29 Οκτωβρίου 2011

Η χάρη της προσευχής φέρνει το νου σε επαφή με το Θεό (Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού)


Η συνεχής προσευχή χωρίζει το νου απ’ όλα τα νοήματα και έτσι τον εμφανίζει γυμνό από περισπασμούς ενώ­πιον του Θεού·  διότι τα νοήματα προκαλούνται από διάφορα πράγματα. Τα δε πράγματα είναι άλλα αισθητά και άλλα νοητά. Εφ’ όσον λοιπόν ο νους διακινείται μέσα στην περιοχή των πραγμάτων αυτών, αυτά συλλαμβάνει και αυτά τα νοήματα περιφέρει. Η δε χάρη της προσευχής φέρνει τον νου σε επαφή με το Θεό. Αφού δε τον ενώσει με το Θεό, τον χωρίζει απ’ όλα τα νοήματα· τότε ο νους γυμνός πλέον επικοινωνεί μαζί Του και γίνεται θεοειδής. Αφού δε γίνει θεοειδής, ζητεί από το Θεό τα πρέποντα κι έτσι δεν σφάλλει ποτέ στα αιτήματά του, διότι πάντοτε η παράκλησή του πραγματοποιείται από το Θεό. Γι’ αυτό ο Απόστολος Παύλος μας διατάσσει: «αδιαλείπτως προσεύχεσθε…», για να πετύχουμε με την διαρκή συνάφεια του νου μας με το Θεό, σιγά-σιγά την αποκοπή του από κάθε προσκόλληση στα υλικά.

Ερώτηση: Και πώς ο νους μπορεί να προσεύχεται συνεχώς, εφ’ όσον όταν ψάλλουμε ή διαβάζουμε ή συνομιλούμε ή διακονούμε, ο νους διαμοιράζεται σε πολλά νοήματα και θεωρήματα;

Απόκριση: Η Αγία Γραφή τίποτε το αδύνατον δεν προστάζει, αφού κι ο ίδιος ο Απόστολος και έψαλλε και διάβαζε και δίδασκε και διακονούσε και υπέφερε από τους διωγμούς, κι όμως προσευχόταν αδιαλείπτως. Διότι αδιάλειπτος προσευχή είναι το να έχουμε το νου πάντοτε προσηλωμένο με πολλή ευλάβεια και πόθο στο Θεό· να εξαρτάται πάντοτε ο άνθρωπος από την ελπίδα προς Αυτόν και να στηρίζει το θάρρος του για όλα τα έργα του σ’ Αυτόν όλα όσα συμβαίνουν να τα αντιμετωπίζει όπως ο Απόστολος, που έλεγε σ’ όλες τις περιστάσεις: «ποιός μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; θλίψη ή στενοχώρια ή πείνα…, ή μαχαίρι;» (Ρωμ. 8,  35). Και κατόπιν διαβεβαιώνει, συνεχίζοντας: «είμαι βέβαιος ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχές ούτε άλλες ουράνιες  δυνάμεις ούτε παρόντα ούτε μελλοντικά ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε κάποιο άλλο δημιούργημα    θα μπορέσουν  να μας χωρίσουν από την αγάπη του Θεού, όπως φανερώθηκε στο πρόσωπο του  Ιησού Χριστού του   Κυρίου μας». Αυτή λοιπόν την εσωτερική εργασία είχε ο Απόστολος προσευχόμενος συνεχώς και αδιαλείπτως· διότι σε όλα του τα έργα, όπως είπαμε, και σε όλα όσα του συνέβαιναν είχε εξαρτήσει τον εαυτό του από την ελπίδα προς το Θεό. Γι’ αυτό και όλοι οι Άγιοι έχαιραν πάντοτε στις θλίψεις που τους συνέβαιναν­, για να συνηθίσουν να ελπίζουν στο Θεό. Έχω λοιπόν τη γνώμη, ότι αυτή είναι η ασύγκριτη και καθαρή κατάσταση της προσευχής. Να κατορθώσει δηλαδή ο νους να βρεθεί έξω από τη σάρκα και τον κόσμο και να προσεύχεται τελείως απαλλαγμένος από την ύλη και τις μορφές του κόσμου.

Αυτός λοιπόν που θα κατορθώσει να διατηρήσει ακέραιη αυτή την κατάσταση της ψυχής, αυτός πραγματικά προσεύχεται αδιαλείπτως.

(«Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος)

πηγή

Η τελειότητα του κόσμου και η τελείωση της πίστης- Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού

 
Η πίστη στο Χριστό λειτουργεί ανατρεπτικά για τις καθεστηκυίες αξίες της ανθρώπινης ζωής, όχι μόνο όταν φανερώθηκε στον κόσμο, αλλά και σε κάθε εποχή. Και αυτή η πίστη, εκτός από το προσωπικό επίπεδο, άλλαξε και τον τρόπο του σκέπτεσθαι και πράττειν και σε κοινωνικό επίπεδο. Η στάση αυτή μπορεί να μην λειτουργεί στην εποχή μας στις κυρίαρχες νοοτροπίες του πολιτισμού μας, οι οποίες ακολουθούν έναν «δαιμονικό» προσανατολισμό, που έχει αλλοτριώσει και, κατά συνέπεια, αποκαρδιώσει τον άνθρωπο, μπορεί όμως να διασωθεί στην «μικρά ζύμη» της εκκλησιαστικής ζωής, η οποία αιμοδοτεί την ύπαρξη και της δίδει νόημα και προσανατολισμό.

