Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4 Ιουνίου 2022

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης - “ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καὶ τῆς καρδίας”


Ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τῆς βρεφικῆς ἡλικίας σιγὰ σιγὰ παύει νὰ μεγαλώνει μὲ τὸν Θεό. Ἀλλιῶς διαπαιδαγωγοῦνται τὰ παιδιὰ σήμερα. Δὲν παιδαγωγοῦνται ἐν Θεῶ. Δὲν ὡριμάζει ὁ ἄνθρωπος ὡς θεανθρώπινη προσωπικότητα.

Ἀκόμα καὶ αὐτοὶ οἱ χριστιανοὶ συχνὰ φτιάχνουν ἕναν χριστιανισμὸ στὰ μέτρα τούς. Ζεῖ ὁ ἄνθρωπος τὸν κόσμο καὶ παραδέχεται τὴν Ἐκκλησία. Παραδέχεται τὴν Ἐκκλησία καὶ ζεῖ τὸν κόσμο. Ἔχει κοινὴ ζωὴ καὶ ἐκτιμᾶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Ἐκτιμᾶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ καὶ ζεῖ κοινὴ ζωή. Αὐτὸς εἶναι ὁ πεπτωκὸς ἄνθρωπος!

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Θεία Λειτουργεία, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἁπλῶς καλλωπίζει τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ δὲν τὴν γεμίζει. Δὲν εἶναι ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Ἡ διασπάθιση τοῦ χρόνου καὶ οἱ μέριμνες ἐπιφέρουν τὸν ἐξοβελισμὸ τῆς λατρευτικῆς ἐμπειρίας.

Ποιὸς πηγαίνει στὸν Ἑσπερινό, στὸν Ὄρθρο; Πόσοι κάνουν Απόδειπνο; Ποιοὶ γνωρίζουν τὶς ἀκολουθίες μας; Ποιοὶ ἀκούουν κανόνες τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ πλούτος των ακολουθιών παραχωρεῖται, σπρώχνεται σὲ κάποια γωνία.

Θεωρεῖται ἀρκετὸ μόνο ἡ Θεία Λειτουργία – μάλιστα ὄχι καὶ ὁλόκληρη ἡ ἀκρόασὴ τῆς – ὡς ἕνα ἑβδομαδιαῖο ἱερὸ θέαμα καὶ ἀκρόαμα. Οἱ πιστοὶ μας ἀναπαύονται μὲ τὴν παρουσία τοὺς στὴν Ἐκκλησία, μερικοὶ δὲ προσθέτοντες καὶ τὴν Θεία Κοινωνία νομίζουν ὅτι εἶναι καλύτεροι ἀπὸ ὅσους μόνο παρίστανται.

Ἔτσι ὅμως ἡ Λειτουργία δὲν μᾶς τρέφει, δὲν μᾶς ἀλλοιώνει, δὲν μᾶς ἀνεβάζει σὲ θεία βιώματα. Πιστεύομε στὴν ἁγιότητα καὶ τὴν Θεία ἐπιφάνεια, ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμε τὴν ἁγιότητα ὡς προσωπικὴ μᾶς μέθεξη καὶ ἰδιότητα καὶ ἐνώπιον τῆς θείας ἐπιφανείας δὲν διατιθέμεθα “ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καὶ τῆς καρδίας”, γιὰ νὰ γίνουμε ἐμεῖς ἅγιοι.


πηγή

10 Απριλίου 2022

«Τα απρόοπτα στη ζωή μας…» (Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης)

Τα απρόοπτα είναι αντίθετα προς το θέλημα και την επιθυμία μας, γι’ αυτό και μας φαίνονται απρόοπτα, στην ουσία όμως δεν είναι….

Διότι άνθρωπος που αγαπά τον Θεόν προσδοκά τα πάντα και λέγει πάντοτε «γενηθήτω το θέλημά σου». Θα έρθει βροχή, λαίλαπα, χαλάζι, κεραυνός; « Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον».

Για να μην ταράσσεσαι λοιπόν κάθε φορά και στεναχωριέσαι, για να μην αγωνιάς και προβληματίζεσαι, να τα περιμένεις όλα, να μπορείς να υπομένεις ό,τι έρχεται.

Πάντα να λες, καλώς ήλθες αρρώστια, καλώς ήλθες αποτυχία, καλώς ήλθες μαρτύριο. Αυτό φέρνει την πραότητα, άνευ της οποίας δεν μπορεί να υπάρχει καμμία πνευματική ζωή.



23 Μαρτίου 2022

Χριστέ μου , έλα στην καρδιά μου!


Τι θα κάνομε; Το ξέρετε όλοι σας, το ξέρω και εγώ, πόσο η ζωή μας είναι κουραστική και φορτωμένη με χίλια δυο θέματα που μας απασχολούν. Εμείς, αφού είδαμε τι κάνουν οι άγιοι της Εκκλησίας μας, ας κάνομε το ελάχιστο που περνάει από το χέρι μας.
Ο Χριστός δέχεται τα εκατό, δέχεται και τα τριάντα, δέχεται και τα πέντε που θα του δώσεις. Αν δεν μπορείς να τον θυμηθείς χίλιες φορές, εκατό φορές, πενήντα φορές την ημέρα, θυμήσου τον δέκα φορές και πες του με αγάπη: Χριστέ μου!
Όχι να τον παρακαλέσεις για την φτώχεια σου, για τη μάνα σου, για την αρρώστια σου, για την επιτυχία σου. Όχι. Να τον παρακαλέσεις να μπεί στην καρδιά σου. Δέν μπορείς δέκα φορές την ημέρα; Πέντε φορές δεν μπορείς; Άν το νοιώσεις και τον καλείς έστω δυο φορές την ημέρα, ύστερα από έναν μήνα θα γλυκαθείς και θα τον ζητάς δέκα φορές, ύστερα είκοσι φορές, ύστερα θα αρχίσεις να τον νοιώθεις μέσα στην καρδιά σου!

~ Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

πηγή

22 Μαΐου 2020

Πως να μεγαλώσουμε σωστά τα παιδιά μας- Γέρων Αιμιλιανός

 

Πως να μεγαλώσουμε σωστά τα παιδιά μας | Ομιλεί ο Γέροντας Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης Πηγή αναδημοσίευσης οπτικοακουστικού υλικού: 
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΝ ΟΨΕΙ • Υπέρ πίστεως & πατρίδος

20 Μαΐου 2020

Ποιος ο ρόλος της πνευματικής μελέτης στην ζωή του πιστού και πότε θεωρείται επιτυχημένη ;

 



Πνευματική Μελέτη

Είναι πολύ μεγάλο το θέμα της πνευματικής ζωής που αρχίσαμε από την προπερασμένη Κυριακή. Είδαμε την πνευματική ζωή σαν έναν δρόμο, που αρχίζει από την ζωή αυτή με σκοπό να φθάση επάνω στον ουρανό. Είναι μια ζωή που έχει μεταφορικό μέσο τα φτερά του Αγίου Πνεύματος, διότι δεν είναι δυνατόν κανείς να φθάση πεζός στον ουρανό. Δεν είναι δυνατόν κανείς με τις δικές του δυνάμεις, με τον δικό του αγώνα, με την δική του αρετή να φθάση επάνω εις τον Θεόν. Πρέπει να βασισθή στα δυνατά και τα ταχύτατα φτερά του Αγίου Πνεύματος• πρέπει να στηριχθή αποκλειστικώς στην θεία χάρι και να καταβάλη μόχθο, αγώνα, κόπο, ιδρώτα, να θυσιάση τον εαυτό του.

Είδαμε εν συνεχεία ένα μέσον της πνευματικής ζωής, τον γάμο, που είναι μυστηριακό σημάδι της παρουσίας του Θεού, στον οποίον έρχεται το Πνεύμα το Άγιον, για να ενώση το παρόν με το μέλλον, την στιγμή εκείνη την κρίσιμη, αλλά και την κάθε στιγμή της ζωής μας, με την αιωνιότητα.

Ας δούμε σήμερα ένα δεύτερο σημάδι της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, ένα μυστικό σημάδι, την πνευματική μελέτη.

Όλοι οι άνθρωποι από τα μικρά τους χρόνια διαβάζουν πολύ. Σήμερα, μάλιστα, στην εποχή της επιστήμης, των γραμμάτων και της προόδου, πρέπει κανείς να διαβάζη πολύ• εάν δεν διαβάζης, είσαι σαν τυφλός. Διαβάζεις εσύ και προτρέπεις το παιδί σου από τα πρώτα του χρόνια να διαβάζη, για να μην αποτύχη στην ζωή του. Ο καθένας διαβάζει ανάλογα με την τέχνη του ή την επιστήμη του, με την μόρφωσί του, με τις δυνατότητες που έχει, με την κοινωνική θέσι• άλλος λιγώτερο, άλλος περισσότερο.

Το παιδί σου, εάν έχη παιδεία, διαβάζει φιλοσοφία, αρχαίους κλασσικούς συγγραφείς, για να μπόρεση να μορφώση το πνεύμα του. Φαντάζομαι ότι οπωσδήποτε το παροτρύνεις να διαβάζη και ξένες γλώσσες, διότι λένε ότι, αν ξέρης μια ξένη γλώσσα, είναι σαν να έχης δυο ακόμη μάτια. Το παιδί σου διαβάζει βιβλία κοινωνικά, εγκυκλοπαιδικά, επιστημονικά, δεν ξεύρω τι άλλο, για να μπορή να έχη μία επαφή με την σύγχρονη πραγματικότητα. Να μπορή να καταλαβαίνη τον άνθρωπο που είναι απέναντί του και να επικοινωνή, να είναι προσγειωμένο στις απαιτήσεις και συνθήκες της εποχής του, για να μην είναι ένας μετέωρος άνθρωπος.

Όλα αυτά είναι χρήσιμα. Δεν αρκούν όμως, ούτε μπορούμε να τα διαβάζωμε όλοι μας. Εμείς μιλάμε για την πνευματική ζωή και το θέμα μας είναι τα βιβλία που πρέπει να διαβάζωμε απαραιτήτως, διότι μας χρειάζονται στο ταξίδι μας για τον ουρανό. Τα βιβλία στα οποία, όταν τα διαβάζης, ξεύρεις ότι μιλάει ο ίδιος ο Θεός. Είναι εργαλεία της πνευματικής ζωής και χωρίς αυτά είναι αδύνατον να φθάση κανείς στον παράδεισο.

Ποια είναι τα βιβλία της χριστιανικής ζωής; Είναι πάρα πολλά. Είναι εκείνα που με μία λέξι περιεκτική τα ονομάζομε πνευματικά βιβλία. Αλλά όμως από όλα αυτά τα βιβλία, επιτρέψτε μου -σήμερα που το θέμα μας είναι η πνευματική μελέτη, το μυστικό αυτό σημάδι της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος στην ζωή μας- να αναφέρω ωρισμένες μόνον κατηγορίες. Δεν είναι δυνατόν να αναφερθούν όλα παρά μόνον εκείνα που η Εκκλησία μας ξεχώρισε με την ιστορία της και με την ζωή της και με τα αίματά της και μας τα έδωσε, για να τα έχωμε καθημερινό εντρύφημα. Εκείνα στα οποία δεν διαβάζεις σκέψεις ανθρώπινες, κριτήρια ανθρώπινα, λογική ανθρώπινη, αλλά βρίσκεις την κρίσι και την λογική του Θεού, το Πνεύμα του Θεού• ομιλεί ο ίδιος ο Θεός. Οι συγγραφείς των είναι τα θεόπνευστα όργανα, τα οποία έγιναν υπηρέτες του Αγίου Πνεύματος.

Θα αναφερθώ στα βιβλία που σου δίνει η Εκκλησία. Τα ανοίγεις και βλέπεις να σου μιλά ο Θεός. Νοιώθεις αμέσως το φτερούγισμα του Πνεύματος. Νοιώθεις να απαντά ο Θεός στις απορίες σου. Βλέπεις να διαλύη τα σκοτάδια σου, να ανοίγη τους δρόμους σου, όταν υπάρχη μπροστά σου αδιέξοδο. Βλέπεις να μην αφήνη κανένα σημάδι σκοτεινό μέσα στο πέρασμά σου. Τότε γεμάτος χαρά φωνάζεις: «νυν ηρξάμην λαλήσαι προς τον Κύριόν μου. Εγώ δε ειμί γη και σποδός». Άρχισα να κουβεντιάζω με τον Θεόν μου, με τον Χριστόν μου. Και τι είμαι εγώ που μιλάω μαζί του; Στάχτη είμαι, πηλός είμαι. Μου κάνει όμως αυτήν την χάρι ο Θεός.

Εάν δεν έχης τα βιβλία αυτά μαζί σου στο ταξίδι σου, δεν θα φθάσης ποτέ στο τέρμα. Μέσα από αυτά σε καλεί ο Θεός. Σου δείχνει με το χέρι του από πού να πας. Σου λέγει: Duc in altum, έλα, παιδί μου, επάνω στα ύψη. Το νοιώθεις. Όπως εκείνος ο άγιος άνθρωπος, ο οποίος άφηνε πολλές φορές την συντροφιά του με την δικαιολογία: κάποιος με περιμένει στο δωμάτιό μου. Δεν ήξευραν ποιος είναι. Πίστευαν ότι είναι κάποιος άνθρωπος, ενώ εκείνος πήγαινε και άνοιγε τα βιβλία του. Μέσα στο βιβλίο τον περίμενε ο ίδιος ο Θεός.

Ποια είναι λοιπόν τα βιβλία αυτά;

Πρώτον, εκείνα που ονομάζονται πατερικά. Συγγραφείς των ήσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, τα όργανα του Αγίου Πνεύματος, οι φλογεροί εκείνοι διδάσκαλοι που ήσαν πύρινοι όταν μιλούσαν και οξυγράφοι όταν έγραφαν. Μας άφησαν με την πνοή του Αγίου Πνεύματος τα αθάνατα αριστουργήματά τους. Αλήθεια, τι θησαυρό θα χάναμε, αν δεν υπήρχαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας! Έζησαν με προσευχές, με αγρυπνίες, με νηστείες. Αγάπησαν τον Θεόν ολότελα και τους αγάπησε ο Θεός αποκλειστικά αξιώνοντάς τους να μας αφήσουν τα αθάνατα αυτά έργα, που είναι πολυτιμότερα από το χρυσάφι όλου του κόσμου.

Όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας έζησαν περίπου καθ' όμοιον τρόπον. Μια ματιά θα ρίξωμε μόνον στον Βίο ενός Πατρός, του Μεγάλου Βασιλείου, και θα είναι σαν να έχωμε μπροστά μας όλη την χορεία των αγίων Πατέρων. Σπούδασε στις γνωστές και μεγάλες σχολές της εποχής του φιλοσοφία, ρητορική, αστρονομία, μαθηματικά, ιατρική. Έγινε ρήτωρ. Το μέλλον του χαμογελούσε και οι επιτυχίες ξεπερνούσαν η μία την άλλη. Τι έγινε όμως τότε; Αυτή η ωραία ψυχή, αυτή η αστραφτερή διάνοια, αυτή η ευαίσθητη και θεόπαθη καρδιά δεν υποδουλώθηκε σε χωμάτινες επιδιώξεις. Άφησε συγγενείς και φίλους και πήγε σε μια ερημιά του Πόντου. Εκεί, αν και ήταν από μικρό παιδάκι καχεκτικός και φιλάσθενος και συχνά κινδύνευσε να πεθάνη, έζησε πέντε χρόνια σκληρή ζωή μέσα στην μούχλα και στην υγρασία, κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες, μέσα σε ένα υπόγειο, μακριά από τις ζητωκραυγές των ανθρώπων.

Και μια νύκτα, περασμένα μεσάνυκτα, όπως μας λέγει ο αδελφός του ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, «έλλαμψις αυτώ φωτός γίνεται• άϋλον δε τι το φως εκείνο θεία δυνάμει καταφωτίζον το οίκημα, υπ' ουδενός πράγματος υλικού εξαπτόμενον». Τον επισκέφθηκε μέσα στο ερημητήριό του ο Θεός. Άστραψε και το σκοτάδι έγινε ημέρα και εκείνος έγινε σαν ήλιος. Ένα φως, χωρίς να έρχεται από κάπου. Όπως μπήκε ο Χριστός στο υπερώο, χωρίς να υπάρχουν παράθυρα και πόρτες ανοιχτές, έτσι μπήκε και εκεί όπου ήταν ο Μέγας Βασίλειος . Είδε τον Θεόν με τα πνευματικά του μάτια ο Βασίλειος και είπε: «Τι του θείου κάλλους θαυμασιώτερον; Τι του θείου κάλλους ερασμιώτερον;»• τι υπάρχει ωραιότερο και θαυμασιώτερο και ομορφότερο και πιο αξιαγάπητο από την πνευματική ομορφιά, την ομορφιά του Θεού; Με αυτήν την φώτισι που έλαβε, μπόρεσε και έγραψε τα αριστουργήματα, τα οποία άφησε για να μας φωτίζη.

Έτσι περίπου έγραψαν τα βιβλία τους οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, και με αυτά μας παίρνουν από το χέρι και μας οδηγούν από κορυφή σε κορυφή, από βουνό σε βουνό, μέχρι πάνω από τα αστέρια, εκεί όπου είναι ο θρόνος του Θεού και γύρω του οι φίλοι του, οι άγιοι. Κατά τον ίδιο τρόπο μας άφησαν τον λόγο τους ο άγιος Χρυσόστομος, ο άγιος που γιορτάζομε αύριο, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο αετός του Πνεύματος.

