο Άγιος Άνθιμος της Χίου ο Θαυματουργός (βίος – θαύματα - διδαχές 1869-1960), Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, I.M. Παναγίας Βοήθειας Χίου, 1987, Σελίδες 212-216]

22 Ιουλίου 2020

Η αλείψασα τον Κύριο μύρα & η αγία Μαρία η Μαγδαληνή


Το εσπέρας της Μεγάλης Τρίτης κατά τον όρθρο της Μεγάλης Τετάρτης στους Ναούς ψάλλεται το γνωστό τροπάριο «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή…» σύνθεση της αγίας Κασσιανής εμπνευσμένο και αυτό όπως και όλη η υμνογραφία της Μεγάλης Τετάρτης από την ευαγγελική διήγηση με το περιστατικό της πόρνης, η οποία προσήλθε στον Κύριο και με δάκρυα μετανοίας και άρωμα πολύτιμο ένιψε σε ένδειξη μετανοίας τους πόδας του Κυρίου.

Το γεγονός της μυρώσεως αναφέρεται και από τους τέσσερεις Ευαγγελιστές, χωρίς όμως να αποδίδεται στα ίδια πρόσωπα, καθώς μέσα στο ευαγγελικό κείμενο παρουσιάζονται τρία διαφορετικά περιστατικά μυράλειψης του Κυρίου. Η μία περίπτωση είναι αυτή της αμαρτωλής γυναίκας της διηγήσεως του Ευαγγελιστή Λουκά, στο σπίτι του Φαρισαίου, που έφερε ένα αλαβάστρινο δοχείο με μύρο, αλείφοντας με αυτό τα πόδια του Ιησού, βρέχοντας τα με τα δάκρυα της και σκουπίζοντας τα με τα μαλλιά της. Πιθανόν να πρόκειται για την ίδια αμαρτωλή γυναίκα, την οποία είχε ο Χριστός γλιτώσει από τον δημόσιο λιθοβολισμό, αποτρέποντας το οργισμένο πλήθος με την γνωστή Του ρήση «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω», προτρέποντας την «πορεύου και μηκέτι αμάρτανε».


Η γυναίκα αυτή ταυτίστηκε λανθασμένα με τη Μαρία, την αδερφή της Μάρθας και του Λαζάρου, η οποία αναφέρεται στην δεύτερη περίπτωση μυράλειψης του Κυρίου. Έξι μέρες πριν από το Πάσχα, ετοίμασαν δείπνο στον Χριστό η Μάρθα διακονούσε, ενώ ο αναστημένος Λάζαρος καθόταν στο τραπέζι του δείπνου, τότε η Μαρία πήρε μία φιάλη από το πιο ακριβό άρωμα και άλειψε τα πόδια του Ιησού, από ευγνωμοσύνη. Έπειτα σκούπισε με τα μαλλιά της τα πόδια Του, και όλο το σπίτι γέμισε με την ευωδία του μύρου. Τέλος στα ευαγγελικά κείμενα παρουσιάζεται άλλη μία περίπτωση μυραλείψεως του Κυρίου. Όμως οι δύο παραπάνω περιπτώσεις ταυτίστηκαν, επειδή μοιάζουν κάπως τα δύο γεγονότα της μυρώσεως.

Λόγω λοιπόν του ταυτισμού των γυναικών παρερμήνευσαν και παρεξήγησαν αβάσιμα και αναπόδεικτα το πρόσωπο της Μαγδαληνής Μαρίας, ταυτίζοντας το με το πρόσωπο της Μαρίας της αδερφής του Λαζάρου, και κατά συνέπεια με το πρόσωπο της πόρνης, δίνοντας με την αχαλίνωτη φαντασία τους απαράδεκτες προεκτάσεις σε ανιστόρητα σκάνδαλα και μυθοπλασίες. Τη σύγχυση επέτεινε η μεταφορά του λειψάνου της αγίας της Μαγδαληνής από την Έφεσο στην Κωνσταντινούπολη το 890 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Λέοντα Στ’ το Σοφό, μαζί με το λείψανο του αγίου Λαζάρου από την Κύπρο. Οι δυο ανακομιδές συνεορτάστηκαν από τη δυτική Εκκλησία στις 4 Μαΐου, με συνέπεια να ταυτιστεί εσφαλμένα η Μαγδαληνή με την Μαρία, την αδερφή του Λαζάρου, ασχέτως αν δηλώνεται ως καταγωγή της Μαγδαληνής τα Μάγδαλα, ενώ ο Λάζαρος και οι αδερφές του από τη Βηθανία.

Πατρίδα της Μαρίας υπήρξε η πόλη Μάγδαλα, εξού και έλαβε την προσωνυμία Μαγδαληνή. Το γεγονός ότι την προσφωνούν οι Ευαγγελιστές με το προσωνύμιο της γενέτειρας της, εξάγεται το συμπέρασμα ότι δεν είχε ούτε άνδρα ούτε γιο, αφού ήταν παλιά συνήθεια η γυναίκα να ονομάζεται βάσει του ονόματος του άνδρα της, ο οποίος την εκπροσωπεί δημόσια και νομικά.



Σύμφωνα με τους Ευαγγελιστές η Μαρία Μαγδαληνή αναφέρεται ως μία από τις μαθήτριες του Ιησού, που τον συνόδευαν στο ιεραποστολικό Του έργο, υπήρξε μία από τις πρώτες μάρτυρες της Αναστάσεως, σημείο συνάντησης και γνωριμίας της με τον Ιησού υπήρξε η θεραπεία της από τον Κύριο, αφού επί πολύ καιρό, προτού συναντήσει τον Χριστό βασανιζόταν από 7 δαιμόνια, από τα οποία ο Κύριος την απελευθέρωσε. Η αλήθεια είναι ότι σε κανένα από τα ιερά Ευαγγέλια δεν χαρακτηρίζεται ως αμαρτωλή. Οι δε Πατέρες όταν κάνουν αναφορά στην αγία Μαρία την Μαγδαληνή αναφέρονται στην σωφροσύνη και την παρθενία της.

Η πλάνη για την αγία Μαρία τη Μαγδαληνή αρχίζει πρώτα από τα μυθεύματα της ραββινικής εβραϊκής φιλολογίας (Ταλμούδ), η οποία παρουσιάζει ατεκμηρίωτα τη Μαγδαληνή ως μοιχαλίδα. Την κακόβουλη αυτή παρερμηνεία χρησιμοποίησαν οι γνωστικές αιρέσεις, για να μειώσουν το κύρος της Αγίας, αλλά και να αμφισβητήσουν την θεία φύση του Κυρίου.

Το γεγονός της ταύτισης των γυναικών που άλειψαν με μύρο τον Ιησού ανάγεται στον 2ο αιώνα. Πρώτος ταύτισε τις γυναίκες ο Τερτυλλιανός, ο οποίος, όμως διαστέλλει από τα δύο πρόσωπα τη Μαρία τη Μαγδαληνή. Τον 6ο αιώνα ο άγιος Γρηγόριος Α’ ο Διάλογος, πάπας Ρώμης (540-604), ήταν ο πρώτος που ταύτισε και εξομοίωσε την αμαρτωλή του Λουκά με τις δύο Μαρίες, του Λαζάρου και τη Μαγδαληνή. Το κείμενο της ομιλίας του αφήνει να εννοηθεί ότι ο ταυτισμός των γυναικών ήταν προσωπική γνώμη του, που δεν στηρίζεται ούτε στην Καινή Διαθήκη ούτε στην αρχαιότερη παράδοση της Εκκλησίας.

Η προσωπική θέση του πάπα Γρηγορίου αναπτύχθηκε για την προβολή της μετάνοιας προς πνευματική οικοδομή του ποιμνίου του. Δεν ευρίσκεται στην παράδοση, παρά ταύτα επικράτησε στη Δυτική Χριστιανοσύνη και από εκεί μεταφέρθηκε στην Ανατολή, χωρίς όμως να βρει πολλούς αποδέκτες. Οι περισσότεροι Πατέρες δέχτηκαν ότι δεν πρόκειται για τη Μαρία τη Μαγδαληνή αλλά για δύο άλλες γυναίκες, που άλειψαν με μύρο τον Κύριο. Η μία ήταν η αμαρτωλή της διηγήσεως του Λουκά και η άλλη ήταν η Μαρία, η αδελφή της Μάρθας και του Λαζάρου κατά τον Ιωάννη, και έχουμε ακόμα μία περίπτωση κατά τον Ματθαίο και τον Μάρκο.

Η αγία Μαγδαληνή θεωρήθηκε ως αμαρτωλή για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος, είναι ο αυθαίρετος ταυτισμός του προσώπου της με την αμαρτωλή γυναίκα της διηγήσεως του Λουκά και ο δεύτερος, είναι η εσφαλμένη ερμηνεία της θεραπείας της από τα επτά δαιμόνια, πού συνδέθηκε με τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Σχετικά με τον πρώτο λόγο, φάνηκε από τις ευαγγελικές διηγήσεις ότι εσφαλμένα ταυτίστηκε η Μαγδαληνή Μαρία με την ανώνυμη αμαρτωλή της διηγήσεως του Ευαγγελιστή Λουκά. Σχετικά με τον δεύτερο λόγο, πρέπει να πούμε πως ούτε ο Μάρκος ούτε ο Λουκάς υπονοούν ότι τα επτά δαιμόνια, από τα οποία ήταν κυριευμένη η Μαγδαληνή Μαρία, ήταν αμαρτήματα, αλλά πρόκειται για δαιμόνια. Άλλωστε ο Ιησούς δεν μεταχειρίζεται τη δαιμονοπληξία ως ασθένεια ή ως αμαρτία, αντιθέτως κάνει σαφή διάκριση μεταξύ των δαιμονισμένων και των αμαρτωλών.

Αν ήταν αληθινά όσα γράφηκαν για τη Μαρία την Μαγδαληνή, δεν θα απέφευγε η Εκκλησία να γράψει και να πει τα ίδια ή παρόμοια με όσα έγραψε και δίδαξε για την αμαρτία του Δαβίδ, για τον διώκτη Παύλο, για το αμαρτωλό παρελθόν του Αυγουστίνου και της Μαρίας της Αιγύπτιας και τόσων άλλων αμαρτωλών, ως πρότυπα μετανοίας. Άλλωστε όπως πολύ όμορφα σημειώνεται η Εκκλησία ανοίγει το Τριώδιο με ένα τελώνη και έναν άσωτο και συνεχίζει την Μεγάλη Εβδομάδα με μία πόρνη και ένα ληστή Που δείχνουν τον δρόμο της Αλήθειας, που περνά μέσα από την ταπείνωση και την μετάνοια. Όμως η αναφορά σε ανύπαρκτα γεγονότα και καταστάσεις σχετικά με το πρόσωπο της Αγίας Μαρίας έχει στόχο την αμφισβήτηση της προσωπικότητας της και τη βλασφημία του προσώπου του Χριστού.



Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
1. Αγία Μαγδαληνή. Το ιερό κειμήλιο της Σιμωνόπετρας, Σιμονωπετρίτικα 2, εκδ. Ι. Μ. Σίμωνος Πέτρας, Άγιον Όρος 2012.
2.Γαρίτση Κων., Μαρία Μαγδαληνή, εκδ. Θεσβίτης, Θήρα 2006.
3.Ζιόμπολα Νεκ. (αρχιμ.), Η Ισαπόστολος Μαρία η Μαγδαληνή και η βυζαντινή Υμνογράφος Κασσιανή. Οι παρεξηγημένες – Χρέος η αποκατάστασις των, Αθήνα 2009.
4.Καραδήμου Ευ., Μαρία η Μαγδαληνή, εκδ. Ορθοδόξου Τύπου, Αθήναι 1988.
5.Κασσελούρη – Χατζηβασιλείου Ελ., Η διήγηση της μυράλειψης του Ιησού στα Ευαγγέλια, εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2006.
6.Παταπίου μοναχού αγιορείτου, Αγία Μαρία η Μαγδαληνή. Αυτή που αγάπησε πολύ, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 2005.

13 Ιουνίου 2020

Ἡ ἕνωσή μας μέ τόν Θεό (Ἁγ. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου)



Ὁ Θεὸς εἶναι φῶς, καὶ δίνει τὴ λαμπρότητά Του σ΄ ἐκείνους πού καθαρίζουν τὴ σβησμένη λαμπάδα τῆς ψυχῆς τους κι’ ἑνώνονται μὲ τὸ «Θεῖον πῦρ».

Θαῦμα παράδοξο! Ὁ ἄνθρωπος νὰ ἑνώνεται μὲ τὸν Θεό ὄχι μόνο πνευματικά, ἀλλά καὶ σωματικά. Ἄνθρωπος καὶ Θεὸς νὰ γίνονται ἕνα, ὅπως ἕνα εἶναι καὶ τὸ ζωντανὸ ἀνθρώπινο σῶμα μὲ τὴν ψυχή. Μὲ τὴν ἕνωση αὐτή ὁ ἄνθρωπος γίνεται «κατὰ χάριν Θεός», ὅπως λέει ὁ ψαλμωδὸς Δαβίδ: «Ἐγώ εἶπα, θεοὶ ἐστε καὶ υἱοί Ὑψίστου πάντες».

Ὁ Χριστὸς βεβαίωσε: «Ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν. Ἐὰν μή τις μείνῃ ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καὶ ἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτὸν καὶ εἰς τὸ πῦρ βάλλουσι. Μείνατε ἐν ἐμοί, κἀγὼ ἐν ὑμῖν».

Πῶς ὅμως μένουμε ἐμεῖς στὸν Χριστὸ κι’ Αὐτός σέ μᾶς;

Τὴν ἀπάντηση μᾶς τὴν ἔδωσε ὁ Ἴδιος, ὅταν, λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος Του, προσευχήθηκε στὸν Πατέρα: «Σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοί ἐν ἡμῖν ὦσιν…κἀγώ τὴν δόξαν ἥν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἓν ἐσμέν, ἐγώ ἐν αὐτοῖς καί σύ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν…».

Ἀλλά καί στούς μαθητές Του μέ σαφήνεια εἶπε: «Πιστεύετέ μοι ὅτι ἐγώ ἐν τῷ πατρί καί ὁ πατήρ ἐν ἐμοί … ἐγώ ἐν τῷ πατρί μου καί ὑμεῖς ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν ὑμῖν».

Ἐναργέστατα εἶναι τὰ θεϊκὰ κι’ ἀλάθητα λόγια τοῦ Κυρίου.

Ὅπως ὁ Πατέρας εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸν Υἱό Του, ἔτσι κι’ ἐμεῖς εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ τὸν Θεό. Καὶ ὅπως ὁ Πατέρας μένει «κατὰ φύσιν ἐν τῷ Υἱῷ», ἔτσι καὶ ὅσοι πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ ἀναγεννήθηκαν «διὰ Πνεύματος Ἁγίου», μένουν «κατὰ χάριν ἐν τῷ Θεῷ» καὶ ὁ Θεὸς μένει σ’ αὐτούς ὡς «κατὰ χάριν υἱούς» Του.

Τί θαυμαστή, θεανθρώπινη ἕνωση!

Ἡ ἕνωση ὅμως Πατέρα καὶ Υἱοῦ δὲν εἶναι παρὰ ἕνωση ἄπειρης καὶ ἄφατης ἀγάπης. Καὶ ἡ ἀγαπη τοῦ Υἱοῦ πρός τόν Πατέρα φανερώνεται μὲ τὴν «ἐν ἄκρᾳ ταπεινώσῃ» ἄρνηση τοῦ θελήματός Του καὶ τὴν ἐκπλήρωση τοῦ θελήματος τοῦ πατρός.

Αὐτό ἀκριβῶς χαρακτηρίζει πρωταρχικὰ τὴν Θεία Ἕνωση.

Αὐτό ὅμως πρέπει νὰ χαρακτηρίζει καὶ τὴ δική μας ἀγαπητική ἕνωση μὲ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ εἶναι γνήσια: ἡ ταπεινή ἐκπλήρωση τοῦ ἁγίου θελήματός Του, δηλαδή ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν Του. Τό εἶπε ὁ ἴδιος: «Ἐάν ἀγαπᾶτε με, τά ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε… Ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου καί τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνος ἐστὶν ὁ ἀγαπῶν με… Ἐάν τις ἀγαπᾶ με, τόν λόγον μου τηρήσει, καί ὁ Πατήρ μου ἀγαπήσῃ αὐτόν, καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ’ αὐτῷ ποιήσωμεν».

Ὁ Θεός ἔρχεται καί «ποιεῖ μονήν παρ’ ἡμῖν», -μέ ἄλλα λόγια: ἑνώνεται μαζί μας- μόνον ἄν Τόν ἀγαπᾶμε ἔμπρακτα, τηρώντας τό νόμο Του. Τότε ζοῦμε τήν παρουσία Του μέσα μας. Τότε πραγματοποιεῖται ὁ λόγος Του: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστι». Τότε προγευόμαστε τή μυστική καί ἀπερίγραπτη γλυκύτητα τῆς βασιλείας Του, τήν ἄρρητη ἀπό τό φθαρτό σῶμα. Γιατί, ὅπως βεβαιώνει ὁ ἴδιος, «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι ‘Κύριε, Κύριε’ εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς».

Μέ ὅλα ὅσα εἴπαμε ὡς τώρα, δείξαμε τόν ἕνα τρόπο ἑνώσεώς μας μέ τόν Θεό: τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του. Ὑπάρχει ὅμως καί ἄλλος, παράλληλος, πού συμπληρώνει καί ἐνισχύει τόν πρῶτο. Αὐτός εἶναι ἡ συχνή συμμετοχή μας στό μυστικό δεῖπνο Του, ἡ μετάληψη τῶν ἀχράντων μυστηρίων Του.

Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός πάλι εἶπε: «Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα, ἐν ἐμοί μένει κἀγώ ἐν αὐτῷ… Ἐγώ εἰμί ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσει εἰς τόν αἰώνα… Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἔχει ζωήν αἰώνιον, κἀγώ ἀναστήσω αὐτόν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρα».

Γιά νά εἴμαστε λοιπόν ἑνωμένοι μέ τόν Κύριο καί νά ἔχουμε ζωή αἰώνια, πρέπει νά κοινωνοῦμε συχνά τό Σῶμα καί τό Αἷμα Ἐκείνου, πού εἶναι ἡ Πηγή τῆς ζωῆς. Ἀλλιῶς, ὄχι μόνον εἴμαστε χωρισμένοι ἀπ’ Αὐτόν, ἀλλά καί νεκροί: «Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἐάν μή φάγητε τήν σάρκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί πίητε Αὐτοῦ τό αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωήν ἐν ἑαυτοῖς».

Ἄς προσέξουμε ὅμως, νά μήν κοινωνοῦμε χωρίς βαθειά μετάνοια, συντριβή καρδιᾶς, καθαρή ζωή καί πνευματική προετοιμασία, γιατί τότε ἡ Θεία Κοινωνία ὄχι μόνο δέν συντελεῖ στήν ἕνωσή μας μέ τόν Χριστό, ἀλλά, ἀντίθετα, μᾶς καταδικάζει καί μᾶς κατακαίει. «Ὁ γάρ ἐσθίων καί πίνων ἀναξίως», λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «κρίμα ἑαυτῷ ἐσθίει καί πίνει». Γι’ αὐτό «δοκιμαζέτω ἄνθρωπος ἑαυτόν, καί οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καί ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω».

Ἂς φυλάξουμε λοιπὸν μὲ προθυμία καὶ ἐπιμέλεια τὶς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, καί ἄς προσερχόμαστε μέ συναίσθηση καί ἀκατάκριτη συνείδηση στά πανάγια μυστήριά Του, γιά νά ἑνωθοῦμε μαζί Του· γιά νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνια βασιλεία Του· γιά νά μήν ὑποστοῦμε στήν παρούσα ζωή ὅ,τι λέει ὁ Τίμιος Πρόδρομος: «Ὁ ἀπειθών τῷ Υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλ’ ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ μένει ἐπ’ αὐτόν». Γιά νά μήν ἀκούσουμε στήν ἄλλη ζωή τόν φοβερό λόγο τοῦ Κυρίου: «Ἀπέλθετε ἀπ’ ἐμοῦ… Οὐκ οἷδα ὑμᾶς!…». Γιά νά δεχθοῦμε, τέλος, τήν πανευφρόσυνη πρόσκληση: «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου».

 

Ἐκδόσεις ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

10 Ιουνίου 2020

Άγιος Λουκάς Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας ο Ιατρός (11 Ιουνίου)

Ο Άγιος αρχιεπίσκοπος Λουκάς, κατά κόσμον Βαλεντίν του Φέλιξ Βόινο – Γιασενέτσκι, γεννήθηκε στις 14/27 Απριλίου 1877 μ.Χ. στο Κέρτς της χερσονήσου της Κριμαίας. Το οικογενειακό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε ήταν ιδιόμορφο καθώς ο πατέρας του ήταν Ρωμαιοκαθολικός ενώ η μητέρα του, αν και ορθόδοξη, περιοριζόταν σε καλές πράξεις χωρίς να συμμετέχει ενεργά στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Πολύ νωρίς μετακομίζουν στο Κίεβο. 


Στο Κίεβο ο Βαλεντίν αποφασίζει να σπουδάσει Ιατρική. Παίρνει το πτυχίο του το 1903 μ.Χ. και παρακολουθεί μαθήματα οφθαλμολογίας.


Αγιογραφείo Ιεράς Μονής Προφήτου Ηλιού Θήρας 


Το 1904 μ.Χ., με το ξέσπασμα του Ρωσο – Ιαπωνικού πολέμου, βρέθηκε στην Άπω Ανατολή, όπου εργάστηκε ως χειρουργός με μεγάλη επιτυχία. Εκεί συναντήθηκε και με την Άννα Βασιλίεβνα Λάνσκαγια, τη μέλλουσα σύζυγό του, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Μετά το τέλος του πολέμου εργάζεται σε διάφορα επαρχιακά νοσοκομεία. Οι επιτυχίες του είναι τόσες πολλές που η φήμη του εξαπλώνεται γρήγορα και ασθενείς καταφθάνουν από παντού. Την ίδια εποχή μελετά σχετικά με την τοπική αναισθησία και συντάσσει επιστημονικά άρθρα. Διαπρέπει στις εγχειρήσεις των οφθαλμών και αποφασίζει να ασχοληθεί με τη θεραπεία των πυογόνων λοιμώξεων. 