Ο Απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Κορινθίους για την κλήση που έλαβε από το Θεό, αλλά και την πνευματική εμπειρία που συνόδευσε αυτή την κλήση, καταγράφει την φροντίδα του Θεού να μην υπερηφανευθεί, να μην νικηθεί δηλαδή από τον πειρασμό της ικανοποίησης για το έργο που ανέλαβε, για το ότι ο Θεός του αποκαλύφθηκε, για την πνευματική άνοδο μέσω της κοινωνίας με το Θεό, που θα αποτελούσε για τον ίδιο, όπως και για τον καθέναν άνθρωπο, αφορμή πνευματικής συντριβής, αλλά και αναίρεσης τελικά του έργου και της αποστολής σε κοινωνικό επίπεδο. Του εδόθη «σκόλοψ τη σαρκί», κάποιος πειρασμός που τον ταλαιπωρούσε. Ακόμη κι αυτός ο μεγάλος Απόστολος, ο πρώτος μετά τον Ένα, λύγισε κάποια στιγμή και τρεις φορές παρακάλεσε τον Χριστό να άρει τον πειρασμό από πάνω του. Η απάντησή του Χριστού ήταν αντίθετη από αυτήν που θα περίμενε όχι μόνο ο Παύλος, αλλά και ο καθένας που βλέπει το Χριστό με αγάπη και έχει την αίσθηση ότι θα παραμείνει άτρωτος στις δυσκολίες της ζωής: «Αρκεί σοι η χάρις μου . η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται». Ο Παύλος αντελήφθη το νόημά της και σπεύδει να συμπληρώσει: «με περισσότερη ευχαρίστηση λοιπόν θα καυχηθώ για τις ταλαιπωρίες μου, για να κατοικήσει μέσα μου η δύναμη του Χριστού» (Β’ Κορ. 12, 9).

Ο κόσμος πιστεύει και ακολουθεί είτε έναν θεό είτε μια ιδέα είτε έναν πολιτισμό είτε μια στάση ζωής γιατί θεωρεί ότι θα απαλλαγεί από τους φόβους του, γιατί ζητά μία ανταμοιβή που μπορεί να είναι η πρόοδος και η ευλογία του Θεού στη ζωή του, γιατί του αρέσει να ακολουθεί έναν τέτοιο δρόμο, απολαμβάνοντας τα αγαθά και την κάλυψη των επιθυμιών του. Άλλοτε, σπανιότερα, πιστεύει από αγάπη. Έχει ενστερνισθεί το περιεχόμενο της πίστης και την κοινωνία με το πρόσωπο που την εκφράζει είτε έχει κάνει σκοπό και νόημα της ζωής του τον τελικό σκοπό αυτής της πίστης, της ιδέας, της στάσης ζωής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο άνθρωπος είναι ικανός να νικήσει οποιονδήποτε πειρασμό έρχεται να απειλήσει την εκπλήρωση αυτής της πίστης, μπορεί ακόμη να προσφέρει και την ίδια του τη ζωή.

Συνήθως η όποια τέτοια πίστη κάνει τον άνθρωπο ισχυρό και αποδεκτό από τους άλλους. Γι’ αυτό και η πίστη γίνεται αφορμή καύχησης. Ταυτόχρονα, δίνει μια μεταμορφωτική πνοή στον κοινωνικό περίγυρο του ανθρώπου, μία αύρα που μεταδίδεται στους γύρω του. Και όσοι πείθονται, ελπίζουν σε μια καλύτερη ζωή, σε μία ποιότητα διαφορετική σε σχέση με το παρελθόν τους. Όλοι τελικά θεωρούν ότι η πίστη τους είναι αψεγάδιαστη. Οδηγεί σε τέλεια σχήματα και σε τέλειες καταστάσεις. Γι’ αυτό και απορρίπτουν όσους δεν είναι πρόθυμοι να ακολουθήσουν την «αλήθεια» που οι ίδιοι διακηρύττουν, θεωρώντας τους δυστυχισμένους ή αμαρτωλούς ή ανίκανους να βρούνε νόημα στη ζωή τους. Αλλά και οι άλλοι, ακόμη και όσοι δεν μπορούν να ακολουθήσουν τους ισχυρούς αυτής της πίστης, δεν παύουν να τους αναγνωρίζουν και να τους σέβονται, θεωρώντας ότι επιτελούν ένα έργο που οι ίδιοι δεν μπορούν να επιτελέσουν.