Μα, θα μου πήτε: Πάτερ, ωραία τα λες, αλλά πού θα βρούμε τα βιβλία αυτά; Μη στενοχωριέστε. Αν μέχρι τώρα δεν έχετε ψάξει, θα δήτε πόσο εύκολο είναι να τα βρήτε και να τα διαβάσετε, και αν ακόμη έχετε τελειώσει μόνον το δημοτικό σχολείο. Υπάρχουν τόσες μεταφράσεις σήμερα, ώστε σε όλους μας οι Πατέρες είναι προσιτοί. Ο αείμνηστος μητροπολίτης μας Διονύσιος δεν έχει γράψει προσφάτως δύο βιβλία, στα οποία μετέφρασε κείμενα Πατέρων της Εκκλησίας; Πόσα βιβλία και πόσοι λόγοι του αγίου Χρυσοστόμου, του Μεγάλου Βασιλείου, του αγίου Γρηγορίου, του αγίου Νικοδήμου, Παύλου της Ευεργέτιδος και τόσων άλλων Πατέρων υπάρχουν και κυκλοφορούν! Απλά είναι τα γραφόμενά τους.

Θα διάβασης και θα ανοιχθούν τα μάτια σου. Όπως, όταν κάθεσαι μέσα στο σκοτάδι και ξαφνικά έρχωμαι και σου ρίχνω στο πρόσωπο έναν προβολέα, ανοίγεις τα μάτια σου καλά καλά, το ίδιο θα νοιώσης, όταν διάβασης τα βιβλία που έγραψαν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Τα βιβλία αυτά γίνονται οι φακοί με τους οποίους βλέπομε τον ήλιο, τον Χριστόν.

Ας έλθωμε τώρα σε μια δεύτερη κατηγορία βιβλίων, τους Βίους των αγίων, των φίλων της Εκκλησίας μας, που σκύβουν στο στήθος του Χριστού και ζουν μέσα στους κόλπους του• αυτοί είναι η οικογένεια του Χριστού και πρέπει και εμείς να είμαστε εκεί. Τους ξεύρομε τους αγίους της Εκκλησίας μας; Είναι τα αδέλφια μας. Ανήκομε στην ίδια οικογένεια• έχομε τον ίδιο πατέρα, τον Θεόν, την ίδια μητέρα, την Εκκλησία. Τρώμε το ίδιο φαγητό, την θεία κοινωνία. Είμαστε ομογάλακτοι και ομοτράπεζοι. Βγήκαμε από την ίδια πνευματική γαστέρα. Ξεύρομε αυτά τα αδέλφια μας, τους αγίους της Εκκλησίας;

Διαβάζεις την ζωή των αγίων και βλέπεις μπροστά σου ζωντανές μεταφράσεις του Ευαγγελίου και εμπνέεσαι. Τους γνωρίζεις σιγά σιγά. Βλέπεις πώς γεννήθηκαν, ποια ήταν η κατά σάρκα μητέρα τους, πώς άρχισαν την ζωή τους, πώς έχυσαν τους ιδρώτες τους, τα αγιασμένα τους δάκρυα, πώς πότισαν την γη με το πολύτιμο, το ζεστό τους αίμα• το αίμα εκείνο που ήταν ενωμένο με το αίμα του Χριστού. Ενθουσιάζεσαι και σου έρχεται να πηδήσης για να φτάσης ψηλά. Τους διαβάζεις και τους νοιώθεις μαζί σου, σαν να ακούς την αναπνοή τους. Σαν να καθώμαστε όλοι μαζί και ύστερα από λίγο σας λέγω: Κουραστήκατε, αγαπητοί μου, ας κάνωμε έναν περίπατο. Κάνομε περίπατο και κουβεντιάζομε όλοι μαζί φιλικά σαν μία οικογένεια. Έτσι νοιώθεις τους αγίους μέσα στην ζωή σου, όταν τους διαβάζης. Σου γεννιέται αμέσως το ερώτημα: Αυτός ο άγιος δεν ήταν άνθρωπος σαν εμένα; Πώς έγινε άγιος; Μπορώ και εγώ να γίνω άγιος. Βλέπεις τον ηρωισμό του, την αγάπη του προς τον Θεόν και η καρδιά σου εξάπτεται, ενθουσιάζεται και θέλεις ακόμη και να τον ξεπεράσης. «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις αυτού». Τον δόξασαν τον Θεόν. Ολόκληρο νέφος από μυριάδες αγίους, οι οποίοι ακόμη δεν πήραν τα στεφάνια τους, διότι περιμένουν και εμάς. Όπως μαζεύεται η οικογένεια στο σπίτι για το δείπνο και όταν λείπη ένα παιδί το περιμένουν, έτσι και οι άγιοι στον ουρανό περιμένουν εμάς, εμένα, εσένα. Σκέπτεσαι τι σημαίνει να καθυστερής στον δρόμο της πνευματικής σου πορείας; Για σκέψου να σε περιμένουν όλες οι στρατιές των αγίων και συ να κάθεσαι να χρονοτριβής με ασήμαντα πράγματα. Άφησε τα• σήκωσε την καρδιά σου όπου και αν είσαι, μέσα στο σπίτι σου, στο μαγαζί σου, με τα παιδιά σου, με τον ή την σύζυγο σου• ακόμη, σε δύσκολο τόπο κράτησε την καρδιά σου εκεί ψηλά. Θα μπόρεσης, αν διαβάζης τους Βίους των αγίων και βαπτίζεσαι μέσα στον ενθουσιασμό τους.

Τρίτον, ας δούμε τα εκκλησιαστικά μας βιβλία. Κάθε φορά που ερχόμαστε στην Εκκλησία, σε εκείνο το Ψαλτήρι τι ωραία πράγματα διαβάζονται! Διαβάζεις την Παρακλητική και νοιώθεις βάλσαμο στην ψυχή σου. Διαβάζεις το Τριώδιο, που ψάλλεται την Μ. Τεσσαρακοστή, και άθελα σου νοιώθεις να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια σου• όχι δάκρυα συναισθηματικά, ψεύτικα, αλλά από τα βάθη της ψυχής σου. Διαβάζεις το Πεντηκοστάριο και χαμογελάει η ψυχή σου• νοιώθεις ότι ζης στον ουρανό. Μα, αν δεν τα έχης αυτά, τουλάχιστον δεν έχεις τον Συνέκδημο που είναι μια περίληψι όλων αυτών; Πάρε ένα Συνέκδημο και μάθε πώς χρησιμοποιείται. Θα δης πόσο έχεις να ωφεληθής.

Και μαζί με αυτά, αν έχης τελειώσει το γυμνάσιο, μάθε να διαβάζης βιβλία θεολογικά, που μιλούν για την πίστι του Χριστού την αγία• την πίστι που την κλωτσούν οι αιρετικοί, αλλά που πρέπει εσύ να την φωλιάσης μέσα στο μυαλό σου και στην καρδιά σου.

Και μια ακόμη κατηγορία βιβλίων που την άφησα στο τέλος, γιατί είναι για μας η σπουδαιότερη. Ποια είναι; Η Αγία Γραφή. Η Καινή Διαθήκη, η Παλαιά Διαθήκη. Την διαβάζομε; Φοβάμαι μήπως, ιδιαίτερα την Παλαιά Διαθήκη, δεν την διαβάζωμε. Εκεί πια είναι που μιλάει ολοκάθαρα ο Θεός. Εκεί διαβάζεις: «Τάδε λέγει Κύριος». Μιλάει ο Θεός. Και ο πιο αγράμματος μπορεί να διαβάση την Αγία Γραφή. Αν δεν την καταλάβη σήμερα, θα την καταλάβη αύριο.

Θυμάμαι, όταν ήμουν φοιτητής, ότι είχα πάει σε ένα σχολείο για να κάνω τον «δάσκαλο»• εγώ το νεαρούλι να μιλήσω στους μαθητές. Έξω από την πόρτα του σχολείου ήταν μια κυρούλα, που πωλούσε κουλούρια. Πόσα δεν μου δίδαξε και πόσο δεν με ταπείνωσε! Διάβαζε.
- Τι διαβάζεις, κυρούλα; της λέγω.
- Το Ευαγγέλιο, παιδί μου.
- Μα το καταλαβαίνεις;
- Αμέ, το δευτερώνω. Το διαβάζω για δεύτερη φορά και το καταλαβαίνω καλύτερα από την πρώτη. Και άμα το διαβάσω πάλι από την αρχή, θα καταλάβω ακόμη πιο πολλά.

Συγχώρεσέ με, Θεέ μου, είπα τότε για τον εαυτό μου.

- Δεν μου λες, κυρούλα, ξεύρεις ότι υπάρχει και μετάφρασις του Ευαγγελίου;
- Αλήθεια, παιδί μου, πόσο κάνει; Να δανειστώ και να σου τα δώσω, να μου την φέρης.

Δεν της χρειαζόταν. Της έστειλα όμως την ερμηνεία ως δώρο. Δεν την χρειαζόταν. Είχε φλόγα. Και αν έχης φλόγα, σου τα λέγει όλα ο Θεός.
Η Αγία Γραφή είναι το μεγαλύτερο δώρο που άφησε ο Θεός στον άνθρωπο. Να το καταλαβαίναμε! Όπως κάποιος συγγραφεύς ο οποίος, ενώ είχε τόσα βιβλία μπροστά του, έλεγε στην γυναίκα του:
- Φέρε μου το βιβλίο μου.
- Μα ποιο βιβλίο από όλα;
- Καημένη, ρωτάς ποιο βιβλίο; Ένα είναι το βιβλίο, η Αγία Γραφή, απαντούσε ο μεγάλος αυτός συγγραφεύς. Κάθε πρωί την διάβαζε για να ανάβη το λυχνάρι της ψυχής του, για να φωτίζεται από τον Θεόν.

Ας δούμε τώρα τι χρειάζεται να κάνωμε, για να έχη επιτυχία η πνευματική μας μελέτη και ποιοι είναι οι καρποί της.

Πρώτον, για να διάβασης τα πνευματικά βιβλία και για να έχουν απήχησι μέσα στην ψυχή σου, σου χρειάζεται κόπος και προσευχή. Ας το ομολογήσωμε, είμαστε ράθυμοι. Το ξεύρετε, φαντάζομαι, ότι υπάρχουν σε σπίτια βιβλιοθήκες που έχουν στα ράφια τους μόνον ζωγραφισμένες τις ράχες βιβλίων! Κοιτάζεις και λες: Τι αριστουργήματα περιέχει αυτή η βιβλιοθήκη! Ομήρου Ιλιάς, Θουκυδίδου Ιστορία, Δημοσθένους Λόγοι. Αλλά, εάν προσπαθήσης να τα ανοίξης, δεν ανοίγουν, διότι δεν είναι βιβλία παρά μόνον ζωγραφισμένες ράχες. Δεν διαβάζει ο άνθρωπος• θέλει μόνον να δείχνη πως είναι πολιτισμένος και πνευματικός.

Πρέπει όμως να πιστεύωμε ότι οι ψυχές μας δεν χρειάζονται τροφή αλλά το βιβλίο, διότι το βιβλίο είναι ο λόγος του Θεού. Να διαβάζης ημέρας και νυκτός, όπως λέγει η Αγία Γραφή, «ανιστάμενος, καθήμενος, κοιταζόμενος». Σηκώνεσαι, κάθεσαι, ξαπλώνεις, να διαβάζης. Να αποτραβιέσαι οποιαδήποτε ώρα σε ένα ήσυχο μέρος του σπιτιού σου• να αφήνης τους θορύβους έξω, να κλείνεσαι εκεί και να ανοίγης το βιβλίο, για να μπορέσης να το απολαύσης. Αν μπορής να δοκιμάσης να διαβάζης τα πνευματικά βιβλία την νύκτα, έστω και μια φορά την εβδομάδα, τότε θα δης την ευλογία του Θεού. «Εκ νυκτός ορθρίζει το πνεύμα μου προς σε, ο Θεός, διότι φως τα προστάγματά σου επί της γης». Την νύκτα να ανάβης το θεϊκό φως που φωτίζει την γη.

Κοπίασε, επιδίωξε την ησυχία και θα δης ότι θα γνωρίσης τον Θεόν, θα διαλυθούν όλες οι αμφιβολίες σου, όλες οι δυσκολίες σου. Όταν ανατέλλη ο ήλιος, να σε βρίσκη με το βιβλίο στο χέρι, όπως έλεγαν οι παλαιοί. Προηγουμένως όμως προσευχήσου, για να σου ανοίξη ο Θεός τον νουν και την καρδίαν. Εκείνος μπορεί.

Να τα διαβάζης όλα. Έχεις παραδείγματος χάριν το Ευαγγέλιο. Και αυτά που σου φαίνονται περιττά και αυτά που σου φαίνονται δύσκολα, διάβασέ τα. Ίσως σε κάποια γωνιά του Ευαγγελίου ή της Παλαιάς Διαθήκης να βρης κάποιο μικρό μαργαριτάρι• αλλά το μαργαριτάρι, όσο μικρό και αν είναι, είναι πολυτιμότερο από τον μεγαλύτερο βράχο• μη βαριέσαι.

Μη ζητάς να βρης στην Αγία Γραφή συνταγές ή κανόνες για την ζωή σου. Μη θέλης να βάλης δικές σου σκέψεις. Εσύ διάβαζε να μάθης τι λέει ο Θεός, και ο Θεός θα σε εμπνεύση. Ό,τι θα σου πη ο Θεός, να το δεχθής. Μα, θα μου πης: Δεν εφαρμόζονται, παππούλη μου, αυτά στις ημέρες μας. Πέρασαν τα ωραία εκείνα χρόνια. Αυτά είναι για σας, στα μοναστήρια. Εμείς έχομε δουλειές, έχομε φασαρίες. Ώστε λοιπόν η χριστιανική ζωή είναι μόνον για τα μοναστήρια; Μα τι λέγαμε; Το σπίτι μας το ανοίγομε για να υπάρχη μέσα ο Χριστός. Αυτή η σκέψις, ότι δεν εφαρμόζονται τα ιερά γράμματα σήμερα, είναι σαν το νιτρικό οξύ. Έχω ακούσει ότι άμα ρίξης λιγάκι νιτρικό οξύ σε ένα ωραίο λουλούδι, θα κιτρινίση, θα μαραθή. Έτσι επιδρά αυτή η ιδέα στην ζωή μας. Για μας είναι οι Άγιες Γραφές, για μας είναι τα βιβλία, όχι μόνον για τους μοναχούς. Αυτοί έχουν την ησυχία τους, έχουν το λιμάνι τους, τα έχουν όλα τακτοποιημένα. Εμείς είμαστε μέσα στον αγώνα, μέσα στην φουρτούνα, εμάς κυνηγάει μέσα στον κόσμο ο πονηρός. Σε μας, που έχομε τόσες δυσκολίες, έρχεται ο Χριστός να δώση τα πνευματικά όπλα, που λέγονται πνευματικά βιβλία. Για μας λέγει: «Ταύτα μελέτα, εν τούτοις ίσθι».

Τα πάντα ξεύρομε• τους ηθοποιούς, απ' έξω και ανακατωτά, τους ποδοσφαιριστάς ομοίως. Να κάνωμε έναν πρόχειρο διαγωνισμό; Να ρωτήσω έναν από εσάς; Πόσοι είσθε εδώ; Εναν μόνον να ρωτήσω• ή καλύτερα ας κάνωμε κάτι άλλο. Όταν επιστρέψετε στο σπίτι σας, ανοίξτε το ημερολόγιο• έχει τριακόσιες εξήντα ημέρες, αλλά περισσότερους από τριακόσιους εξήντα αγίους, χιλιάδες αγίους. Για μετρήστε πόσων ξεύρετε την ζωή; Είχαμε πει ότι είναι αδέλφια μας, ότι είμαστε της αυτής οικογενείας. Ύστερα ανοίξτε τον Συνέκδημό σας στον Μέγαν Κανόνα που ψάλλομε την Μ. Τεσσαρακοστή. Έχει σχεδόν όλα τα ονόματα της Αγίας Γραφής. Δείτε πόσα από εκείνα γνωρίζετε. Φοβούμαι για τον βαθμό που θα πάρωμε όλοι μας.

Γιατί να μη διαβάζωμε; Μην πης πως δεν καταλαβαίνεις. Αυτό είναι υπόθεσις του Αγίου Πνεύματος. Εάν θέλης, αυτό θα σε φωτίση. Είναι αυτό που μυσταγωγεί την Εκκλησία. Σιγά σιγά θα σου μάθη τα κλειδιά που ανοίγουν τα μυστικά των βιβλίων, που ανοίγουν τον παράδεισο. Άλλωστε θα έχης και κάποιον δικό σου άνθρωπο, κάποιον πνευματικό, που θα είναι «τη πείρα μεμυημένος», όπως λέγουν οι Πατέρες, δηλαδή που θα έχη την πείρα για να μπορή να σου τα εξηγή. Θα αποκτήσης και δική σου πείρα και θα δης ότι θα σου διανοίγωνται όλα. Αλλά χρειάζεται κόπος, έρευνα, προσευχή.

Δεύτερον, χρειάζεται πόθος και ξενιτεία, ενδιαφέρον και αδιαφορία. Τι σημαίνει αυτό; Μπορείς να γέμισης ένα δοχείο, όταν είναι ήδη γεμάτο; Για να μπη το θεϊκό νόημα εντός σου, για να μπη η χάρις του Θεού, πρέπει να αδειάσης την καρδιά σου από τα πάθη, τον εγωισμό, τα μίση, τις ζήλειες, τα απωθημένα αισθήματα, τα ελατήρια ιδιοτέλειας, να την καθαρίσης και να την γεμίσης με αρετές. Τα πάθη είναι όπως τα παράσιτα. Ανοίγεις το ραδιόφωνο να ακούσης έναν σταθμό και ακούς συνεχώς παράσιτα• δεν καταλαβαίνεις τι λέει ο εκφωνητής. Πρέπει να σταματήσουν τα παράσιτα, για να ακούσης την φωνή. Πώς θα ακούσης την φωνή του Θεού, όταν μέσα σου βρυχώνται, όταν μέσα σου γρυλίζουν τα πάθη; Πρέπει να απελευθερωθής, διότι με αυτά παραμένεις σαρκικός άνθρωπος, ψυχικός άνθρωπος, και «ψυχικός άνθρωπος ου δέχεται», δεν καταλαβαίνει «τα του Πνεύματος του Θεού».