Το 1917 μ.Χ. ο Βαλεντίν εκλέγεται καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Τασκένδης. Η ρωσική επανάσταση είχε ήδη αρχίσει και η εκκλησία βρέθηκε στο στόχαστρο των Μπολσεβίκων. Η κατάσταση είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Τότε ο Βαλεντίν συνελήφθη για πρώτη φορά. Αιτία ήταν η συκοφαντία ενός νοσοκόμου. Με τη βοήθεια του Θεού αποκαλύφθηκε η αλήθεια και ο γιατρός αφέθηκε ελεύθερος. Η περιπέτεια αυτή όμως, παρά το αίσιο τέλος της, αναστάτωσε την Άννα, η οποία έπασχε ήδη από φυματίωση, και η υγεία της επιδεινώθηκε σε βαθμό που λίγες ημέρες αργότερα υπέκυψε. Μετά τον θάνατό της ο γιατρός εμπιστεύτηκε τα παιδιά του στη Σοφία Σεργκέγεβνα, μια πιστή νοσοκόμα, η οποία τους στάθηκε σαν δεύτερη μητέρα για πολλά χρόνια. 


Ο Βαλεντίν ήταν πολύ πιστός και αυτό ήταν έκδηλο στον τρόπο που εργαζόταν. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν οι πρώτες αντιδράσεις από τους εκπροσώπους του αθεϊστικού καθεστώτος. Στο μεταξύ στους διωγμούς προστίθεται και η πληγή της «ζώσης εκκλησίας» που σκοπό είχε να υπηρετήσει τα συμφέροντα του κράτους διαιρώντας τους κληρικούς και τους πιστούς, και να τους απομακρύνει από την αληθινή πίστη. 


Σ’ αυτή την εποχή των δοκιμασιών για την Εκκλησία, ο γιατρός συμμετείχε ενεργά στη ζωή της εκκλησίας. Όταν κατηγορήθηκε ο αρχιεπίσκοπος Τασκένδης και Τουρκεστάν Ιννοκέντιος από τους σχισματικούς, ο γιατρός υπερασπίστηκε με σθένος την κανονική τάξη. Ο αρχιεπίσκοπος Ιννοκέντιος, εντυπωσιασμένος από την παρρησία του Βαλεντίν, του προτείνει να γίνει ιερέας. Πράγματι, η χειροτονία του σε διάκονο έγινε στις 26 Ιανουαρίου 1921 μ.Χ. και μια εβδομάδα αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. 


Το καλοκαίρι του 1923 μ.Χ. η «ζώσα εκκλησία» κάνει την επίθεσή της και εκτοπίζει τον επίσκοπο Ιννοκέντιο. Ο κλήρος και ο λαός της Τασκένδης, όντας στο έλεος των σχισματικών, εκλέγουν στη θέση του επισκόπου τον π. Βαλεντίν Βόινο – Γιασενέτσκι. Η κουρά του σε μοναχό έγινε κρυφά στο σπίτι του ιερέα – καθηγητή. Καταλληλότερο όνομα για το νέο επίσκοπο κρίθηκε εκείνο του αποστόλου, ευαγγελιστή, αγιογράφου και ιατρού Λουκά. Στη συνέχεια, ταξίδεψε ως Πεντζικέντ για να χειροτονηθεί επίσκοπος. 


Το γεγονός αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο και πολύ σύντομα ο επίσκοπος Λουκάς συνελήφθη. Κατηγορήθηκε για προδοσία και φυλακίστηκε. Στη φυλακή είχε την ευκαιρία να ολοκληρώσει και το σύγγραμμά του: «Δοκίμια για την χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων», το οποίο όμως δεν εκδόθηκε για πολλά χρόνια, παρόλη τη σημασία του για την ιατρική επιστήμη, επειδή ο συγγραφέας επέμεινε να γραφεί στο εξώφυλλο το αρχιερατικό του αξίωμα. 


Στο διάστημα της απουσίας του οι εκπρόσωποι της «ζώσης εκκλησίας» κατέλαβαν τις εκκλησίες, μα ο λαός, πιστός στις συμβουλές του ποιμένα του, απείχε από τους ναούς. Λόγω της μεγάλης του επιρροής οι υπεύθυνοι της G.P.U. («Κρατική Πολιτική Διεύθυνση») αποφάσισαν να απομακρύνουν τον επίσκοπο Λουκά από την Τασκένδη. Την ώρα της αποχώρησής του πλήθος κόσμου στάθηκε στις γραμμές του τρένου προκειμένου να εμποδίσει την αναχώρηση. Ο κόσμος απομακρύνθηκε από τις αστυνομικές δυνάμεις και ο επίσκοπος Λουκάς πήρε τον μακρύ και βασανιστικό δρόμο της εξορίας. 


Φυλακίζεται κάτω από άθλιες συνθήκες στη Μόσχα. Εκεί διαπιστώνει τα πρώτα συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας που θα τον συνοδεύσει σε όλη του τη ζωή. Παρόλες τις κακουχίες, η συμπεριφορά του επισκόπου απέναντι σε όλους τους κρατουμένους προκαλούσε το σεβασμό ακόμη και των πιο αρνητικών. 


Ενώ οι γιατροί βεβαίωναν πως η κατάσταση της υγείας του δεν το επιτρέπει, ο επίσκοπος Λουκάς αναχώρησε εξόριστος για τη Σιβηρία. Το καθεστώς τον εγκαθιστά στην πόλη Γενισέισκ, για να τον στείλει αργότερα ακόμη 2000 χλμ μακρύτερα στην πόλη Τουρουχάνσκ. Και στο νέο τόπο της εξορίας δεν αρνήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε όσους τις χρειάζονταν, παρόλες τις αντίξοες συνθήκες. Ο λαός του Τουρουχάνσκ τον περιέβαλλε με πολύ αγάπη και σεβασμό. Αυτό ήταν αρκετό για τους αθέους που σχεδίασαν νέα εξορία για τον επίσκοπο – γιατρό, αυτή τη φορά τον έστειλαν πέρα από τον αρκτικό κύκλο, στο χωριό Πλάχινο, όπου κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο ο ήλιος δεν ανατέλλει. Η υγεία του επισκόπου είχε επιδεινωθεί και μια τέτοια εξορία ήταν πολύ επικίνδυνη για τη ζωή του. Αυτός ήταν και ο σκοπός των διωκτών του. Εκεί, στο Πλάχινο, υπέφερε τα πάνδεινα, τόσο λόγω των καιρικών συνθηκών, όσο και λόγω τις αντιμετώπισης από τους κατοίκους της περιοχής. Ευτυχώς, δύο μήνες αργότερα, με αιτία το θάνατο ενός αγρότη οι κάτοικοι του Τουρουχάνσκ ξεσηκώθηκαν και απαίτησαν την επιστροφή του επισκόπου. Οι αρχές δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να υποχωρήσουν. Έτσι ο επίσκοπος Λουκάς, που από όραμα είχε ειδοποιηθεί για το πέρας της δοκιμασίας του, επέστρεψε στο Τουρουχάνσκ και συνέχισε απερίσπαστος τις ασχολίες του για οκτώ ακόμη μήνες, μέχρι, δηλαδή, το τέλος της εξορίας του. 


Παρόλες τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, δεν ξέχασε ποτέ τα παιδιά του και επικοινωνούσε μαζί τους όσο πιο συχνά μπορούσε. 


Στο Κρασνογιάρσκ παρουσιάζεται στη G.P.U. για ανάκριση. Εκεί ο βοηθός του διοικητή ανακοίνωσε στον επίσκοπο πως μπορούσε να πάει όπου ήθελε, ήταν ελεύθερος. Όπως ήταν φυσικό ο επίσκοπος ξεκίνησε για την Τασκένδη. Δυστυχώς εκεί αντιμετωπίζει τις συκοφαντίες ακόμη και συνεργατών του, γεγονός που τον οδήγησε σε παραίτηση από την έδρα του επισκόπου. 


Στην Τασκένδη συνεχίζει τις φιλανθρωπίες του, μα οι αντίπαλοί του δεν έπαψαν να ψάχνουν ευκαιρία για να τον διώξουν. 


Η αφορμή δεν άργησε να βρεθεί και ο επίσκοπος βρέθηκε πάλι υπόλογος απέναντι στα κομματικά στελέχη. Ο σκοπός αυτή τη φορά ήταν να τον αναγκάσουν να παραιτηθεί από το ιερό του αξίωμα. Μετά από εξαντλητικές ανακρίσεις και απεργίες πείνας και αφού πέρασε ένα ολόκληρο χρόνο στη φυλακή, ο επίσκοπος, εξορίστηκε για μια ακόμη φορά στη Βόρεια Ρωσία. Οι δραστηριότητές του εκεί ενόχλησαν όχι μόνο τις αρχές αλλά και τους κατοίκους. Σύντομα ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας τον ανάγκασε να πάει στο Λένινγκραντ. 


Μετά την ανάρρωσή του πέρασε μια μακρά περίοδο δοκιμασιών και περιπλανήσεων. Οι εκπρόσωποι του Κόμματος πιέζουν τον επίσκοπο να εγκαταλείψει την ιερωσύνη. Στην περίοδο αυτή της πνευματικής δοκιμασίας αρχίζει να χάνει την όραση από το αριστερό μάτι λόγω αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς χιτώνα. Επίσης, τα «Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων» εκδίδονται χωρίς να αναγραφεί το αξίωμά του. Εν καιρώ επανακτά την εσωτερική γαλήνη, που είχε στερηθεί, και περνά δύο χρόνια ηρεμίας και ειρήνης κοντά στα παιδιά του. 


Ο επίσκοπος Λουκάς ήταν 60 ετών, όταν συνελήφθη για τέταρτη φορά. Από το φάκελλο που διατηρούσαν στην Ασφάλεια, μπορούμε να γνωρίζουμε τις δραστηριότητές του. Ενώ από τους ασθενείς του δεν έπαιρνε ποτέ χρήματα, έδινε και το μισθό του σε αγαθοεργίες, δηλαδή βοηθούσε όσους φτωχούς, άπορους και εξόριστους ανθρώπους τύχαινε να γνωρίζει. Οι φιλανθρωπικές ενέργειές του ενόχλησαν και πάλι το καθεστώς που τον συνέλαβε εκ νέου και τον οδήγησε στη Σιβηρία. 


Όταν στις 21 Ιουνίου 1941 μ.Χ. τα χιτλερικά στρατεύματα μπαίνουν στη Ρωσία, ο επίσκοπος – γιατρός, αν και εξόριστος, προσφέρεται εθελοντικά να εργαστεί για τη θεραπεία των τραυματιών. Τα Κόμμα αναγνωρίζει την αξία του ως γιατρού και τον διορίζει αρχίατρο του στρατιωτικού νοσοκομείου και σύμβουλο όλων των νοσοκομείων της περιοχής. Παρόλα αυτά οι συνθήκες είναι οικτρές ενώ παράλληλα δεν του αναγνωρίζουν κανένα πολιτικό δικαίωμα. 


Την Άνοιξη του 1942 μ.Χ. αλλάζει η στάση της πολιτείας απέναντι στον ίδιο, αλλά και απέναντι στην Εκκλησία. Σε όλη την επικράτεια της Ρωσίας ανοίγουν εκκλησίες και ο λαός βρίσκει καταφύγιο στους ναούς από την παραφροσύνη του πολέμου. Για να καλυφθούν οι υπάρχουσες ανάγκες ο επίσκοπος Λουκάς προάγεται σε αρχιεπίσκοπο Κρασνογιάρσκ. 


Οι Γερμανοί υποχωρούν και ο αρχιεπίσκοπος μεταφέρεται δυτικότερα, στο Ταμπώφ. Εκείνη την εποχή είναι υπεύθυνος για 150 στρατιωτικά νοσοκομεία. Η Εκκλησία για να τον διευκολύνει τον μεταθέτει στην Αρχιεπισκοπή Ταμπώφ και Μιτσούρινσκ. 


Το 1946 μ.Χ. ο αρχιεπίσκοπος Λουκάς βραβεύθηκε με το βραβείο Στάλιν για την ηρωική εργασία του στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και για την μεγάλη προσφορά του στην ιατρική επιστήμη. 


Στα 70 του χρόνια γίνεται αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας. Εκεί το έργο του είναι δύσκολο. Η φτώχεια έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις που αναγκάζεται να ταΐζει καθημερινά, στο σπίτι του, τους άπορους της περιοχής. Στρέφει το ενδιαφέρον του στην εκκλησιαστική ζωή, καθώς τον αποκλείουν από κάθε επιστημονικό συνέδριο. Κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να ανοίξουν εκκλησίες. Ταυτόχρονα προσπαθεί να πατάξει την αμέλεια και την αδιαφορία των ιερέων τονίζοντας πως πρέπει οι ίδιοι να αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση για τους πιστούς. Παράλληλα εξασκεί το έργο του ιατρού προσφέροντας αναργύρως τις υπηρεσίες του στον πάσχοντα άνθρωπο. Ακολουθώντας το υπόδειγμα του Θεανθρώπου όλη του τη ζωή «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος». 


Με τη βελτίωση στις σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους ο αρχιεπίσκοπος βρίσκει την ευκαιρία να επιστρέψει στην αγαπημένη του ασχολία, δηλαδή το κήρυγμα. «Θεωρώ βασικό αρχιερατικό μου καθήκον να κηρύττω παντού και πάντα το Χριστό». Σημειώνει ο ίδιος. Από τα κηρύγματά του καταγράφηκαν περίπου 750, τα οποία αποτέλεσαν 12 τόμους (4500 σελίδες), και έχουν χαρακτηριστεί «εξαιρετικό φαινόμενο στη σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή και θεολογία». 


Την Άνοιξη του 1952 επιδεινώνεται η όρασή του, ενώ στις αρχές του 1956 τυφλώνεται οριστικά. 


Το 1953 μ.Χ. τον Στάλιν διαδέχεται ο Νικήτας Κρουτσώφ, ο οποίος ξεκίνησε νέο κύμα διωγμών κατά της Εκκλησίας που κορυφώνονται το 1959 μ.Χ. Ο Αρχιεπίσκοπος μεριμνά για το ποίμνιό του και προσπαθεί να του δώσει κουράγιο. 


Εκείνη την εποχή γράφει στο μεγαλύτερο γιό το Μιχαήλ: «Είναι όλο και πιο δύσκολο να διευθύνει κανείς τις υποθέσεις της Εκκλησίας. Οι εκκλησίες κλείνουν η μία μετά την άλλη, δεν υπάρχουν ιερείς και ο αριθμός του όλο και ελαττώνεται…Κατά τόπους η αντίδραση φτάνει μέχρι εξεγέρσεως κατά της αρχιερατικής εξουσίας μου. Δεν μπορώ να το υποφέρω στα ογδόντα μου χρόνια. Αλλά με τη βοήθεια του Κυρίου, συνεχίζω το δύσκολο έργο μου». 


Η αγάπη του κόσμου προς τον αρχιεπίσκοπο Λουκά ήταν έκδηλη. Ακόμα και αλλόθρησκοι η άπιστοι τον έβλεπαν με σεβασμό. 


Ο αρχιεπίσκοπος είναι ήδη 84 ετών. Διαισθάνεται πως το τέλος του πλησιάζει. Τα Χριστούγεννα του 1960 μ.Χ. λειτουργεί για τελευταία φορά και για τον καιρό που απομένει, περιορίζεται στο να κηρύττει. Τελικά την Κυριακή 11 Ιουνίου 1961 μ.Χ., ημέρα που γιορτάζουν οι Άγιοι Πάντες της Αγίας Ρωσίας, κοιμήθηκε ο αρχιεπίσκοπος – γιατρός Λουκάς Βόινο – Γιασενέτσκι. Παρά την έντονη αντίδραση των Κομματικών, η κηδεία του αρχιεπισκόπου μετατράπηκε σε λαϊκή επανάσταση. Η Ε.Π. Λέικφελντ περιγράφει: «Οι δρόμοι πλημμύρησαν από γυναικούλες με άσπρα μαντίλια στα κεφάλια. Προχώρησαν σιγά – σιγά μπροστά από τη σορό του Δεσπότη. Ακόμη και οι γερόντισσες δεν πήγαιναν πίσω. Τρείς σειρές τεντωμένων χεριών λες και οδηγούσαν το αυτοκίνητο. Ο δρόμος μέχρι και το κοιμητήριο ήταν στρωμένος με τριαντάφυλλα. Και μέχρι την πόρτα του κοιμητηρίου ακουγόταν πάνω από τα κεφάλια με τα άσπρα μαντίλια, ο ύμνος: «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς». Ό,τι και να έλεγαν σε αυτό το πλήθος, όσο κι’ αν προσπαθούσαν να τους κάνουν να σιωπήσουν, η απάντηση ήταν μία, κηδεύουμε τον αρχιεπίσκοπό μας». 


Το Νοέμβριο του 1995 μ.Χ. ανακηρύχτηκε άγιος από την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία. 


Στις 17 Μαρτίου 1996 μ.Χ. έγινε με επισημότητα η ανακομιδή των λειψάνων του, που τέθηκαν για λαϊκό προσκύνημα στο ναό του κοιμητηρίου, αφιερωμένο στη μνήμη των Αγίων Πάντων. Τα λείψανά του εξέπεμπαν μιάν άρρητη ευωδία, ενώ πολλοί ασθενείς θεραπεύτηκαν θαυματουργικά. Τρείς μέρες αργότερα, στις 20 Μαρτίου 1996 μ.Χ., τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στον Ι. Ναό Αγ. Τριάδος. Η μνήμη του ορίστηκε να τιμάται στις 11 Ιουνίου επέτειο της κοιμήσεώς του. 


Αξίζει να σημειωθεί ότι όταν ο Άγιος Λουκάς ήταν στο Γενισέισκ επιχείρησε μια πρωτοποριακή και δυσκολότατη επέμβαση. Του έφεραν ένα νέο άνδρα με βαριά νεφρική ανεπάρκεια σε απελπιστική κατάστασή. Ο επίσκοπος γιατρός, μην έχοντας άλλη λύση, αποφάσισε να κάνει μια «ηρωική» επέμβαση κι επεχείρησε μεταμόσχευση νεφρού από μοσχάρι στο νεαρό ασθενή, παρά τα πενιχρά μέσα που διέθετε. Ο γιατρός που διηγήθηκε το γεγονός αυτό, χαρακτηρίζει επιτυχημένη την επέμβαση, δίχως άλλες λεπτομέρειες για το πόσο έζησε ο ασθενης, τα μετεγχειρητικά προβλήματα κ.λπ. Παρόλο που ήταν η πρώτη εγχείρηση μεταμόσχευσης, δεν έγινε ευρύτερα γνωστή, προφανώς για πολιτικούς λόγους. Δεν θα έπρεπε να προβληθεί ένας «εχθρός του λαού»! Γι’ αυτό επίσημα ως πρώτη τέτοια εγχείρηση θεωρείται του καθηγητή Ι. Ι. Βορόνη το 1934 (μια δεκαετία μετά), όταν έκανε μεταμόσχευση νεφρού χοίρου σε μια γυναίκα με ουραιμία.

4 Μαΐου 2020

Αγία Μόνικα- μία μητέρα που ήξερε να δακρύζει και να γονατίζει! ( η μνήμη της στις 4 Μαΐου)



Η Αγία Μόνικα ( 332-388 ) γεννήθηκε στην Ταγάστη της Νουμιδίας από χριστιανούς γονείς. Ήταν μητέρα του μεγάλου θεολόγου και φιλοσόφου αγίου Αυγουστίνου. Οι γονείς της την πάντρεψαν το 350 μʼ έναν ειδωλολάτρη , τον Πατρίκιο, άνθρωπο καλοπροαίρετο, αλλά πολύ οξύθυμο και άστατο. Η Μόνικα με την υποταγή και την υπομονή της αγωνίστηκε να τον οδηγήση στον Χριστό. Στις ώρες ηρεμίας έριχνε στην καρδία του συζύγου της τα σπέρματα του θείου λόγου, κι όταν εκείνος κοιμόταν, αυτή τα πότιζε με τα δάκρυά της προσευχής της.

Πολλές φίλες της έρχονταν στο σπίτι της με έκδηλα στο πρόσωπό τους τα χτυπήματα των συζύγων τους και απορούσαν πώς η Μόνικα , που είχε σκληρό άνδρα, κατάφερνε να ζη μαζί του ειρηνικά και χωρίς ξυλοδαρμούς. Η χαρά της αγίας ήταν απερίγραπτη όταν ο Πατρίκιος έγινε με τον καιρό ένας αληθινός χριστιανός. Με την ίδια υπομονή και μακροθυμία αντιμετώπιζε και την πεθερά της , η οποία ήταν ιδιότροπη και διαρκώς την έβριζε και την ταπείνωνε μπροστά στους ξένους. Τελικά με την αρετή της, της προσείλκυσε την συμπάθεια και την εκτίμησή της.

Όταν ο ιερός Αυγουστίνος ήταν μικρός, αρρώστησε και κινδύνεψε να πεθάνη. Σκέφθηκαν τότε να τον βαφτίσουν. Η μητέρα του όμως προέβλεπε τους δυνατούς πειρασμούς που θʼ αντιμετώπιζε στη νεότητά του και γιʼ αυτό ανέβαλε τη βάφτισή του. Μαζί με το γάλα της η ευσεβής μητέρα φρόντισε να μεταδώση στο παιδί της και την ευσέβεια. Διέκρινε όμως σʼ αυτό τον χαρακτήρα του πατέρα του και διαισθανόταν τον κίνδυνο που θα διέτρεχε η ψυχή του μέσα στη διεφθαρμένη κοινωνία εκείνης της εποχής.