Ο Παύλος, μέσα από τον σκόλοπά του, το αίτημά του στο Χριστό και την παράθεση της απάντησης του Κυρίου σ’ αυτό, μας δείχνει μία εντελώς διαφορετική θεώρηση.Είμαι χριστιανός σημαίνει ότι αποδέχομαι όχι την καθαυτό πίστη ως ατελή, αλλά ότι αυτή η πίστη μιλά με τις ατέλειές μου, αποκαλύπτει τις αδυναμίες μου, και γίνεται αφορμή καύχησης στις αποτυχίες μου, διότι η κατεξοχήν νίκη της είναι εναντίον της υπερηφάνειας για την όποια τελειότητα. Πιστεύω σημαίνει ότι είμαι έτοιμος για δοκιμασίες, πειρασμούς και ταλαιπωρίες όχι για να δοξασθώ ή για να γίνω αποδεκτός από τους άλλους, αλλά για να κατοικήσει μέσα μου η δύναμη του Χριστού, που πηγάζει από την ταπεινότητα της μη αντιλοιδορίας όταν λοιδορούμαστε, της μη απάντησης στις ύβρεις και τις συκοφαντίες, της μη πίεσης στις πιέσεις και τους διωγμούς και μία αίσθηση ότι η κατεξοχήν δωρεά αυτής της πίστης είναι το ίδιο το πρόσωπο του Χριστού, που ανέβηκε συγχωρώντας στο σταυρό, ετάφη χωρίς να έχει αμαρτία και αναστήθηκε για να μας δώσει αυτήν την δύναμη της ταπεινοσύνης που μας κάνει αληθινά τέλειους, όχι στον παρόντα χρόνο, αλλά κατά την έξοδό μας από τον βίο τούτο, που σηματοδοτεί το τελείωμα της αμαρτίας, της επίδρασης των σκολώπων στην ύπαρξή μας, και την αφετηρία της συνεχούς κοινωνίας μας με τον Χριστό, οπότε και η ζωή γίνεται ατελεύτητος.

Δεν μας υπόσχεται τελειότητα η ζωή της Εκκλησίας και η πίστη μας. Μας διαβεβαιώνει για σκόλοπες, τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Και τελικά αυτοί οι σκόλοπες μας κρατάνε ταπεινούς. Ο κόσμος μπορεί να επιλέγει τον πλούτο, τα χρήματα, την επιβίωση, τα αγαθά, την επιστήμη και τα άλλα επιτεύγματα, την τελειότητα της ισχύος, την θεραπεία κάθε ασθένειας και να λοιδορεί την Εκκλησία, διότι δεν μπορεί να εξαλείψει κάθε κοινωνικό και πνευματικό πρόβλημα και να μας κάνει να αισθανόμαστε ανεπαρκείς και εν θλίψει. Δεν πειράζει όμως. Καλούμαστε, αγαπώντας τον Χριστό και κοινωνώντας μαζί Του να υπομένουμε στις αδυναμίες, τις θλίψεις, τα παθήματα, τους διωγμούς, το περιθώριο, παραμένοντας η «μικρά ζύμη» , η οποία, εν τη ασθενεία της, «όλον το φύραμα ζυμοί» (Α’Κορ. 5,6). Και αυτή είναι τελικά η ελπίδα που μπορούμε να κομίσουμε στον κόσμο μας, μέσα στην περίοδο της μεγάλης κρίσης, της απαίτησης, της οργής. Η όποια επιστροφή στην ταπεινοσύνη και η εργασία εντός της θα βοηθήσουν τόσο την προσωπική μας πορεία, αλλά και την ευρύτερη πορεία της κοινωνίας μας για να ξαναβρεί προσανατολισμό. Ας καγχάζουν οι ισχυροί και ας επιβάλλουν τους όρους τους, αφήνοντάς μας να τρεφόμαστε από τα ψιχία των τραπεζών τους. Αλλού είναι η θαλπωρή. Και εκεί στρεφόμενοι, στους κόλπους της πίστης, θα αντέξουμε.
 

Προς αναζήτηση της ταπεινοφροσύνης- Γέρων Μωϋσής Αγιορείτης


Θα ξεκινήσω το σημερινό μου κείμενο με την αξιοπρόσεκτη σκέψη του Donald de Marco:

“Είναι παράξενο πράγμα αυτή η έξαψη πολλών γενετιστών μπροστά στην απλή προοπτική να αυξήσουν την ευφυία των ανθρώπων (δεν εκφράζουν καμιά απολύτως επιθυμία να αυξήσουν την ταπεινοφροσύνη τους)! Η ανεπάρκεια ευφυίας όμως δεν δημιούργησε ποτέ σοβαρά προβλήματα στον άνθρωπο. Στην πραγματικότητα πολλά από τα προβλήματά μας συνδέονται με την ευφυία που είναι χωρισμένη και απομονωμένη από τη σωστική χάρη της ταπεινοφροσύνης”.

Δεν κατηγορεί κανείς την ευφυία, γιατί θα ήταν ανόητος, αλλά όταν αυτή είναι συνυφασμένη με την υπεροψία δημιουργεί νοσηρές καταστάσεις. Ένας πραγματικά ευφυής που είναι και αληθινά ταπεινός είναι ό,τι καλύτερο.

Η μεγάλη έλλειψη ταπείνωσης στην εποχή μας δημιουργεί προβλήματα. Η σημαντική αύξηση των πολλών ψυχικών ασθενειών στις ημέρες μας δεν είναι άμοιρη της μόλις παραπάνω ελλείψεως. Δυστυχώς, επιτυχώς ο 20ός αιώνας χαρακτηρίσθηκε ως ο αιώνας των ψυχιάτρων. Τόνοι ψυχοφαρμάκων καταναλώνονται ετησίως σε όλο τον κόσμο. Επιτρέψτε μου μια μικρή παρέκβαση και μη θεωρηθεί, παρακαλώ, αφελής. Μιλάμε για ψυχίατρους που δεν πιστεύουν στην ύπαρξη της ψυχής ως πνοής Θεού. Θεραπεύεται η ψυχή με φάρμακα; Συμφωνώ ότι οι όροι είναι συμβατικοί, για να μπορούμε να συνεννοηθούμε.