Τα παράσιτα όμως μπορεί να είναι και εξωτερικά. Μπορεί να είναι μια φασαρία, δηλαδή, όταν διαβάζης μέσα σε φασαρία και δεν αναζητής μια ήσυχη στιγμή. Όταν θέλης να κολυμπήσης στην θάλασσα, αλλάζεις τα ρούχα σου• αλλοιώς θα βραχούν, θα βαρύνουν και θα βουλιάξης. Έτσι πρέπει να βγάλης όλα εκείνα που μπορούν να γεμίζουν την ζωή σου: ασχολίες, θελήματα, τα βουητά του κόσμου• να τα κλείσης έξω από την πόρτα σου. Να μείνης λίγες στιγμές μόνος σου με τον Θεόν. Φθάνουν οι υπόλοιπες ώρες που είναι τόσο γεμάτες από κόπο. Αυτές τις στιγμές ας είσαι μόνος μόνω τω Θεώ.

Στην θέσι αυτών που αφήρεσες, στην θέσι της αδιαφορίας, στην θέσι της ξενιτείας της καρδιάς, της απομακρύνσεως από όλα, θα βάλης τον πόθο του Χριστού. Μέσα μας ας υπάρχη η πεποίθηση, η απόφασις ότι πρέπει να τα καταλάβω, διότι πρέπει να γίνω άγιος. Όπως ο τυφλός φώναζε, Θεέ μου, θέλω να σε δω, έτσι να φωνάζης και συ. Όπως το νήπιο αρπάζει τον μαστό της μητέρας του και θηλάζει με πάθος, έτσι και συ να αρπάζης το βιβλίο.


Όπως ο Ζακχαίος, που ακούσατε το πρωί στο ευαγγελικό ανάγνωσμα, ανέβηκε επάνω στην συκομορέα για να δη τον Χριστόν, έτσι πρέπει να κάνης και συ. Όταν πιάσης το βιβλίο στο χέρι σου, να πης: Το βιβλίο αυτό έχει να πη κάτι για μένα. Πρέπει να ανακαλύψης εκείνο ακριβώς που έχει να σου πη και να το ρουφήξης με την καρδιά σου, όπως το διψασμένο χωράφι ρουφάει το νερό της βροχής.

Πόσοι άνθρωποι υπάρχουν σαν τον τυφλό, σαν τον Ζακχαίο! Διάβαζα ότι σε κράτη αθεϊστικά, όπου απαγορεύεται να διαβάζουν την Αγία Γραφή, έχομε στρατιώτες που διαβάζουν το Ευαγγέλιο κάτω από την κουβέρτα με τον φακό, για να μην τους δουν οι ανώτεροί τους. Τι πόθος, τι λαχτάρα! Κινδυνεύει η ζωή τους και όμως το κάνουν. Μα τι λέγω; Κάτω από την κουβέρτα σε κράτη αθεϊστικά; Φοβερό, αγαπητοί μου. Και στα Τρίκαλά μας υπάρχουν περιπτώσεις που αγόρια και κορίτσια αναγκάζονται να διαβάσουν το Ευαγγέλιο κάτω από την κουβέρτα. Ή ακόμη, έχομε περιπτώσεις -Θεέ μου, τι φρίκη! Πώς γινόμαστε έτσι εμείς οι χριστιανοί! -που αναγκάζονται τα παιδιά να διαβάσουν το Ευαγγέλιο μόνον εκεί... στο αποχωρητήριο! Τα κυνηγάει η μητέρα τους και ο πατέρας τους. Τους βλέπεις να σχίζουν το Ευαγγέλιο! Να παίρνουν βιβλία πνευματικά, βαπτισμένοι χριστιανοί, και να τα καίνε! Να πούμε κάτι περισσότερο; Όχι. Καλύτερα ας σιωπήσωμε, μήπως και το ξεχάση ο Θεός και δεν μας ρίξη κεραυνό.

Διαβάζομε λοιπόν το Ευαγγέλιο, «δόξα σοι ο Θεός». Διαβάζομε βιβλία πνευματικά. Τα διαβάζομε με ένα άφημα της καρδιάς μας, με μία εμπιστοσύνη, με ένα ηρωικό φρόνημα, σαν να λέμε: Χριστέ μου, διαβάζω το βιβλίο σου και ό,τι μου πης, θα το κάνω. «Κάθε πρωί μου ανοίγει το αυτί ο Θεός», λέγει ο προφήτης Ησαΐας, «και εγώ τον ακούω και δεν αντιλέγω, δεν απειθώ. Υψώνω το αυτί μου στον Θεόν να δεχθώ τα μηνύματά του και δεν λέγω όχι εις τον Θεόν». Αυτό σημαίνει διαβάζω βιβλία πνευματικά.

Όταν τώρα έχωμε αυτές τις προϋποθέσεις, πρώτον, τον κόπο και την προσευχή και δεύτερον, τον πόθο και την ξενιτεία, τον ηρωισμό και την απόφασι, τότε ας έλθωμε στα αποτελέσματα.

Πριν αναφερθώ σε αυτά, θέλω να σας κάνω μια εξομολόγησι. Όταν είχα αρχίσει τα κηρύγματά μας, φοβόμουν ότι δεν θα καταλαβαίνατε και δίσταζα. Νόμιζα ότι θα σας κούραζα. Αλλά η συμμετοχή σας και η προσοχή σας δείχνει ότι τα καταλαβαίνετε, διότι διψάει η ψυχή σας. Άλλωστε ακούω ότι συζητάτε και έξω από τον ναό και ρωτάτε να αυξήσετε τις γνώσεις σας. Δείχνει πόσο ενδιαφέρεσθε. Αυτό μου δίνει ιδιαίτερη χαρά.

Ας δούμε λοιπόν τα αποτελέσματα της πνευματικής μελέτης, άνευ της οποίας δεν υπάρχει πνευματική ζωή, για να ξεύρετε τι θα ζητάτε, όταν θα ανοίγετε ένα πνευματικό βιβλίο. Και αν μπορέσω με το κήρυγμα αυτό ή με τα προηγούμενα να ανάψω έναν μικρό σπινθήρα μέσα στην καρδιά σας, θα νοιώσω ευτυχής.

Όταν αισθανθήτε τα αποτελέσματα της πνευματικής μελέτης, θα πήτε: «είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον». Τι δώρα μας δίνει αλήθεια ο Θεός! Ξεύρετε τι δύναμι κρύβει ο λόγος του Θεού; Η πνευματική μελέτη, το πνευματικό βιβλίο είναι λόγος του Θεού. Σαν σπόρος πέφτει μέσα στην ψυχή μας και την σκάει όπως σκάει το χώμα και φυτρώνει ο σπόρος. Κρύβει ο λόγος του Θεού την δύναμι του ίδιου του Θεού, την δύναμι του Χριστού. Και όταν θα βουτάς το μυαλό σου και την καρδιά σου στο πνευματικό βιβλίο, θα τα βγάζης πάντα χορτασμένα. Δεν θα αδειάζη όμως το λαγήνι• θα βγάζη, θα βγάζη... Η πνευματική μελέτη πάντοτε θα σου ανοίγη ορίζοντες μπροστά σου, γιατί είναι το καλύτερο καθημερινό εργαλείο που έχεις στο σπίτι σου, ένας εξοπλισμός πνευματικής ζωής.

Τι μας δίνει λοιπόν το πνευματικό βιβλίο; Μας δίνει πρώτα από όλα την θεία οικοδομή. Με την δύναμι που έχει ο λόγος του Θεού νικάει τις αμαρτίες μας και διώχνει τον διάβολο, όπως λέγει ο άγιος Χρυσόστομος. Ο λόγος του Θεού, η πνευματική μελέτη, μοιάζει με ένα κομπρεσέρ το οποίο τρυπά την σκληρότητα της καρδιάς μας. Μοιάζει με ένα φουρνέλο που πετάει δεξιά και αριστερά όλα μας τα πάθη. Καθαρίζει την καρδιά μας για να βάλη μέσα τις αρετές. Αυτό είναι η θεία οικοδομή. Οικοδομούμε το πνευματικό θεμέλιο της ζωής μας. Αποκτούμε την αγάπη προς τους ανθρώπους, την μετάνοια, την συντριβή, τον φωτισμό. Διαβάζοντας βιβλία πνευματικά, αισθανόμαστε όπως αισθάνεται ο Χριστός. Σκεπτόμαστε όπως σκέπτεται ο Χριστός. Ακούμε όπως ακούει ο Χριστός. Αποκτούμε «νουν Κυρίου», τον νοιώθομε πολύ κοντά μας. Και αν έχωμε κάποια θλίψι, κάποια δυσκολία, κάποια ταραχή, κάποια ανεμοθύελλα στην ζωή μας, βλέπεις τον Χριστόν και σου λέγει: Στάσου, μη φοβάσαι, εγώ είμαι μαζί σου. Και έτσι, κάτω από τα φτερά του, όλο και προοδεύομε.

Κατόπιν μας δίνει την θεία γνώσι και τον θείο έρωτα. Με την χάρι του Θεού, διαβάζοντας τα βιβλία, μαθαίνεις, γνωρίζεις, αποκτάς θεία γνώσι. Μέσα σου εργάζεται ο ίδιος ο Θεός. Μαθαίνεις τα δόγματα της πίστεώς μας. Μαθαίνεις τι είναι ο Θεός, τι έκανε για σένα, τι πρέπει να κάνης εσύ κάθε στιγμή της ζωής σου.

Ο λόγος του Θεού είναι ένα κοφτερό μαχαίρι, μάχαιρα του Πνεύματος, που κόβει και βγάζει κάθε ψεύτικο και μάταιο από μέσα μας και θρονιάζει την αλήθεια. Η αλήθεια μας ελευθερώνει. Έτσι μπαίνομε μέσα στο φως της αλήθειας, στον δρόμο της αιώνιας ζωής. Να, γιατί λέγει η Αγία Γραφή ότι «αύτη η ζωή υμών», ότι η αληθινή ζωή σας είναι η Αγία Γραφή, όπως και κάθε πνευματικό βιβλίο.

Η γνώσις αυτή είναι μία πηγή, μία δύναμις που μεταβάλλεται κατόπιν σε ενέργεια και μας δίνει την αγάπη του Χριστού, τον θείο έρωτα. Με τον χρόνο, σιγά σιγά, νοιώθεις αλλοίωσι μέσα σου και εντυπώνεται σαν μια σφραγίδα στην καρδιά σου ο πόθος του Χριστού.

Όπως οι μάρτυρες ποθούσαν τον Χριστόν και επιθυμούσαν να βρουν κάποια φωτιά για να πέσουν μέσα και να πάνε το συντομώτερο σε εκείνον, έτσι και συ νοιώθεις να ανάβη μέσα σου η αγάπη προς εκείνον. Όταν έχης λίγη θέλησι, θα σου δώση ακόμη περισσότερο ζήλο, διότι, όπως λέγει ο Κύριος, «τω έχοντι παντί δοθήσεται και περισσευθήσεται». Γι' αυτό κάποιος άγιος, όταν τον αναζητούσαν, έλεγε: Δεν ευκαιρώ να έρθω. Γιατί; Ήθελε να μη χάση την μελέτη, διότι με αυτήν αποκτούσε την θεία γνώσι και τον θείο έρωτα.

Όλα τα προηγούμενα μας δίνουν το τρίτο στοιχείο, τα θεία βιώματα. Τι είναι τα θεία βιώματα; Εκείνα που ζούμε. Γίνεται παραδείγματος χάριν σεισμός, ζω το βίωμα της αγωνίας. Χτυπάει το τηλέφωνο και η σύζυγος μου που είναι μακριά μου λέγει: Έρχομαι. Χαίρομαι αμέσως, ζω το βίωμα της χαράς. Βιώματα μας δίνει και η μελέτη. Τι σημαίνει αυτό; Αγαπητοί μου, αυτά που σας είπα μέχρι τώρα, ξεχάστε τα, αν θέλετε. Σε αυτό, όμως, στυλώστε τα αυτιά σας. Αν μόνον αυτό θυμάστε, φθάνει. Τα βιβλία, και μάλιστα η Αγία Γραφή, μας δίνουν πνευματικά βιώματα. Πώς; Το πνευματικό βιβλίο που διαβάζεις είναι ο λόγος του Θεού, δηλαδή ό,τι είπε ο Θεός. Εκεί που κάθεσαι, εάν ακούσης φωνή γνώριμη, θα πης: Γνωστός μου άνθρωπος είναι. Η φωνή αποκαλύπτει τον άνθρωπο. Όπου είναι ο λόγος του Θεού, εκεί είναι ο Θεός, εκεί κρύβεται ο Θεός. Δηλαδή το πνευματικό βιβλίο είναι ένα μυστήριο, ένα σημάδι που κρύβει την παρουσία του ιδίου του Θεού.

Γι' αυτό ένας εκκλησιαστικός συγγραφεύς έλεγε ότι οι γραμμές και οι λέξεις του πνευματικού βιβλίου, και μάλιστα της Αγίας Γραφής, είναι τα ιμάτια του Χριστού. Όπως τα ενδύματά μου με καλύπτουν, έτσι και οι σελίδες του βιβλίου κρύβουν τον ίδιον τον Χριστόν.

Ανοίγω την Καινή Διαθήκη και διαβάζω: «Προς Ρωμαίους επιστολή του αποστόλου Παύλου». Μιλάει ο Παύλος; Όχι, μιλάει ο Χριστός. Πρώτη Καθολική Επιστολή του αποστόλου Πέτρου. Μιλάει ο Πέτρος; Όχι, εκεί υπάρχει ο Χριστός, μιλάει ο ίδιος ο Χριστός. Όπως στην θεία κοινωνία, στο θυσιαστήριο, έχομε ψωμί και κρασί, όταν όμως κοινωνάς, πιστεύεις ότι δια μέσου του άρτου και του οίνου παίρνεις τον Χριστόν, ότι μυστηριακώς υπάρχει ο Χριστός, έτσι και εδώ• δια μέσου των λέξεων, των παραγράφων και των σελίδων του βιβλίου παίρνεις μυστικά, μα αληθινά, τον Χριστόν. Μη μου πης πως δεν πιστεύεις. Μη μου πης πως είναι παράξενο. Μη θέλησης να το εξηγήσης. Εξηγούνται όλα τα πράγματα της θρησκείας μας; Αν εξηγούντο, δεν θα ήταν πνευματικά. Μην ξεχνάτε ότι η Εκκλησία μας είναι χώρος θαυμάτων. Γη και ουρανός, σώμα και ψυχή, άνθρωπος και άγγελοι και Θεός, παρόν και μέλλον, τα πάντα είναι μαζί. Ενώνονται σε μία πραγματικότητα που λέγεται Εκκλησία. Ο Χριστός και εμείς μαζί. Πώς λοιπόν σε αυτήν την πραγματικότητα να μη μπορή να γίνη και αυτό;

Επομένως, την ώρα που διαβάζεις το βιβλίο, πίσω από τις γραμμές είναι ο Χριστός. Όταν το ανοίγης, είναι σαν να λες: Ναι, Κύριε, πιστεύω ότι είσαι εδώ. Ζητώντας να καταλάβης το νόημα, είναι σαν να του λέγης: «ναι έρχου, Κύριε Ιησού»• έλα, Χριστέ μου, μέσα στην καρδιά μου. Επομένως, μελετώ το πνευματικό βιβλίο, και μάλιστα την Αγία Γραφή, σημαίνει κοινωνώ τον Χριστόν.

Ο Χριστός που κάποτε δίδασκε σε μια γωνιά της γης, εκεί στην Παλαιστίνη, αυτός ο Χριστός υπάρχει εδώ μυστικά, μα -επαναλαμβάνω- αληθινά. Υπάρχει ο Χριστός και πίσω από κάθε γραμμή του βιβλίου είναι σαν να σε καλή: Έλα, παιδί μου. Και αν εσύ έχης τον πόθο να καταλάβης τι σου λέγει, απαντάς: Έρχομαι, Κύριε• έλα τώρα και συ μέσα μου. Γίνεται ένας διάλογος πρόσωπο με πρόσωπο• εγώ και ο Χριστός κουβεντιάζομε διά του βιβλίου. Δεν τον βλέπεις; Ούτε αυτόν που σου τηλεφωνεί τον βλέπεις και όμως του κουβεντιάζεις.

Η ανάγνωσις του πνευματικού βιβλίου είναι μία αποκάλυψις, μία θεοφάνεια• έρχεται ο Χριστός. Είναι μία συνάντησις με τον Χριστόν, μία μυστική ένωσις με τον Χριστόν. Εγώ και ο Χριστός ενούμεθα. Μόνον ο Χριστός; Ο Χριστός είναι πάντα μαζί με το πνευματικό ασκέρι του. Βλέπεις μπροστά τον στρατηγό με την σημαία και πίσω οι στρατιώτες του. Έτσι και ο Χριστός είναι πάντοτε μαζί με τους αγίους και με τους αγγέλους, μαζί με όλους τους ουρανούς. Ενώνεσαι την ώρα εκείνη μυστικά μαζί με όλους τους αγίους. Αρκεί να έχης μάτια πνευματικά, αισθήσεις πνευματικές, και θα νοιώσης τι σημαίνει ένωσις με τον Χριστόν. Θα νοιώσης εκείνο που έλεγε ένας άγιος, ότι «ζώντες επί γης εορτάζομεν εν ουρανώ», όταν έχωμε τον λόγο του Θεού στην καρδιά μας και στο στόμα μας.

Τώρα, καταλαβαίνω εκείνον τον φίλο των παιδικών μου χρόνων, που όταν ήθελε να διαβάση την Αγία Γραφή, την διάβαζε μπροστά στα εικονίσματα γονατιστός. Και ένας άλλος την διάβαζε πάντοτε με δάκρυα στα μάτια, ψάλλοντας. Κάτι περισσότερο καταλάβαιναν.