Όσο μεγάλωνε ο γιος της , μεγάλωναν τα πάθη του και τα όργιά του. Η προσευχή της μητέρας ανέβαινε πύρινη στον θρόνο του Θεού, αλλά φαινόταν πως δεν εισακούεται. Ο Αυγουστίνος πηγαίνει στην Καρχηδόνα για να σπουδάση. Εκεί ψήνεται στο σεξουαλικό καμίνι της διεφθαρμένης πόλεως. Η μητέρα μαθαίνει ότι ο γιος της παραστράτησε , και τρέχει ταραγμένη νομίζοντας ότι η παρουσία της θα τον συγκρατήση. Δυστυχώς τα λόγια και τα δάκρυά της δεν συγκινούν πια την καρδιά του Αυγουστίνου. Δεν χάνει όμως το θάρρος της. Προσπαθεί υπομονετικά να διεγείρη στην ψυχή του την αποστροφή για την αμαρτία. Το αποτέλεσμα είναι πάλι αρνητικό, αλλά η πιστή μητέρα δεν απελπίζεται. « Προσεύχεται εκτενέστερον » και χύνει δάκρυα περισσότερα απʼ αυτά που χύνουν οι μητέρες για τον θάνατο των παιδιών τους. Πόση πικρία δοκιμάζει όταν μαθαίνη ότι ο γιος της έχει σε ηλικία δεκαοκτώ ετών εταίρα και εξώγαμο παιδί! Ελπίζει όμως στη μετάνοιά του. Η ελπίδα αυτή μαζί με τη δυνατή πίστη τη συγκρατούν.

– Μια μέρα παιδί μου, του λέει, θα έρθης εκεί που είμαι εγώ.

Νέα θλιβερή είδηση καταφθάνει από την Καρχηδόνα. Ο Αυγουστίνος έγινε αιρετικός – μανιχαίος ! Φίδι φαρμακερό δάγκωσε τη Μόνικα, η οποία αυτή τη φορά λυγίζει. Πηγαίνει ξανά μόνη της στην Καρχηδόνα , κλαίει, θρηνεί, ικετεύει. Όλα όμως πάνε χαμένα. Μοναδική παρηγοριά κι ελπίδα της είναι η προσευχή. Μέρα- νύχτα παλεύει με τον Θεό. Καταφεύγει σε κάποιον επίσκοπο, ο οποίος τη συμβουλεύει και την παρηγορεί. Τέλος της λέει:

– Πήγαινε στην ευχή του Θεού , παιδί μου. Ποτέ δεν θα χαθή ο γιός τόσων δακρύων!

Ο Θεός όμως θέλει να δοκιμάση περισσότερο την ιώβεια υπομονή της . Ο Αυγουστίνος της είπε ότι θα πάη στην Ιταλία. Η Μόνικα , αφού δεν μπορεί να τον μεταπείση, αποφασίζει να πάη μαζί του. Κατεβαίνουν στο λιμάνι, αλλά εκείνος την ξεγελά και εξαφανίζεται . Ταξιδεύει μόνος. Η μητέρα ξημερώνεται στην προσευχή , πνιγμένη στα δάκρυα. Με ραγισμένη καρδία , αλλά με γενναίο φρόνημα, υψώνει τα μάτια στον ουρανό , κι ύστερα αγναντεύει το πέλαγος.

– Κύριε ! φωνάζει. Αφήνω το παιδί μου στον ωκεανό της ευσπλαχνίας Σου. Τα κύματα της χάριτός Σου ας το οδηγήσουν στο λιμάνι Σου.


Γέρασε η Μόνικα στη σχολή της υπομονής και της ελπίδος. Αντί να επιμένη την επιστροφή του ασώτου υιού, βάλθηκε η ίδια να τον κυνηγά σε στεριές και θάλασσες. Εγκαταλείπει την Αφρική και έρχεται στα Μεδιόλανα ( Μιλάνο) για την τελική επίθεση. Στα Μεδιόλανα ζει το γλυκοχάραμα της επιστροφής του ασώτου. Η μία χαρά διαδέχεται την άλλη : ο Αυγουστίνος αηδίασε τους μανιχαίους και τους εγκατέλειψε. Με βαθιά συγκίνηση τον βλέπει να συχνάζη στα κηρύγματα του αγίου επισκόπου Αμβροσίου και να μιλά γιʼ αυτόν με σεβασμό και εκτίμηση. Ο Αυγουστίνος παλεύει. Τα δεσμά της αμαρτίας χαλάρωσαν, αλλά ακόμη δεν έσπασαν. Γιʼ αυτό τελικά μνηστεύεται.

Τέσσερις γυναίκες τον πολιορκούν εκείνη την εποχή. Δύο ερωμένες , η μνηστή και η μητέρα του. Παλεύουν κι οι τέσσερις να τον κατακτήσουν. Τέλος νικά η μητέρα του , ο άνθρωπος της προσευχής και των δακρύων, της υπομονής και της ελπίδος. Εκείνη που νίκησε τον ατίθασο σύζυγο και τη δύστροπη πεθερά, νίκησε τώρα τον γιό της ύστερα από τριάντα χρόνια αγώνος και προσευχής. Ο Αυγουστίνος παίρνει σταθερή απόφαση να επιστρέψη στον Χριστό και νʼ αφοσιωθή στο έργο της Εκκλησίας Του. Ποιος μπορεί να νιώση τη χαρά της Μόνικας την ώρα που βαπτιζόταν ο γιός της ; Εδώ τελείωσε η αποστολή της. Είδε πια το παιδί της στην αγκαλιά του Κυρίου.

– Νυν απολύεις την δούλην Σου, Δέσποτα, εν ειρήνη, ψελλίζει συγκινημένη. Μητέρα και γιός επιστρέφουν στην Αφρική. Στην Όστια, στις εκβολές σταθμεύουν σε μια φιλική έπαυλη για να ξεκουραστούν. Εκεί η Μόνικα αρρωσταίνει και σε λίγες μέρες, σε ηλικία 56 ετών, παραδίδει το πνεύμα της « εν ειρήνη » στον Δέσποτα Χριστό. Ο Κύριος είχε εκπληρώσει και την τελευταία επιθυμία της.

Από το βιβλίο « Χαρίσματα και χαρισματούχοι » Τόμος τρίτος Ιερά μονή Παρακλήτου Ωρωπός Αττικής 2002

5 Οκτωβρίου 2016

Οσία Μεθοδία της Κιμώλου: μία αγία του 20ου αιώνα

Γεννημένη από γονείς θεοσεβείς στις 10 Νοεμβρίου 1861 στην Κίμωλο, ήταν το τρίτο από τα οκτώ παιδιά της οικογένειάς της. Βαπτίσθηκε Ειρήνη και από πολύ νεαρή ηλικία ξεχώριζε για την ευσέβεια, τη σεμνότητα και την αγάπη της προς την Εκκλησία.Μέσα στο ευσεβές περιβάλλον του νησιού της και σε μια οικογένεια προσηλωμένη στο Χριστό, μεγάλωνε και μαζί με τη νεότητα άνθιζε η πίστη της και ο ιερός ζήλος. Ποθούσε και περίμενε την κατάλληλη ώρα για να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο Θεό και την Εκκλησία.
Καθώς όμως ήταν σε «ηλικία γάμου» και οι γονείς της αποφάσισαν να την παντρέψουν, υποτάχτηκε από υπακοή στη θέλησή τους και παντρεύτηκε ένα Χιώτη ναυτικό.Λίγο καιρό μετά το γάμο ο σύζυγος της νεαρής κόρης ναυάγησε και πνίγηκε στις ακτές της Μικράς Ασίας και τότε η Ειρήνη ένοιωσε πώς αυτή ήταν η ώρα της θείας κλήσεως γι’ αυτήν. Ο πνευματικός της όταν του εξομολογήθηκε την επιθυμία της, την ενθάρρυνε στην πραγματοποίηση του σκοπού της. Μετά από κατάλληλη προετοιμασία εκάρη μοναχή, από τον τότε αρχιεπίσκοπο Σύρου Μεθόδιο και έλαβε το όνομα Μεθοδία. Το γεγονός αυτό ήταν για τη Μεθοδία απέραντη χαρά αφού έτσι εκπληρώθηκε η πιο βαθειά επιθυμία της και από τότε πέρασε τη ζωή της ακολουθώντας με πίστη και αφοσίωση τους κανόνες του μοναχισμού κλεισμένη στο ερημικό κελί της, στο «Στιάδι», στο (ακατοίκητο) Μέσα Κάστρο της Κιμώλου, πλάι στον Ιερό Ναό της Γεννήσεως του Κυρίου, ο οποίος χρονολογείται από το 1592.Το ερημικό αυτό κελί ήταν πραγματική «εγκλείστρα» μέσα στην οποία η Μεθοδία ασκήτεψε με βαθειά πίστη και ενθουσιώδη εγκαρτέρηση και παρά το γεγονός ότι δεν έζησε σε μοναστήρι εντούτοις με μεγάλη ακρίβεια και προσοχή τηρούσε τους μοναστικούς κανόνες. Η πίστη και οι προσευχές της, η άσκηση, η νηστεία, η αγρυπνία, η μελέτη, οι αγαθοεργίες της έκαναν το μικρό κελί τόπο αγιασμένο και ιερό που κυριολεκτικά και μεταφορικά ευωδίαζε.

Από τον τόπο του εγκλεισμού της σπάνια έβγαινε η Οσία και μόνο για να συμμετέχει στη θεία Λειτουργία και να λάβει τη Θεία Μετάληψη ή όταν ήταν μεγάλη ανάγκη για να συνδράμει κάποιον που είχε την ανάγκη της. Ο εγκλεισμός της ήταν πλήρης κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και τότε δεχόταν μόνο να ακούσει και να συμβουλέψει γυναίκες που το είχαν μεγάλη ανάγκη και με τις οποίες επικοινωνούσε από ένα μικρό παραθυράκι, το μοναδικό του κελιού της, χωρίς να ανοίγει την πόρτα της. Τον άλλο καιρό όμως το κελί της ήταν αληθινό ιερό διδασκαλείο όχι μόνο για τις Κιμωλιάτισσες αλλά και για γυναίκες που έρχονταν από άλλα νησιά έχοντας μάθει για την Οσία με σκοπό να ωφεληθούν πνευματικά απ’ τη διδαχή της, να ανακουφιστούν από τα βάσανα της ζωής και να αντλήσουν απ’ την αστέρευτη πηγή της πίστης, κουράγιο και θέληση, αγάπη, εγκαρτέρηση και θάρρος. Είχε μαθήτριες αφοσιωμένες που μετέφεραν στην οικογένειά τους την «δρόσον και το ίαμα» που ανάβλυζε στον ευλογημένο χώρο και μπορεί κανείς χωρίς υπερβολή να πει ότι επηρέασε τη ζωή όλων των συμπατριωτών της. Αυστηρότατη νηστεία, αγρύπνια, προσευχή, δάκρυα, μελέτη ταπεινότητα, φιλανθρωπία αξίωσαν τη Μεθοδία να αναδειχθεί σε «Χριστού θεράπαινα» που έλαβε τη χάρη να τελεί και θαύματα. Θαύματα που μαρτυρούν οι συμπολίτες της αλλά και θαύματα που συνέβησαν και εξακολουθούν να συμβαίνουν ακόμη και σήμερα σε όσους με καρδιά καθαρή και πίστη επικαλούνται τη βοήθειά της.

Σε ηλικία 47 ετών και μετά από ολιγοήμερη ασθένεια, η «Χριστοφόρα» οσία Μεθοδία παρέδωσε το πνεύμα στις 5 Οκτωβρίου 1908, ενώ γενική ήταν η πεποίθηση των συμπατριωτών της ότι ο Θεός την κατέταξε μεταξύ των Αγίων του.Κατά γενική ομολογία έως και την επόμενη ημέρα του θανάτου της το σώμα της ήταν ακόμη ζεστό και εύκαμπτο.
Στη συνείδησή τους ήταν Αγία και αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι στις 15 Αυγούστου 1946 συνέταξαν και υπέγραψαν ομολογία με την οποία αναγνώριζαν την Οσία «πολιούχο και κηδεμόνα της νήσου και μεγάλη αυτών ευεργέτιδα».Το 1962 στη θέση του ερειπωμένου κελιού της χτίστηκε μικρή εκκλησία που τιμάται στο όνομα της Παναγίας Ελεούσας και της Οσίας Μεθοδίας. Σε κρύπτη του ναού μεταφέρθηκαν και αποτέθηκαν τα ιερά λείψανά της από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνος όπου βρίσκονταν ως τότε και από κει στις 5 Οκτωβρίου 1991, ημέρα των εκδηλώσεων για την επίσημη ανακήρυξή της σε Αγία, μεταφέρθηκαν και φυλάσσονται στον Ιερό Ναό Παναγίας Οδηγήτριας, ιερό και συγκινητικό προσκύνημα για κάθε πιστό χριστιανό.

Ακοίμητο καντήλι του Αιγαίου την είπαν, σέμνωμα και προστάτιδα της Κιμώλου, θεόληπτη και αρετών ενθέων σκεύος πολύτιμον, φωτοβόλον λυχνία και Κυκλάδων κλέος λαμπρόν. Ατέλειωτα είναι τα επίθετα με τα οποία στόλισε ο θαυμασμός των ευσεβών χριστιανών την ταπεινή νησιωτοπούλα που από νωρίς στη ζωή της ένοιωσε το κάλεσμα του Κυρίου και ανταποκρίθηκε με όλη τη δύναμη της ψυχής της.

Η επίσημη αγιοποίησή της έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις 17 Ιουνίου 1991.

πηγή

26 Ιανουαρίου 2016

Να κάνουμε ό,τι κάνουν οι Άγιοι!

Συχνά οι γονείς, καλοί μου φίλοι, λένε: «Μη αργείς το βράδυ, τι θα πουν οι διπλανοί;». Η «μη ντύνεσαι έτσι, τι θα πουν οι γείτονες;». Η «μη καπνίζεις μπροστά σε άλλους, θα μας κουβεντιάζουν».Η αντίδρασή μας είναι κάπως έτσι: «Αφήστέ με πια! Τι θα πει ο ένας, τι θα νομίσει ο άλλος. Εμένα δεν μ’ ενδιαφέρει τι λέει ο κόσμος». Πολύ καλά. Ας πάμε πιο κάτω.Όταν γίνεται πάρτυ η η τάξη μας πηγαίνει κάποιο Σάββατο σε κάποιο νυχτερινό κέντρο, παρά τους αρχικούς δισταγμούς μας, τελικά πηγαίνουμε! Όταν οι φίλοι μας προσφέρουν τσιγάρο, παρόλο που δεν το θέλουμε, που δεν συμφωνούμε, που γνωρίζουμε πολύ καλά τις βλαβερές του επιπτώσεις, τελικά το δεχόμαστε και μπορεί να εξελιχθούμε και σε καπνιστές μάλιστα! Κι όταν τα παιδιά της παρέας ντύνονται κατά τον δικό τους (ομοιόμορφο) τρόπο κι εμείς είμαστε «σαν τη μύγα μεσ’ το γάλα» τελικά προσαρμοζόμαστε και συμμορφωνόμαστε μαζί τους! Άραγε γιατί το κάνουμε; Τι βαραίνει πολύ μέσα μας και μας… πείθει;

Δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά τούτη η σκέψη: «Τι θα πουν τα παιδιά; Θα με παρεξηγήσουν. Θα με σχολιάσουν. Θα εκτεθώ». Και υποκύπτουμε! Αλλά κι όταν θέλουμε να συμπεριφερθούμε, όπως εκείνοι, συμφωνούμε δηλαδή απ’ την αρχή μαζί τους, ποιό είναι το επιχείρημα στους γονείς που αντιδρούν; «Όλα τα παιδιά έτσι κάνουν. Και ο Πέτρος και ο Τάκης και ο Δημήτρης, αυτά φορούν. Κι αυτοί καπνίζουν!».Τι βλέπουμε τελικά; Πως άλλοτε δεχόμαστε κι άλλοτε απορρίπτουμε «αυτό που λέει ο κόσμος». Όπως μας συμφέρει κι όπως μας βολεύει την κάθε στιγμή. Και στο επιχείρημα των «δικών» μας «τι θα πουν οι γείτονες;», απαντούμε με το «αυτό κάνουν τα παιδιά της παρέας!». Δηλαδή διαλέγουμε ομάδα της… κοινής γνώμης, που θ’ ακολουθήσουμε! Ανάλογα με τα γούστα μας, τις παρέες μας, τις θελήσεις μας, τις παρορμήσεις της στιγμής.

Είναι όμως έτσι; Αυτός μπορεί να είναι ο κανόνας της συμπεριφοράς μας; Εκεί θα στηρίζουμε την παρέα μας, το είναι μας, τη ζωή μας; Ο Σωκράτης πάνω σ’ αυτό, είχε διατυπώσει πραγματικά κάτι πολύ σοφό. Να κάνουμε αυτό, που λέει ο «επαΐων». Δηλαδή αυτός, που αληθινά ξέρει, είναι ο ειδήμονας, ποιό είναι το σωστό ν᾽ ακολουθήσουμε. Και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει επ’ αυτού τούτο το πραγματικά μοναδικό: Να κάνουμε ο,τι κάνουν οι Άγιοι!

Άρα πριν από κάθε μας πράξη, ιδιαίτερα όταν αυτή είναι καθοριστική, πρέπει να προβληματιζόμαστε πολύ, να ερευνούμε σε βάθος, προκειμένου να μάθουμε, ποιό είναι το πραγματικά αληθινό να κάνουμε. Ασφαλώς τότε δεν θα λαθέψουμε, δεν θα πληγωθούμε, δεν θα χάσουμε, δεν θα καταλήξουμε ζημιωμένοι. Τελικά δεν θα μετανιώσουμε. Αντίθετα, θα προκόψουμε, θα κερδίσουμε, θα προχωρήσουμε, θα προοδεύσουμε.

Όχι, λοιπόν, παιδιά, τι λέει ο Πέτρος, ο Τάκης, ο Δημήτρης και η παρέα. Ούτε οι διπλανοί μας, οι γείτονες, οι συγγενείς μας. Ποτέ τι λέει ο κόσμος. Αλλά τι είναι το όντως σωστό να γίνει. Ποιό είναι το ενάρετο και το άγιο. Μπορεί βέβαια αυτό, στο τέλος, να είναι και σύμφωνο με τη γνώμη κάποιου εξ αυτών. Αλλά καλύτερα είναι αυτό, να το διαπιστώνουμε στο τέλος…

2 Ιανουαρίου 2015

Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ

Ὁ ὅσιος Σεραφείμ, νεότερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἔζησε τὸν 18ο καὶ 19ο αἰώνα. Γεννήθηκε στὶς 19 Ἰουλίου τοῦ 1759 στὴν πόλη Κούρσκ καὶ ἔμεινε ἐκεῖ ὡς τὸ δεκαεννέα του χρόνια. Στὴν ἡλικία αὐτὴ πῆρε τὴ γενναία ἀπόφαση νὰ ἀφοσιωθεῖ ὁλόψυχα στὸ Θεό καὶ ὁδήγησε τὰ βήματά του στὸ Μοναστήρι τοῦ Σάρωφ.
Στὴ μοναχική του κουρὰ ὀνομάσθηκε Σεραφείμ — προηγουμένως εἶχε τὸ ὄνομα Πρόχορος. Δύο μῆνες ἀργότερα χειροτονήθηκε διάκονος καὶ ὕστερα ἀπ' ἑπτὰ χρόνια, σὲ ἡλικία 34 ἐτῶν, πρεσβύτερος. Ὅταν λειτουργοῦσε, πετοῦσε στὰ οὐράνια. Πολλές φορές ἀξιωνόταν νὰ βλέπει θαυμαστὰ ὁράματα καὶ ν' ἀκούει ἀγγελικές μελωδίες.
Διψώντας νὰ πλησιάσει περισσότερο τὸν Θεό, θέλησε ν' ἀποσυρθεῖ σὲ μιὰν ἐρημικὴ περιοχή. Πῆρε ἀπὸ τὴ μονὴ τὴν ἄδεια καὶ γιὰ δεκαπέντε χρόνια ἀφοσιώθηκε στὴ σιωπή, στὴν ἄσκηση, στὴν ἔντονη προσευχή. Βαθιὰ μέσα στὸ δάσος ἀγωνιζόταν ν' ἀνεβαίνει μέρα μὲ τὴ μέρα τὴν κλίμακα ποὺ ὁδηγεῖ στὸν οὐρανό. Τότε, ἀνεβασμένος σὲ μιὰ μεγάλη πέτρα, ἔκανε καὶ τὴν ἐκπληκτικὴ ἄσκηση τῶν χιλίων ἡμερονυκτίων προσευχῆς.
Μαζὶ μὲ τὴν προσευχὴ διάβαζε ἀκατάπαυστα τὴν Ἁγία Γραφή. «Πρέπει νὰ τρέφεις, ἔλεγε, τὴν ψυχὴ μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, γιατί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ «ἄρτος τῶν ἀγγέλων». Μ' αὐτὸν πρέπει νὰ τρέφονται οἱ ψυχὲς ποὺ ἀγαποῦν τὸν Κύριο». Ἔνιωθε βαθύτατη εὐλάβεια γιὰ τὴ Θεοτόκο. Στὸ πρόσωπό Της ἔβρισκε ἀνέκφραστη πνευματικὴ ἀγαλλίαση. Ἔλεγε συχνά: «ἡ Παναγία εἶναι ἡ χαρά, ἡ μεγαλύτερη ἀπ’ ὅλες τὶς χαρές».
Μὲ τὶς τόσες προσευχές καὶ μελέτες καὶ ἀσκήσεις ἔγινε κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γεμάτος χάρη καὶ σοφία καὶ πνευματική δύναμη. Ἀπέκτησε φήμη ἁγίου καὶ πνευματικοῦ ἀνθρώπου. Ὁ κόσμος ἔτρεχε κοντὰ του γιὰ νὰ ξεδιψάσει πνευματικά.