Η τρομερή αύξηση των ψυχασθενειών, μικρών ή μεγάλων, χρόνιων ή πρόσκαιρων, ταπεινά φρονούμε, έγκειται εν πολλοίς στην επισταμένη καλλιέργεια των παθών και ιδιαίτερα της υπερηφάνειας. Η υπερηφάνεια, ο εγωισμός, η έπαρση, η μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας, η αίσθηση ότι είναι το κέντρο του κόσμου θολώνει, σκοτεινιάζει, αρρωσταίνει τον άνθρωπο. Τον αγχώνει, τον στενοχωρεί, τον θλίβει, τον νευριάζει, τον οργίζει, τον απομονώνει. Τον κάνει ζηλόφθονο, μνησίκακο, καχύποπτο, φαντασιόπληκτο, εκδικητικό, ανυπόμονο, υποκριτή. Δεν τον αφήνει να ησυχάσει, να γαληνέψει, να χαρεί και να ικανοποιηθεί.

Χρειάζεται συνήθως συνδυασμός επιστημονικής και πνευματικής ιατρείας. Ο Κ. Γιουνγκ έλεγε πως αν είχαμε καλούς εξομολόγους ιερείς δεν θα χρειαζόμασταν τους ψυχιάτρους. Σε ορισμένες περιπτώσεις μανίας, κατάθλιψης, παραλογισμού, χρειάζεται απαραίτητα λελογισμένη χρήση φαρμάκων προς κατευνασμό και ανακούφιση. Πάντως οι ίδιοι οι ιατροί λέγουν πως τα πολλά φάρμακα εθίζουν, ναρκώνουν και αποκοιμίζουν τον άνθρωπο. Μερικοί παίρνουν προληπτικά φάρμακα. Φοβούνται μην και αισθανθούν άσχημα. Δεν υπάρχει όμως χάπι χαράς και ευτυχίας. Ορισμένοι παίρνουν διπλή δόση υπνωτικών, για να είναι σίγουροι. Έτσι όμως σίγουρο πως δεν βοηθούν καθόλου τον εαυτό τους. Σε μερικούς αρέσει να είναι άρρωστοι, για να τους προσέχουν, να τους περιποιούνται, να ενδιαφέρονται γι’ αυτούς.

Πιστεύουμε πως ο ενστερνισμός της ταπείνωσης θα συνδράμει ουσιαστικά για την απόδραση φοβιών, μανιών, διχασμών, μειονεξιών, δειλιών, αϋπνιών, φαντασιών, ενοχών και θλίψεων. Δυστυχώς σήμερα η αγωγή, τα πρότυπα, η όλη ατμόσφαιρα είναι αταπείνωτα. Η ταπείνωση θεωρείται ελάττωμα και όχι αρετή. Η ταπεινολογία και η ταπεινοσχημία, λέει ο ιερός Χρυσόστομος, είναι χειρότερες της υπερηφάνειας. Η ταπείνωση δεν έχει καμία σχέση με την κακομοιριά. Η ταπείνωση είναι αρχοντική, αξιοπρεπής, αξιότιμη και αξιοσέβαστη.

Ο ταπεινός δεν είναι μισοκακόμοιρος, αξιολύπητος, χαζοχαρούμενος, αφελής, καρπαζοεισπράκτορας, ανόητος και αμαθής. Είναι έξυπνος, αλλά δεν κάνει τον εξυπνάκια, γνωρίζει αρκετά, αλλά δεν κάνει τον ξερόλα, μιλά, αλλά δεν αποστομώνει, λέει τη γνώμη του, αλλά δεν προσπαθεί να την επιβάλει. Ο αληθινά ταπεινός δεν παραπονιέται συνεχώς, δεν γκρινιάζει εύκολα, δεν φοβάται πολύ, δεν στεναχωριέται όταν δεν του δίνουν το λόγο, δεν υπερηφανεύεται όταν του δίνουν το λόγο. Ο γνήσια ταπεινός δύσκολα έχει ψυχικές διαταραχές.