Θέλω να ζήτε, όπως ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ που διάβαζε κάθε εβδομάδα ολόκληρο το Ευαγγέλιο. Έφθασε η τελευταία Πρωτοχρονιά του. Άλλαζε ο χρόνος και εβιάζετο να πάη εις τον Κύριον και Θεόν του. Ειδοποίησε τους μαθητές του να του ετοιμάσουν το ταξίδι. Περίμενε ο άγιος τον Χριστόν όπως οι πέντε παρθένες. Είχε τις λαμπάδες αναμμένες, για να δείχνη εις τον Χριστόν ότι τον περίμενε. Την νύκτα δεν κοιμήθηκε. Δεν κοιμόταν ποτέ τις νύκτες.

Τα χαράματα ένας μοναχός που περνούσε έξω από το κελλί του ένοιωσε καπνό. Χτυπάει την πόρτα. Ξαναχτυπάει. Δεν απαντάει. Την σπρώχνει, μπαίνει, κοιτάζει. Ο άγιος Σεραφείμ ήταν γονατιστός με τα μάτια κλειστά. Τον σπρώχνει. Δεν απαντάει. Η ψυχή του είχε φτερουγίσει. Κάποιος άλλος μοναχός είχε δει με τα μάτια της ψυχής του να μεταφέρουν οι άγγελοι την ψυχή του στους ουρανούς. Μπροστά του ο άγιος Σεραφείμ είχε το Ευαγγέλιο. Οι γωνίες του είχαν μισοκαή από τις λαμπάδες και κάπνιζαν. Κάτω, γύρω γύρω, είχε τα πνευματικά του βιβλία, τα οποία και αυτά κάπνιζαν. Είχαν μισοαρπάξει φωτιά, όταν κοιμήθηκε, όταν πέθανε. Πέθανε; Όχι, αφού γεννήθηκε στην άλλη ζωή. Έσβησαν οι φωτιές, αλλά όμως για μας παραμένει η εικόνα.

Έτσι, αγαπητοί μου, και εμείς να έχωμε στην καρδιά μας τον πόθο να ζούμε προσδοκώντας τον Χριστόν με τις λαμπάδες αναμμένες και τα βιβλία τα πνευματικά στα γόνατα μας ανοικτά.


ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ο Σιμωνοπετρίτης
Περί Θεού: Λόγος Αισθήσεως
© 2004, ΙΕΡΟ ΚΟΙΝΟΒΙΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΟΡΜΥΛΙΑΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ, Εκδ. ΙΝΔΙΚΤΟΣ, Αθήναι 2004.

25 Φεβρουαρίου 2019

Χωράει ο Θεός στην καρδιά σου;

Μη διαμαρτύρεσαι λέγοντας: Πού είσαι Θεέ μου; Προσεύχομαι και δεν μου αποκάλυψες ποτέ τον εαυτό σου, δεν μου έδωσες ούτε μία χαρά, δεν μου πραγματοποίησες κανένα από τα όνειρά μου. Σου ζητάω υγεία, μου δίνεις αρρώστια. Σου ζητάω βοήθεια, μου δίνεις θάνατο. Σου ζητάω αρετή, μου δίνεις πόνο. Τι Θεός είσαι;
Όχι! Μη σκεφθείς ποτέ έτσι. Ο Θεός ξέρει πότε η καρδιά σου θα είναι χωρητική. Εάν ακόμη δεν πήρες κάτι, σημαίνει ότι δεν χωράει η καρδιά σου. Η καρδιά σου είναι στουμπωμένη, όπως όταν βάζεις πολλά πράγματα μαζί και τα πιέζεις, για να μη μείνει καθόλου κενό αέρος. Ούτε αέρας δεν μπορεί να χωρέσει στην καρδιά σου, και θέλεις να χωρέσει ο Θεός, τον οποίο δεν χωρούν ολόκληροι οι ουρανοί;
«Μόλις δώ, παιδί μου, την κατάλληλη στιγμή, σε βεβαιώ ότι δεν θα καθυστερήσω ούτε ένα δευτερόλεπτο να σου πραγματώσω τους πόθους σου, τις λαχτάρες σου, τα θεϊκά σου όνειρα. Αμέσως θα το κάνω.»
Ο οδοντίατρος σου κάνει ένεση και περιμένει να μουδιάσεις για να σε εγχειρήσει. Εάν σου κάνει αμέσως την εγχείρηση, θα πεταχτείς από τον πόνο και μπορεί να σπάσει και το δόντι σου. Έτσι και ο Θεός περιμένει την κατάλληλη στιγμή, για να έρθει να σου φωτίσει την διάνοια, να σου χαρίσει όλο τον παράδεισο. Αυτό που νοσταλγούσες ένα, δύο, τρία, πέντε, είκοσι, πενήντα χρόνια, θα το πάρεις σε μια στιγμή. Η μετάνοια δεν πάει ποτέ χαμένη, και δεν χάνεις τίποτε όταν την ασκείς.

21 Φεβρουαρίου 2019

Μακάρι να μᾶς πάρη ὁ Θεός σε τέτοιες στιγμές!



Στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου τὰ σώματα τῶν μοναχῶν δὲν σκληραίνονται οὔτε παγώνουν, ἀλλὰ διατηροῦν τὸ χρῶμα, ποὺ εἶχαν ἐν τῇ ζωῇ, εἶναι χαρμονῆς θέαμα νὰ φύγης στὴν ἐκκλησία, ἢ στὸ σκαμνάκι προσευχόμενος, ἢ στὸ πατάκι γονατιστός, σὰν τὸν Ἅγιο Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους Ἁγίους, ποὺ ἔφυγαν σὲ παρόμοιες στιγμές.

Ἐπίσης, εἶναι πολὺ ὡραῖα νὰ φύγωμε γιὰ τὴν ἄλλη ζωή, τὴν ὥρα ποὺ δουλεύομε καὶ εἴμαστε κουρασμένοι καὶ ἱδρωμένοι ἀπὸ τὸ διακόνημά μας, ἢ τὴν ὥρα ποὺ γυρίζομε ἀπὸ μιὰ συζήτησι, στὴν ὁποία εἴπαμε τὸ «ναὶ» στὸν ἀδελφό μας καὶ δείξαμε ἔτσι τὸν σεβασμό μας στὴν θεοπλάστη εἰκόνα 
τοῦ μεγάλου Θεοῦ. Μακάρι νὰ μᾶς πάρη ὁ Θεὸς σὲ τέτοιες στιγμές.

Προηγουμένου Ἀρχιμανδρίτου 
Αἰμιλιανοῦ τοῦ Σιμωνοπετρίτου

πηγή

27 Ιουνίου 2016

Η καθημερινή λατρεία είναι μεγάλη ευλογία

Εμείς οι ορθόδοξοι έχομε το μοναδικό προνόμιο να μπορούμε από τα λειτουργικά βιβλία να γνωρίσουμε το αγιολογικό, το δογματικό και ηθικό περιεχόμενο της κάθε εορτής. Πράγματι, έχομε τον ουρανό και την γή μέσα στην λατρεία. Γι' αυτό οι άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν ουσιαστική σχέση με τις εκκλησιαστικές ακολουθίες συνήθως είναι πνευματικά άνικμοι, ανόρεκτοι, αδύναμοι, καχεκτικοί.

Και η ζωή τους αποτελείται από διάφορα μικρογεγονότα, τα οποία γεμίζουν τη συνείδηση και τη μνήμη τους. Το βεληνεκές τους είναι μικρό, αφού δεν έχουν εποπτεία των νοητών και ουρανίων πραγμάτων. Για μας λοιπόν τους μοναχούς η καθημερινή λατρεία είναι μεγάλη ευλογία, διότι έχομε κάθε ημέρα κοινωνία με τους αγίους, αλλά και με τον Κύριο και την Θεοτόκο. Οι συχνές ακολουθίες αυξάνουν τον ορίζοντά μας και κάνουν το είναι μας να ανέρχεται από την γή στον ουρανό.
Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης


πηγή

22 Οκτωβρίου 2014

Οι σχέσεις μας με τον πλησίον


Γέροντος Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου

Το θέμα μας σήμερα, «οι σχέσεις μας με τον πλησίον», θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι πρακτικό, αλλά έχει μεγάλη σημασία για την καθημερινή μας ζωή. Ό,τι υπάρχει στον κόσμο, είναι μία εικόνα που ανεβάζει την σκέψι μας, τον νου μας, την καρδιά μας στον ουρανό και μας συνδέει με τον Θεόν. Το θέμα μας δεν είναι απλώς μία εικόνα, αλλά ένα ολόκληρο εικονοστάσιο, το οποίο μας δείχνει πώς ζούσαν οι άγιοι και πώς θέλουν να ζούμε εμείς. Επέλεξα το θέμα αυτό, γιατί σήμερα γιορτάζομε έναν μεγάλο άγιο, τον άγιο Ιάκωβο τον Αδελφόθεο, ο οποίος θα μας δώση τις αφορμές και τις πηγές μιας ζωής όπως την θέλει ο Θεός.
Ο άγιος Ιάκωβος, όπως ξεύρετε, ήταν υιός του μνήστορος Ιωσήφ και επομένως αδελφός του Χριστού. Ήταν τόσο εκλεκτός και τόσο δίκαιος και άγιος, ώστε οι Ιουδαίοι ένοιωθαν μειονεξία, ένοιωθαν δυστυχείς, διότι δεν είχαν άλλον από το γένος τους σαν τον Ιάκωβο. ΄Ετσι, όταν μάλιστα τους κατέκρινε, επειδή δεν δέχθηκαν τον Χριστόν ως τον Μεσσία τους, από αντίδρασι και ζήλεια τον ανέβασαν στο υψηλότερο σημείο του ναού, στο πτερύγιο, και τον έρριξαν κάτω, αλλά εκείνος δεν απέθανε. Τρέχουν τότε με μοχθηρία και τον σκοτώνουν. 