Στὴν ἀρχὴ ἀπέφευγε τὸν κόσμο, ἀλλὰ ἀργότερα, τὸ 1825, σὲ ἡλικία 66 χρόνων, ὕστερ' ἀπὸ ἕνα ὅραμα καὶ προσταγὴ τῆς Θεοτόκου, ἄνοιξε τὸ κελλί του καὶ δεχόταν τοὺς χριστιανούς. Τώρα πιὰ ἄρχισε τὸ ἔργο τοῦ στάρετς, τοῦ πνευματικοῦ καθοδηγητῆ.
Ἡ δράση του ὡς στάρετς ὑπῆρξε καταπληκτική. Ἀναρίθμητες ψυχές πήγαιναν νὰ βροῦν σ’ αὐτὸν τὴ γαλήνη, τὴ χάρη, τὴ σωτηρία. Καὶ ὅσοι δὲν μποροῦσαν νὰ φθάσουν μέχρι τὸ κελλί του, τοῦ ἔστελναν γράμματα.
Οἱ ἐπισκέπτες του ἔφευγαν ἄλλοι ἄνθρωποι. Καθώς προσευχόταν γι’ αὐτούς, καθώς τοὺς εὐλογοῦσε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, καθώς μύρωνε τὸ μέτωπό τους μὲ λάδι ἀπὸ τὸ καντήλι τῆς Παναγίας, καθώς τοὺς ἔδινε πνευματικὲς συμβουλές, μιὰ μυστική δύναμη ἀπλωνόταν στὶς ψυχές τους. Σ’ ὅλους μοίραζε εἰρήνη, χαρά, θεϊκές εὐλογίες.
Συνιστοῦσε συχνὰ τὴν εἰρήνη: «Ἀπόκτησε τὴν πνευματικὴ εἰρήνη, καὶ τότε χίλιες ψυχές ὁλόγυρά σου θὰ βροῦν τὴ λύτρωση». Σχετικὰ μὲ τὸν προορισμό μας δίδασκε: «Ὁ πραγματικός σκοπός τῆς χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Μιλοῦσε πολύ γιὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Χαιρετοῦσε τοὺς ἐπισκέπτες του μὲ τὰ λόγια: «Χαρά μου, Χριστός ἀνέστη!» Kαι κάθε φορὰ ποὺ κοινωνοῦσε, ἔψαλε τὸν πασχαλινὸ κανόνα «Ἀναστάσεως ἡμέρα…».
Γιὰ τὰ πνευματικὰ χαρίσματα ποὺ εἶχε, τὶ νὰ πρωτοαναφέρουμε; Τὸ μάτι του εἰσχωροῦσε στὰ βάθη τῶν καρδιῶν. Εἶχε βλέμμα προφήτη. Προέβλεπε τὰ μέλλοντα. Ἀπαντοῦσε σὲ ἐπιστολές, χωρίς νὰ τὶς ἀνοίξει, γιατί γνώριζε τὸ περιεχόμενό τους. Ἦταν ἀκόμη καὶ θαυματουργός. Σκόρπιζε θεραπεῖες σὲ ἁρρώστους. Πολλές φορές τὸ πρόσωπό του ἄστραφτε σὰν ἥλιος. Και μέσα στὸ δάσος, ὅταν ἀσκήτευε, εἶχε φιλίες μὲ τ' ἄγρια πουλιὰ καὶ ζῶα, καὶ μάλιστα μὲ μιὰ πελώρια ἀρκούδα, ποὺ κάθε μέρα τὸν ἐπισκεπτόταν. Ζωὴ προπτωτική, παραδεισένια!
Το πέρασμά του ἀπὸ τὴ γῆ θὰ μείνει ἀξέχαστο. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ λίγες παρόμοιες μορφές γνώρισε. Τα λόγια του καὶ τὰ ἔργα του θὰ δυναμώνουν πάντα τοὺς πιστούς.
Ὁ θάνατός του ὑπῆρξε ὁσιακός. Στὶς 2 Ἰανουαρίου τοῦ 1833 βρέθηκε νεκρός, γονατισμένος, μὲ τὰ μάτια του προσηλωμένα στὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ἐνῶ τὴν προηγουμένη μέρα εἶχε κοινωνήσει καὶ ἀποχαιρετήσει τοὺς πατέρες τοῦ Μοναστηριοῦ.
Ἅγιος ἀνακηρύχθηκε ἐπίσημα τὸ 1903. Ἡ μνήμη του γιορτάζεται στὶς 2 Ιανουαρίου, ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του, καὶ στὶς 19 Ἰουλίου, ἡμέρα τῆς ἀνακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων του. Εἴθε οἱ πρεσβεῖες του νὰ μᾶς ἐνισχύουν στὸ δρόμο τῆς ζωῆς μας καὶ τὸ παράδειγμά του νὰ μᾶς ἐμπνέει.
Σταχυολογήματα
Ὅπου βρίσκεται ὁ Θεός, ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει κακό. Ὅλα ὅσα προέρχονται ἀπὸ τὸ Θεό, ἔχουν μέσα τους τὴν εἰρήνη καὶ ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο στὴν αὐτοκατάκριση καὶ τὴν ταπείνωση.
«Ἡ πίστη χωρίς τὰ ἔργα εἶναι νεκρή» (Ἰακ 2:26). Ἡ ἀληθινή πίστη δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει χωρίς τὰ ἔργα. Ὅποιος πραγματικὰ πιστεύει, ἐκεῖνος ὁπωσδήποτε θὰ κάνει καὶ καλὰ ἔργα.
Ἂν ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ ἀγάπη στὸ Θεό καὶ ἀπὸ ἀφοσίωση στὴ ζωὴ τῆς ἀρετῆς, δὲν πολυμεριμνᾶ γιὰ τὸν ἑαυτό του, πιστεύοντας ὅτι γι’ αὐτὸν φροντίζει ὁ Θεός, αὐτή του ἡ ἐμπιστοσύνη στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ γνήσια καὶ συνετή.
Ὅποιος πραγματικὰ ἀγαπάει τὸν Θεόν, θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ταξιδιώτη καὶ ξένο στὴ γῆ αὐτή. Στὴν ἐπιδίωξή του νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεόν, Αὐτὸν μονάχα ἀτενίζει συνεχῶς μὲ τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ του.
Ὁ ἄνθρωπος ποὺ θ' ἀποφασίσει νὰ ζήσει τὴν ἐσωτερική ζωή, πρῶτ' ἀπ’ ὅλα πρέπει νὰ ἔχει τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι καὶ ἡ ἀρχή τῆς σοφίας.(Παροιμ. 1:7)
Ὁ νοῦς τοῦ προσεκτικοῦ ἀνθρώπου μοιάζει μὲ ἄγρυπνο φύλακα καὶ φρουρὸ τῆς ἐσωτερικῆς Ἱερουσαλήμ. Ἀπό τὸ ὕψος τῆς πνευματικῆς ζωῆς, βλέπει μὲ τὸ καθαρό του μάτι τὶς ἐνάντιες δυνάμεις, γύρω του καί μέσα στὴν ψυχή του, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Ψαλμωδοῦ: «Καὶ εἶδαν τὰ μάτια μου τὶ ἔπαθαν οἱ ἐχθροί μου» (Ψαλμ. 53:9).
Ὁ ἄνθρωπος, ὅσο ἔχει τὴν σάρκα του, μοιάζει μὲ ἀναμμένο κερί. Ὅπως τὸ κερί εἶναι προορισμένο νὰ λιώσει, ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ πεθάνει. Ἡ ψυχή του ὅμως εἶναι ἀθάνατη, γι’ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ μεριμνοῦμε περισσότερο γιὰ τὴν ψυχή παρὰ γιὰ τὸ σῶμα: «Τὶ ὠφελεῖται ὁ ἄνθρωπος, ἄν κερδίσει ὁλόκληρο τὸν κόσμο, χάσει ὅμως τὴν ψυχή του; Ἢ τὶ μπορεῖ νὰ δώσει ὁ ἄνθρωπος ὡς ἀντάλλαγμα γιὰ τὴν ψυχή του». (Ματθ. 16:26)
Ἂν ἐπιτρέψει ὁ Κύριος νὰ δοκιμάσει ὁ ἄνθρωπος ἀσθένειες, τότε Ἐκεῖνος θὰ τοῦ δώσει καὶ τὴ δύναμη τῆς ὑπομονῆς.
Πρέπει νὰ συνηθίσεις τὸν νοῦ σου νὰ «κολυμπάει» στον νόμο τοῦ Κυρίου. Κάτω ἀπὸ τὴν καθοδήγηση Ἐκείνου νὰ προσαρμόζεις καὶ τὴν ζωή σου.
Ἡ εἰρήνη τῆς ψυχῆς ἀποκτᾶται μὲ τὶς θλίψεις. Ἡ Γραφή λέει: «Περάσαμε ἀπὸ τὴ φωτιὰ καὶ τὸν κατακλυσμὸ τῶν θλίψεων. Τελικά, ὅμως, μᾶς ὁδήγησες σὲ τόπο ἀναψυχῆς». (Ψαλμ. 65:12)
Τίποτε δὲν συμβάλλει τόσο στὴν ἀπόκτηση τῆς ἐσωτερικῆς εἰρήνης, ὅσο ἡ σιωπὴ καὶ ἡ συζήτηση μὲ τὸν ἑαυτό μας μᾶλλον παρὰ μὲ τοὺς ἄλλους.
Μπορεῖς, βλέποντας τὸν ἥλιο μὲ τὰ φυσικὰ μάτια, νὰ μὴ χαίρεσαι; Μὰ πόσο μεγαλύτερη χαρὰ θὰ νοιώθεις, ὅταν ὁ νοῦς σου βλέπει μὲ τὰ ἐσωτερικὰ μάτια τὸν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, τὸ Χριστό;
Γιὰ νὰ διατηρήσεις τὴν ψυχική εἰρήνη πρέπει νὰ διώχνεις ἀπὸ κοντά σου τὴν ἀθυμία, νὰ προσπαθεῖς νὰ ἔχεις τὸ πνεῦμα τῆς χαράς, νὰ ἀποφεύγεις τὴν κατάκριση τῶν ἄλλων καὶ νὰ συγκαταβαίνεις στὶς ἀδυναμίες τῶν ἀδελφῶν σου.
Κάθε πρόοδο καὶ ἐπιτυχία, σ’ ὁποιονδήποτε τομέα τῆς ζωῆς μας, πρέπει νὰ τὶς ἀποδίδουμε στὸν Κύριο. Καὶ μαζί μὲ τὸν προφήτη νὰ λέμε: «Ὄχι σ' ἐμᾶς, Κύριε, ὄχι σ' ἐμᾶς, ἀλλὰ στ' ὄνομά σου δῶσε δόξα.» (Ψαλμ. 113:9)
Στὸ 35ο ἔτος τῆς ηλικίας του, δηλαδή στὰ μισὰ τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, ὁ ἄνθρωπος κάνει συνήθως μεγάλο ἀγώνα γιὰ νὰ συγκρατήσει τὸν ἑαυτό του. Πολλοί, σ’ αὐτὴ τὴν ἡλικία, δὲν παραμένουν στὸ δρόμο τῆς ἀρετῆς. Ξεφεύγουν καὶ ἀκολουθοῦν τὸν δρόμο τῶν ἐπιθυμιῶν τους.
Ὅποιος θέλει νὰ σωθεῖ πρέπει νὰ διατηρεῖ τὴν καρδιά του σὲ κατάσταση μετανοίας καὶ συντριβῆς: «Θυσία εὐάρεστη γιὰ τὸ Θεό εἶναι ἡ ψυχή ποὺ ἔχει συντριβεῖ μὲ τὴ μετάνοια. Ποτὲ δὲν θὰ καταφρονήσει ὁ Θεός καρδιὰ ποὺ νιώθει συντριβή καὶ ταπείνωση.» (Ψαλμ. 50:19)
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νὰ ἔχει καρδιὰ ταπεινὴ καὶ λογισμό εἰρηνικό, τότε ὅλες οἱ σκευωρίες τοῦ ἐχθροῦ μένουν ἀνενέργητες. Γιατὶ ὅπου ὑπάρχει ἡ εἰρήνη τῶν λογισμῶν, ἐκεῖ ἀναπαύεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός.
Ἡ ἀπελπισία εἶναι ἡ μεγαλύτερη χαρὰ τοῦ διαβόλου. Εἶναι ἁμαρτία θανάσιμη.
Προτοῦ ἀκούσεις τὸν ἄλλον δὲν πρέπει νὰ ἀπαντᾶς. «Ἐκεῖνος ποὺ ἀποκρίνεται χωρὶς ν' ἀκούσει πρῶτα, εἶναι ἀσύνετος καὶ ντροπιάζεται». (Παροιμ. 18:13)
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δεχθεῖ κάτι τὸ θεϊκό μέσα του, ἡ καρδιά του χαίρεται. Ὅταν ἀντίθετα, δεχθεῖ κάτι τὸ διαβολικό, τότε συγχύζεται καὶ ταράζεται.
Ὅποιος σηκώνει τὴν ἀρρώστια μὲ ὑπομονή καὶ εὐγνωμοσύνη στὸ Θεό, στεφανώνεται σὰν μάρτυρας.
Πρέπει νὰ διώχνουμε μακριὰ τοὺς ἀκάθαρτους λογισμούς, ιδιαίτερα ὅταν προσευχόμαστε στὸ Θεό. Γιατὶ δὲν εἶναι δυνατόν νὰ συνυπάρχουν ἡ δυσοσμία μὲ τὴν εὐωδία.
Ἂν ἐμεῖς δὲν συμφωνοῦμε μὲ τοὺς κακούς λογισμούς, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸ διάβολο, κάνουμε πολὺ καλά. Γιατὶ τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα μόνο στοὺς ἐμπαθεῖς ἀνθρώπους ἀσκεῖ ἀποτελεσματικὰ τὴν ἐπίδρασή του, ἐνῶ τοὺς ἀπαθεῖς προσπαθεῖ νὰ τοὺς ἐπηρεάσει ἀπὸ μακριά.
Ὁ νέος ἄνθρωπος εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴν ταράζεται ἀπὸ σαρκικούς λογισμούς. Πρέπει γι’ αὐτὸ νὰ προσεύχεται ἐπίμονα στον Θεό, γιὰ νὰ σβήνει τὴ σπίθα τῶν αἰσχρῶν ἐπιθυμιῶν μόλις ἐμφανίζεται. Ἔτσι δὲν θὰ δυναμώσει ποτὲ ἡ φλόγα.
Πρέπει νὰ τὰ ὑπομένουμε ὅλα γιὰ χάρη τοῦ Θεού μὲ εὐχαρίστηση. Ἡ ζωή μας, συγκριτικὰ μὲ τὴν αἰωνιότητα, εἶναι μια στιγμή. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος λέει πὼς «ὅσα ὑποφέρουμε τώρα, δὲν ἰσοσταθμίζουν τὴ δόξα ποὺ μᾶς ἐπιφυλάσσει ὁ Θεός στὸ μέλλον.» (Ρωμ. 8:18)
Ἂς ἀγαπήσουμε τὴν ταπεινοφροσύνη, γιὰ νὰ δοῦμε τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, γιατὶ ὅπου στάζει ἡ ταπεινοφροσύνη, ἐκεῖ ἀναβλύζει ἡ θεϊκή δόξα.
Χωρίς τὸ φῶς, ὅλα εἶναι σκοτεινά. Καὶ χωρίς τὴν ταπεινοφροσύνη, τίποτα δὲν ὑπάρχει μέσα στὸν ἄνθρωπο, παρὰ μόνο σκοτάδι.
Ὅπως τὸ κερί ἂν δὲν ζεσταθεῖ καὶ δὲν μαλακώσει, δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ πάνω του σφραγίδα, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή, ἂν δὲν δοκιμαστεῖ μὲ τοὺς κόπους καὶ τὶς ἀσθένειες, δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ πάνω της τὴ σφραγίδα τῆς ἀρετῆς.
Στοὺς συνανθρώπους μας πρέπει νὰ φερόμαστε μὲ λεπτότητα, χωρίς οὔτε μὲ τὸ βλέμμα μας νὰ τοὺς προσβάλλουμε.
Τὸν συγχυσμένο καὶ θλιμμένο ἄνθρωπο φρόντισε νὰ τὸν ἐνθαρρύνεις μὲ λόγια ἀγάπης.
Γιὰ τὴν ἀδικία ποὺ σοῦ προξενοῦν οἱ ἄλλοι, ὅποια κι’ ἂν εἶναι αὐτή, δὲν πρέπει νὰ ἐκδικεῖσαι. Ἀπεναντίας νὰ συγχωρεῖς ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς σου ἐκεῖνον ποὺ σὲ ἀδίκησε.
Δὲν πρέπει νὰ τρέφεις στὴν καρδιά σου μίσος καὶ ἀντιπάθεια ἐναντίον ἐκείνου ποὺ σὲ ἐχθρεύεται. Ἀλλὰ νὰ τὸν ἀγαπᾶς καὶ νὰ τοῦ κάνεις ὅσο μπορεῖς τὸ καλό, ἀκολουθώντας τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ: «Ν' ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας, νὰ εὐεργετεῖτε αὐτοὺς ποὺ σᾶς μισοῦν».(Ματθ. 5:44)
Ἡ πύλη τῆς μετανοίας εἶναι γιὰ ὅλους ἀνοιχτή, καὶ κανείς δὲν ξέρει ποιὸς θὰ τὴν πρωτοπεράσει∙ ἐσὺ ποὺ κατακρίνεις τὸν ἄλλον ἢ αὐτὸς ποὺ κατακρίνεται ἀπὸ σένα; Κατάκρινε πάντοτε τὸν ἑαυτό σου καὶ θὰ πάψεις νὰ κατακρίνεις τοὺς ἄλλους.
Μπορεῖς νὰ κατακρίνεις μιὰ πράξη κακή, ποτὲ ὅμως ἐκεῖνον ποὺ τὴν ἔκανε.
Ὅταν ἐγκαταλειφθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ Θεό, τότε ὁ διάβολος εἶναι ἕτοιμος νὰ τὸν ἀφανίσει, ὅπως ἀφανίζει ἡ μυλόπετρα τὸ σπόρο τοῦ σιταριοῦ.
Ἡ περιττὴ μέριμνα γιὰ τὰ βιοτικὰ πράγματα εἶναι γνώρισμα ἄνθρωπου ἄπιστου καὶ μικρόψυχου. Καὶ εἶναι συμφορά, ἂν φροντίζουμε οἱ ἴδιοι γιὰ τὸν ἑαυτό μας, καὶ δὲν στηριζόμαστε στὸ Θεό, ποὺ φροντίζει γιὰ μᾶς!
Εἶναι καλύτερο νὰ περιφρονοῦμε ὅσα δὲν εἶναι δικά μας, δηλαδή τὰ πρόσκαιρα καὶ τὰ παροδικά, καὶ νὰ ζητᾶμε τὰ δικά μας, δηλαδὴ τὰ ἄφθαρτα καὶ τὰ αἰώνια.
Ἡ θλίψη εἶναι τὸ σκουλήκι τῆς καρδιᾶς, ποὺ κατατρώει τὴ μητέρα ποὺ τὸ γέννησε.
Ὅποιος νίκησε τὰ πάθη, αὐτὸς νίκησε καὶ τὴ θλίψη. Ὅποιος νικιέται ἀπὸ τὰ πάθη, δὲν θὰ ἀποφύγει τὰ δεσμὰ τῆς θλίψεως. Ὅπως ὁ ἅρρωστος φαίνεται ἀπὸ τὸ χρῶμα τοῦ προσώπου του, ἔτσι καὶ ὁ ἐμπαθὴς ἀπὸ τὴν κατάθλιψη.
Ὁ Κύριος φροντίζει γιὰ τὴν σωτηρία μας. Ὁ ἀνθρωποκτόνος ὅμως διάβολος προσπαθεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν ἀπελπισία.
Δὲν πρέπει νὰ κλονιζόμαστε στὴν πνευματικὴ ζωὴ ἀπὸ καμιὰ ἐχθρική δύναμη. Ἀντίθετα, νὰ στηριζόμαστε στὰ λόγια τοῦ Θεοῦ: «Μὴ φοβηθεῖτε ὅ,τι αὐτοὶ φοβοῦνται, οὕτε νὰ ταραχθεῖτε, γιατὶ ὁ Θεός εἶναι μαζί μας. Μόνο τὸν Κύριο νὰ τιμᾶτε ὡς ἅγιο, καὶ μόνο αὐτὸς νὰ σᾶς ἐμπνέει σεβασμὸ καὶ φόβο» (πρβλ. Ἡσ. 8:12-13) 
 

31 Δεκεμβρίου 2014

Πανηγυρίζει ο μοναδικός ανά τον ορθόδοξο κόσμο Ι.Ν. του Οσίου Νικηφόρου του Λεπρού στο Εμπορείο της Σαντορίνης!



Από την Ιερά Μητρόπολη Θήρας Αμοργού & Νήσων έχουμε το πιο κάτω εορταστικό πρόγραμμα του Οσίου Νικηφόρου του Λεπρού που βρίσκεται στο Εμπορείο της Σαντορίνης.
 
Έτσι λοιπόν στις 4 Ιανουαρίου 2015 πανηγυρίζει ο προαναφερόμενος και μοναδικός ναός ανά τον ορθόδοξο κόσμο, προσκαλώντας τους ευλαβείς χριστιανούς προκειμένου να συμμετάσχουν στις ιερές ακολουθίες που θα πραγματοποιηθούν και να λάβουν την ευλογία του θαυματουργού Αγίου της καρτερίας και της υπομονής, Οσίου Νικηφόρου.

ΣΑΒΒΑΤΟ 03 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2015

17:00
Μέγας Πανηγυρικός Ἑσπερινός χοροστατοῦντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Θήρας, Ἀμοργοῦ & Νήσων
κ.κ. Ἐπιφανίου


ΚΥΡΙΑΚΗ 04 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2015


06:30
Μεσονυκτικό, Ὄρθρος, Θεία Λειτουργία

12:00
Παρακλητικός Κανών Ὁσίου Νικηφόρου τοῦ Λεπροῦ

20:00
Ὥρα Θ΄, Ἑσπερινός, Ὄρθρος, Μεγάλαι ὧραι, Μέγας Ἑσπερινός ἑορτῆς Θεοφανείων μετά τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, Ἁγιασμός

Κατά τή διάρκεια τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν, πρός εὐλογία καί ἁγιασμό τῶν πιστῶν, θά τίθεται γιά προσκύνηση ἱερό λείψανο τοῦ Ὁσίου Νικηφόρου τοῦ Λεπροῦ.