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Η ΡΩΜΑΙΑ

«Η αγία Αναστασία έζησε όταν βασιλείς ήταν οι διώκτες της χριστιανικής πίστης  Δέκιος και  Ουαλλεριανός και ηγεμόνας ο Πρόβος. Ήταν Ρωμαία στην καταγωγή, νέα στην ηλικία και ζούσε σε κάποιο Μοναστήρι. Την συνέλαβαν για την πίστη της κι επειδή ομολόγησε την πίστη αυτή με παρρησία, την κτύπησαν στο πρόσωπο. Στη συνέχεια, την άπλωσαν πάνω σε πυρακτωμένους άνθρακες και τη μαστίγωσαν με ράβδους. Την κρέμασαν έπειτα πάνω σε ξύλο, την πίεσαν σε μέγκενη και την τρύπησαν με σιδερένιες ακίδες. Κρεμασμένη την έξυσαν σε όλο το σώμα, της έκοψαν τους μαστούς και της εκρίζωσαν τα νύχια. Της ακρωτηρίασαν τα χέρια και τα πόδια, της αφαίρεσαν τη γλώσσα και της εκρίζωσαν τα δόντια. Στο τέλος, της έκοψαν και το κεφάλι».
Προξενεί κατάπληξη το μαρτύριο της αγίας Αναστασίας. Δεν υπέστη απλώς κάποια βασανιστήρια χάριν της πίστεώς της στον Χριστό, αλλά το κάθε μέλος του σώματός της δέχτηκε πολλαπλά τραύματα, μέχρι σημείου σχεδόν εξαφανισμού της. Η περιγραφή του μαρτυρίου της φέρνει στη μνήμη το τροπάριο από τη Μ. Παρασκευή για τον ίδιο τον Κύριο: «έκαστον μέλος της αγίας σου σαρκός ατιμίαν δι’ ημάς υπέμεινε». Γι’  αυτό και ο υμνογράφος άγιος Ιωσήφ, ο οποίος ζητεί φωτισμό από την αγία, προκειμένου να δοξολογήσει σωστά την αγιότητά της, καλύπτει ένα μεγάλο  μέρος του κανόνα της με την συγκεκριμένη αναφορά στο κάθε είδος από τα μαρτύριά της. Θυμίζει η περίπτωση της αγίας οσιομάρτυρος τα βασανιστήρια άλλων μεγαλομαρτύρων, όπως της αγίας Ευφημίας, για τα οποία εξέφρασε τον θαυμασμό του και ο Γέροντας Παΐσιος, στην εμφάνισή της στο κελί του το 1987.
Ο άγιος υμνογράφος βεβαίως προσπαθεί να δώσει εξήγηση του πώς μπόρεσε η αγία να αντέξει τόσα βάσανα. Έφτασε, λέει, στο δοξασμένο ύψος του μαρτυρίου, με τη νόμιμη άθλησή της, αφού προηγουμένως είχε υπερβεί τα πάθη της σαρκός με την εγκράτειά της. Κι αυτή η υπέρβαση δεν ήταν θέμα μίας στιγμής ή ολίγου χρόνου, αλλά ολόκληρης της ζωής της, αφού από βρέφος αφιερώθηκε στον Θεό. «Εκ βρέφους τω Θεώ ανετέθης, οσία, νεκρώσασα σαρκός εγκρατεία τα πάθη». Με άλλα λόγια, η αγία Αναστασία με την αγιασμένη βιωτή της προ του μαρτυρίου, ήταν έτοιμη και για τους αγώνες του ίδιου του μαρτυρίου, γεγονός που σημαίνει ότι δεν μπορεί κανείς απροϋπόθετα να γίνει μάρτυρας. Χωρίς να αποκλείσουμε την περίπτωση εκτάκτου εισπηδήσεως στο μαρτύριο – κάποιος εκείνη την ώρα να δεχθεί φωτισμό και χάρη για να δώσει και τη ζωή του για τον Χριστό – η «φυσιολογική» πορεία είναι να έχει κανείς ετοιμασθεί γι’  αυτό. Εδώ έχουν θέση και οι ονομαζόμενοι «αλείπτες», οι πνευματικοί προπονητές δηλαδή των υποψηφίων μαρτύρων, για τους οποίους πολύ συχνά κάνουν λόγο τα συναξάρια και οι ύμνοι της Εκκλησίας: ετοιμάζουν με λόγο και με πνευματικές ασκήσεις τους πιστούς, εν όψει του μαρτυρίου, ώστε να μη βρεθεί στη θέση ο υποψήφιος μάρτυρας να αρνηθεί τον Κύριο. Εν προκειμένω τονίζεται μία γενική και σπουδαία αλήθεια: κανείς δεν κατορθώνει κάτι μεγάλο και σημαντικό, αν προηγουμένως δεν έχει ετοιμαστεί πολύ καιρό γι’  αυτό. Αν ο ίδιος ο Κύριος ετοιμαζόταν επί τριάντα χρόνια, πριν βγει στη δημόσια δράση Του, αν ο απόστολος Παύλος χρειάστηκε αρκετά χρόνια απομόνωσης και προβληματισμού για να ξεκινήσει τις περιοδείες του, πόσο περισσότερο τούτο είναι αναγκαίο για όλους;
Με τα βασανιστήρια της αγίας το σώμα της στρεβλώθηκε, σε σημείο, είπαμε, τελικώς αφανισμού της. Πάνω σ’ αυτό όμως ο εκκλησιαστικός ποιητής προβαίνει σε δύο παρατηρήσεις: Πρώτον, η στρέβλωση του σώματος της αγίας, χάριν του Χριστού, φανέρωνε την ψυχική της σταθερότητα, το όρθιο της προαίρεσής της. Όσο την κτυπούσαν και την «πετσόκοβαν», τόσο το φρόνημά της δυνάμωνε και παρέμενε όρθιο. «Στρεβλούμενον το σώμα αικισμοίς, εδήλου το όρθιον σης προαιρέσεως προς Θεόν, Αναστασία πανεύφημε». Η αγία δηλαδή επιβεβαίωνε έμπρακτα αυτό που είχε πει ο Κύριος: «μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων τι ποιήσαι». Η ψυχή είναι αυτό που μετράει στις δύσκολες στιγμές του βίου, κι αυτό έδειξε η αγία. Δεύτερον, μέσα σε όλα αυτά τα βάσανα, που θα έπρεπε η νεαρή κόρη να έχει αλλοιωμένα και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της από τον πόνο και την οδύνη, εκείνη φαινόταν ακόμη περισσότερο ωραία στη μορφή: «Κάλλος το εγκάρδιον τη ορατή μορφή, ένδοξε, διαδοθέν, σε ωραιοτάτην τοις ορώσιν υπέφαινεν». Δηλαδή: Το κάλλος της καρδιάς σου, η εσωτερική ομορφιά σου, ένδοξε, μεταδόθηκε και στην ορατή, εξωτερική, μορφή σου, και σε έκανε να φαίνεσαι ωραιότατη σ’ αυτούς που σε έβλεπαν. Η αγία φανέρωνε, έστω και στα βάσανα, την υπάρχουσα σ’ αυτήν χάρη του Θεού, η οποία πράγματι κάνει τον άνθρωπο και εξωτερικά να λάμπει και να ομορφαίνει. «Καρδίας ευφραινομένης, πρόσωπον θάλλει» υπενθυμίζει ο λόγος του Θεού. Ο άγιος υμνογράφος με τον ύμνο του αυτό τονίζει ακριβώς τον χαρισματικό χαρακτήρα του μαρτυρίου της αγίας Αναστασίας. Ό,τι υπέστη, το υπέστη με τη δύναμη του Θεού. Αλλά για να λειτουργήσει αυτή η δύναμη, έπρεπε να συναντήσει την καλή προαίρεση της αγίας, για την ύπαρξη της οποίας, όπως είπαμε, εργάστηκε η ίδια ασκητικώς εκ νεότητός της. 
 