Για μας έχει σημασία όχι μόνον το ότι ήταν μέγας στην πίστι, στην αρετή και στα μαρτυρικά κατορθώματα, αλλά και το ότι ήταν ευγενέστατος. Θα λέγαμε ότι υπήρξε υπόδειγμα κοινωνικής ευγενείας, δηλαδή πώς να συναναστρεφώμεθα με τους ανθρώπους, πώς να διοικούμε ανθρώπους και πώς να υποτασσώμεθα σε αυτούς. Επίσης, πώς να είμεθα αγαπημένοι, πώς να είμεθα μία εικόνα, μία σκηνή, ένα σπίτι, μία καρδιά, μία αγάπη. Επειδή ήταν τόσο λεπτός, τόσο ευγενής, τόσο γλυκύς, δεν υπήρχε ούτε ένας στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων που να μην τον αγαπά και να μην τον εμπιστεύεται. Ο Θεός θέλει να είμεθα στην καθημερινή μας ζωή τέτοιοι, ώστε να μας αγαπούν οι άλλοι και να μας νοιώθουν ευχάριστους. Να μπορούν να επικοινωνούν μαζί μας, να πουν την χαρά τους, την λύπη τους, τα προβλήματά τους. Να νοιώθουν ότι είμαστε καρδιές που ζούμε κοντά η μία στην άλλη και μπορούμε να βοηθούμε ο ένας τον άλλον.
Ενώ υπήρχαν πολλά προβλήματα κατά την αποστολική εποχή, κανείς δεν είχε διαφορές με τον άγιο Ιάκωβο. Αντιθέτως, και εκείνους που ήταν διηρημένοι -η διαίρεσις είναι ένα σκουλήκι που μπαίνει παντού· ακόμη και στον παράδεισο μπήκε!- ο άγιος Ιάκωβος τους συνέδεε. Ενθυμείσθε ότι η αρχέγονος Εκκλησία, κατά την ανθρώπινη αντίληψι, κινδύνευε να διαλυθή, μαζί και το έργο του Λυτρωτού, του Χριστού. Δεν ήτο δυνατόν όμως να καταστραφή, διότι ο Θεός βρήκε ανθρώπους και επιβίωσε η ευλογημένη κατάστασις που δημιούργησε η σταύρωσις και η ανάστασις του Χριστού. Όπως γνωρίζετε, υπήρχε διαμάχη ανάμεσα στους χριστιανούς τους προερχομένους από τους Ιουδαίους και τους προερχομένους από τους Ελληνιστάς· δεν μπορούσαν να συμβιώσουν. Οι επιδράσεις, των μεν από τον νόμο, των δε από την ελληνική παιδεία, τους δημιουργούσαν διαρκώς δυσκολίες στην μεταξύ των κοινωνία. Ποιος τους συνέδεσε; Ο άγιος Ιάκωβος, ο οποίος στο τέλος επέτυχε να συγκαλέση την Αποστολική Σύνοδο στην οποία προήδρευσε. Δεν θα μπορούσε κανείς άλλος απόστολος να προεδρεύση παρά μόνον αυτός, διότι ήξευρε να ισορροπή τις καρδιές των ανθρώπων, να καταλαβαίνη τα πνεύματα και να βοηθή τους πιστούς, χωρίς να θυσιάζη την ουσία.
Ακόμη είναι γνωστό ότι συμφιλίωσε και τον Πέτρο με τον Παύλο. Είχαν φθάσει οι σχέσεις τους σε παροξυσμό. Ο απόστολος Παύλος ήθελε να πάη στα Ιεροσόλυμα. Καθυστερούσε όμως, διότι φοβόταν ότι δεν θα τον δέχονταν. Τον θεωρούσαν σχεδόν εθνικό, επειδή δεν τηρούσε τις διατάξεις του νόμου. Ήταν γεμάτη η καρδιά τους από υποψίες εναντίον του. Από την άλλη ο Πέτρος, του οποίου γνωρίζομε τον χαρακτήρα από τα περιστατικά της ζωής του, ήταν ένας αυθόρμητος άνθρωπος και με ορμή θα επέπιπτε στον απόστολο Παύλο, ο οποίος τον είχε ελέγξει στην Αντιόχεια για το θέμα αυτό. Ο άγιος Ιάκωβος όμως τους συμφιλίωσε.
Ο άγιος Ιάκωβος ήταν πτωχότατος, ο πιο πτωχός άνθρωπος της εποχής εκείνης. Δεν φορούσε πολυτελή ενδύματα, αλλά έναν χιτώνα λευκό, και περπατούσε ξυπόλυτος. Και αυτό ήταν ένα εξωτερικό σημάδι, το οποίο δεν χώνεψαν ποτέ οι Εβραίοι. Ήταν και αθλητής! Γερός αθλητής, πρώτος στο αγώνισμα των γονυκλισιών. Τα γόνατά του είχαν γίνει σαν της καμήλας, γεμάτα κάλους. Τόσο πολύ δούλευε νύκτα και ημέρα. Την ημέρα για τις καρδιές των ανθρώπων και την νύκτα ενώπιον του Θεού. Ο άγιος Ιάκωβος λοιπόν μας έδωσε τις αφετηρίες της λεπτότητας, της ευγενείας και των κοινωνικών δομών της ανθρωπίνης ζωής, τις οποίες συναντάμε κυρίως στην πιο ωργανωμένη και αρχαιότερη κοινωνία, την μοναχική πολιτεία.
Ο μοναχισμός είναι μία πραγματική κοινωνία, μία σύναξις. Στο μοναστήρι οι μοναχοί δεν είμαστε άτομα και απλά ονόματα, αλλά όλοι μαζί αποτελούμε μία καρδιά, ένα σώμα. Δεν ξεχωρίζομε. Και καθώς τα μοναστήρια, ως επί το πλείστον, έχουν περισσότερους μοναχούς και λιγώτερα κελλιά, ο ένας είναι πλάι στον άλλον και αναπνέει την αγάπη της καρδιάς του. Ό,τι υπάρχει στον μοναχισμό είναι υπόδειγμα του ουρανού. Η Εκκλησία παίρνει τα υποδείγματα αυτά και τα προσφέρει στους πιστούς, όπως έκαναν και οι Πατέρες.
Ο κόσμος νομίζει ότι, όταν κάποιος πάη στο μοναστήρι, φεύγει από την κοινωνία και αγριεύει. Το λέγουν αυτό, διότι αγνοούν ότι οι μοναχοί είναι οι περισσότερο κοινωνικοί άνθρωποι. Να ξεύρετε ότι κανείς δεν μπορεί να γίνη μοναχός, εάν δεν είναι κοινωνικός, εάν δηλαδή δεν μπορή να επικοινωνή με τους ανθρώπους και να αντιμετωπίζη όλες τις κοινωνικές δυσκολίες. Αν δυσκολεύεται να παντρευθή, να δημιουργήση οικογένεια, επίσης δεν μπορεί να γίνη μοναχός. Πρέπει να νοιώθη ασφαλής στην ζωή του. Δεν είναι καταφύγιο τα μοναστήρια. Επομένως, ο μοναχός μπορεί να επιτύχη όλα τα προηγούμενα, τα οποία αγαπά, δεν τα αρνείται, δεν τα κατηγορεί, δεν τα περιφρονεί, αλλά προτιμά κάτι ανώτερο για τον εαυτό του.
Το μοναστήρι είναι μια πολύ ζεστή αδελφότητα. Όλοι είναι μέλη ενός σώματος, του σώματος του Χριστού. Εκεί νοιώθει κανείς αυτό που λέγει ο απόστολος Παύλος στους Κορινθίους, οι οποίοι ήταν διηρημένοι, «είτε πάσχει εν μέλος», παραδείγματος χάριν το αριστερό μου χέρι, «συμπάσχει πάντα τα μέλη»· δηλαδή το μάτι μου θα σκύψη να δη τι έχει το χέρι, και το δεξί μου χέρι θα κοιτάξη να το βοηθήση. Όλα τα μέλη βοηθούν το ένα το άλλο. Εάν πάσχη ένα μέλος, το άλλο λυπάται και το βοηθάει. Εάν χαίρη, εάν δοξάζεται το εν μέλος, συγχαίρουν πάντα τα μέλη· όλο το σώμα μας χαίρει.
Ας πλησιάσωμε τώρα τις κοινωνικές συνθήκες ενός μοναστηριού αρχίζοντας από την ιδιοκτησία, για την οποία κάθε τόσο γίνεται μεγάλη συζήτησις. Πόσοι νόμοι ψηφίζονται και πόσα δικαστήρια γίνονται για την ιδιοκτησία! Στο μοναστήρι δεν υπάρχει ιδιοκτησία. Δεν επιτρέπεται στον μοναχό ούτε για μία μύτη μολυβιού να πη ότι είναι «εμή», δική μου. Το «εμόν» και το «σον» δεν υπάρχει στην μοναχική ζωή. Αγαπούν οι άνθρωποι τα μοναστήρια και από την αγάπη τους κάνουν λάθος και δίνουν δώρα στους μοναχούς, αλλά κανείς δεν κρατάει κάτι. Όλα τα δίνουν στον Γέροντα ή λέγουν στον επισκέπτη να τα δώση εκείνος. Δεν υπάρχει τίποτε δικό μου ή δικό σου. Έχει εξοστρακισθή αυτό, έχει αποβληθή. Οπότε η αφετηρία του μαρασμού -διότι από εκεί ξεκινούν οι μεγάλες έριδες- εκλείπει από το μοναστήρι. Ας πάμε τώρα στο άλλο ζήτημα, που αφορά την εργασία.
Πώς είναι η εργασία στο μοναστήρι; Στον κόσμο τελειώνει κανείς το λύκειο και, για να πάη στο πανεπιστήμιο ή σε κάποια άλλη εργασία, ανταγωνίζεται με εκατοντάδες υποψηφίων. Κουράζεται, αρρωσταίνει, παίρνει φάρμακα, ξεκουράζεται, κουράζεται πάλι, αγωνιά. Μέχρι να γίνη επιστήμων, να έχη την δική του εργασία, πόσα και πόσα δεν έχει τραβήξει! Εάν βεβαίως επιτύχη εκεί που θέλει! Εάν τον ικανοποιή αυτό το επάγγελμα! Στο μοναστήρι δεν υπάρχει αυτή η αγωνία, διότι δεν υπάρχει επιθυμία. Κανείς δεν λέγει, εγώ θέλω αυτό το διακόνημα. Μπορεί όμως ο μοναχός να πη την γνώμη του, τον λογισμό του, διότι το μοναστήρι δεν είναι φυλακή. Είναι ελεύθερος κόσμος και ο καθένας προσφέρει αυτό που λαχταράει, αυτό που θέλει η δική του η καρδιά. Επομένως, μπορεί να πη τον λογισμό του ως ελεύθερος άνθρωπος, αλλά κανείς δεν είναι ελεύθερος, εάν δεν μπορή να υποτάξη την γνώμη του στην θέλησί του. Έτσι δεν υπάρχει επιθυμία η οποία δημιουργεί δυστυχία στην ζωή μας.
Ακόμη, το κριτήριο δεν είναι η επιτηδειότης. Στον κόσμο ο έξυπνος μπαίνει στο πανεπιστήμιο, όποιος δεν είναι έξυπνος μένει έξω και υποφέρει για να ζήση. Στο μοναστήρι έξυπνος, σοφός, άσοφος, μορφωμένος, κατηρτισμένος, καλός, κακός, αδύνατος, άρρωστος, ο,τιδήποτε και αν είναι, δεν λαμβάνεται υπ' όψιν. Αυτό το οποίο κυρίως λαμβάνεται υπ' όψιν είναι το πνευματικό συμφέρον του μοναχού. Προσπαθεί το μοναστήρι να δη ποιο είναι το συμφέρον της ψυχής, η οποία ήλθε εις τον Χριστόν, για να κερδίση την αιωνιότητα και τον παράδεισο. Αυτό το διακόνημα τον βοηθάει, το άλλο τον κουράζει, θα τον βάλωμε, χωρίς να το ξεύρη, στο διακόνημα που τον βοηθάει.
Επίσης, λαμβάνεται υπ' όψιν το συμφέρον της αδελφότητος. Είδατε ότι ανέφερα την λέξι διακόνημα και όχι επάγγελμα, διότι στο μοναστήρι με την εργασία μου διακονώ τον αδελφό μου, γίνομαι υπηρέτης του, αποκτώ το επάγγελμα του Ιησού Χριστού, ο οποίος «ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι». Ο μοναχός διακατέχεται από αυτήν την επιθυμία της διακονίας των άλλων. Επομένως, το δεύτερο κριτήριο είναι η διακονία, το συμφέρον της αδελφότητος.
Εν συνεχεία η ειρήνη των μελών. Ας υποθέσωμε ότι έχομε έναν καθηγητή, ο οποίος ευρίσκεται σε διάστασι με τον γυμνασιάρχη. Τι διαπληκτισμοί, τι ύβρεις, τι αμαρτίες, τι απάτες, τι δικαστήρια μπορούν να γίνουν! Στο μοναστήρι όταν δούμε ότι δυο άνθρωποι δεν τα πάνε καλά, ως αδύνατοι που μπορεί να είναι, εάν δεν καταφέρουμε να τους κάνωμε πολύ δυνατούς -και είναι φυσικό να μην είναι όλοι δυνατοί- τότε, όταν έλθη η ώρα να δώσωμε και πάλι τα διακονήματα, ο καθένας θα πάρη διαφορετικό διακόνημα. Τα πάντα λύνονται ειρηνικά.
Βλέπετε ότι η ευθύνη δεν είναι του μοναχού. Αυτός είναι ήρεμος, απηλλαγμένος από κάθε φροντίδα και μέριμνα. Κάνει υπακοή με την οποία διακονεί το σώμα της αδελφότητας και οικοδομεί την ψυχή του. Έχει την καρδιά του χαρούμενη και ελεύθερη, για να μπορή να προσεύχεται.
Μιλήσαμε για την ιδιοκτησία και την εργασία, ας δούμε τώρα την δικαιοσύνη. Λέγουν οι σημερινοί άνθρωποι ότι δεν μας χρειάζεται αγάπη· μας χρειάζεται δικαιοσύνη. Και εμείς λέμε ότι την δικαιοσύνη θα την βρούμε επάνω στον ουρανό· εδώ μας χρειάζεται η αγάπη. Επειδή ξεύρομε ότι η δικαιοσύνη εξαρτάται από την αληθινή αγάπη, η δικαιοσύνη μας οδηγεί και δίνει το σκήπτρο στην αγάπη. Η αγάπη είναι μία δωρεά του Χριστού προς το σώμα του και, εν προκειμένω, προς την αδελφότητα. Πράγματι, χωρίς αγάπη δεν ζη καμία μοναχική αδελφότητα. Οι μοναχοί ζουν διότι αγαπούν. Η αγάπη είναι μίμησις του Χριστού, διότι «αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς». Επομένως, όταν αγαπώ, σημαίνει ότι έχω πάρει δωρεά, έχω πάρει χάρι από τον Θεόν και ότι μιμούμαι τον Χριστόν.
Η αγάπη αποσκοπεί στο να μπορή ο ένας να δίνη χαρά στον άλλον να στερούμαι εγώ εκουσίως, για να έχη περισσότερα ο άλλος· να θυσιάζω τον εαυτό μου, για να νοιώθη ο άλλος άνετα, να νοιώθη ασφάλεια στην ζωή του. Η αγάπη είναι ένας συνεκτικός δεσμός που μας δένει με την Εκκλησία και ταυτόχρονα με τον Χριστόν. Πώς το πετυχαίνομε αυτό; Με το «ανεχόμενοι αλλήλων εν αγάπη», όπως λέγει ο απόστολος Παύλος· με το να δεχώμεθα τον άλλον όπως είναι. Μουρμουρίζει; Άφησέ τον να μουρμουρίζη. Εάν θέλης να τον κάνης να μη μουρμουρίζη, εκείνος θα μουρμουρίζη πιο πολύ και εσύ θα στενοχωριέσαι και θα φωνάζης. Ο άλλος σηκώνεται, κάνει πολύ θόρυβο και σε ξυπνά. Κάτι ανάλογο θα κάνης και εσύ, αλλά δεν το καταλαβαίνεις. Άφησέ τον, γιατί, αν προσπαθήσης να τον διορθώσης, θα θελήση να διορθώση και εκείνος τα δικά σου σφάλματα. Μόνον ο Γέροντας διορθώνει τους ανθρώπους στο μοναστήρι· ποτέ ο μοναχός, εκτός εάν τον επηρεάζη πονηρό δαιμόνιο, οπότε κάνει παρατηρήσεις, συμβουλεύει, λέγει στον άλλον κάνε αυτό, κάνε εκείνο. Ο αληθής μοναχός ποτέ δεν συμπεριφέρεται έτσι. Στο μοναστήρι ένας είναι ο πατέρας και όλοι οι άλλοι είναι αδελφοί. Βλέπετε με πόση θαλπωρή τα έχει φροντίσει η Εκκλησία μας; Γι' αυτό λείπουν οι θυμοί, οι κραυγές που προέρχονται από τις διαφωνίες, λείπει η κακία, η εκδίκησις και όλοι γίνονται χρηστοί. Τι σημαίνει χρηστός; Εκείνος, του οποίου η απουσία δεν περνάει απαρατήρητη, διότι είναι χρήσιμος και εύσπλαγχνος. Πώς γίνονται όλοι χρηστοί; «Χαριζόμενοι εαυτοίς». Καταλαβαίνω, παραδείγματος χάριν, ότι ο άλλος είναι θυμωμένος μαζί μου. Δεν του μιλώ άσχημα. Του συμπεριφέρομαι με πολλή ευγένεια και αγάπη μιμούμενος τον Κύριον.
Ακόμη, εκφράζομε την αγάπη μας με το να τιμάμε ο ένας τον άλλον. Ποτέ δεν καθόμαστε ενώπιον μεγαλυτέρου, παρά μόνον εάν μας το πη ή εάν πάρωμε την άδειά του. Εάν κάποιος έχη μία αποτυχία, κάνη ένα σφάλμα, έχη έναν πόνο, θα του δείξωμε μεγάλη αγάπη, ώστε να ισορροπήση και να απαλλαγή από τα προβλήματα, φροντίζοντας έτσι «τα ετέρων έκαστος», όπως λέγει και ο απόστολος Παύλος εις τους Φιλιππησίους. Ο καθένας μας ας κάνη εκείνο που θέλει ο άλλος. Ο άνδρας, αυτό που θέλει η γυναίκα. Η γυναίκα, αυτό που θέλει ο άνδρας.
Βλέπετε, αδελφοί μου, πόση λεπτότητα υπάρχει στην Εκκλησία και μάλιστα στους αγίους; Οι άγιοι είναι προσεκτικοί, διότι έχουν γευθή την γλυκύτητα και την ειρήνη του Αγίου Πνεύματος και, εάν δεν τα προσέξουν αυτά, θα χάσουν την ειρήνη. Οι άγιοι προσπαθούν πάντοτε να μη λυπήσουν κανέναν άνθρωπο, ούτε και τα ζώα. Βλέπουν τον άλλον σαν να είναι ο Χριστός. Και είναι πράγματι ο Χριστός, διότι είναι εικόνα του Θεού. Επομένως, αγαπούν τον άνθρωπο, επειδή είναι εικόνα του Θεού. Έτσι ο Χριστός και ο άνθρωπος γίνονται ένα στην καρδιά τους, στα έγκατά τους.
Όταν ο άνθρωπος μας δίνη την αγάπη του Θεού, την ευγένεια, την λεπτότητα, αυτό είναι κοινωνία Θεού. Θέλεις να κοινωνάς σώμα και αίμα Χριστού; Κοινώνησε. Υπάρχουν όμως και άλλοι τρόποι κοινωνίας. Να τι λέγει ένας από τους μοναχικούς κανόνες του Μεγάλου Αντωνίου: «Ποτέ μη δυσκολέψης τον άλλον, ποτέ μην προσπαθήσης να επιμείνης στον λόγο σου». Είπες κάτι και ο άλλος σου απαντά: Όχι, δεν είναι έτσι όπως το λες. Μην προσπαθήσης να αποδείξης ότι έχεις δίκαιο, αλλά βρες έναν ευγενή τρόπο να καταλάβη ότι είναι ο νικητής. Διότι, εάν δεν νοιώση ότι αυτός είναι ο νικητής, θα δημιουργηθή μέσα του πικρία, αντίδρασις, φαρμάκι, εκδικητικότης, μειονεξία και τόσα άλλα. Θα υποχωρήσης χωρίς να το δείξης, χωρίς να το καταλάβη, ώστε να νομίση ότι σε έπεισε. Εσύ βεβαίως θα παραμείνης σταθερός στην αλήθεια. Εάν δεν συμπεριφερώμεθα έτσι, θα μας κυβερνά το πονηρόν, όπως συνεχίζει ο κανόνας του Μεγάλου Αντωνίου.
Ας δούμε επίσης τι λέγει ο Μέγας Αθανάσιος για τον Μέγαν Αντώνιο, ο οποίος, παρ' ότι ήταν γέρων, νήστευε κάθε ημέρα. Αυτός, που ζούσε σκληρή ζωή και καθημερινά πάλευε με τους δαίμονες και έμεινε εξάμηνα ολόκληρα χωρίς να τον βλέπη άνθρωπος, όταν επέστρεφε στους ανθρώπους, ήταν «χαρίεις», γεμάτος χάρι, «και πολιτικός», δηλαδή διπλωμάτης με την καλή έννοια της λέξεως. Δεν λέμε ευθέως την αλήθεια. Δεν την αντέχει ο άλλος. Επιστρέφει, επί παραδείγματι, ο σύζυγος στο σπίτι και η σύζυγος έχει κάνει κάποιο λάθος. Τότε της επιτίθεται ο σύζυγος: «Λάθος έκανες. Αυτή είναι η αλήθεια. Η αλήθεια να λέγεται!» Δεν είναι αυτή η αλήθεια. Δεν είναι αυτό αγάπη. Αυτό είναι εγωισμός. Αυτό σημαίνει ότι δεν αγαπάς την γυναίκα σου που την αγκαλιάζεις κάθε ημέρα, αφού της δίνεις μια στο κεφάλι και στην καρδιά της. Πώς συμβιβάζονται αυτά; Το ίδιο ισχύει και για την γυναίκα με τον άνδρα, για τον Γέροντα με τον υποτακτικό, τον υποτακτικό με τον Γέροντα, τον αδελφό με τον αδελφό. Και συνεχίζει ο Μέγας Αθανάσιος: «Τον δε λόγον είχεν ηρτυμένον τω θείω αλάτι». Όταν μιλούσε ο Μέγας Αντώνιος, ένοιωθες μία χάρι, μία γλυκύτητα, μία ευφροσύνη. Εύρισκε τόσο όμορφες λέξεις, τόσο ωραία νοήματα, τέτοιον ωραίο τρόπο, ώστε αναρωτιόσουν: Σοφός είναι; πώς μιλάει τόσο ωραία; Αν κάποιος έχη επισκεφθή τον π.Παΐσιο, συνήντησε έναν τέτοιον άνθρωπο. Είναι χαριέστατος. Όλα όσα λέγει αξίζει να καταγραφούν. «Δι' αυτό», συνεχίζει ο Μέγας Αθανάσιος, «κανείς δεν φθονούσε τον Μέγαν Αντώνιο, ούτε τον ζήλευε, αλλά χαίρονταν και έτρεχαν όλοι κοντά του». Να λοιπόν τι σημαίνει ευγένεια.
Οι άγιοι Πατέρες τονίζουν ότι, για να μπορούμε να είμεθα τέτοιοι άνθρωποι, δεν πρέπει ποτέ να λέμε όχι στον άλλον αλλά μόνον στον εγωισμό μας. Καλώς σου φέρεται ο άλλος; Καλύτερα να φερθής εσύ. Κακώς σου φέρεται ο άλλος; Κάλλιστα να φερθής εσύ, διότι αυτό απαιτεί η άρνησις του εγώ σου. Να νοιώση ο άλλος ότι κάθομαι και τον ακούω με σεβασμό.
Έτσι, αδελφοί μου, η αγάπη γίνεται, κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, ένας «δεσμός άλυτος». Ό,τι και αν κάνης, δεν μπορεί να λυθή. Δένει όλους εμάς που είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι, αλλά γι' αυτό είμαστε χρήσιμοι. Κανένας από εμάς δεν είναι όμοιος με τον άλλον. Αυτή η αγάπη διορθώνει τα πάντα. Και συνεχίζει ο άγιος Ιωάννης που ήταν ερημίτης: «μη πλήξαι αδελφού συνείδησιν έν τινι»· ποτέ μην πληγώσης άνθρωπο, ούτε για καλό ούτε για κακό. Όλα λοιπόν, και η πνευματική πορεία και τα χριστιανικά αθλήματα και η αρετή και η προσευχή, έχουν την αρχή τους στην ευγένεια και την κοινωνικότητα του ανθρώπου.
Ας αναφέρωμε μερικά παραδείγματα από το μοναστήρι, για να δήτε πώς τακτοποιείται εκεί η καθημερινή ζωή των μοναχών, θέλει κάποιος να πάη στο κελλί ενός αδελφού; θα αναλογισθή: Μήπως είναι ώρα προσευχής; Αν είναι ώρα προσευχής, δεν θα πάη, θα τον σεβασθή. Αν καταλάβη ότι εκείνη την ώρα διαβάζει ή κάνει κάτι άλλο, θα κτυπήση την πόρτα και θα πη: «Δι' ευχών των αγίων Πατέρων ημών». Βάζω τους αγίους μπροστά και μπαίνω μέσα, για να είναι οι άγιοι που θα μας ενώνουν. Είδατε πόσο ωραία συνήθεια είναι αυτή;
Επίσης, ο Μέγας Βασίλειος σε έναν κανόνα του για τους μοναχούς λέγει ότι δεν επιτρέπεται ποτέ να αργολογή κανείς εις βάρος άλλου. Συναντιόμαστε, λόγου χάριν, με κάποιον, χαιρετιόμαστε και ρωτάμε: Τι κάνεις; Τι κάνει ο Κώστας; Και απαντά ο άλλος: Α, τον καημένο τι έπαθε! Έτσι κι έτσι... Αυτά που λες για «τον καημένο» είναι αρετή; Είναι έπαινος; Είναι τιμή για εκείνον; Γιατί αναφέρεις το όνομά του, αφού μάλιστα δεν είναι μπροστά σου; Εάν ήταν, θα φοβόσουν να μιλήσης· τώρα που δεν είναι, γιατί δεν σέβεσαι και δεν φοβάσαι τον άγγελό του που είναι παρών, τον Χριστόν που είναι ανάμεσα μας; Και συνεχίζει ο ίδιος κανόνας ότι κανείς δεν επιτρέπεται να γελάση εις βάρος άλλου. Ας υποθέσωμε ότι κάποιος έκανε κάτι άσχημο. Το βλέπω εγώ, κάνω νόημα να το δουν και οι άλλοι για να γελάσουν. Αν κάνης κάτι τέτοιο, έχεις «αφορισμόν μίαν εβδομάδα», λέγει ο Μέγας Βασίλειος. Γιατί; Διότι εγέλασες εις βάρος άλλου. Με τον Χριστόν μπορούμε να γελάμε; Με την εικόνα του Χριστού πώς μπορούμε να γελάμε;