7 Δεκεμβρίου 2014

Ένας Επίσκοπος υψώνει το ανάστημά του στον πλανητάρχη

Στις 7 Δεκεμβρίου γιορτάζει ο Άγιος Αμβρόσιος, Επίσκο­πος Μεδιολάνων. Στο σημερινό Μιλάνο της Ιταλίας. Του 4ου αιώνος κι αυτός, σπουδαίος, νομικός μεγάλος, έγινε διοικητής του Μιλάνου και της επαρχίας εκεί, ήταν δίκαιος και συνετός και κατηχούμενος. Ετοιμαζόταν, δηλαδή, να βαφτισθεί. Πέθανε ο επίσκοπος Μεδιολάνων και μετά οι ορθόδοξοι μάλωναν με τους Αρειανούς στο ποιός θα καταλάβει τον θρόνο. Και έγινε κίνημα. Επανάσταση. Κι ως διοικητής ο Αμβρόσιος εστάλη να καταστείλει την στάση και την επανάσταση και να φέρει την ησυχία και την ειρήνη.
Πήγε, λοιπόν, και τους μίλησε τόσο γλυκά, ήταν ρήτορας και σοφός και ενάρετος, παρότι ακόμη δεν είχε βαφτισθεί. Και τους κατάφερε και τους ηρέμησε. Και τότε ένα παιδάκι φώναξε δυνατά: «Ο Αμβρόσιος να γίνει επίσκοπος.» Ήταν φωνή Θεού. Ήταν κλήσις Κυρίου. Κι εκείνος, βέβαια, δεν ήθελε, και λέει το Συναξάριο πώς, μόλις τ’ άκουσε αυτά κι ο κόσμος όλος, αιρετικοί και χρι­στιανοί, είπαν ναι, άξιος, τί κάνει εκείνος; Φεύγει, με τρόπο, και καθώς βράδιαζε, καβαλάει ένα άλογο κι έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση, για να μη γί­νει μητροπολίτης. Και μόλις ξημέρωσε, τί είχε γίνει; Βρέθηκε, πάλι, στο ίδιο σημείο, από οπού έφυγε. Στης εκκλησίας την αυλή. Και τότε κατάλαβε ότι ο Θεός τον ήθελε σ’ αυτή τη θέση. Στον Θεό ποιος μπορεί να πει όχι;

Κι έγινε, λοιπόν, επίσκοπος Μεδιολάνων, ο μεγά­λος Αμβρόσιος, φρόντισε τους χριστιανούς, φρόντισε τους αιρετικούς, διότι η Εκκλησία εταλαιπωρείτο από τον Αρειανισμό και τις παραφυάδες του, και προ­παντός με τον Θείο του λόγο και με την αγία χάρη, έφερνε αμέτρητους στην Εκκλησία και προστάτευε πολλούς δυσκολεμένους και αδύνατους. Είχε τόση παρρησία, που έβαλε επιτίμιο και κανόνα στον ίδιο τον αυτοκράτορα Θεοδόσιον τον Μέγαν. Με κάποια στάση, που έγινε στη Θεσσαλονίκη και μετά που έδωσε εντολή να φονεύσουν 7.000 στασιαστές.

Κι ο Θεοδόσιος, όταν πήγε στην εκκλησία και μπήκε στο Ιερό Βήμα, του λέει ο άγιος Αμβρόσιος: «Έξω!» Σε ποιόν είπε «Έξω;» Στον πλανητάρχη, παρακαλώ. Σε ποιόν είπε «Έξω;» Σ’ αυτόν. Κι ο Θεοδόσιος με­γάλος κι αυτός. Να το πούμε. Γιατί είναι κι αυτός άγιος της Εκκλησίας. Λοιπόν. Το εδέχθη! Εδέχθη επιτίμιον οκτώ μηνών. Ούτε να μεταλάβει ούτε να κάμει τίποτε απ’ τα καθήκοντά του. Το εδέχθη, με άκρα ταπείνωση και μεγάλη υπακοή. Γιατί είχε κα­ταλάβει κι αυτός ένα πολύ σπουδαίο πράγμα. Ότι δεν μπορούμε, με κανένα τρόπο, να εναντιωθούμε στην Εκκλησία. Στην Εκκλησία και στον Θεό. Τί σπουδαίος κι αυτός! Λέμε ναι. Αλλά, άμα έχεις την οικουμένη στα χέρια σου, θα κάμεις και λάθη. Η ομορφιά ποιά είναι στον Θεοδόσιο; Ότι εδέχθη και παρεδέχθη! Και μετενόησε! Και την ημέρα των Χρι­στουγέννων πήγε στην εκκλησία και τί; Έκανε μετάνοια μπροστά στον επίσκοπο και σ’ όλο το εκκλησία­σμα και ζήτησε επισήμως συγγνώμη, κλαίγοντας! Κλαίγοντας! Και αποκατεστάθη. Αυτός ο Μέγας Θεοδόσιος! Αποκατεστάθη! Και είναι κι εκείνος γραμμένος στο Αγιολόγιο. Γιατί, αν ο Μέγας Κωνσταντίνος έφερε τη θρησκευ­τική ελευθερία στην αυτοκρατορία και στον κόσμο, ο Μέγας Θεοδόσιος διάλεξε, ως επίσημη θρησκεία του κράτους του, την ορθοδοξία, η οποία κινδύνευε από Γότθους, βαρβάρους, αιρετικούς, Ιουδαίους, είδωλολάτρες, κι έκαμαν θραύση. Και τώρα την πήρε την Εκκλησία, την ορθοδοξία, υπό την προστασία του ο αυτοκράτωρ. Έθεσε, δηλαδή, τον εαυτό του στη διά­θεση της Εκκλησίας. Ήταν, δηλαδή, υπερασπιστής του ορθοδόξου δόγματος. Είναι πολύ σπουδαίο κι αυτό. Να το πούμε. Ισχύει μέχρι και σήμερα…

Ο άγιος Αμβρό­σιος εκοιμήθη εν Κυρίω το 397 στο Μιλάνο, στα Μεδιόλανα, τότε, όπου είχε γίνει το Σύμφωνο των Μεδιολάνων. Η συμφωνία του Κωνστα­ντίνου του Μεγάλου και του Λικινίου για ανεξιθρησκεία. Να υπάρχει, δηλαδή, θρησκευτική ελευθερία, που υπάρχει μέχρι σήμερα…
 
 

28 Οκτωβρίου 2014

Άγιος Αθανάσιος Α΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (28 Οκτωβρίου)

Ο Όσιος Αθανάσιος καταγόταν από την Αδριανούπολη. Γεννήθηκε στο 1220 μ.Χ. Ο πατέρας του ονομαζόταν Γεώργιος και η μητέρα του Ευφροσύνη. Ήταν άνθρωποι πολύ πλούσιοι και πολλοί ευσεβείς. Όταν γεννήθηκε ο Όσιος, οι γονείς του τον βαπτίσαν, και του έδωσαν το όνομα Αλέξιος. Από τα παιδικά του χρόνια ο Αλέξιος φαινόταν, ότι θα γίνει πολύ ευσεβής Χριστιανός και θα φώτιση πολλούς με το παράδειγμά του. Ο πατέρας του πέθανε και ο Αλέξιος έμεινε ορφανός, αλλά προόδευσε στην αρετή πολύ. Ζούσε μια ζωή ενάρετη και σύμφωνη με την χριστιανική διδασκαλία. Του δημιουργήθηκε όμως η επιθυμία να απαρνηθεί τελείως τα μάταια και γήινα και να αφιερώσει ολοκληρωτικά την ζωή του στο Θεό. Έτσι λοιπόν και ο νεαρός Αλέξιος, εγκατέλειψε την μητέρα του, τους συγγενείς του και όλους τους φίλους του και πήγε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί σ’ ένα πλούσιο Μοναστήρι, πού ζούσε κάποιος θειος του μοναχός, έγινε και αυτός μοναχός και έλαβε το όνομα Ακάκιος. Στο Μοναστήρι όμως εκείνο οι μοναχοί δεν είχαν την ευλάβεια, πού έπρεπε και δεν φρόντιζαν για την ψυχή τους τόσο, όσο φρόντιζαν για τα υλικά αγαθά. Ο Ακάκιος όμως, βλέποντας αυτό, δεν έμεινε εκεί. Έφυγε αμέσως από το Μοναστήρι και κατευθύνθηκε προς το Άγιο Όρος. Αφού, λοιπόν, ο μοναχός Ακάκιος γύρισε όλα τα Μοναστήρια του Αγίου Όρους, τελικά εγκαταστάθηκε στο Μοναστήρι του Εσφιγμένου. Και έκανε πολλού σκληρούς αγώνες.

Ο Άγιος όμως επειδή εφοβήθη, μήπως από τις επίγειες τιμές και δόξες χάση την αιώνια δόξα, εγκατέλειψε το Μοναστήρι του Εσφιγμένου και κατευθύνθηκε προς τα Ιεροσόλυμα. Με ευλάβεια μεγάλη, προσκύνησε ο Όσιος τους Αγίους Τόπους. Κατόπιν ο Όσιος επήγε στο βουνό του Λάτρου, εκεί έμεινε κλεισμένος μέσα σ’ ένα κελί. Αργότερα ο όσιος εγκαταστάθηκε στο βουνό Γαλήσιο, αφού πρώτα πέρασε από το βουνό του Αυξεντίου. Εκεί συνάντησε πολλούς μοναχούς και πήρε μεγάλη ψυχική ωφέλεια.

Εκεί στο βουνό Γαλήσιο ο μοναχός Ακάκιος έμεινε οκτώ χρόνια στο Μοναστήρι του Αγίου Λαζάρου του Γαλησιώτου. Κατά το διάστημα αυτό τον Άγιο τον χειροτόνησαν μεγαλόσχημο και του ανέθεσαν το διακόνημα του Εκκλησιάρχη. Με το όνομα τώρα Αθανάσιος. Ο Θεός, αργότερα, τον αξίωσε για να γίνει Επίσκοπος, για να βοηθήσει τα πνευματικά παιδιά του, με την διδασκαλία του και με το παράδειγμά του. Ο Θεός προσκάλεσε τον Άγιο, να αναλάβει το βαρύ έργο του Επισκόπου με την ακόλουθη οπτασία: Συνήθιζε ο Άγιος να πηγαίνει στην Εκκλησία πριν από τον όρθρο και να προσεύχεται στον νάρθηκα της Εκκλησίας. Κάποια νύχτα, ενώ ο Άγιος προσευχόταν με δάκρυα μπροστά στην εικόνα του Εσταυρωμένου, άκουσε μια γλυκιά φωνή, πού έβγαινε από την εικόνα, να του λέγει: Αθανάσιε, επειδή κι εσύ μ’ αγαπάς γι αυτό κι εγώ θα σου χαρίσω πολύτιμα πνευματικά παιδιά και θα σε βοηθήσω να γίνεις Επίσκοπος. Αυτά, όταν τα’ άκουσε ο Άγιος, έπεσε στη γη από τον φόβο του και άρχισε να ευχαριστεί και να δοξολογεί τον Θεό, για την τιμή, πού θα του έκανε. Έμεινε ο Άγιος, δέκα ολόκληρα χρόνια, σαν εκκλησιάρχης στο βουνό Γαλήσιο. Έφυγε από εκεί και επήγε στο Έγιο Όρος, για να βρει την ησυχία, πού ποθούσε. Εκεί ο Άγιος βρήκε την ησυχία, σε κάποιο ερημικό μέρος, μακριά από την ζωή και τον θόρυβο του κόσμου. Από εκεί όμως ο Άγιος, πολύ γρήγορα αναγκάσθηκε να φύγει και να εγκατασταθεί στο όρος του Γάνου. Το μέρος εκείνο ήταν πολύ κατάλληλο για άσκηση, και εκεί ο Άγιος βρήκε την ησυχία πού ποθούσε. Πολλοί άνθρωποι από τα γύρω μέρη αλλά και από τα περίχωρα, όταν έμαθαν την αρετή του Αθανασίου, έτρεξαν κοντά του. Ο Άγιος όλους τούς δεχόταν με αγάπη και καλοσύνη και αφού τούς έκανε ενάρετους, του έκανε και μοναχούς.

Κατά την εποχή εκείνη αυτοκράτορας στο Βυζάντιο ήταν ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος. Ήταν άνθρωπος πολύ ευσεβής. Αυτός, βλέποντας την ξακουστή αρετή του Αγίου κάλεσε τούς κληρικούς και τούς Μητροπολίτες, για να ψηφίσουν, εάν θέλουν, τον Αθανάσιο Πατριάρχη. Ο Άγιος, επειδή θυμήθηκε την οπτασία, πού είχε δη στο Γαλήσιο όρος και επειδή φοβήθηκε, μήπως γι αυτή του την πράξη, φανεί ανυπάκουος στο Θεό, δέχθηκε την πρόταση του βασιλέως. Πήγε και παρουσιάστηκε μπροστά στον Βασιλέα και αμέσως χειροτονήθηκε άξιος Πατριάρχης, στις 14 Οκτωβρίου, του 1289. Ο Άγιος βρήκε την Εκκλησία σε πολύ κακή κατάσταση, ένεκα κυρίως των αιρετικών. Πάρα πολύ κοπίασε, να τη φέρει στην ευθεία γραμμή. Δίδασκε ο Άγιος πάντοτε με θάρρος και ακαταμάχητη δύναμη. Έλεγχε όλους τούς αδίκους, χωρίς να φοβάται πολλές φορές την δύναμη τους. Τούς καλούς Χριστιανούς του συμβούλευε να γίνουν καλύτεροι και τούς κακούς, τούς συμβούλευε να γίνουν καλοί και να βρουν το σωστό τους δρόμο. Επειδή το έργο του Αγίου ήτο πολύτιμο, ο διάβολος, φθόνησε και προσπαθούσε να βρει τρόπο, για να τον βλάψει. Έτσι με τη βοήθεια του διαβόλου, πολλοί άρχοντες και κληρικοί, οι οποίοι δεν μπορούσαν να υποφέρουν τούς ελέγχους του πνευματικού των πατρός, τον κατηγόρησαν στον βασιλέα, ότι αυτός είναι σκληρός και ανήμερος. Του ζητούσαν να χειροτονήσει Πατριάρχη, άλλον καλύτερο και ησυχότερο. Ο Βασιλεύς όμως, ο όποιος γνώριζε την άφθαστη αρετή του Αγίου, δεν τούς πίστευε. Όσο περνούσε όμως ο καιρός, εκείνοι εξαγριωνόταν περισσότερο. Και τότε ο βασιλιάς αναγκάστηκε για να φέρει ειρήνη στο βασίλειο του να ζητήσει την παραίτηση του Πατριάρχη Αθανασίου. Ο Άγιος όταν το έμαθε αυτό έμεινε ήρεμος. Υπέβαλλε την παραίτηση του και λέγοντας: «Εγκαταλείπω τον ανυπάκουο κλήρο και λαό και υποτάσσομαι στο Θεό. Τον παρακαλώ, να σας κυβερνήσει προς το συμφέρον σας, καθώς γνωρίζει Εκείνος, διά των πρεσβειών της Θεοτόκου και των Άγιων». Κατόπιν ο Άγιος, εγκατέλειψε την Πόλη και πήγε στο Μοναστήρι. Εκεί ο Άγιος έζησε μια πολύ ενάρετη ζωή άλλα δέκα χρόνια. Πολλές φορές, προέλεγε τα μέλλοντα.

Τον Πατριαρχικό θρόνο, μετά την παραίτηση του Αγίου, τον κατέλαβε ο Ιωάννης. Αυτός, ήταν πολύ ευσεβής και από την πολλή απλότητα, δεν ήλεγχε τούς ανθρώπους, οι οποίοι έβλαπταν την Εκκλησία. Εκείνος όμως έπειτα από εννέα χρόνια, επειδή βαρέθηκε την σύγχυση, πού ήταν στην Εκκλησία, παραιτήθηκε. Έτσι πάλι η Εκκλησία έμεινε χωρίς Πατριάρχη. Ο πιστός βασιλεύς Ανδρόνικος τότε άρχισε να ψάχνει να βρει κάποιον άξιον για τον Πατριαρχικό θρόνο. Κατά την εποχή εκείνην, ζούσε στην πάλι ένας άνθρωπος πολύ ευσεβής, πού ονομαζόταν Μηνάς. Σ’ αυτόν έστειλε γράμμα ο Αθανάσιος, αναφέροντας του, ότι μία ημέρα, θα γινόταν μεγάλος σεισμός στην Πόλη. Και πράγματι! έγινε ο σεισμός, όπως είπε ο Άγιος. Ο Βασιλιάς όταν έμαθε αυτό, πίστεψε, ότι ο όσιος Αθανάσιος ήτο πραγματικά άξιος για τον Πατριαρχικό θρόνο. Έστειλε τότε ανθρώπους, οι οποίοι έφεραν, χωρίς την θέληση του, τον Άγιο και τον κάθισαν στον Πατριαρχικό θρόνο.

Ο Άγιος, απεδείχθη για δευτέρα φορά άξιος του Πατριαρχικού θρόνου. Προστάτευε την Εκκλησία από τις αιρέσεις, βοηθούσε με πατρική αγάπη τούς αρρώστους, τις χήρες, τα ορφανά και τούς κατατρεγμένους. Κατά την διάρκεια της δευτέρας Πατριαρχίας, πού διήρκεσε οκτώ χρόνια, εξέδωσε εγκύκλιο περί της Κυριακής Αργίας. Σ’ αυτήν ορίζει την διάρκεια της Κυριακής Αργίας, από την δύσιν του ήλιου του Σαββάτου, ως την ίδια ώρα της Κυριακής. Ο διάβολος όμως βλέποντας το θείον έργον του Αγίου, φθόνησε και θέλησε να βλάψει και πάλιν τον Άγιο Πατριάρχη. Έτσι, όταν ο Άγιος είχε κλείσει οκτώ χρόνια στο Πατριαρχείο, παρακίνησε μερικούς κακούς και αδίκους να κατηγορήσουν τον Άγιο και να τον διώξουν από τον Πατριαρχικό Θρόνο. Ο Άγιος όμως για ν’ αποφύγει τις ταραχές πού γι αυτόν δημιουργούνταν στην πόλη, παραιτήθηκε το έτος 1310. Εγκαταστάθηκε και πάλι στο έρημο καταφύγιο του, στο Μοναστήρι του. Εκεί ο Άγιος προσευχόταν καθημερινώς και νήστευε πάρα πολύ. Για την ζωή, πού έκανε, ο Θεός τον αξίωσε πάρα πολλές φορές να δη οπτασίες θειες και να κάνη προφητείες για τα μέλλοντα. Όλοι σέβονταν τον Άγιο για την ζωή του και για τα θαύματά του. Καθημερινά τον επισκέπτονταν για να θαυμάσουν την αγιοσύνη του.

Όταν επρόκειτο να φύγει από τον μάταιο αυτόν κόσμο και να πάει κοντά στον ποθούμενο Κύριο, συγκέντρωσε τούς μαθητές του και τούς άφησε τις τελευταίες του υποθήκες. Τούς είπε τί έπρεπε να φυλάξουν για να σώσουν την ψυχή τους και πετύχουν την αιώνια ευτυχία και μακαριότητα. Αυτά και άλλα τούς δίδαξε και τέλος παρέδωσε την αγία του ψυχή εις ηλικία 100 ετών. Ήταν η 28η Οκτωβρίου.
Η μνήμη του Αγίου Αθανασίου, τιμάται από την Εκκλησία μας την 28ην Οκτωβρίου.


11 Οκτωβρίου 2014

Η εν Χριστώ ζωή κατά τον Άγιο Φιλόθεο τον Κόκκινο (11 Οκτωβρίου)

Ο άγιος Φιλόθεος έχει πολλή χάρι γιατί έχει πολλή ταπείνωσι. Κρύβει τον εαυτό του για να φανέρωση τους αγίους του Θεού. Όχι μόνο τους παλαιούς και γνωστούς (άγιο Δημήτριο τον μεγαλομάρτυρα και μυροβλύτη, αγία οσιοπαρθενομάρτυρα Ανυσία) αλλά και τους συγχρόνους και φίλους του, όπως τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τον άγιο Σάββα τον Βατοπεδινό, τον οποίον εθαύμαζε. Προικισμένος ο ίδιος με πολλά χαρίσματα, φυσικά και επίκτητα, θεολόγος από τους ολίγους, (γι’ αυτό ετιμήθη και με τον τίτλο του θεολόγου) καθόλου δεν προβάλλει τον εαυτό του. Κάνει αυτό που έκανε ο Τίμιος Πρόδρομος: Εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι».

Ανήκει και ο άγιος Φιλόθεος, όπως και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, στον κύκλο των ησυχαστών. Υπήρχαν εκείνη την εποχή δύο ισχυρά ρεύματα στον ελληνορθόδοξο Βυζαντινό χώρο. Οι ησυχασταί ήταν το ένα ρεύμα και οι ουμανισταί το άλλο. Οι ησυχασταί εξέφραζαν την ορθόδοξο παράδοσι και μάλιστα την παράδοσι όπως την ζούσε το Αγιώνυμον Όρος του Άθω. Ο άνθρωπος, κατά τους ησυχαστάς και την ορθόδοξο παράδοσι, ερμηνεύεται, ολοκληρώνεται, αξιοποιείται διά του Θεανθρώπου Χριστού. Η ησυχαστική ζωή και προσευχή (το αντίθετο της εξωστρεφίας και ανθρωποκεντρικής δράσεως) δεν είναι αδράνεια αλλά νήψις, στροφή προς τον έσω άνθρωπο, επιστροφή του νου στην καρδιά, ενοίκησις του Χριστού στην καρδιά, δηλαδή ζωή θεανθρωποκεντρική, συνέργεια ανθρώπου και Θεού.