27 Οκτωβρίου 2011

Άξιον Εστί - Πορεία προς το μέτωπο

Φώτα από τον Άλλο Κόσμο

undefined
Rings of Light

Το φωτορεπορτάζ αυτής της εβδομάδας απεικονίζει φώτα από έναν άλλο κόσμο. Κάποιος, πρέπει να κόψει τους δεσμούς με αυτόν τον κόσμο προκειμένου να πλησιάσουμε τον άλλο κόσμο, του Θεού. Ένας από τους πολλούς τρόπους που χρησιμοποιεί η Εκκλησία για αυτό, είναι το φώς…

Στο Άγιο Όρος, στις Ακολουθίες, το μόνο φως που χρησιμοποιείται είναι το φως των κεριών και είναι “ενορχηστρωμένο” σύμφωνα με κάθε φάση της Ακολουθίας, προκειμένου να ενδυναμώνει στο μέγιστο την πνευματική εμπειρία.
Δείτε τις παρακάτω φωτογραφίες και απολαύστε τα φώτα από έναν άλλο κόσμο…


undefined
Angels' Dance
undefined
Light Dome
undefined
Super Nova
undefined
The real Christmas Tree
undefined
Delicacy
undefined
The Center of the World
undefined
Angels' flight
undefined
Whirlpool

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΝΕΣΤΩΡ (27 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ)