Λέγει ακόμη ο Μέγας Βασίλειος ότι δεν πρέπει κανείς να διορθώνη τον άλλον ή να διαπληκτίζεται. Μου λες εσύ, σου απαντώ εγώ. Ανταπαντάς εσύ, σου φέρνω εγώ επιχειρήματα. Επιμένεις εσύ και σου λέγω: Έλα πάλι αύριο να διαβάσω και να τα ξαναπούμε. Έτσι ούτε άνθρωποι είμαστε, ούτε σε κανένα άλλο βασίλειο ανήκομε. Χρειάζεται να προσέχωμε πολύ. Δείτε και κάτι σχετικό με αυτό. Πας, παραδείγματος χάριν, σε ένα συγγενικό σπίτι, σε μία εξαδέλφη σου, και αρχίζεις και λες, λες... Νυστάζει η καημένη, κοιτάζει πότε θα φύγης, εσύ αρχίζεις πάλι τον λόγο από την αρχή, εκείνη κάνει τον σταυρό της μήπως φύγης, αλλά εσύ επιμένεις. Γίνεσαι φορτικός άνθρωπος. Ποτέ να μην είσαι «φορτικός», λέγει ο Μέγας Βασίλειος που ήταν τόσο μεγάλος ασκητής. Παρ' όλο πού είχε γίνει καμπούρης από την άσκησι, ήταν τόσο κοινωνικός άνθρωπος! Και συνεχίζει: Να είσθε «ευπροσήγοροι εν ταις εντεύξεσι»· όταν κουβεντιάζετε, το πρόσωπο σας να γεμίζη θυμηδία, χαμόγελο. «Γλυκύς εν ταις ομιλίαις»· όταν ομιλής, να ρέη γλυκύτητα, να τρέχη μέλι από το στόμα σου. Και ποτέ να μη μιλήσης σκληρά και βαριά· «ουδαμού το τραχύ, καν επιτιμήσαι δέη»· και αν χρειασθή να κάνης στον άλλον παρατήρησι, να τον διορθώσης, επειδή είσαι δάσκαλος, καθηγητής, πνευματικός, πατέρας, μητέρα, ας τον διορθώσης με μεγάλη γλυκύτητα· γιατί άμα πληγωθή, θα κλείση η καρδιά του και θα γίνη χειρότερα.
Ένας άλλος κανόνας για τους μοναχούς, του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, λέγει: «Όταν κατηγορήσης έναν άνθρωπο, όταν καταλαλήσης, τέσσερις μήνες ξηροφαγία». Τι σημαίνει ξηροφαγία; Λίγο ψωμάκι και λίγο νεράκι. Βλέπετε πόσο τιμά τον άνθρωπο; Και άλλος κανόνας λέγει: «Ο κατάλαλος σαράντα ημέρες δεν θα κοινωνήση». Και να σκεφθήτε ότι κοινωνούσαν κάθε ημέρα οι μοναχοί. Όταν εμείς κοινωνάμε τέσσερις φορές τον χρόνο, σημαίνει δέκα χρόνια ακοινωνησία. Και κάτι χειρότερο: η εκδίκησις. Μου έκανες ένα κακό και εγώ το θυμάμαι. Μετά από ένα δύο χρόνια έρχεσαι να μου ζητήσης κάτι και σου λέγω: Θυμάσαι που δεν μου είχες δώσει εκείνο που σου ζήτησα; Για την εκδίκησι ο άγιος Νεόφυτος ο έγκλειστος έλεγε στους μοναχούς του: «Εάν εκδικηθής, τότε αφορισμόν δι' όλην σου την ζωήν». Αφορισμός σημαίνει να βγάλουν τον μοναχό από την αδελφότητα και να τρώη ξέχωρα· να μην έχη κοινωνία με τους άλλους. Αυτό είναι πολύ βαρύ!
Ο Μέγας Βασίλειος κάνει και μία άλλη παρατήρησι, ιδιαίτερα για τις γυναίκες. Πολλά λέγει γι' αυτές, αλλά δεν σας τα λέγω, για να μη σας πικράνω. Αναφερόμενος στις μοναχές λέγει: «Η εννεύσασα οφθαλμούς σχήματι πονηρώ προς το λυπήσαι τη πλησίον αφοριζέσθω εβδομάδα μίαν»· οποία κάνει νοήματα με το μάτι, για να λυπήση την άλλη, έχει αφορισμό μία εβδομάδα. Βλέπετε την ευγένεια των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας;
Να πούμε και για τις επισκέψεις που κάνομε στα σπίτια ή μεταξύ μας εμείς οι μοναχοί; Προσέξτε τρία πράγματα που θα σας αναφέρω. Είναι πολύ απλά. Όταν, λέγει ο όσιος Νείλος που ήταν μεγάλος ασκητής και θεολόγος, συναντιέσαι με κάποιον ή όταν πηγαίνης σε ένα σπίτι, «μη αναμένωμεν πρώτοι προσαγορευθήναι»· μην περιμένης να σου πη ο άλλος καλημέρα. Εσύ να πης πρώτος, εσύ να ταπεινωθής· μην περιμένης να ταπεινωθή ο άλλος. «Ημείς πρώτοι αεί προσαγορεύσωμεν είτε φίλον, είτε έχθρόν». Και αν είναι εχθρός, και αν είναι φίλος, εμείς θα συμπεριφερθούμε με τον ίδιο τρόπο.
Ένας άλλος ασκητής, ο αββάς Ησαΐας, λέγει: «Εάν απέλθης επί ξένης εις οίκόν τινος», αν πας στο σπίτι μιας γνωστής σου ή ενός γνωστού σου, «και εξέλθη και εάση σε κατά μόνας», και ο νοικοκύρης βρεθή στην ανάγκη να σε αφήση μόνο σου, μη σηκώσης το πρόσωπό σου και τα μάτια σου και αρχίσης να περιεργάζεσαι τα πάντα. Ούτε να ανοίξης το συρτάρι για να δης τι έχει, «μήτε θυρίδα», ούτε κανένα παράθυρο για να δης μη τυχόν ανοίγη διαφορετικά, «είτε αγγείον, είτε βιβλίον», γιατί μπορεί μέσα στο βιβλίο να έχη ένα γράμμα δικό του. Μπορεί στο αγγείο να έχη κάτι, που δεν θέλει να το δης εσύ. «Είπε δε αυτώ εξερχομένω»· και για να είναι περισσότερο ανυποψίαστος ο νοικοκύρης, όταν φεύγη, πες του: Σε παρακαλώ, έχεις να μου δώσης να κάνω κάτι μέχρι να επιστρέψης; Για να νοιώση ότι δεν μένεις μόνος σου, αλλά ότι τον αισθάνεσαι παρόντα.
Ο προηγούμενος άγιος, ο άγιος Νείλος ο ασκητής, λέγει ότι, όταν ευρίσκεσαι με κάποιον, να είσαι τόσο σοβαρός και όμορφος και χαριτωμένος, ώστε να είσαι ιεροπρεπής, να είσαι σεβαστός. Το βάδισμά σου να είναι ανδροπρεπές, έστω και αν είσαι γυναίκα. «Εν τη μεταλήψει το ολιγοδίαιτον» όταν συναντηθής με κάποιον και σου βάλη να φας, οπωσδήποτε θα σου παράθεση με όλη την καρδιά του τα καλύτερα φαγητά. Μην αρχίσης και τρως λαίμαργα, διότι θα του δημιουργήσης άσχημη εντύπωσι. Μην προσβάλης τον εαυτό σου. Και αν ακόμη πεινάς, να είσαι ολιγοδίαιτος· φάγε λίγο από όλα και αυτό φθάνει. Γιατί λέγει ολιγοδίαιτος; Διότι πρέπει να είσαι μαθημένος να τρως λίγο, για να μπόρεσης να συγκρατηθής. Αν είσαι μαθημένος διαρκώς να τρως, δεν θα μπόρεσης να φας λίγο. «Εν τω καθεύδειν το σύμμετρον»· αν χρειασθή να σε φιλοξενήσουν, μην πέσης εσύ πρώτος να κοιμηθής και οι άλλοι δεν θα ξεύρουν τι να κάνουν μέσα στο σπίτι. Να κοιμηθής λιγώτερο από όσο κοιμάσαι στο σπίτι σου, διότι πρέπει να κάνης παρέα τους ανθρώπους που σε φιλοξενούν, να κουβεντιάσης μαζί τους, να δείξης την αγάπη σου, να δώσης τα δώρα που έφερες και μαζί με αυτά να δείξης «προθυμία και συντονία». Δηλαδή να τους κάνης να νοιώσουν ότι μπήκε στο σπίτι τους ένας αληθινός άγγελος.
Και ένα τελευταίο, το οποίο αναφέρει ο αββάς Ησαΐας. Παρ' ότι ήταν ασκητής, οι λόγοι του είναι κοινωνικώτατοι και συγχρόνως πνευματικοί και θεολογικοί. Λέγει λοιπόν ότι, εάν κάποιος, ο αδελφός σου ή η μητέρα σου ή η γυναίκα σου, σου ψήση φαγητό και δεν επιτύχη, «μη ειπής αυτώ, ότι κακώς έψησας»· μην πης ότι δεν είναι όπως το περίμενα· «θάνατος γάρ εστι τη ψυχή σου»· είναι θάνατος για την ψυχή σου. Είναι μεγάλο αμάρτημα να πης ότι το φαγητό δεν είναι καλό, διότι η γυναίκα είναι αδύνατος άνθρωπος· μπορεί να έχη κάποιο πρόβλημα, να έχη κάποια δυσκολία. Μπορεί ο αδελφός, ο μοναχός, να ήταν άρρωστος, κουρασμένος, να σκεπτόταν κάτι και να κάηκε λίγο το φαγητό. Δεν χάλασε ο κόσμος. Έτσι ευλογεί ο Θεός το μοναστήρι, έτσι ευλογεί και τα σπίτια μας· διότι και το σπίτι μας είναι μοναστήρι. Πληγώνεται ο άλλος. Γι' αυτό λέγει· «ερεύνησον σεαυτόν ει ης συ ακούσας παρ' άλλου πώς έμελλες θλίβεσθαι, και αναπαύη». Δεν ξεύρεις ότι, αν σου το έλεγαν αυτό εσένα, θα στενοχωριόσουν; Γιατί εσύ στενοχωρείς την γυναίκα σου ή τον αδελφό σου;
Και συνεχίζει ο αββάς Ησαΐας: «Εάν ψάλλητε μετ' αλλήλων», εάν ψάλλετε, εάν τραγουδάτε, «και εις πλανηθή εις λέξιν», και κάποιος κάνει λάθος, «μη ταχέως είπητε αυτώ και ταράξητε αυτόν», μην του πήτε «σώπα, λάθος έκανες», διότι θα τον ταράξετε και όταν θα θελήση να ψάλη ή να τραγουδήση, θα κάνη συνεχώς λάθη. Έτσι δημιουργούνται τα προβλήματα στις ψυχές των ανθρώπων.
Βεβαίως, αυτά ισχύουν για τους μοναχούς, είναι όμως υπόδειγμα και για την οικογένεια που δημιουργούν οι σύζυγοι. Ας δούμε όμως ειδικώτερα την ζωή μας μέσα στον κόσμο.
Κάποτε που ταξίδευα νύκτα με τραίνο και χάλασε και μας κατέβασε άλλου, συνήντησα έναν ηλικιωμένο ιερέα, με μια ιεροπρεπεστάτη γενειάδα. Με πλησιάζει -ήμουν ακόμη νέος, μόλις είχα χειροτονηθή, ούτε γένεια σχεδόν δεν είχα- και με πολύ σεβασμό με ρωτά: Είσθε ιερεύς; Είσθε αρχιμανδρίτης; Αρχιμανδρίτης, του απαντώ, και έσκυψε να μου φιλήση το χέρι αυτός ο άνθρωπος, για τον οποίον έμαθα εκ των υστέρων ότι ήτο άγιος. Τότε τον ερωτώ: Εσείς τι είσθε; Είμαι ηγούμενος δεκατεσσάρων παιδιών, επτά εν τη ζωή και επτά ησφαλισμένων εν τω ουρανώ. Τα επτά τα εξησφάλισα και παλεύω να εξασφαλίσω τα άλλα επτά.
Όλοι μας ζούμε την ίδια ζωή, στην αγκαλιά του Ιησού Χριστού. Υπάρχει όμως μια διαφορά ανάμεσα στο μοναστήρι και στον γάμο. Στο μοναστήρι είναι όλα φτιαγμένα εύκολα, ενώ στον γάμο είναι δύσκολα. Χρειάζεται να γυμνάζωμε πολύ καλά τα μπράτσα μας και τις καρδιές μας, για να αντέχωμε στις δυσκολίες της ζωής. Στο μοναστήρι αλλοιώς ζη, αλλοιώς πορεύεται ο άνθρωπος. Να σας πω ένα παράδειγμα.
Έχομε στο Άγιον Όρος έναν ηγούμενο. Χαριτωμένος άνθρωπος, να του φιλάς και τα δύο χέρια. Είναι απλός, όχι πολύ μορφωμένος. Πώς ήλθε στο Άγιον Όρος; Όταν ήταν δεκαέξι ετών, βλέπει την Παναγία να τον επισκέπτεται και να του λέγη: Θα σου δείξω κάτι που δεν το γνωρίζεις. Θα σου δείξω το Άγιον Όρος. Και σε όραμα του έδειξε όλο το Άγιον Όρος. Ύστερα του έβαλε μπροστά του ένα συγκεκριμένο μοναστήρι και του λέγει: Θέλω να πας σε αυτό το μοναστήρι. Πώς λέγεται, Παναγία μου, το μοναστήρι αυτό; Του είπε το όνομα του μοναστηριού, δεν σας το λέγω όμως, γιατί άμα σας το πω, θα καταλάβετε ποιος είναι. Φεύγει από το σπίτι το παιδί -Θεόκλητος, Μαριόκλητος, Παναγιόκλητος, πώς να τον ονομάση κανείς, αφού τον κάλεσε η Παναγία! - και πάει στο μοναστήρι. Βλέπετε, άλλος είναι ο τρόπος με τον οποίον πηγαίνουν οι μοναχοί στα μοναστήρια, άλλα τα σκιρτήματα, άλλες οι αφετηρίες, άλλα τα βιώματα. Τον καταλαβαίνει ο πατέρας του και τρέχει για να τον προλάβη. Το παιδί μπαίνει σε ένα καράβι για να ταξιδέψη. Ο πατέρας το υποψιάσθηκε και μπαίνει και αυτός. Το παιδί έβλεπε τον πατέρα, αλλά ο πατέρας δεν το έβλεπε. Του σκέπαζε τα μάτια ο Θεός. Στο ίδιο καράβι ήταν, περνούσε ο ένας δίπλα στον άλλον, πήγαιναν να φάνε, ο πατέρας δεν έβλεπε το παιδί. Παραπονιόταν σε όλους, φώναζε: Ένα παιδί και μου φεύγει και αυτό, για να πάη στο μοναστήρι. Όμως δεν τον είδε, διότι τον προστάτευε η Παναγία. Εν συνεχεία, φθάνει σε ένα λιμανάκι, σε έναν δεύτερο αρσανά. Θαύμαζε, διότι όλα του ήταν γνωστά. Του τα είχε δείξει όλα η Παναγία. Τελικά έφθασε στο μοναστήρι, που η Παναγία του χάρισε. Επομένως, το μοναστήρι είναι ένας γάμος μυστικός με τον Χριστόν.
Ο γάμος τι είναι; Είπαμε ότι και ο γάμος είναι ένα άλλο μοναστηράκι. Είναι ένα μυστήριο, διότι με τον γάμο γινόμαστε «σάρκα μία». Τι σημαίνει αυτό; Ότι, όπως εμένα μου δίνει ο Θεός χάρισμα να γίνω μοναχός στο συγκεκριμένο μοναστήρι και να επιτύχω σε αυτό, έτσι δίνει χάρισμα και στον έγγαμο άνθρωπο. Οι δύο γίνονται ένας άνθρωπος ενώπιον του Θεού. Τους αναλαμβάνει ο ίδιος ο Χριστός και τους φορτώνεται στην δική του σάρκα.
Ο απόστολος Πέτρος, αναφερόμενος στο μυστήριο του γάμου και απευθυνόμενος στις γυναίκες, λέγει ότι ο στολισμός της γυναίκας συνίσταται «εν τω αφθάρτω του πραέος και ησυχίου πνεύματος, ο εστίν ενώπιον του Θεού πολυτελές». Η γυναίκα πρέπει να δείχνη στον άνδρα της πραότητα και ηρεμία. Να μην καυγαδίζη με τον άνδρα, να μην επιτίθεται, να μην εκνευρίζεται, να μη στενοχωριέται. Να είναι πράος άνθρωπος. Γιατί το λέγει αυτό στις γυναίκες, ενώ δεν λέγει στον άνδρα να είσαι πράος, να είσαι ήρεμος; Διότι οι άνδρες είναι διαφορετικοί, έχουν άλλη καρδιά, άλλον ψυχισμό. Αυτοί μπορούν εύκολα να εξάπτωνται, έχουν εγωισμό. Άμα του πη κάτι η γυναίκα, το κρατάει μέσα του και αρχίζει να την υποψιάζεται. Συμβουλεύει λοιπόν την γυναίκα: Να είσαι ήρεμη, να έχης πραότητα, να κάνης ό,τι σου λέγει ο άνδρας σου. Και αν σε κτυπήση, χαμογέλασέ του, φίλησέ τον και θα τον κάνης αρνάκι. Εάν δείξης σταθερότητα, τότε έχεις ένα πολυτιμότατο απόκτημα, έχεις ένα σπουδαίο πλεονέκτημα ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων, διότι η συζυγία σας θα είναι καθημερινή αγάπη.
Εν συνεχεία λέγει στους άνδρες: «Οι άνδρες συνοικούντες κατά γνώσιν». Εσύ δηλαδή που απέκτησες γυναίκα και ζης μαζί της, να ζης «κατά γνώσιν». Να ξεύρης τι ζητάει η καρδιά της γυναίκας, να ξεύρης την ιστορία της που σου διηγήθηκε από την πρώτη ημέρα που σε γνώρισε, να μην ξεχάσης τίποτε από όσα σου είπε. Ακόμη, να ξεύρης την ψυχολογία της, διότι ο άνδρας και η γυναίκα δεν είναι το ίδιο πράγμα. Άλλα θέλω εγώ, άλλα θέλει εκείνη. Αλλού τρέχω εγώ, αλλού τρέχει εκείνη. Αλλοιώς μας έπλασε ο Θεός. Άρσεν και θήλυ έπλασε, για να συνδέωνται, να συνενούνται τα διαφορετικά και να προκύπτη μία τελειότητα. Επίσης, να δείχνης ότι αγαπάς την γυναίκα σου, ότι την θυμάσαι, ότι προσέχεις κάθε ανάγκη της. Πώς όμως; Όχι με υπερηφάνεια αλλά «ως ασθενεστέρω σκεύει τω γυναικείω απονέμοντες τιμήν». Στην γυναίκα λέγει να έχη πραότητα προς τον άνδρα. Στον άνδρα λέγει να τιμά την γυναίκα του. Όταν δεν τιμάς την γυναίκα σου, μπορεί να σπάση σαν ένα ποτηράκι, χωρίς μάλιστα να το καταλάβης. Εσύ θα θέλης κάτι, θα επιμένης, θα φωνάζης, θα υβρίζης, θα παρεξηγήσαι, «μα δεν μου το έκανες αυτό, μα δεν μου το έδωσες», αλλά δεν κατάλαβες ότι έσπασε η καρδιά της γυναίκας σου. Και άμα σπάση, έστω και αν ραγίση, δύσκολα αποκαθίσταται. Τι ωραία που τα λέγει ο Απόστολος! Πού τα ήξευραν αυτά οι ευλογημένοι άγιοι; Μα, από την αγιότητα πηγάζουν και απορρέουν αυτά.
Θέλει λοιπόν τιμή η γυναίκα, διότι είναι λεπτή και ευαίσθητη. Πρέπει εσύ, άνδρα, να το κάνης αυτό, διότι «είσθε συγκληρονόμοι χάριτος ζωής», διότι πήρατε ένα χάρισμα και οι δυο μαζί. Το λαχείο που σας έδωσε ο Θεός, δεν είναι μόνον για σένα ή μόνον για εκείνην, είναι και για τους δυο σας. Είσθε συγκληρονόμοι, θα κληρονομήσετε μαζί την αιώνια ζωή. Και όλα αυτά τα λέγει, «εις το μη εγκόπτεσθαι τας προσευχάς υμών». Εάν δηλαδή εσύ, γυναίκα, δεν είσαι πράος άνθρωπος και αν εσύ, άνδρα, δεν σέβεσαι την γυναίκα σου, δεν την τιμάς, δεν θα μπορέσετε ποτέ να κάνετε προσευχή. Διότι η μία σαρξ -«εις σάρκα μίαν έσονται»- γίνεται πολλές σάρκες. Γίνεται μία καταπληγωμένη σάρκα. Και επομένως, έχομε συνεχώς συγκρούσεις, προβλήματα, παράπονα. Έχω παράπονα εγώ από εσένα, εσύ από εμένα. Εγώ θα πάω στον φίλο μου να παραπονεθώ για την γυναίκα μου και συ θα πας στην φίλη σου να παραπονεθής για τον άνδρα σου. Έτσι, επειδή δεν θα έχωμε ηρεμία, χαρά και ειρήνη, δεν θα μπορούμε να προσευχηθούμε και η ζωή μας θα είναι γεμάτη μιζέρια. Αν θέλωμε να φθάσωμε στον Θεόν, λέγει, πρέπει να σκεπτώμεθα κοινωνικά. Βλέπετε ότι το μοναστήρι είναι και μέσα στον κόσμο;
Η μοναχική ζωή είναι υπόδειγμα ανθρωπίνης κοινωνίας. Ούτε η δημοκρατία μπορεί να έχη την τελειότητα αυτή, ούτε η βασιλεία ούτε ο σοσιαλισμός. Κανένα σύστημα δεν επιτυγχάνει την τελειότητα της μοναχικής πολιτείας. Διότι είναι πραγματικά μία κοινωνία αγγελική, θα έλεγα πατερική, δηλαδή όπως ζούσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Αλλά και η έγγαμος κοινωνία μας, οι σχέσεις μας στον κόσμο είναι μυστηριακές.
Εάν δεν ζούμε ειρηνικά αλλά με έριδες, «ουχί σαρκικοί εστε;» λέγει ο απόστολος Παύλος. Όταν φιλονεικήτε, όταν πληγώνεσθε, δεν είσθε σαρκικοί άνθρωποι; Πόσο βαρύς είναι αυτός ο λόγος του αποστόλου Παύλου!
Για να γίνη λοιπόν κανείς μοναχός, πρέπει να είναι κοινωνικός, χαριτωμένος, να ανέχεται ό,τι κάνουν οι άλλοι, να τιμά τους άλλους, να έχη την προαίρεσι του άλλου, δηλαδή να μην αρνήται την γνώμη των άλλων, έστω και αν έχη εκείνος την ορθή γνώμη. Όμως πολύ περισσότερο πρέπει να είμαστε κοινωνικοί και χαριτωμένοι στον κόσμο, όπου οι άλλοι βιάζονται, κουράζονται, τρώει ο ένας τον άλλον.
Εάν ζούμε σύμφωνα με όσα μας λέγουν οι άγιοι, τότε, θέλομε δεν θέλομε, η καρδιά μας θα γεμίση από ουράνια προσευχή. Επίσης, θα μπορούμε να λέμε για το σπίτι μας, «ο Χριστός εν τω μέσω ημών», ο Χριστός είναι ανάμεσά μας, όπως λέγουν οι ιερείς. Δεν θα το πούμε αυτό, όταν κάνωμε μεγάλες προσευχές, μεγάλες νηστείες, πάμε στην εκκλησία, στα προσκυνήματα, κάνωμε κατηχητικά. Όλα αυτά είναι καλά, αλλά θεμέλιο αυτών είναι όσα μας λέγουν εδώ οι άγιοι. Τελειώνοντας θα σας διαβάσω δυο γραμμές από έναν λόγο του Μεγάλου Βασιλείου: «Προπηδάτω ο της παρακλήσεως λόγος των λοιπών σου ρημάτων, κυρών σου την του πλησίον αγάπην». Εσύ που είσαι στο μοναστήρι, όταν πλησίασης τον αδελφό σου, εσύ που είσαι σύζυγος, όταν πλησίασης τον ή την σύζυγό σου, εσύ που είσαι πατέρας, μητέρα, όταν πλησίασης το παιδί σου, «προπηδάτω ο της παρακλήσεως λόγος». Ό,τι θα του πης, ό,τι σκέπτεσαι να του πης, πες το, αφού πρώτα του πης δυο κουβέντες που θα του δώσουν χαρά, παρηγοριά, μια ανάσα. Να τον κάνης να πη, ανακουφίσθηκα, χάρηκα! Να κάνετε τους άλλους να σας καμαρώνουν, να σας αγαπούν, να χοροπηδούν από την χαρά τους, όταν σας συναντούν. Διότι όλοι οι άνθρωποι στην ζωή τους, στο σπίτι τους, στο σώμα τους και στην ψυχή τους έχουν πόνο, αρρώστιες, δυσκολίες, βάσανα, και ο καθένας κρύβει τον πόνο μέσα στο πουγγί του το κρυφό, μέσα στην καρδιά του, στο σπίτι του, για να μην τον ξεύρουν οι άλλοι. Έτσι εγώ δεν ξεύρω τι πόνο έχεις εσύ και εσύ δεν ξεύρεις τι πόνο έχω εγώ. Μπορεί να γελώ, να φωνάζω, να παίζω, αλλά κατά βάθος πονώ και γελώ και φωνάζω, για να σκεπάσω την λύπη μου. Γι' αυτό δώσε στον άλλον πρώτα ένα χαμόγελο.
Και συνεχίζει: «Τιθέσθω... εν φαιδρώ τω προσώπω, ίνα δως ευφροσύνην τω σοι διαλεγομένω». Αφού κάνης τον άλλον να χαμογελάση, το πρόσωπό σου ας μη σταματήση να είναι χαμογελαστό· αυτό σημαίνει «εν φαιδρώ τω προσώπω». Ήλιος ολόλαμπρος να είναι το πρόσωπό σου, ώστε και κατά την συζήτησι που θα κάνης να συνεχίζη να νοιώθη την ίδια ευφροσύνη. «Εν παντί κατορθώματι του πλησίον σου ευφραίνου»· για όποιο κατόρθωμα και χάρισμα έχει ο πλησίον, να χαίρεσαι μαζί του. «Σα γάρ εισι τα εκείνου κατορθώματα, ως και τα σα εκείνου». Να γίνεσθε ο ένας συμμέτοχος του άλλου.
Με αυτόν τον τρόπο γίνεται η συνάντησις των μοναχών και των εγγάμων, των αγίων και των αμαρτωλών, μέσα σε αυτόν τον κοινωνικό στίβο, ώστε να μας δίνη το δικαίωμα και την δυνατότητα να κάνωμε προσευχή. Και όταν κάνωμε προσευχή, λέγοντας την ευχή, βάζομε όλους τους ανθρώπους μέσα στο «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Τον άνδρα μου πρώτα, τον αδελφό μου, το παιδί μου και όλον τον κόσμο. Βλέποντας ο Θεός αυτήν την αγάπησι, αυτόν τον παράδεισο στην καρδιά μου, η καρδιά μου να τους έχη χωρέσει όλους, τότε ο Θεός είναι αδύνατον να μη χωρέση στον παράδεισο και εμένα και εσάς. 
 