Οι ουμανισταί αντίθετα ευρίσκοντο υπό την επίδρασι της «Αναγεννήσεως», που ερχόταν από την Δύσι και ήταν κίνημα ανθρωποκεντρικό. Κατ’ αυτούς (δεν το έλεγαν φανερά αλλά στο βάθος εκεί οδηγεί ο ουμανισμός) ο άνθρωπος αυτοερμηνεύεται, αυτοθεώνεται, αυτοολοκληρώνεται. Κύριο μέσο η δράσις, η εξωστρέφια, η ανθρωπίνη σοφία, όχι ό,τι κάνει η Χάρις του Θεού στον άνθρωπο, αλλ΄ό,τι κάνει ο άνθρωπος με τις ιδικές του δυνάμεις. Η προσέγγισις του Θεού, που έκαναν οι ουμανισταί, ήταν διανοητική. Γι’ αυτούς δεν υπήρχε δυνατότης εμπειρίας του Θεού, εφ’ όσον ηρνούντο την άκτιστο Χάρι του Θεού. Έτσι ο Θεός γίνεται ιδέα και όχι πρόσωπο. Τον δυτικό ουμανισμό έφεραν στον ορθόδοξο χώρο οι Βαρλαάμ, Ακίνδυνος, Γρηγοράς, Κυδώνης και άλλοι, οι οποίοι είναι γνωστοί από την ιστορία. Αρκετοί τότε ελληνορθόδοξοι άνθρωποι εγοητεύθησαν από τον δυτικό ουμανισμό και παρεσύρθησαν.

Αλλά η Χάρις του Θεού ανέδειξε μεγάλους προμάχους της ορθοδόξου θεανθρωποκεντρικής παραδόσεώς μας με κορυφαίους τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, τον άγιο Φιλόθεο, τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα και άλλους. Αυτοί κατάλαβαν ότι ο ουμανισμός κατά βάσιν είναι άρνησις του Χριστού. Είναι η επανάληψις της αμαρτίας του Αδάμ, ο οποίος ήθελε να ολοκληρωθή, να θεωθή, αλλά χωρίς την Χάρι του Θεού, βασιζόμενος μόνο στις δικές του ανθρώπινες δυνάμεις. Γι’ αυτό λοιπόν οι άγιοι αυτοί Πατέρες μας κατεδίκασαν τον ουμανισμό αυτόν, αλλά και συγχρόνως επρόβαλαν τον ορθόδοξο ουμανισμό, την ορθόδοξο ανθρωπολογία. Δεν περιωρίστηκαν αρνητικά μόνο να πουν ότι ο ουμανισμός αυτός είναι ένα λάθος, είναι μία παραποίησις, μία αίρεσις, μία κακοδοξία αλλά και θετικώς έδειξαν ποιος είναι ο ορθόδοξος ουμανισμός, ο ορθόδοξος ανθρωπισμός, ο εν Χριστώ ανθρωπισμός, ο θεανθρωποκεντρικός ανθρωπισμός. Έδειξαν πως ο άνθρωπος εν Χριστώ θεραπεύεται, φωτίζεται, αγιάζεται, ολοκληρώνεται, θεώνεται και έτσι αξιοποιείται στο έπακρο και δοξάζεται με την πιο μεγάλη και αληθινή δόξα.

Η ανθρωπολογία του ησυχασμού όχι μόνο δεν περιορίζει τον άνθρωπο αλλά και τον αποκαλύπτει σε όλη την λαμπρότητά του ως κατ’ εικόνα Θεού πλασθέντα. Αντίθετα ο ουμανισμός αδικεί τον άνθρωπο, γιατί τον περιορίζει στο ανθρώπινο. Δεν τον υψώνει στο θεανθρώπινο.

Η συμβολή του αγίου Φιλοθέου έγκειται στα εξής κυρίως σημεία: α) Προσέφερε την συμπαράστασί του στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, αντιληφθείς την αγιότητα του αγίου Γρηγορίου και την ορθόδοξο τοποθέτησί του. β) Με την συγγραφή βίων αγίων προέβαλε τον ορθόδοξο ανθρωπισμό. Περιγράφοντας και διηγούμενος τον θαυμαστό βίο των αγίων και την δόξα που εκέρδισαν εν Χριστώ έδειχνε ποιος είναι ο ορθόδοξος άνθρωπος και πόσο υψηλά ημπορεί να φθάση ο εν Χριστώ άνθρωπος, γ) Με το όλο ποιμαντικό, κηρυκτικό και συγγραφικό του έργο επίσης ωδηγούσε το πλήρωμα της Εκκλησίας προς τον αληθινό, ορθόδοξο ανθρωπισμό. Θα παρακολουθήσουμε εν συνεχεία την διδασκαλία του αγίου Φιλοθέου για την εν Χριστώ ζωή του ανθρώπου.

Α. Αρχή της εν Χριστώ ζωής, η μετάνοια.

Ο άγιος Φιλόθεος, όπως και όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, αρχίζουν από το γεγονός της πτώσεως του ανθρώπου, της αμαρτίας. Εάν δεν λάβουμε σοβαρά υπ΄ όψιν τι είναι η πτώσις του ανθρώπου, τι είναι η αμαρτία, δεν ημπορούμε να δούμε σωστά και την απελευθέρωσι του ανθρώπου από την αμαρτία και την θεραπεία του. Η αμαρτία, κατά τον άγιο Φιλόθεο, είναι ένα γεγονός το οποίο αναστατώνει εσωτερικά τον άνθρωπο. Τον διχάζει, σαλεύει τα θεμέλια της υπάρξεώς του, τον συγκλονίζει. Ερημώνει την ψυχή, χωρίζει από τον Θεό, χωρίζει από τους αγγέλους, τους φίλους του Θεού, φυγαδεύει τους αγαθούς λογισμούς, παραδίδει τον άνθρωπο στην αγριότητα των δαιμόνων. Θα αναφέρω μερικά σχετικά χωρία από τον άγιο Φιλόθεο.

Σε ένα από αυτά ομιλεί για την κατάστασι του προφητάνακτος Δαυίδ μετά το γνωστό μας διπλούν αμάρτημα που διέπραξε: «Η καρδία μου, φησίν (ο Δαυίδ), εταράχθη, εγκατέλιπέ με η ισχύς μου και το φως των οφθαλμών μου και αυτό ουκ έστι μετ΄εμού». Ωσανεί έλεγεν· η των ένδον ειρηνοποιός τε και ισχυροποιός και φωτιστική δύναμις, αυτός ο Θεός, «εγκατέλιπέ με» διά το βδελυρόν του πτώματος αίσχος, αποστάς απ΄εμού. Των γαρ θεμελίων σαλευθέντων και διαδονηθέντων των στύλων και μηκέτι της οροφής υπερκειμένης, μηδέ κατά χώραν ως το πρόσθεν μενούσης, έρημον του πριν ενοικούντος Θεού κατέστη μοι το οίκημα της ψυχής».[1]

Έτσι ακολουθεί και η σωματική του ανθρώπου ταλαιπωρία. Όταν η ψυχή ταλαιπωρηθή, διαδονηθή και συγκλονισθή, και το σώμα «τω υπερβάλλοντι της ψυχικής αθυμίας τε και παρέσεως ο τε της σωματικής αυτώ δυνάμεως τόνος συνδιελύθη και το των οφθαλμών ημαυρώθη φως»[2]. Ο τόνος του σώματος παρέλυσε και το φως των οφθαλμών σκοτίσθηκε. Ο μετανοών άνθρωπος πονάει από την αμαρτία και όχι απλώς κραυγάζει αλλά, όπως λέγει ο Δαυίδ, «ωρυόμην από στεναγμού της καρδίας μου. Ουδέ γαρ ανθρώπινον εκ της καρδίας ανέπεμπε στεναγμόν… αλλά καθαπερεί τις άγριος θήρ -σαν ένα άγριο θηρίο ωρύεται από τον πόνο της αμαρτίας- πέρα της ανθρωπίνης φύσεως στενάζων»[3]. Στενάζων πιο πολύ απ΄όσο ο άνθρωπος ημπορεί να στενάξη. Πάσχει από μια υπερβολή οδύνης, από ένα πολύ δυνατό πόνο.

Οι άγγελοι του Θεού δεν ημπορούν πια να συμπαραστέκονται στον άνθρωπο που λυπεί τον Θεό. Γι΄αυτό ερμηνεύων τον λζ’ ψαλμό ο άγιος Φιλόθεος λέγει: «Οι φίλοι μου και οι πλησίον μου εξ εναντίας μου ήγγισαν και έστησαν και οι έγγιστά μου από μακρόθεν έστησαν… φίλους μεν αυτού και πλησίον υποληπτέον τας ιεράς των αγγέλων τάξεις… έγγιστα δε τους της σωφροσύνης και της καθαρότητος αγαθούς λογισμούς»[4]. Όχι μόνο οι άγγελοι φεύγουν από τον άνθρωπο που αμάρτησε και εμόλυνε το κατ’ εικόνα αλλά και οι καλοί λογισμοί, οι περί αγάπης του Θεού, οι περί σωτηρίας ψυχής, οι περί της Αγίας Τριάδος, οι περί δημιουργίας του κόσμου, οι περί μελλούσης ζωής. Όλοι αυτοί οι λογισμοί δεν ημπορούν να παραμένουν στον άνθρωπο που αμαρτάνει συνειδητά και εναντιούται στην αγιότητα και στο άγιο θέλημα του Θεού.

Και μετά «και εξεβιάζοντο οι ζητούντες την ψυχήν μου». Ποιοί είναι αυτοί οι οποίοι εκβιάζουν την ψυχή του ανθρώπου, άμα την βρουν έρημη από την Χάρι του Θεού, αφύλακτη από τους αγγέλους, κενή από καλούς λογισμούς; Φυσικά οι δαίμονες, οι οποίοι παίρνουν εξουσία και αρχίζουν να ταλαιπωρούν, να κακοποιούν και να εκβιάζουν την ψυχή του ανθρώπου.

Η μετάνοια, της οποίας τύπος είναι ο προφητάναξ Δαυίδ -διότι κατά τον άγιο Φιλόθεο ναι μεν έπεσε πολύ ο Δαυίδ αλλά και πολύ μετενόησε και πολύ έκλαυσε και γι’ αυτό, λόγω της πραγματικής και ειλικρινούς μετανοίας του, ο Κύριος του εχάρισε πάλι τα πρότερα χαρίσματα, όπως το χάρισμα της προφητείας- η μετάνοια λοιπόν είναι μία πράξις ολοκληρωτικής αναφοράς στον Θεό. Δεν είναι κάτι που γίνεται μία στιγμή στην ζωή μας. Μετάνοια γίνεται όλη μας η ζωή. Μετάνοια είναι η ύψωσις όλης της ζωής μας προς τον Θεό. Είναι δηλαδή κατάστασις δυναμικής και συνεχούς επιστροφής προς τον Θεό και Πατέρα μας. Αυτή την κατάστασι της μετανοίας δείχνει και η προσευχή, την οποίαν έγραψε ο άγιος Φιλόθεος και αποδίδει στον προφητάνακτα Δαυίδ μετά την μετάνοιά του:

«Άπαν μοι το επιθυμητικόν, πάσα η της ψυχής έφεσις προς σε το των εφετών ακρότατον μόνον και τους σους ιερούς θησαυρούς και τον πλούτον ορά, Δέσποτα. Εφίεμαι και γαρ ισχυρώς της προτέρας αγνείας (αγνότητος) και καθαρότητος· εφίεμαι του της ψυχής και του σώματος αγιασμού· επιθυμώ της ειρήνης της καρδίας, της ειρήνης των ψυχικών μου δυνάμεων, της ειρήνης των λογισμών. Επί πάσιν επιθυμώ, Δέσποτα, του φωτισμού και της επισκοπής της προτέρας σου χάριτος. Εκείνης και γαρ αποστάσης μου, διά την των αισχίστων μοχθηράν εργασίαν, «εταράχθη η καρδία μου, εγκατέλιπέ με η ισχύς μου και το φως των οφθαλμών μου και αυτό ουκ έστι μετ’ εμού». Και διά ταύτα νυν επιστρέφων πασάν μου την της ψυχής επιθυμίαν του παντεφόρου σου προτίθημι όμματος «Κύριε», βοών, «εναντίον σου πάσα η επιθυμία μου και ο στεναγμός μου από σου ουκ απεκρύβη»[5].

Αυτή την αληθινή μετάνοια διευκολύνει και βοηθεί η μνήμη του θανάτου και ο φόβος του Θεού. Ο άγιος φόβος του Θεού, που δεν είναι φόβος αρρωστημένος, αλλά ευλάβεια και συναίσθησις της αμαρτωλότητός μας ενώπιον της αγιότητος του Θεού, αυτός ο άγιος φόβος, ο οποίος είναι και «αρχή σοφίας», βοηθεί τον άνθρωπο στην μετάνοιά του και στην επιστροφή του προς τον Θεό.

Στον βίο του αγίου Σάββα του Βατοπεδινού, ο οποίος ανήκει στην κατηγορία των λεγομένων σαλών διά Χριστόν, εκείνων δηλαδή των αγίων, οι οποίοι υπεκρίνοντο τον τρελλό χωρίς να είναι τρελλοί, για να κερδίσουν σε ταπείνωσι, σε εξευτελισμό κι έτσι να μιμηθούν την άκρα ταπείνωσι του Κυρίου μας, λέει τα εξής ο άγιος Φιλόθεος:

«Ο φόβος του Θεού, γέννημα της ασφαλούς πίστεως, λέγουν πως είναι αρχή και θεμέλιο κάθε σωματικής και ψυχικής αρετής. Έχοντας εξασφαλίσει την πίστι ότι υπάρχει Θεός του παντός, μισθαποδότης και κριτής καθενός κατά την αξία του, προκύπτει ως αποτέλεσμα ο φόβος του Θεού, αρχή κάθε αρετής, σύμφωνα με την θεία Γραφή, το προοίμιο της εργασίας των του Θεού εντολών. «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» λέει στις παροιμίες. Και όπου φόβος, εντολών τήρησις.

Σαν παιδαγωγός άριστος, ο φόβος του Θεού, παίρνει από το χέρι την ψυχή, και πρώτα σταματά την ενέργεια της αμαρτίας στην πράξι. Έπειτα, όταν η ψυχή επιζητή πολύ πρόθυμα τρόπους, με τους οποίους θα ημπορέση να αποβάλη εύκολα το πρότερο φορτίο των αμαρτημάτων, και να βαδίση στο μέλλον εύκολα προς τον Θεό, αμέσως και ευκαίρως, ο φόβος του Θεού εισάγει την εργασία των θείων εντολών. ΄Οταν κατορθωθή και αυτή διά φροντίδος και νήψεως με τον ανάλογο νόμο, εις τρόπον ώστε να απολεπτυνθή το παχύτερο και γήινο της σαρκός, και να υποκύψη το παθητικό και άλογο της ψυχής τέλεια και έλλογα στο λόγο, τότε έρχεται ευχερώς της καρδίας η καθαρότης. Αυτήν και λογισμών ειρήνη και μακαρία απλότητα, απάθεια και τελειότητα και τέλος αγάπης ονομάζουν οι θεοφόροι πατέρες που έπαθαν και φιλοσόφησαν αυτά.
Ωμοφόριο που μετατράπηκε σε επιτραχήλιο του Αγίου Φιλοθέου με παραστάσεις 80 Αγίων. Λεπτομέρεια. 14ος αι. Ιερά Μονή Tismana (Τισμάνα) στη Ρουμανία.

΄Οσοι ασκήσουν κατ’ αυτόν τον τρόπο κάθε οδό ευσεβείας, διατηρώντας αλώβητο το κατ’ εικόνα, όπως αρμόζει, και ανέλθουν από εκεί στο καθ’ ομοίωσιν διά της καθαρότητος, όσο είναι δυνατόν, αυτοί συναντώνται πλέον με τον Θεό. Ο Θεός τους προσεγγίζει ως οικείους του πλέον, Θεός που ενώνεται με θεούς και γνωρίζεται από θεούς, αν δεν είναι τολμηρό». Δηλαδή ο άνθρωπος γίνεται θεός κατά χάριν.

«Ο ίδιος άλλωστε λέει πως «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται», όχι μόνο στο μέλλον, όπως θα νόμιζε κάποιος, αλλά και στο παρόν». Δηλαδή η θέωσις, η ένωσις με τον Θεό αρχίζει από το παρόν. «Αυτά έπαθαν και μας εδίδαξαν οι θεολόγοι, με τα οποία είναι πλήρη τα ιερά βιβλία και τα ιερά διηγήματα»[6].

Οι θεολόγοι, κατά τον άγιο Φιλόθεο, είναι αυτοί που έπαθαν την θέωσι και γι’ αυτό ημπορούν και την διδάσκουν. Σ’ αυτούς τους θεολόγους, που έπαθαν την θέωσι και την διδάσκουν, ανήκει και ο ίδιος.

Β. Το στάδιο της πράξεως και οι αρετές των μακαρισμών.

΄Οταν ο άνθρωπος μετανοήση και αποφασίση να επιστρέψη προς τον Θεό, έχει να επιτελέση ένα αγώνα πνευματικό προς την εν Χριστώ ολοκλήρωσί του. Ο αγών αυτός, κατά τους ησυχαστάς και τον άγιο Φιλόθεο, ακολουθεί τα γνωστά δύο στάδια˙ την πράξι και την θεωρία.

Η πράξις είναι το πρώτο στάδιο της εν Χριστώ ζωής. Είναι ο αγών που κάνει ο Χριστιανός να καθαρισθή από τα πάθη, τα οποία εμφωλεύουν στην καρδιά, που είναι το κέντρο της υπάρξεώς μας. Εάν η καρδιά δεν καθαρισθή από τα πάθη, ο Χριστιανός δεν ημπορεί πραγματικά να χαριτωθή από τον Θεό, ούτε ο Χριστός ημπορεί να έλθη να κατοικήση μέσα σε εμπαθή καρδιά. Είναι ακόμη αγών για την τήρησι των εντολών του Θεού˙ όχι με πνεύμα νομικιστικό, αλλά από αγάπη προς τον Θεό. Επειδή αγαπώ τον Θεό, θέλω να τηρώ τις εντολές Του.

Ακόμη η πράξις περιλαμβάνει και τον στολισμό της ψυχής με τις αρετές. Λέγει ο άγιος Φιλόθεος ποιες είναι αυτές οι αρετές σε τρεις πολύ ωραίες ομιλίες του, που ερμηνεύει τους Μακαρισμούς του Κυρίου και τις οποίες εξεφώνησε στα ανάκτορα της Κωνσταντινουπόλεως ενώπιον της βασιλίσσης. Τότε οι άρχοντες και οι βασιλείς είχαν πνευματικά ενδιαφέροντα και ήθελαν να ακούουν τούς λόγους των αγίων Πατέρων και την ερμηνεία του Ευαγγελίου του Χριστού μας.

Η πρώτη αρετή είναι η πνευματική πτωχεία. Ο Κύριος μακαρίζει τους πτωχούς τω πνεύματι. Ποιοί είναι οι πτωχοί τω πνεύματι κατά τον άγιο Φιλόθεο; «Οι ταπεινόφρονες και συνεσταλμένοι και πάσιν εκ του μετρίου προσφερόμενοι και το ουτιδανόν συνορώντες και ωκύμορον (βραχύβιον) της ιδίας φύσεως και ότι γην και πηλόν έχομεν πάντες του γένους προπάτορα, καντεύθεν πάσαν μεν υπερηφανίαν και οίησιν ως του πρώτου δράκοντος αποστρεφόμενοι γέννημα, την δε του Χριστού ταπείνωσιν εκμιμούμενοι, «ος λοιδορούμενος ουκ αντελοιδόρει, πάσχων ουκ ηπείλει», «ος εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού»[7]. Δηλαδή η ταπείνωσις για τον Χριστιανό δεν είναι εξωτερική ταπεινοσχημία, αλλά είναι εσωτερική κατάστασις συναισθήσεως της αδυναμίας της ανθρωπίνης φύσεως, ταπείνωσις ουσιαστική του ανθρώπου και μίμησις της ταπεινώσεως του Χριστού.

Άλλη αρετή είναι το πένθος, «μακάριοι οι πενθούντες ότι αυτοί παρακληθήσονται». Αυτό το πένθος το ονομάζει ο άγιος Φιλόθεος «αγαθήν λύπην, σωτήριον πένθος, ευκατάνυκτον ζωήν». Είναι αυτή η κατάνυξις, την οποίαν «ο μέγας ημών νομοθέτης του μακαρισμού νυν αξιοί»[8]. Αυτό το πένθος κατά τον άγιο Φιλόθεο είναι πρώτα πένθος για τις αμαρτίες που έχουμε εμείς κάνει στην ζωή μας. Αλλά υπάρχει και άλλη αφορμή πένθους: Τα παθήματα, η οδύνη, ο πόνος που έχει ο κόσμος. Εδώ βλέπουμε ότι ο άγιος Φιλόθεος δίνει εκκλησιολογικό χαρακτήρα στο πένθος. Βασιζόμενος στον Απόστολο Παύλο «χαίρειν μετά χαιρόντων και κλαίειν μετά κλαιόντων» λέγει πως μπορεί ο Χριστιανός να μη πονάη, να μη πενθή, όταν σκέπτεται πόσα κακά γίνονται στον κόσμο! Πόσα πάνδημα κακά! Σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί, ναυάγια, όλα αυτά είναι αφορμή πένθους για τον άνθρωπο του Θεού. «Ο δε τούτων τε και του τοιούτου πένθους ελεύθερος, αλλ’ υπέρ των αλλοτρίων γε πάντως πενθήσει, τας του πλησίον συμφοράς ιδίας ποιούμενος κατά την «χαίρειν μετά χαιρόντων και κλαίειν μετά κλαιόντων» κελεύουσαν εντολήν. Ο δη και αυτός ο σοφός Παύλος εποίει τας ετέρων αμαρτίας τε και τα πτώματα δακρύων αφορμάς εαυτώ ποιούμενος, ως αυτός φησι, και τον θαυμαστόν εκείνον άνδρα τον γενναίον Ιώβ εκμιμούμενος «εγώ δε επί παντί αδυνάτω έκλαυσα, λέγοντα, εστέναξα δε ιδών άνδρα εν ανάγκαις». Προς δε τας βαρείας ταύτας και πολυπλόκους των ανθρώπων, τις ιδών, συμφοράς, πως ου πενθήσει τους πολέμους φημί και τας στάσεις, τας αιχμαλωσίας, τους ανδραποδισμούς, τους οδυνηρούς και βιαίους θανάτους, τας των πόλεων αναστάσεις, τας ερημώσεις, το την καθ’ ημάς οικουμένην έρημον ήδη και αοίκητον πάσαν σχεδόν καθοράσθαι, των καταλειφθέντων την απόνοιαν, την αναλγησίαν προς τα γεγενημένα, την αρπαγήν, την πλεονεξίαν, τον δόλον, το θράσος, το μίσος το κατ’ αλλήλων, τους πολέμους, τους κατά θάλατταν, τα ναυάγια, τους εξαίσιους θανάτους, τους αθρόους τε καταποντισμούς και τας συνεχείς πανωλεθρίας;»[9].