«Ο άγιος Νέστωρ ήταν πολύ νέος και ωραίος άνδρας, γνωστός στον Μεγαλομάρτυρα Δημήτριο. Την εποχή του βασιλιά Μαξιμιανού κι ενώ αυτός είχε συλλάβει τον άγιο Δημήτριο και τον είχε κλείσει φυλακή, έτρεξε στον τόπο της φυλακής του κι έπεσε στα πόδια του: «Δούλε του Θεού, είπε, θέλω να μονομαχήσω με τον Λυαίο, και ευχήσου για μένα στο όνομα του Χριστού». Ο άγιος τότε τον σφράγισε με το σχήμα του τιμίου Σταυρού και του είπε: «Και τον Λυαίο θα νικήσεις και υπέρ Χριστού θα μαρτυρήσεις». Ήλθε λοιπόν ο Νέστωρ στο στάδιο, όταν βρισκόταν στο θεωρείο ο Μαξιμιανός, και είπε: «Θεέ του Δημητρίου, βοήθει μοι». Συνεπλάκη λοιπόν με τον βδελυρό Λυαίο, τον οποίο με καίριο πλήγμα στην καρδιά φόνευσε, γεγονός που δημιούργησε ψυχική σύγχυση στον βασιλιά. Αμέσως αυτός διέταξε να κτυπηθεί με λόγχες ο άγιος Δημήτριος, ως αίτιος της σφαγής του Λυαίου, ο δε άγιος Νέστωρ να φονευθεί με το δικό του ξίφος».
Με τον άγιο Νέστορα προεκτείνεται η εορτή του αγίου Δημητρίου. Δημήτριος και Νέστωρ είναι ευνόητο ότι βρίσκονται κάτω από τον ίδιο «παρονομαστή», αφού, πέραν της όποιας άλλης ενδεχομένως πνευματικής σχέσεώς τους: διδασκάλου προς μαθητή για παράδειγμα,   οι τελευταίες τους ώρες λειτούργησαν κατά τρόπο αντανακλαστικό: η ενέργεια του καθενός επηρέαζε άμεσα τον άλλον. Το γεγονός αυτό της κοινής πορείας των δύο αγίων κάνει και τον υμνογράφο να αντιμετωπίζει τον μαθητή Νέστορα κατά παρόμοιο δοξαστικό τρόπο με τον διδάσκαλο Δημήτριο: ως συμβασιλεύοντα δηλαδή με τον Κύριο. «Πορφύραν εξ αιμάτων βεβαμμένην σου ιερών, φορέσας και κατέχων δεξιά, ώσπερ σκήπτρον τον Σταυρόν, συμβασιλεύεις τω Χριστώ, Νέστορ μακάριε». (Αφού φόρεσες πορφύρα, που βάφτηκε από τα ιερά σου αίματα, Νέστορα μακάριε, και κατέχεις στο δεξί σου χέρι σαν σκήπτρο τον Σταυρό, συμβασιλεύεις με τον Χριστό).
Από την άλλη, εξίσου τονίζει ο ποιητής και για τον άγιο Νέστορα  ό,τι αποτελούσε κριτήριο αγιότητος για τον άγιο Δημήτριο, όπως και για κάθε άλλον άγιο: τη μόνιμη επιλογή του θελήματος του Θεού, έστω κι αν απειλείτο και η ίδια η ζωή του: «ω, ψυχής σου θεοφιλούς, τον θάνατον τον πρόσκαιρον ουδέν ηγησαμένης, το δε ζην εν Κυρίω εκλεξαμένης!» (Ω,  θεοφιλής ψυχή, που δεν υπολόγισες καθόλου τον πρόσκαιρο θάνατο, εξέλεξες όμως να ζεις σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου!) Και βεβαίως, πίσω και από αυτό, υπήρχε η μεγάλη αγάπη προς τον Κύριο του αγίου Νέστορα, απόρροια της θέρμης της στοργής Εκείνου προς τον ίδιο: «Ζέσει της του Χριστού κρατυνόμενος στοργής, ένδον εισεπήδησας  εν τω σταδίω». (Μπήκες μέσα στο στάδιο, ενισχυόμενος από τη θέρμη της αγάπης του Χριστού). Όπως όλοι γνωρίζουμε, όπου υπάρχει η θερμή αγάπη προς τον Χριστό, εκεί υπερβαίνεται ακόμη και ο φόβος του θανάτου.
Δεν είναι δυνατόν όμως ο υμνογράφος να μην επικεντρώσει την προσοχή του στο γεγονός που κατέστησε γνωστό και άγιο τον Νέστορα: την πάλη του με τον Λυαίο και τη νίκη του επ’  αυτού. Τι κάνει όμως; Μας ανοίγει τα πνευματικά μάτια, προκειμένου, μαζί με την αισθητή αυτή νίκη, να δούμε και την παράλληλη πνευματική νίκη του κατά του πονηρού διαβόλου. Κι είναι λογικό: δεν θα μπορούσε να υπερβεί το τεράστιο «τείχος», τον Λυαίο, ο Νέστορας, αν δεν είχε το πνευματικό σθένος από τις νίκες του κατά του Πονηρού: «αισθητώς Λυαίω μεν συμπλακείς, τούτον ώλεσας∙ ταις αοράτοις δε τον αόρατον λαβαίς Βελίαρ συ συνεπόδισας και εθανάτωσας». (Συνεπλάκης αισθητά με τον Λυαίο και τον εξολόθρευσες. Και με τις αόρατες λαβές της πάλης υπέταξες και θανάτωσες τον αόρατο Βελίαρ, τον διάβολο).
Με ποιες δυνάμεις όμως κατόρθωσε να καταγάγει τη διπλή αυτή νίκη; Ο υμνογράφος είναι σαφέστατος: Πρώτον, με τη συμμαχία του Χριστού – «την του Θεού αοράτως συμμαχίαν εκέκτησο» - καθώς ήταν ντυμένος την πανοπλία Εκείνου. «Νέστορ αθλητά μακάριε, την πανοπλίαν Χριστού σεαυτώ περιθέμενος». Και δεύτερον, με την ενίσχυση του διδασκάλου και καθοδηγητή του αγίου Δημητρίου, κυρίως μέσω των ενισχυτικών θείων λόγων του και προφανώς των με παρρησία προς τον Θεό υπέρ αυτού προσευχών του. «Λόγοις ενθέοις νευρούμενος, Νέστορ σοφέ αληθώς, Δημητρίου του μάρτυρος». Όπου ο άνθρωπος έχει τον Χριστό παρόντα στη ζωή του και τον πιστό συνάνθρωπο ενισχυτή του, εκεί φανερώνεται η παντοδυναμία του Θεού. Πίστη στον Χριστό, ενότητα πίστεως: τα ανίκητα όπλα των Χριστιανών. 