8 Οκτωβρίου 2013

Συνοπτική ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας - Γέρων Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης


Την χαρήκαμε, αγαπητά μου παιδιά, πραγματικά την λειτουργία μας σήμερα.
Ακόμη δεν έχει φέξει και τελειώσαμε. Είναι ευκαιρία τώρα να πούμε δυο σκέψεις, διότι πολλές φορές παραπονείσθε ότι δεν μπορείτε να χαρήτε την λειτουργία, δεν την ευχαριστιέστε, δεν την καταλαβαίνετε, δεν μπορείτε να προσευχηθήτε. Άλλες όμως φορές χαρούμενες μου λέτε: Σήμερα λειτουργήθηκα πολύ καλά· την έζησα την λειτουργία.
Άραγε πότε μπορούμε να πούμε ότι την ζήσαμε και πότε το λέμε χωρίς να είναι αλήθεια; Προσευχόμεθα εις την λειτουργίαν, αλλά τι πρέπει να ζητούμε; Ή μάλλον τι μας παρέχει η θεία λειτουργία, για να το ζητήσωμε και, όταν το λάβωμε, να έχωμε την βεβαιότητα ότι εισακούσθηκε η προσευχή μας;
Αναμφιβόλως ο τελικός σκοπός της θείας λειτουργίας είναι η συμμετοχή μας εις την θείαν ζωήν, είναι η δόσις και η αντίδοσις, να δώσωμε και να πάρωμε. Τι να δώσωμε; Τα δώρα, «τα σα εκ των σων». Είναι δώρα του Θεού και τα δίνομε εις αυτόν. Είναι δικά του και του τα προσφέρομε. Του προσφέρομε άρτον και οίνον.
Γιατί άραγε; Με τας θυσίας που προσέφερον οι «παλαιοί», οι Ιουδαίοι, προσέφερον πάντοτε και δώρα, όπως χρυσά και αργυρά σκεύη, απαρχάς, δηλαδή τους πρώτους καρπούς της γης, ή «ζώα των εδωδίμων», από αυτά που τρώει ο άνθρωπος.

Εμείς δεν κάνομε τοιαύτας προσφοράς· προσφέρομε άρτον και οίνον, τα οποία έχει εις την διάθεσίν του αποκλειστικώς ο άνθρωπος και είναι κύρια διατροφή του. Είναι εκείνα τα οποία του εξασφαλίζουν την επίγειον ζωή. Προσφέροντας λοιπόν άρτον και οίνον, αυτά που κατ' εξοχήν αρμόζουν εις την ζωή του ανθρώπου, είναι σαν να προσφέρωμε την ίδια μας την ζωή, την επίκηρον, την επίγειον, την προσωρινήν. Προσφέρομε κάτι το πρόσκαιρο, για να πάρωμε κάτι το αιώνιο, την αιώνιον ζωήν. Εις την δόσιν την ιδικήν μας έρχεται η αντίδοσις του Χριστού· μας παρέχει την ιδικήν του ζωήν, το σώμα του και το αίμα του.

Τι ωραία το λέγει ο Καβάσιλας· «προίκα δίδωσιν ημίν ο Θεός πάντα τα άγια, και ουδέν αυτών προεισφέρομεν, αλλ' ατεχνώς εισι χάριτες». Ο,τιδήποτε μας χαρίζει ο Θεός, και οι επιτυχίες εις τον αγώνα μας και οι αρετές και οι ευσεβείς σκέψεις και τα πάντα, όλα τα άγια, «παν δώρημα τέλειον», είναι «προίκα», δωρεά, και «ατεχνώς χάριτες του Θεού», αποκλειστικώς και μόνον δώρα χαρισμένα από τον Θεόν. Εμείς δεν έχομε τίποτε να προσφέρωμε, τίποτε ενώπιον αυτού να συνεισφέρωμεν· τα πάντα προέρχονται εξ αυτού.

Για να μπορέσει όμως να γίνει αυτή η αντίδοσις που είναι ο τελικός σκοπός της θείας λειτουργίας, για να γίνει και σε μας αυτό που έγινε εν τω προσώπω του Χριστού εις το οποίον δια μιας τοιαύτης περιχωρήσεως και αντιδόσεως ηνώθη η θεία και η ανθρώπινή φύσις, πρέπει να προπαρασκευασθώμεν. Χωρίς προπαρασκευήν, μπορούμε να πούμε ότι ματαίως γίνεται η λειτουργία. «Αλλά το γε επιτηδείους γενέσθαι προς τό δέξασθαι αυτά και φυλάξαι εξ ανάγκης απαιτεί παρ' ημών και ούκ άν μεταδοίη του αγιασμού μη ούτω διατεθείσιν», λέγει πάλι ο Καβάσιλας· ναι, όλα μας τα δίνει ο Θεός, αλλά θέλει να γίνωμε ικανοί, ώστε να δεχθούμε τον αγιασμόν του και τα δώρα του, και άξιοι να τα φυλάξωμε. Αναγκαστικώς λοιπόν, για να μας τα μεταδώσει, πρέπει να διατεθούμε και ημείς καταλλήλως. Επειδή «ούτως αναγκαίον ην προς την τεύξιν των μυστηρίων το ευ έχοντας απαντήσαι και παρεσκευασμένους», δια τούτο ο ιερός συγγραφεύς, ο ερμηνευτής της θείας λειτουργίας, μας λέγει ότι η προετοιμασία ουσιαστικώς και μυστικώς γίνεται εις την θείαν λειτουργίαν. Πώς επιτυγχάνεται αυτό; Με τις ευχές, με τους ψαλμούς, με τα αγιογραφικά αναγνώσματα, με όλα τα λεγόμενα και τα τελούμενα εν αυτή.

Εις τι συνίσταται η προπαρασκευή; Εις την προετοιμασίαν της καρδίας μας, ώστε να γίνει χωρητική της θεότητος. Πώς μας προετοιμάζει, τι προσφέρει η λειτουργία; Τι πρέπει να ζητούμε από τον Θεόν και, όταν το λάβωμε, τότε είμεθα παρεσκευασμένοι, έτοιμοι, να δεχθούμε το σώμα και το αίμα του Χριστού;
Αυτό το θέμα θα μας απασχολήσει σήμερα, παιδιά μου. Και για να εκφράσωμε μερικές σκέψεις, θα μας βοηθήσουν ο συγγραφεύς τον οποίον αναφέραμε προηγουμένως, ο ιερός Καβάσιλας, το αποστολικό και ευαγγελικό ανάγνωσμα και η σημερινή ακολουθία.

Το πρώτον, το οποίο επιτυγχάνομεν εις την θείαν λειτουρ-γίαν, είναι η άφεσις των αμαρτιών μας. Πραγματικά την κερδίζομε. Πώς; Κατ' αρχάς, με τις ευχές οι οποίες αναφέρονται προς τον Θεόν εκ μέρους μας δια των χειλέων του ιερέως και έχουν μιαν δύναμη. Τα ωραιότατα νοήματά τους συντρίβουν την καρδιά μας, και αν ακόμη αυτή είναι πέτρινη. Μας κάνουν να νοιώσωμε την αμαρτωλότητά μας. Αναπεμπόμενες δε και ανερχόμενες οι ευχές εις τον Θεόν τον καθιστούν ίλεων. Δέχεται την παράκλησή μας, διότι έχει υποσχεθεί ότι θα ακούει την προσευχή μας. Εις όλες τις ευχές παρακαλούμε να μας συγχωρήσει ο Θεός. Επομένως, είναι δυνατόν να μη μας ακούσει, την ώρα μάλιστα εκείνην την φρικτήν του μυστηρίου; Μας ακούει και δι' αυτό ακριβώς μας παρέχει την άφεσιν των αμαρτιών. Να σκεπτώμεθα λοιπόν την αμαρτωλότητά μας και να αγωνιζώμεθα να συντριβεί η σκληρότης της καρδίας μας, ούτως ώστε να επέλθει η άφεσις.