Αλλά υπάρχει και άλλο πένθος, για το οποίο πενθεί ο κατά Θεόν άνθρωπος. Το πένθος για την πτώσι της ανθρωπίνης φύσεως που από μεγάλη δόξα αρρώστησε τόσο βαρειά και έπεσε τόσο χαμηλά. «Έι μέντοι γε τούτων τις υπερκύψας τη διανοία και ταύτα πάντα τω λογισμώ διαβάς προς την καθόλου συμφοράν και το πάθος αποβλέψειε του κοινού γένους, όπως εικόνι και χειρί Θεού τιμηθείς ο πρώτος άνθρωπος άνωθεν και βασιλεύς των επί γής πάντων αναδειχθείς χάριτος τε μετεσχηκώς θείας κάν τω θαυμαστώ και ακηράτω χωρίω εκείνω, τω παραδείσω φημί, καθαπερεί τις επίγειος άγγελος την δίαιταν εσχηκώς, φθόνω διαβόλου και γυναικός απάτη πάντων εκείνων αθρόον αφαιρεθείς, Θεού τε προ πάντων και ζωής φευ αποστερηθείς, εις το της φθοράς απερρίφθη τούτο χωρίον, πάθους παντός και λύπης και οδύνης και στεναγμών και θανάτου το τελευταίον, αρχηγός εξ εκείνου τω γένει παντί γενόμενος»[10]. Βλέπουμε εδώ ότι ο άγιος Φιλόθεος δίδει στο πένθος και ανθρωπολογικό χαρακτήρα.

Θεμελιώδης για τον Χριστιανό αρετή είναι και η πραότης. «Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην». Πραότης, κατά τον άγιο Φιλόθεο, είναι εν πρώτοις η μερική πραότης, δηλαδή το να μην οργίζεται κανείς, το να μη θυμώνη, το να είναι ήμερος, επιεικής προς τους συνανθρώπους του, «ξυμπάσης αντιλογίας τε και αμύνης»[11] έξω. Αλλά είναι και η γενική πραότης, την οποίαν ο άγιος Φιλόθεος ταυτίζει με την απάθεια. «Η καθόλου μετριοπάθεια ή απάθεια, καθ’ ην ως εν έξει του αγαθού ή του σπουδαίου γενομένη ψυχή διά της χρονίου μελέτης τε και τριβής δυσκίνητος ή και καθάπαξ ακίνητος αναδείκνυται προς αμαρτίας πάσης και πάθους παντός προσβολήν»[12]. ΄Οταν η ψυχή του άνθρωπου που ασκεί την αρετή εθισθή σ’ αυτήν, τότε πλέον τα πάθη είναι ακίνητα και η ψυχή του ανθρώπου απολαμβάνει μία βαθειά ηρεμία, μια βαθειά ειρήνη, την οποίαν οι άγιοι Πατέρες ονομάζουν απάθεια. Αυτή η απάθεια είναι η ευρυτέρα πραότης, κατά τον άγιο Φιλόθεο.

Στις αρετές των μακαρισμών συγκαταλέγεται η πείνα και η δίψα της δικαιοσύνης. Αυτοί οι οποίοι πεινούν και διψούν την δικαιοσύνη είναι οι Χριστιανοί που δεν θέλουν να αδικούν στην ζωή τους. Κι όχι μόνο δεν θέλουν να αδικούν, αλλά και όταν βλέπουν ότι επικρατεί αδικία στον κόσμο, αγωνίζονται να πάρουν την θέσι των αδικουμένων και να προστατεύσουν τους αδικουμένους. Μας κάνει εντύπωσι ότι ο άγιος Φιλόθεος επιμένει πολύ στο θέμα αυτό και μάλιστα υποστηρίζει ότι και με κίνδυνο της ζωής σου ακόμη πρέπει να υπερασπίζεσαι τους αδικουμένους ανθρώπους που δεν έχουν δύναμι να υπερασπίσουν αυτοί τον εαυτό τους, όταν αδικούνται καταφόρως ακόμη και από άρχοντας.

Αλλά για να γίνη αυτό, λέγει ο άγιος, πρέπει πρώτα να αποκαταστήσουμε την εσωτερική δικαιοσύνη. Στο σημείο αυτό κάνει μία πολύ ωραία και λεπτή τοποθέτησι. Μέσα μας έχουμε όλοι το σαρκικό φρόνημα, τα πάθη.

Αυτά που αποτελούν «το χείρον» (το χειρότερο στοιχείο) και θέλουν να αδικήσουν την ψυχή μας και να υποτάξουν «το κρείττον» (το καλλίτερο στοιχείο). ΄Οταν λοιπόν εμείς δίνουμε στα πάθη και στις κατώτερες ορέξεις του παλαιού μας ανθρώπου περισσότερο από εκείνο που τους ανήκει, και αυτά εργάζονται εις βάρος της ψυχής μας, τότε την αδικούμε. Αυτή η αδικία φέρει μέσα μας αναστάτωσι και καταστροφή πνευματική. Γι’ αυτό πρέπει να αρχίσουμε, λέγει ο άγιος, από τον εαυτό μας, την εσωτερική δικαιοσύνη, και μετά θα προχωρούμε στην εξωτερική[13].

«Μακάριοι οι ελεήμονες». Μεγάλη αρετή για τους χριστιανούς είναι η ελεημοσύνη. Την ελεημοσύνη ο χριστιανός πρέπει να ασκή εκ των ιδίων πόνων, από αυτά που ο ίδιος κουράζεται να κερδίση στην ζωή του. «Και λόγοις και έργοις»[14]. ΄Οχι μόνο με έργα, αλλά και με λόγους αγάπης, διότι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη και από τον καλό λόγο, από την ηθική συμπαράστασι. Αυτοί που από αγάπη δέχονται να ακούσουν τον συνάνθρωπο τους στον πόνο του, στην δυστυχία του, στο βάσανό του το ψυχικό, προσφέρουν ουσιαστική ελεημοσύνη, που πολλές φορές είναι ανώτερη από το να δώσης τροφή ή χρήματα σε κάποιον που τα έχει ανάγκη. Λέγει μάλιστα ο άγιος Φιλόθεος ότι με την ελεημοσύνη μας δίνει ο Θεός ως δώρο εκείνο, το οποίο συνεχώς ευχόμεθα στην Εκκλησία με το «Κύριε ελέησον» και το «Κύριε Ιησού Χριστέ ε- λέησόν με». Το έλεος του Θεού. «Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται». Αυτό λοιπόν που διά των αιώνων ζητάει η Εκκλησία, κερδίζει ο άνθρωπος όταν ελεή τους συνανθρώπους του[15].

Η επομένη αρετή είναι η κάθαρσις της καρδιάς, για την οποία ήδη μιλήσαμε και δεν θα επιμείνω εδώ. Μόνο οι κεκαθαρμένοι στην καρδιά μπορούν να δουν τον Θεό, όπως λέγει ο Κύριος «οι καθαροί τη καρδία… αυτοί τον Θεόν όψονται».

Ακολουθεί ο μακαρισμός των ειρηνοποιών. Η ειρήνη του Θεού, λέγει ο άγιος Φιλόθεος, είναι το σπουδαιότερο δώρο που μας έφερε ο Χριστός. Μας ειρήνευσε με τον Θεό και Πατέρα, μας ειρήνευσε με τον αγγελικό κόσμο, μας ειρηνεύει μεταξύ μας, όταν Τον δεχθούμε ως ειρηνοποιό στην ζωή μας. Αυτήν την ειρήνη του Χριστού, αφού πρώτα την κάνουν εσωτερική ειρήνη και αρθή ο εσωτερικός πόλεμος, οι του Θεού άνθρωποι την προσφέρουν και προς το περιβάλλον τους και αγωνίζονται να ειρηνοποιούν όχι μόνο τους ανθρώπους με τους ανθρώπους, αλλά και τους ανθρώπους με τον Θεό. Γιατί αν δεν ειρηνεύση ο άνθρωπος με τον Θεό, δεν βρήκε εκείνη την βαθειά ειρήνη, που τόσο πολύ έχει ανάγκη η ψυχή μας[16]. Θυμηθήτε τι είχε πη ο άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ τον περασμένο αιώνα: «Το σπουδαιότερο πράγμα είναι να ειρηνεύσης συ με τον Θεό, και άμα ειρηνεύσης συ με τον Θεό, χιλιάδες άνθρωποι θα έλθουν να ειρηνεύσουν κοντά σου».

«Μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης». Δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης είναι όλοι οι δίκαιοι άνθρωποι του Θεού διά μέσου των αιώνων. Πρώτος ο Άβελ, ο Αβραάμ, ο Ιώβ, και τόσοι άλλοι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι οι άγιοι Απόστολοι, οι άγιοι Μάρτυρες, οι οποίοι για την αγάπη του Χριστού υπέμειναν τα πάνδεινα.

Είναι οι ασκηταί και μοναχοί, οι οποίοι αγωνίζονται για την υπέρ φύσιν ζωή, αλλά και οι εν τω κόσμω χριστιανοί, οι οποίοι αγωνιζόμενοι για τις εντολές του Θεού προκαλούν τον φθόνο και την πολεμική δαιμόνων και ανθρώπων. Αυτός ο πόλεμος είναι δεινός, κατά τον άγιο Φιλόθεο: «Ούτος δεινός ο πόλεμος και αύτη παράταξις μεγάλη και διωγμός κατά τούτους τους διδασκάλους και μέγα τρόπαιον και άθλησις και μαρτύριον, ο κρυπτός προς τους νοητούς πολεμίους αγών και το φανερώς τε και αφανώς υπέρ της θείας εντολής, ταυτό δ’ ειπείν, υπέρ Χριστού διώκεσθαί τε και μάχεσθαι»[17].

Έτσι με την τήρησι των εντολών του Θεού και μάλιστα της εντολής της αγάπης ο άνθρωπος ενώνεται με τον Θεό. «Μήτε τα εαυτών ζητώμεν, αλλά και τα του πλησίον έκαστος. Και προς τούτοις, το μεν κακόν λογιζώμεθα μηδαμώς, «προνοώμεθα δε καλά ενώπιον Θεού και ανθρώπων» και κοινά τα των αδελφών νομίζωμεν, ίνα την προς τους αδελφούς κατορθώσαντες αγάπην και της του Θεού τυχείν καταξιωθείημεν, ή μάλλον ειπείν εμφανέστερον, αυτού Θεού». «Ο γάρ Θεός, φησιν, αγάπη εστίν και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αύτω»[18] .

Βέβαια υπάρχει ένα ερώτημα, το οποίο συνήθως θέτουν οι Χριστιανοί που ζουν στον κόσμο: ΄Αραγε ημπορεί να κατορθώση αυτές τις αρετές ο Χριστιανός στον κόσμο; Ο άγιος Φιλόθεος, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας απαντούν καταφατικά. Ο Θεός δίδει την Χάρι του σε όλους τους Χριστιανούς ιδίως στον αγώνα της πράξεως και τηρήσεως των εντολών στην καθημερινή ζωή. Ας ιδούμε τι λέει ο άγιος Φιλόθεος για τους γονείς του αγίου Σάββα του Βατοπεδινού.

«Έχουμε όμως πολλά και πολλαχού τα υποδείγματα της ευγενείας και αρετής των πατέρων του. Οι γονείς του Σάββα, κι όταν ήσαν σύζυγοι, και όταν χώρισαν κατόπιν από έρωτα για θειότερη φιλοσοφία, έδωσαν άφθονα παραδείγματα ενάρετου ζωής. Γέμισε από αυτά η Θεσσαλία, η Μακεδονία, τα απώτερα μέρη, σε όσα έφτασε η φήμη τους. Η οσιότης προς το θείον, η ακριβής ευλάβεια μέχρι τελείας λεπτομερείας, η καθαρότης του βίου, εντελώς αμιγής από κάθε είδους αρπαγή και πλεονεξία, το έλεος εκ βάθους ψυχής προς την κοινή ανθρωπίνη φύσι, η επιμέλεια προς τους υπηρέτες, η παιδαγωγία του σώματος. Προ πάντων, λαμπροτέρα απ’ όλες η σωφροσύνη, που οι περισσότεροι την καλλιεργούν, μα οι τέλειοι μόνο την κατορθώνουν. Αλλά το καλλίτερο από όλα τα παραδείγματα, το υψηλότερο κι αυτό με το οποίο εκείνοι υπερίσχυαν των άλλων, η απλότης των τρόπων και η επιείκεια και η μετριότης προς όλους. Έτσι ήσαν συγχρόνως μέγιστοι και ταπεινότατοι. Μέγιστοι, διότι με την ευγένεια των τρόπων, την κατά κόσμον υπόληψι και τις άλλες αρετές υπερτερούσαν απ’ τους άλλους. Ταπεινότατοι, διότι ενώ με τέτοιες προϋποθέσεις ημπορούσαν να έχουν υψηλότερο φρόνημα και να θεωρούνται ανώτεροι των ομογενών, εν τούτοις με την απλότητα της γνώμης, την άκρα καθαρότητα και τη θεοσέβεια της ψυχής έλεγαν ότι ανήκουν στους εσχάτους και υπευθύνους δούλους. Θεόμορφοι, μιμηταί ακριβείς του Χριστού, ο οποίος πάντοτε τιμούσε την ταπείνωσι με τον λόγο και την πράξι. Τέλειοι μιμηταί του μεγάλου Παύλου, ο οποίος δέχθηκε την αποστολή «ουκ εξ ανθρώπων, ουδέ δι’ ανθρώπων», για να ονομασθή και σκεύος εκλογής απ’ τον Δεσπότη, να αρπαγή στον ούρανό, και να αξιωθή να δη απόρρητα και υπέρλογα μυστήρια. Και παρ’ όλα αυτά αποκαλούσε τον έαυτό του έσχατο των αποστόλων, και επί πλέον ανάξιο της επωνυμίας του αποστόλου.

Τέτοιοι γονείς ήσαν άξιοι της πατρίδος, αφού διέσωσαν τέλεια στους μεταγενεστέρους την αρχαία ευγένεια του γνησιωτάτου χρυσού γένους της, το οποίο στολιζόταν με φιλανθρωπία και απλότητα. Πιο πολύ όμως άξιοι, αφού αναδείχθηκαν γεννήτορες ενός τέτοιου παιδιού»[19].

΄Οταν διαβάζη κανείς τέτοια κείμενα, θαυμάζει σε τι υψηλό πνευματικό πολιτισμό είχαν φθάσει τότε οι Χριστιανοί και πόσο εμείς σήμερα υστερούμε εν σχέσει με το ύψος της πνευματικότητος των ανθρώπων αυτών.

Γ. Το στάδιο της θεώσεως

Ακολουθεί μετά την πράξι η θεωρία. ΄Οταν ο άνθρωπος καθαρισθή από τα πάθη, στολισθή με τις αρετές, πλέον αρχίζει να ζη το ανώτερο στάδιο της πνευματικής ζωής, που είναι το στάδιο της θεωρίας ή της θέας του Θεού ή θεώσεως. Το στάδιο αυτό προϋποθέτει και βασίζεται στην πράξι. Εάν δεν προηγηθή η πράξις, δεν ημπορεί να ακολουθήση η θεωρία, η θέα του Θεού.

Η θεωρία ως κατάστασις ενώσεως με τον Θεό τροφοδοτείται από τον θείο έρωτα και την καθαρά προσευχή. Πυρπολείται η ψυχή του ανθρώπου από τον έρωτα του Θεού. Δεν ζη πια καθόλου για τον εαυτό της. Ζη για τον Θεό.

Με τον θείο έρωτα έφλεγε την ψυχή της η αγία οσιοπαρθενομάρτυς Ανυσία, της οποίας τον βίο έγραψε ο άγιος Φιλόθεος: «Αφού λοιπόν έθεσε την πράξι ως επίβασι της θεωρίας (η αγία Ανυσία), με πνεύμα αληθινής φιλοσοφίας, έφθασε σε τέτοιο σημείο δόξης και αναβάσεως πνευματικής, ώστε να συνομιλή με τον Θεό με πηγή δακρύων και συνεχείς γονυκλισίες, ακουμπώντας το μέτωπο στην γη, να νομίζη ότι αγγίζει τους ίδιους τους πόδας του Δεσπότου και ότι τους αποπλύνει με το ρείθρο των δακρύων των οφθαλμών της, όπως ακριβώς πριν η Μαρία με το μύρο»[20].

Αλλού πάλι λέγει ο άγιος Φιλόθεος για την αγία Ανυσία: «Ω του υπερφυούς έρωτος προς τον Χριστό, που ξεπερνά κάθε λόγο… διότι αφού δέχθηκε και αυτή βαθειά μέσα στην καρδιά της εκείνο το θείο πυρ που ήλθε να ανάψη επί της γης ο Δεσπότης, και αφού άναψε πάμφωτο και λαμπρό τον πυρσό της αγάπης προς εκείνον, εμελετούσε μόνο το θεσπέσιο κάλλος του ποθητού Νυμφίου νύκτα και ημέρα, και προς αυτόν απέβλεπε με κάθε ζήλο και προθυμία, σπεύδοντας με τα παρόντα να ξεπεράση όσα ήδη είχε κατορθώσει. Και όπως λέγει ο θείος Παύλος, «των μεν όπισθεν επιλανθανομένη, τοις δε έμπροσθεν επεκτεινομένη και σπεύδουσα μόνον επί το βραβείον της άνω κλήσεως». Όποτε δεν σταμάτησε να τρέχη στον δρόμο που οδηγεί σ’ εκείνον, ούτε άφησε τον καλό αγώνα, έως ότου έφθασε στην ουράνια ανάπαυσι, αφού τερμάτισε επιτυχώς κάθε αγώνα κι αφού ενώθηκε με τον ποθητό Νυμφίο της διά μαρτυρίου και αίματος»[21].

Διασώζει ο άγιος Φιλόθεος την προσευχή της αγίας Ανυσίας, κατά την οποία με θερμά δάκρυα προσηύχετο και παρακαλούσε τον Κύριο να την αξιώση μαρτυρικού τέλους, ώστε με το μαρτυρικό της τέλος να εκφράση τον έρωτα της ψυχής της προς τον Νυμφίο Χριστό.

Σε τέτοια κατάστασι θείου έρωτος και θείων εμπειριών έφθασε και ο άγιος Σάββας ο Βατοπεδινός: «Διαγρηγορήσας» λοιπόν και ο Σάββας, για να χρησιμοποιήσουμε τον ίδιο λόγο (με το Ευαγγέλιο), είδε υπερφυώς από μέρους το μυστήριο του μέλλοντος αιώνος, καθώς λέγει ο μέγας Αθανάσιος. Είδε τον γλυκύτατο Ιησού να εκλάμπη με άρρητο κάλλος και με το γλυκύτατο φως της φυσικής θεϊκής του δόξης, που ξεπήγαζε μέσα από το εκ Μαρίας άγιο σώμα του, καθώς αναφέρει ο ίδιος θεολόγος. Είδε το μυστήριο με τους υπερφυείς εκείνους οφθαλμούς, τους οποίους η δημιουργική δύναμις του Πνεύματος μετασκευάζει στους άξιους, για να μετάσχουν στην ορατή θεοφάνεια του Λόγου. Με τέτοιους οφθαλμούς είδε όσα είναι άβατα και άθικτα στους φυσικούς οφθαλμούς και στις καρδιές των ανθρώπων. Αυτά τα βλέπουν οι άξιοι, όχι μόνο στο μέλλον, αλλά και στο παρόν, κατά τον μέγα των μεγίστων μυστηρίων αυτόπτη και μυσταγωγό Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Ο ίδιος θεολόγος τονίζει: ΄Οταν γίνουμε άφθαρτοι και αθάνατοι, και φθάσουμε στο χριστοειδές και μακάριο τέλος, τότε «πάντοτε συν Κυρίω εσόμεθα», κατά το λόγιο. Τότε λοιπόν θα γίνουμε πλήρεις της ορατής θεοφανείας του με πάναγνες θεωρίες, και το φως του θα μας καταυγάζη με φωτεινότατες μαρμαρυγές, όπως συνέβη στους μαθητές σ’ εκείνη τη θειοτάτη μεταμόρφωσι. ΄Ομοια κι ο μέγας Στέφανος, όρθιος, ανάμεσα στο φονικό Ιουδαϊκό συνέδριο, ατένισε στον ουρανό και είδε τον Κύριο. ΄Ομοια εμφανίστηκε ο Χριστός αστραπόμορφος πάνω στο όρος στο Σκεύος της εκλογής, κατά τον θεοφόρο Δαμασκηνό, για να σκοτίση το σαρκικό του μάτι λόγω ατελείας, και να συνέτιση την ψυχή στη θεοσέβεια (εννοεί τον απόστολο Παύλο). ΄Ομοια και ο άγιος Αντώνιος μαζί με τον άγιο Μακάριο και με όλους τους ισοδυνάμους τους, κατά τους θείους χρησμούς, καθαρίστηκαν και είδαν τον Κύριο. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία», λέγει η Γραφή, «ότι αυτοί τον Θεόν όψονται».

Εννοείται πως δεν θα δουν την φύσι του Θεού, όποια κι αν είναι. Διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε». Και αλλού: «ου μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπον μου και ζήσεται». Δεν βλέπουν λοιπόν οι θεόπτες την φύσι του Θεού, αλλά την φυσική του δόξα και θεότητα, την τρυφή των αγγελικών ταγμάτων και δυνάμεων, την μέλλουσα του Θεού βασιλεία. Και καθώς λέγει ο μέγας Βασίλειος, όσοι ανέβηκαν μαζί με τον Χριστό στο Θαβώρειο, αξιώθηκαν να δουν τα προοίμια της μελλούσης βασιλείας. ΄Ομοια την βλέπει κι όποιος αξιώνεται να απολαύση την ίδια μ’ εκείνους θεοπτία, όπως προανέφερα στο λόγο μου»[22].