Το δεύτερον, το οποίο κερδίζομε, είναι μία μετάθεσις του νου και της καρδίας εις τον ουρανόν· δεν ζούμε πλέον εις την γην την ώρα της λειτουργίας. Προσέξατε τι έλεγε ένα τροπάριο των αίνων, που ψάλαμε; «Δια του σταυρού σου Χριστέ, μία ποίμνη γέγονεν, αγγέλων και ανθρώπων, και μία Εκκλησία· ουρανός και η γη αγάλλεται· Κύριε δόξα σοι». «Δια του σταυρού σου Χριστέ» — ο σταυρός υψώνεται χωρίς χύσιμο αίματος εις την θείαν λειτουργίαν, η οποία είναι μία αναπαράστασις ακριβώς της ζωής του Χριστού, του σταυρικού του θανάτου — «διά του σταυρού σου» και δια της λειτουργίας σου επομένως, όλα γίνονται «μία ποίμνη και μια Εκκλησία». Άγγελοι, αρχάγγελοι και άνθρωποι, ουρανός και γη συμμετέχουν. Όλα γίνονται ένας ουρανός. Οι πάντες και τα πάντα συγχωνεύονται και όλοι και όλα μαζί δοξάζουν τον επί του θρόνου του καθήμενον Χριστόν.
Η λειτουργία μας λοιπόν είναι μία σύναξις των ποιημάτων, των δημιουργημάτων του Θεού και μάλιστα του αγγελικού, του πνευματικού και του ανθρωπίνου κόσμου. Είναι δημιουργία ενός πνευματικού ουρανού, μπροστά στην ομορφιά του οποίου ο επίγειος κόσμος, οι ορατοί ουρανοί ωχριούν. Όταν ζει κανείς αυτήν την αλήθεια εις την λειτουργίαν, αυτόν τον πνευματικόν ουρανόν, αυτήν την παράστασι του σώματος του Χριστού, τότε πλέον δεν νοιώθει άνετα εις τον κόσμο αυτόν. Όποιος μπορεί να χωρέσει και εις την ζωή αυτήν και εις τον κόσμο αυτόν, όποιος μπορεί να βολευτεί, αυτός δεν είναι «εύθετος εις την βασιλείαν του Θεού». Όταν είσαι εις την λειτουργίαν, νοιώθεις ότι είσαι ξένος πλέον για τον κόσμο. Χαίρεσαι, διότι είσαι γεγραμμένος εις την βασιλείαν των ουρανών. Ανάβει η επιθυμία στην καρδιά σου να γίνεις και συ πολίτης της βασιλείας του Θεού. Είναι δύσκολο; Είναι υπόθεσις του Θεού. Όταν οι μαθηταί του Χριστού έτρεξαν, όπως αναφέρεται εις το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, χαρούμενοι εις τον Κύριον διότι έκαναν θαύματα, ευηγγελίζοντο, εκέρδιζαν ψυχές, έβγαζαν δαιμόνια και του είπαν «και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν, Κύριε», τι απήντησεν εκείνος; Μη χαίρετε δι' όλα αυτά, αλλά να χαίρετε διότι τα ονόματά σας εγράφησαν εν ουρανοίς· «ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς». Αυτό είναι το δύσκολο να επιτύχει κανείς· είναι το πραγματικό κέρδος που θα μπορούσε να έχει. Η λειτουργία είναι σαν να μας λέγη: Γίνε και συ εκλεκτός, που θα συγκαταριθμηθείς εις αυτήν την πολιτείαν του Θεού. Να νοσταλγείς πάνω από όλα την βασιλείαν των ουρανών, την κοινωνίαν των αγγέλων και των ανθρώπων, εκεί όπου όλα αγάλλονται, όλα δοξολογούν τον Θεόν.

Το τρίτον, το οποίο κερδίζομε ως αποτέλεσμα του προηγουμένου, είναι ο αγιασμός μας. Μόνον σε αγίους μπορεί να επαναπαυθεί ο Θεός και μόνον με αυτούς μπορεί να επικοινωνεί· «Ότι άγιος ει, ο Θεός ημών, και εν αγίοις επαναπαύη». Γι' αυτό και του ζητούμε συνεχώς να μας αγιάση. Τι είναι λοιπόν ο αγιασμός και πώς επιτυγχάνεται; Είναι ακριβώς η αποκοπή μας από τον κόσμο και τα του κόσμου. Άγιος είναι ο ξεχωρισμένος, ο αφωρισμένος, ο δοσμένος εις τον Θεόν. Επομένως, γινόμεθα ξένοι δια τον κόσμο και επιθυμούμεν πλέον να ανήκωμεν ολοκληρωτικά εις τον Θεόν. Αυτή μας η επιθυμία μας αγιάζει. Γίνεται μία προϋπόθεσις, για να μπορέσωμε να αποκτήσωμε και κάθε άλλην αρετή, απαραίτητη για τον αγιασμόν μας. Η λειτουργία μας λοιπόν είναι ένα δόσιμο, μία προσφορά του εαυτού μας εις τον Κύριον ή καλύτερα μία επανάληψις της προσφοράς μας, μία ανανέωσις της συνθήκης που έχομε υπογράψει μαζί του, τότε που εβαπτιζόμεθα και εχριόμεθα. Κάθε φορά που πηγαίνομε εις την λειτουργίαν υποσχόμεθα και πάλι: Κύριε, σου ξαναδίνω τον εαυτόν μου. Ο αγιασμός μας αυτός όμως γίνεται και με την συμμετοχήν μας εις το σώμα του και εις την ζωήν του. Εν τη λειτουργία γίνεται η σύναξις του λαού του Θεού. Συμμετέχομεν και ημείς. Επομένως, επικοινωνούμεν άμεσα με τον Θεόν. Αυτό σημαίνει ότι οι χυμοί του Θεού, η αγιότης του ρέουν μέσα μας, γινόμεθα μέλη Χριστού, γινόμεθα Χριστός. Εκείνος η κεφαλή και εμείς τα μέλη. Αφού η κεφαλή είναι αγία και εμείς γινόμεθα άγιοι ως «μέλη εκ μέρους», ως «σαρξ εκ της σαρκός του και οστά eκ των οστέων του». Συμμετέχομεν εις την ζωήν του. Τι σημαίνει αυτό; Η λειτουργία ουσιαστικώς δεν είναι προσευχή· είναι δόσις και αντίδοσις. Είναι όμως και μία ανάμνησις και μία επανάληψις, μία δράσις. Ο Χριστός ζει τώρα μπροστά μας. Δι' όλων «ορώμεν τον Χριστόν τυπούμενον και τα υπέρ ημών αυτού έργα και πάθη· και γαρ εν τοις ψαλμοίς και ταις αναγνώσεσι και πάσι τοις υπό του ιερέως δια πάσης της τελετής πραττομένοις, η οικονομία του Σωτήρος σημαίνεται».

Επομένως, ολόκληρη η θεία μυσταγωγία είναι εικόνα του ιδίου του σώματος του Χριστού. Ολόκληρη η θεία λειτουργία είναι μία εν χρόνω και εν χώρω επανάληψις της ζωής του Χριστού· σαν να ζει τώρα μπροστά μας ο Χριστός. Διότι αυτά που γίνονται εις την θείαν λειτουργίαν, «εις την του Σωτήρος οικονομίαν αναφέρεται πάντα, ίνα ημίν η αυτής θεωρία προ των οφθαλμών ούσα τας ψυχάς αγιάζη και ούτως επιτήδειοι γινώμεθα προς την υποδοχήν των ιερών δώρων». Κατά την επίγειον ζωή του ο Χριστός εχάρισε την ανάστασίν του εις όλον τον κόσμο. Τώρα «φιλοπόνως θεωρούμενη» η ζωή του Χριστού καθιστά και ημάς ικανούς να ανιστάμεθα εις την ιδικήν του ζωή.

Όλα, όσα λέγονται και πράττονται εις την θείαν λειτουργίαν, αρχικώς είχον ένα πρακτικόν σκοπόν άλλα και ένα δεύτερον: να τυπούν τον Χριστόν· δύο έργα δηλαδή μπορούν να επιτελούν. Η περιφορά, παραδείγματος χάριν, του Ευαγγελίου είχε ένα πρακτικόν σκοπόν. Ταυτοχρόνως όμως είναι και μία τύπωσις και μία δήλωσις και μία φανέρωσις του ιδίου του Χριστού. Επίσης, όπως τα ενδύματα μας καλύπτουν μίαν πρακτικήν ανάγκην, καλύπτουν την γυμνότητα μας και προφυλασσόμεθα από την θερμότητα ή από το κρύο, αλλά συγχρόνως αποκαλύπτουν την ηλικίαν μας, το αξίωμά μας, τον χαρακτήρα μας, υποδηλώνουν τον άνθρωπον, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τα άμφια της θείας λειτουργίας. Υπάρχουν τέλος πράξεις και λόγοι, που έχουν αποκλειστικώς και μόνον συμβολικόν χαρακτήρα, δηλωτικόν της ζωής του Χριστού.

Δι' αυτό εις την λειτουργίαν πρέπει οι οφθαλμοί της διανοίας μας να είναι συνεχώς εις τα νοούμενα και εις τα τελούμενα, ούτως ώστε, συμμετέχοντες μυστικώς εις την ζωήν του Κυρίου, να γινώμεθα ικανοί να συμμετέχωμεν και μυστηριακώς εις αυτήν. Δι' όλων λοιπόν των μέσων «καλλίω... και θειοτέραν εργάζεται την ψυχήν» ή θεία λειτουργία και μας καθιστά αξίους προς υποδοχήν του σώματος και του αίματος του Χριστού.

Ένα τέταρτον, το οποίον προσφέρει η θεία λειτουργία, είναι η άνευ ορίων αγάπη προς τους άλλους, προς τους αδελφούς μας. Το αποστολικό ανάγνωσμα έλεγε· «Ασπάσασθε αλλήλους εν φιλήματι αγάπης». Ένα τέτοιο φίλημα έκαναν οι αρχαίοι χριστιανοί. Σε μας κατηργήθη. Μπορεί όμως να είναι εσωτερικό· με ένα βλέμμα της καρδίας να αγκαλιάζει τρόπον τινά ο ένας όλους τους άλλους. Εν πάση αγάπη και εν πλήρει ενότητι μετά των άλλων πρέπει κανείς να έρχεται εις την λειτουργίαν και ταυτοχρόνως να το ζητεί, για να γίνει μία αύξησις. Πώς μπορεί κανείς να ενωθεί με τον Χριστόν, εάν δεν είναι ενωμένος με το κάθε μέλος του σώματος αυτού;

Τέλος, η θεία λειτουργία με την προετοιμασία που κάνει μέσα μας δημιουργεί πίστιν και εναπόθεσιν των ελπίδων, των δυσκολιών, των προβλημάτων μας εις Εκείνον. Εις την λειτουργίαν δεν πηγαίνομε για να ζητήσωμε αυτό ή το άλλο, δηλαδή να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας. Πηγαίνομε να ζητήσωμε αποκλειστικώς και μόνον Εκείνον. Αφήνομε εις τον Θεόν τα υπόλοιπα, «πάσαν την μέριμναν υμών επιρρίψαντες επ' αυτόν», κατά το σημερινόν αποστολικόν ανάγνωσμα, όπως εκείνος που ρίχνεται στην θάλασσα και αφήνεται να άγεται και να φέρεται από τα κύματά της. Αποκτούμε τότε θάρρος, δικαιώματα· κατακτούμε την ελευθερίαν εις την θείαν λειτουργίαν να μπορούμε να αφηνώμεθα εις τον Θεόν. Διότι, έφ' όσον αφηνόμεθα εις αυτόν και έχομε το δικαίωμα να γίνωμε κάτι το θεϊκό, είναι φυσικό, αφού Εκείνος έχει αρχίσει την ζωή μέσα μας, Αυτός να την φέρη και εις πέρας, να τακτοποιήσει κάθε πρόβλημα εξωτερικό αλλά και πνευματικό. «Ο δε Θεός πάσης χάριτος, ο καλέσας υμάς εις την αιώνιον αυτού δόξαν εν Χριστώ Ιησού ολίγον παθόντας, αυτός καταρτίσει υμάς, στηρίξει, σθενώσει, θεμελιώσει». Ο Χριστός αναλαμβάνει πλέον αυτός ο ίδιος την ζωή μας, να μας δώση σθένος, να μας στηρίξει, να μας καταρτίσει και να μας τελειοποιήσει. Τα πάντα αναλαμβάνει Εκείνος.

Είδαμε λοιπόν ότι εις την λειτουργίαν κερδίζομε την άφεσιν των αμαρτιών, γίνεται μία μετάθεσις του νου και της καρδίας μας εις τον ουρανόν, επιτυγχάνομεν τον αγιασμόν, ενούμεθα εν απολύτω, εν πλήρει αγάπη με όλους τους άλλους, η πίστις ενισχύεται και τα πάντα εναποτίθενται εις τον Θεόν.

Όλα αυτά τα επιτυγχάνομεν με τις ευχές, όπως λέγαμε στην αρχή. Δεν βοηθούν όμως μόνον οι ευχές. Βοηθούν και οι ψαλμοί — ιδίως οι ψαλμοί των αντιφώνων, των οποίων όμως σήμερα δεν διαβάζονται παρά μόνον ωρισμένοι στίχοι — και οι ψαλμωδίες, διότι και αυτά ομιλούν περί του Χριστού. Οι μακαρισμοί εν συνεχεία και τα αναγνώσματα που ομιλούν για την αγάπη του Θεού και το έργο του, μας ανάβουν τον πόθο και την επιθυμία να τηρούμε τις εντολές του.

Τοιουτοτρόπως, δι' όλων των δρωμένων και των τελουμένων εν τη λειτουργία, επιτυγχάνομεν να κάνωμε την ψυχήν μας καλυτέραν, ωραιοτέραν. Δι' αυτόν τον λόγον ο ιερός συγγραφεύς της ερμηνείας της λειτουργίας μας προτρέπει- «Ούτω... αιδεσθώμεν τον ούτως ελεήσαντα, τον ούτω σώσαντα και πιστεύσωμεν αυτώ τας ψυχάς», ας του εμπιστευθώμεν τις ψυχές μας, «και παραθώμεθα την ζωήν, και φλέξωμεν τας καρδίας τω πυρί της αγάπης αυτού· και τοιούτοι γενόμενοι, τω πυρί των μυστηρίων ομιλήσωμεν ασφαλώς και οικείως». Όταν του εμπιστευθώμεν τας ψυχάς μας, όταν του παραθέσωμεν την ζωήν μας, όταν φλέξωμεν τας καρδίας μας με το πυρ της αγάπης του, τότε πλέον είμεθα έτοιμοι και μπορούμε να «ομιλήσωμεν τω πυρί των μυστηρίων ασφαλώς και οικείως», να έλθωμεν εις επαφήν, να αποκτήσωμεν πλέον εμπειρικήν συνάφειαν με το πυρ των μυστηρίων του. Τότε μόνον η εν τη πράξει, η εμπειρική αυτή αίσθησις, η πραγματική αυτή εκζήτησις της ζωής τού Χριστού γίνεται βίωμά μας. Και η μετάληψις των τιμίων δώρων, η μετάληψις της θεότητος και η θέωσίς μας, έρχεται ως απόρροια όσων μας χαρίζει η θεία λειτουργία.

Το τεμάχιο του άρτου, το οποίο πρόκειται να γίνει σώμα Χριστού, το βγάζομε από το πρόσφορο. Δεν προσφέρομε ολόκληρο το πρόσφορο εις τον Κύριον, αλλά ένα τεμάχιό του. Το πρόσφορο εικονίζει την ανθρωπίνην φύσιν, το ημέτερον φύραμα, το ανθρώπινο γένος. Εξήλθε ο Χριστός εκ του ημετέρου φυράματος δια να θεώσει αυτό. Ας εξέλθωμεν και ημείς εκ μέσου των ανθρώπων, δια να θεωθώμεν, δια να προσφερθώμεν εις τον Θεόν. Διότι, προσφέροντας αυτό το αντίτυπον, προσφέρομεν τον εαυτόν μας. Τα αντίτυπα του τιμίου σώματος και του αίματος του Χριστού πρώτα τα εναποθέτομεν ως δώρα εις τον Κύριον επί της αγίας Προσκομιδής και εν συνεχεία τα προσφέρομεν ως θυσίαν επί του αγίου θυσιαστηρίου.

Ας καταστήσωμεν τον εαυτόν μας δώρο διαλεγμένο, δώρο ξεχωρισμένο, δώρο που θα το αφήσωμε μια για πάντα στα χέρια Εκείνου και δεν θα θελήσωμε ποτέ να το πάρωμε πίσω. Όταν προσφερθούμε εις Αυτόν ως δώρο, τότε μόνον θα μπορούμε, πλησιάζοντες και κυκλούντες καθ' εκάστην το θυσιαστήριόν του και προσεδρεύοντες εις αυτό, να προσενέγκωμεν ολόκληρο το είναι μας, τον εαυτόν μας — νουν, ψυχήν και καρδίαν— θυσίαν ζώσαν και ευάρεστον. Το είναι μας μας το εχάρισε Εκείνος· το οφείλομεν εις Εκείνον, ο οποίος δεν θα παύση να είναι το κέντρο και το τέλος, ο σκοπός της ζωής μας.

Αρχιμ. Αιμιλιανού (Σιμωνοπετρίτου), Κατηχήσεις και λόγοι (4) - Θεία Λατρεία, Προσδοκία και όρασις Θεού, εκδ. Ορμύλια 2001

Η ΙΕΡΑ ΜΑΣ ΜΟΝΗ ΑΠΟ ΨΗΛΑ!

ΟΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