Βλέπει δηλαδή ο θεούμενος και εν θεωρία ευρισκόμενος άνθρωπος την δόξα του Θεού, την ενέργεια της Αγίας Τριάδος, το άκτιστο φώς, και αυτά είναι τα προοίμια, δεν είναι η πλήρης δόξα. Είναι η πρόγευσις της μελλούσης δόξης, που θα αποκαλυφθή στον μέλλοντα αιώνα. Πάντως όμως από τώρα βλέπει ο θεωμένος άνθρωπος την Χάρι του Θεού.

Αυτή η θέωσις, η ένωσις, η ανάκρασις του ανθρώπου με τον Θεόν, δεν είναι απλώς μία ηθική τελειοποίησις του ανθρώπου, όπως λέγουν οι δυτικοί. Σκοπός της ζωής κατά τους δυτικούς είναι η ηθική τελειοποίησις, όχι η θέωσις. Οι δυτικοί δεν ημπορούν να ομιλήσουν περί θεώσεως, διότι δεν δέχονται την Χάρι του Θεού άκτιστο. Η Χάρις του Θεού κατ’ αυτούς είναι κτιστή και ως κτιστή, δεν ημπορεί να κάνη θεό τον άνθρωπο. Ο άγιος Γρηγό- ριος ο Παλαμάς διεξήγαγε μεγάλο αγώνα, για να υπερμαχήση της πίστεως της Εκκλησίας ότι η Χάρις είναι άκτιστος, και ως άκτιστος δωρεά και ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος, ημπορεί να κάνη τον άνθρωπο θεό κατά χάριν.

Αυτή η θέωσις λοιπόν είναι δώρο του Θεού. Την δίδει ο Κύριος από φιλανθρωπία στον άνθρωπο. ΄Οση αρετή και να έχη ο άνθρωπος, κατά τον άγιο Φιλόθεο, δεν ημπορεί να απολαύση την δωρεά της θεώσεως, εάν ο Θεός δεν του την δώση. Οι αρετές είναι μέσον, δεν είναι σκοπός. Με τις αρετές καθαρίζεται και προετοιμάζεται ο άνθρωπος, για να δεχθή την Χάρι του Θεού. Αλλά η Χάρις είναι πάντοτε δώρο του Τριαδικού Θεού.

Η θέωσις είναι και η βασιλεία των ουρανών. «΄Οπερ εστίν ως πολλάκις ειπόντες έφθημεν, η ισάγγελος δόξα και η κοινωνία του μακαρίου Θεού και η θέωσις και η Θεού βασιλεία, αυτή φημι η περιλάλητος βασιλεία των ούρανών»[23]. Αυτός λοιπόν ο οποίος ενώνεται με τον Θεό από αυτήν την ζωή, λαμβάνει την Χάρι του Θεού, αποκτά εμπειρία της ακτίστου Χάριτος και ενεργείας του Θεού, αυτός ήδη έχει και την βασιλεία των ουρανών.

Δ. Θεολογικές προϋποθέσεις της θεώσεως.

Συχνά ο άγιος Φιλόθεος αναφέρεται στις προϋποθέσεις της θεώσεως, χωρίς τις οποίες η θέωσις δεν θα ήταν κατορθωτή. Βασική θεολογική προϋπόθεσις είναι το «κατ’ εικόνα». Λέγει ο άγιος Φιλόθεος: «… άνθρωπον κατ’ εικόνα Θεού γενόμενον, ψυχήν έχοντα λογικήν και νοεράν και αθάνατον, δι’ ον ουρανός και γη και κόσμος όλος εγένετο, δι’ ον ο παράδεισος και ο μέλλων άπας αΐδιος κοσμος»[24]. Δηλαδή ο άνθρωπος πλασθείς κατ’ εικόνα Θεού, με νουν λογικόν, αυτεξούσιον και άλλα χαρίσματα είναι δεκτικός της θεώσεως. Επλάσθη από τον Θεό να ημπορή να γίνη θεός κατά χάριν, αξιοποιώντας το κατ’ εικόνα.

Ημπορεί ακόμη ο άνθρωπος να γίνη θεός κατά χάριν λόγω της σαρκώσεως του Χριστού: «και άνθρωπον μεν διά φιλανθρωπίαν τον Θεόν χρηματίσαι, θεόν δ’ αύθις υπερφυώς κατά χάριν τον άνθρωπον, υπέρ ου (ανθρώπου) φησί, «πάσα πράξις Χριστού και πας λόγος και άπαν μυστήριον»[25]. Για την θέωσι του ανθρώπου έγινε κάθε πράξις, κάθε λόγος και κάθε μυστήριο του Χριστού. Όλα αυτά, για να ημπορή να γίνη ο άνθρωπος θεός. Ημπορεί όμως να γίνη ο άνθρωπος θεός γιατί ο Θεός έγινε άνθρωπος.

Η σάρκωσις του Χριστού έχει την εξής θεολογική σημασία, κατά τον άγιο Φιλόθεο: Ο Κύριος προσέλαβε την ανθρωπίνη φύσι ως «μεγάλη απαρχή». Την θεωμένη ανθρωπίνη φύσι του Χριστού επλήρωσε το ΄Αγιο Πνεύμα με τα χαρίσματά Του σαν άλλη δεξαμενή. Ο θησαυρός αυτός των χαρισμάτων «αφθόνως πληροί τη φύσει τη ημετέρα θησαυρίζων εκείνα πάντα διά της μεγάλης και θείας ημών απαρχής»[26].

Και εδώ βοήθησε πολύ η Υπεραγία Θεοτόκος, η οποία, με την ολοκληρωτική προσφορά της ελευθερίας της προς τον Θεό, έδωσε την δυνατότητα στον Κύριό μας να σαρκωθή. Η σάρκωσις του Χριστού, κατά τον άγιο Φιλόθεο, οφείλεται και στο ότι η Παναγία έφθασε στην τελεία καθαρότητα. Ο ανθρώπινος παράγων δεν παραγνωρίζεται. Η Παναγία έγινε αξία της σαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού[27].

Εδώ φαίνεται ο ορθόδοξος ανθρωπισμός. Ο Θεός δεν καταργεί τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος προσφέρεται ολοκληρωτικά στον Θεό και ο Θεός προσφέρεται στον άνθρωπο. Έτσι η θέωσις του ανθρώπου είναι αποτέλεσμα της ελευθέρας προσφοράς του Θεού στον άνθρωπο και του ανθρώπου στον Θεό.

Ο άγιος Φιλόθεος, όπως και ο άγιος Γρηγόριος, είναι θεολόγος της πράξεως και της θεωρίας, του θείου φωτός.

Μόνο η πράξις δεν αποκαλύπτει την δόξα του ανθρώπου, την δυνατότητά του να φθάση πολύ υψηλά.

Μόνο η θεωρία χωρίς την πράξι είναι ακατόρθωτη. Η άσκησις – πράξις είναι απαραίτητη προϋπόθεσις για την θέωσι.

Σήμερα αναζητούνται θεωρίες, εμπειρίες ανώτερες και πνευματικές, εξωλογικές, αλλά χωρίς αγώνα. Υπάρχουν πολλές προσπάθειες, κυρίως μεταξύ των νέων ανθρώπων, να ξεφύγουν από αυτό το πλέγμα του υλιστικού κι ορθολογιστικού κόσμου, στον οποίο ζούμε, και να ζήσουν ανώτερες και υπερβατικές εμπειρίες, όχι όμως με τον τρόπο της ορθοδόξου παραδόσεως και του αγίου Φιλοθέου, αλλά με τρόπους μηχανικούς, με ασκήσεις ανθρωποκεντρικές, που δεν ανοίγουν τον άνθρωπο στην Χάρι του Θεού.

Οι νέοι, παραδείγματος χάριν, με τα ναρκωτικά ζητούν εμπειρίες. Θέλουν κάτι να ζήσουν έξω από αυτά τα καθημερινά και τα τετριμμένα. Τους πλανά ο διάβολος να νομίζουν ότι χρησιμοποιώντας ναρκωτικά, με τα οποία με εύκολο τεχνητό τρόπο μεταφέρονται σε άλλους κόσμους και τεχνητούς παραδείσους, ξεφεύγουν από αυτόν τον κόσμο και ζουν κάτι ανώτερο και δυνατώτερο από τα καθημερινά. Η χρήσις όμως των ναρκωτικών αποβαίνει για τους ναρκομανείς καταστρεπτική και ο επιδιωκόμενος παράδεισος γίνεται φρικτή κόλασις.

Κάποιες «θεωρίες» αναζητούνται ακόμη μέσω μυστικισμών ανατολικών θρησκειών όπως η κίνησις Γιόγκα. Είναι κι αυτή μία κίνησις, η οποία προσπαθεί με τρόπους τεχνητούς, με ωρισμένες ασκήσεις, οι οποίες όμως δεν προϋποθέτουν μετάνοια, ταπείνωσι, κατά Θεόν άσκησι, να δώση στον άνθρωπο υπερβατικές εμπειρίες. Κάθονται μερικές ώρες ακίνητοι, επαναλαμβάνουν ωρισμένα λόγια, τρίβουν τα μάτια τους για να ιδούν φως. Ωστόσο αυτοί οι τεχνητοί τροποί δεν βγάζουν τον άνθρωπο από τον εγωκεντρισμό του, δεν τον φέρουν σε κοινωνία με τον Θεό. Γι’ αυτό και τελικά στις ψυχές ανθρώπων, που επί πολλά χρόνια έκαναν τέτοιες προσπάθειες και ασκήσεις, μένει ένα κενό. Διότι δεν ημπόρεσε η θεόπλαστος ψυχή τους να συναντήση τον Πλάστη και Δημιουργό της και να ενωθή μαζί Του.

Η βασιλεία των ουρανών, μας λέγει ο Κύριος, βιάζεται. Ο βιασμός που θα κάνουμε στον εαυτό μας, για να καθαρισθούμε από τα πάθη, να νικήσουμε τον εγωισμό, είναι η πράξις. Αυτή η πράξις φέρει την θεωρία, φέρει την εμπειρία του Θεού. Και ναι μεν οι υψηλές εμπειρίες του Θεού, όπως είναι το άκτιστο φως, δίδονται στους τελείους, όμως ο Χριστιανός, ο οποίος αγωνίζεται μέσα στην αγία μας Εκκλησία με μετάνοια, με ταπείνωσι, με εξομολόγησι, με νηστεία, με άσκησι, με προσευχή, αξιώνεται, έστω κι αν δεν φθάση την τελειότητα, να λάβη εμπειρίες της θείας Χάριτος. Τα δάκρυα της μετανοίας, τα οποία αναπαύουν την ψυχή, είναι εμπειρία της Χάριτος του Θεού. Η ειρήνη της ψυχής και των λογισμών, που αισθανόμεθα μετά από μία κατανυκτική προσευχή ή μέσα στην εκκλησία, την ώρα της ακολουθίας, ή μετά την θεία Κοινωνία, είναι εμπειρία της Χάριτος του Θεού και δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Τα δάκρυα του θείου έρωτος και της χαράς, που είναι ανώτερα δάκρυα, κατά τους άγιους Πατέρας, είναι υψηλοτέρα εμπειρία της Χάριτος του Θεού και της δωρεάς του σε μάς.

Ο χώρος όπου ο Χριστιανός ημπορεί να ζήση την πράξι και την θεωρία (θέωσι) είναι η αγία μας ορθόδοξος Εκκλησία. Μέσα στην Εκκλησία μαθαίνουμε την άσκησι με όλη την ευλογημένη ασκητική παράδοσι. Τις νηστείες, τις αγρυπνίες, τις προσευχές. Μέσα στην Εκκλησία λαμβάνουμε την θέωσι με τα άγια Μυστήρια. Μέσα στην Εκκλησία διακρίνουμε και ιεραρχούμε τον κύριο και πρώτο σκοπό της ζωής μας από τους δευτερεύοντας. Να μη ειδωλοποιούμε τους δευτερεύοντας σκοπούς της ζωής μας, όπως είναι η μόρφωσις, το επάγγελμα, ο γάμος, η παιδεία, η κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτά να μη τα βάζουμε πρώτα και να λησμονούμε το πρώτο, που είναι η ένωσίς μας με τον Θεό, η θέωσις. Μέσα στην Εκκλησία ακούγεται ο λόγος του Κυρίου εναργής: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν». Η Εκκλησία είναι ο ορθός δρόμος, έστω και εάν έχη ως μέλη της ανθρώπους που αποτυγχάνουν. Μπορεί εμείς μέσα στην Εκκλησία, άλλος λιγώτερο και άλλος περισσότερο, να αποτυγχάνουμε, αλλά ο δρόμος είναι ο σωστός. Κι αυτός που θα τον βαδίση με συνέπεια και ταπείνωσι, θα αξιωθή του δώρου της θεώσεως.

Αντιθέτως, έξω από την Εκκλησία στα διάφορα συστήματα και ιδεολογίες ο δρόμος είναι λανθασμένος, έστω κι αν υπάρχουν σε αυτά τα συστήματα άνθρωποι με ζήλο, ειλικρίνεια και κατά κόσμον αρετή. Μόνο η Εκκλησία είναι κοινωνία θεώσεως. Δεν υπάρχει στον κόσμο άλλη κοινωνία, όπου ο άνθρωπος γίνεται θεός κατά χάριν. Γι’ αυτό και κανένας θεσμός και καμμία ιδεολογία δεν ημπορεί ποτέ να αντικαταστήση την αγία μας Εκκλησία, γιατί κανένας θεσμός δεν ημπορεί να κάνη τον άνθρωπο θεό.

Ο αυτόνομος ουμανισμός, ο οποίος, τότε στα χρόνια του αγίου Φιλοθέου, ήταν ένα ισχυρό ρεύμα και παρέσυρε πολλούς από τον ορθόδοξο χώρο, είναι και σήμερα ένα ρεύμα που αναβιώνει και με ιεραποστολικό πάθος αγωνίζεται να εξοστρακίση την ορθόδοξο παράδοσί μας. Ο αυτόνομος ουμανισμός, που σήμερα διαποτίζει σχεδόν όλα τα επικρατούντα και προσπαθούντα να ρυθμίσουν την ζωή μας κοινωνικο-πολιτικο-φιλοσοφικά συστήματα, κατά βάθος πιστεύει ότι ο άνθρωπος δεν ολοκληρώνεται στον Χριστό. Ο άνθρωπος αυτού του ουμανισμού αυτοορίζεται. Δηλαδή επιδιώκει από μόνος του να ολοκληρωθή. Νομίζει ότι δεν χρειάζεται τον Θεό για να φτιάξη μία καλλίτερη κοινωνία, να καλλιτερεύση και να αγιάση τον γάμο, την παιδεία, την ζωή του. Νομίζει ότι ημπορεί ο άνθρωπος με τις δικές του δυνάμεις να κάνη τον κόσμο καλλίτερο, χωρίς να χρειάζεται την Χάρι του Θεού, τον Χριστό, την Εκκλησία.

Μάλιστα σήμερα αυτός ο ανθρωποκεντρικός αυτόνομος ουμανισμός γίνεται θρασύς και μαχητικός. Χρησιμοποιεί την πολιτική, τα μέσα επικοινωνίας (ραδιόφωνο, τηλεόρασι, τύπο) προσπαθεί να εμπνεύση στον λαό μίσος και περιφρόνησι προς τους κληρικούς και την Εκκλησία με την διαβολή, την συκοφαντία και την διαστρέβλωσι της ιστορίας.

Όλα αυτά γιατί; Για να φτιάξουν ένα δήθεν καλλίτερο και δικαιότερο κόσμο, χωρίς όμως τον Θεό. Με κέντρο τον άνθρωπο και όχι τον Θεάνθρωπο. Έτσι ο ουμανιστής άνθρωπος την πολιτική, την δικαιοσύνη και την ειρήνη τα κάνει είδωλα. Ο άθεος ουμανισμός είναι μία νέα ειδωλολατρία, ενώπιον της οποίας και αυτή η παράδοσις του ελληνορθοδόξου λαού μας πρέπει να θυσιασθή και να αποβληθή, γιατί δεν επιτρέπει η παράδοσις αυτή να προσκυνούμε θεούς αλλοτρίους, αυτά όλα δηλαδή που ειδωλοποιούνται, εκτός από τον Ζώντα Θεό.

Στο ρεύμα αυτό που τροφοδοτείται τόσο από τον πρακτικό υλισμό, όσο και από τον θεωρητικό υλισμό και αθεϊσμό, η αγία μας Εκκλησία και εμείς ακολουθούντες την παράδοσι του λαού μας, τον μυροβλύτη και μεγαλομάρτυρα άγιο Δημήτριο, τον άγιο Γρηγόριο, τον άγιο Φιλόθεο και όλους τους Αγίους μας, απαντούμε με ένα ανένδοτο όχι.

Δεν φτάνει όμως αυτό. Χρειάζεται μαρτυρία ζωής. Ο άγιος Φιλόθεος απεκάλυψε με την ζωή του πρώτα και την θεολογία του έπειτα την Χάρι και την δόξα του κατά Θεόν ανθρώπου. Χρειάζεται μαρτυρία μετανοίας, ταπεινοφροσύνης, προσευχής, δικαιοσύνης, αγάπης. Έτσι ο Χριστός θα φανερώνεται στους αγιαζομένους Χριστιανούς και ο εκτός της Εκκλησίας κόσμος θα βλέπη τους καρπούς του ορθοδόξου ουμανισμού.

Με την εν Χριστώ ζωή ζούμε από τώρα τον Χριστό που είναι η αληθινή και αιώνιος ζωή.

Ευχηθήτε, να ζήσουμε αυτό που ο άγιος Φιλόθεος είπε σε κήρυγμά του στους Χριστιανούς της Βασιλευούσης:

Είτα και προς ζωήν την ατελεύτητον απελεύσεσθε τελευταίον, ως αυτός εκείνος αύθις φησί, συν γε τοις απ΄αιώνος πάσι δικαίοις, ήτις αυτός έστιν ο Χριστός, το των ορεκτών έσχατον, η υμνουμένη των εφετών ακρότης»[28].

Θα τελειώσω με ένα απόσπασμα του Αγίου Φιλοθέου που συνοψίζει όσα αναφέραμε στην ομιλία μας αυτή:

«Τοις δ’ ούτω καλώς προσαρώσασιν εαυτούς και προκαθηραμένοις, καθ΄όσον οίον τε, φως έστιν αυτός ο Θεός το ακρότατον, η των φωτισμών και των ελλάμψεων αίδιος πηγή, ου λόγοις τε και νοήμασιν, αλλά πράγμασιν αρρήτοις ακαταλήπτως επιδημών, και άλλους ηλίους, κατά την μακαρίαν εκείνην επαγγελίαν, ταις εκείθεν φυσικαίς αστραπαίς και προ του μέλλοντος αυτούς προκατασκευάζουν και προαπεργαζόμενος».

Σημειώσεις:

(*) Ομιλία τοΰ Καθηγουμένου της ‘Ιεράς ήμών Μονής λεχθεϊσα στόν ‘Ιερό Ναό τοϋ Άγιου Δημητρίου Θεσσαλονίκης, κατόπιν προσκλήσεως τοϋ Πανα- γιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ. Παντελεήμονος, τήν Ε’ Κυριακή τών Νηστειών τοΟ 1983, έπί τη εύκαιρία τοϋ έτους τοϋ άγίου Φιλοθέου. Η όμι- λία έπανελήφθη μέ μικρές αλλαγές σέ σύναξι τής Πανελληνίου ‘Ενώσεως Θεολόγων, στήν αίθουσα τής «’Εταιρείας τών φίλων τοϋ λαοϋ» ‘Αθηνών, τήν 22α ‘Οκτωβρίου 1983.

1. Βασ. Ψευτογκα, «Φιλοθέου Κοκκίνου, Λόγοι και όμιλίες», τόμος 3, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 43.
2.Ενθ΄ανωτ.
3.Ενθ’ ανωτ. σ. 35.
4. Ενθ’ ανωτ. σ. 46.
5. Ενθ΄ανωτ. σελ. 38-39.
6. Μετάφρασις από: Παπαδοπούλου – Κεραμέως, «ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΙΚΗΣ ΣΤΑΧΥΟΛΟΓΙΑΣ», Βρυξέλλες 1963, σ. 248-249
7. Βασ. Ψευτογκά, «Φιλοθέου Κοκκίνου, Λόγοι και ομιλίες», τόμος 3, Θεσ/νίκη 1979, σελ. 156.
8. Ενθ’ανωτ. σ. 157
9. Ενθ΄ανωτ. σ. 157-158.
10. Ενθ΄ανωτ. σ. 158.
11. Ενθ΄ανωτ. σ.160
12. Ενθ΄ανωτ. σ. 161.
13. Ενθ΄ ανωτ. σ. 164-168.
14. Ενθ΄ανωτ. σ.168
15. Ενθ΄ανωτ. σ.169
16. Ενθ΄ανωτ. σ. 180-182.
17. Ενθ΄ανωτ. σ.191
18. Ενθ΄ανωτ. σ.229
19. Μετάφρασις από: Παπαδοπούλου – Κεραμέως, «ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΙΕΡΟ- ΣΟΛΥΜΙΤΙΚΗΣ ΣΤΑΧΥΟΛΟΓΊΑΣ», Βρυξέλλες 1963, σ. 195-196.
20. Μετάφρασις από Δημ.Τσάμη, «Φιλοθέου Κοκκίνου, λόγος στην αγία Ανυσία», Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 79
21. Ενθ΄ανωτ. σ.76-77
22. Παπαδοπούλου – Κεραμέως, «ΑΝΑΛΕΚΤΑ….» σελ. 254-255
23.Βασ. Ψευτογκά, «Λόγοι και ομιλίες…» σελ. 193.
24. Ενθ΄ανωτ. σελ. 224.
25. Ενθ΄ανωτ. σελ. 67.
26. Ενθ΄ανωτ. σ. 133.
27. Ενθ΄ανωτ. σ. 135.
28. Ενθ΄ανωτ. σελ. 42.

Πηγή: Περιοδικό «Ο Όσιος Γρηγόριος», Περίοδος Β΄, Αρ. 8, Έτος 1983, Ετήσια Έκδοσις Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους

Η ΙΕΡΑ ΜΑΣ ΜΟΝΗ ΑΠΟ ΨΗΛΑ!

ΟΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