26 Οκτωβρίου 2011

Δοξα αίνων Αγ.Δημητρίου-ΠΕΤΡΟΥ (ερμ.Δημ.Φακίνος)

Η Γένεση του μοναχισμού

Το φαινόμενο του μοναχισμού

undefined

Ο μοναχισμός δεν αποτελεί μόνο χριστιανικό, άλλα και γενικότερο θρησκευτικό φαινόμενο. Πριν εμφανιστεί ο Χριστιανισμός στο προσκήνιο της ιστορίας, η μοναχική ζωή ήταν γνωστή μέσα στην περιοχή των ανατολικών θρησκειών. Αλλά και στο πλαίσιο του Ιουδαϊσμού υπήρχαν κατά την εποχή της εμφανίσεως του Χριστιανισμού οι θρησκευτικές κοινότητες των Εσσαίων στην Παλαιστίνη και των Θεραπευτών στην Αίγυπτο, οι οποίες εκτός από τον ασκητικό τους χαρακτήρα διαμόρφωσαν και κάποιο είδος μοναχικής ζωής. Ενώ όμως στις ανατολικές θρησκείες, όπου κυριαρχεί η τάση για φυγή από τον κόσμο, η άσκηση και ο μοναχισμός αποτελούν πρωτογενή θρησκευτικά φαινόμενα, στον Ιουδαϊσμό, όπως και σε οποιαδήποτε θρησκεία με μεσσιανικό ή προφητικό χαρακτήρα, η άσκηση και ο μοναχισμός παρουσιάζονται ως εκφραστικά μέσα της θρησκευτικής ζωής. Από την άλλη πλευρά η ασκητική ζωή, που αποτελεί την προϋπόθεση για τη φυγή από τον κόσμο και την ανάπτυξη του μοναχισμού, δεν ήταν άγνωστη στον ελληνιστικό κόσμο.

Χριστιανικός ασκητισμός.

Στην περιοχή του Χριστιανισμού ο ασκητισμός, πάνω στον οποίο οικοδομήθηκε αργότερα ο μοναχισμός, δεν εμφανίστηκε ως παρείσακτο στοιχείο, αλλά ως ουσιώδης διάσταση της χριστιανικής πίστεως και ως βασική συνέπεια της μορφώσεως του καινού εν Χριστώ ανθρώπου. Η άποταγή των πάντων, που αποτελεί το θεμέλιο της ασκητικής και μοναχικής ζωής στον Χριστιανισμό, παρουσιάστηκε από τον ίδιο τον Χριστό ως προϋπόθεση για όλους, όσοι θέλουν να τον ακολουθήσουν: «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» . «Ος ουκ αποτάσσεται πάσι τοις εαυτού υπάρχουσιν, ου δύναται είναι μου μαθητής». Ο Χριστιανός καλείται να ζει στον κόσμο ως «πάροικος και παρεπίδημος» με την προσδοκία της βασιλείας του Θεού. Επίσης η προτίμηση της παρθενίας ή της αγαμίας αντί του γάμου εν ονόματι της βασιλείας των ουρανών διαφαίνεται καθαρά στα βιβλία της Καινής δια¬θήκης. Πολλοί Χριστιανοί, άνδρες και γυναίκες, παρατηρεί ο απολογητής Ιουστίνος στις πρώτες δεκαετίες του δεύτερου αιώνα, διατηρούν την παρθενία τους σε ηλικία εξήντα και εβδομήντα ετών. Και ο απολογητής Αθηναγόρας λίγο αργότερα σημειώνει: «Εύροις δ’ αν πολλούς των παρ’ ημίν και άνδρας και γυναίκας καταγηράσκοντας αγάμους ελπίδι του μάλλον συνέσεσθαι Θεώ». Τέλος η προσευχή, η νηστεία, η υπακοή και η καλλιέργεια της αρετής αποτελούσαν ουσιώδη στοιχεία της χριστιανικής ζωής από την πρώτη εμφάνιση της.

Ακραίες τάσεις.

Ακραίες ασκητικές τάσεις παρουσίασαν κατά το δεύτερο ιδίως αιώνα οι Γνωστικοί με τη μεταφυσική τους δυαρχία και την πλήρη περιφρόνηση του κόσμου. Για τους Γνωστικούς ο κόσμος, όπως και καθετί που συνδέεται με αυτόν, δεν έχει θετική αξία. Ο Θεός των Εβραίων είναι για τους Γνωστικούς ο κατώτερος Θεός, που είναι και δημιουργός του κόσμου. Ο αγαθός Θεός δεν συνδέεται με τη δημιουργία του κόσμου. Γι’ αυτό και η ενανθρώπηση του αγαθού Θεού στο πρόσωπο του Ιησού θεωρείται ως φαινομενική. Οι Γνωστικοί, δηλαδή εκείνοι που διαθέτουν το σπινθήρα του αγαθού, λυτρώνονται από τα έργα του δημιουργού Θεού με την περιφρόνηση της δημιουργίας. Έτσι καλλιεργήθηκαν ακραίες ασκητικές τάσεις, που έφθαναν ως την απόλυτη απόρριψη του γάμου, ενώ ταυτόχρονα και πάνω στην ίδια βάση οικοδομήθηκε ένας άκρατος φιλελευθερισμός, που έφθανε ως την περιφρόνηση κάθε ηθικής αρχής (αντινομισμός). Κατά την ίδια περίοδο, και χωρίς τις αριστοκρατικές διακρίσεις των Γνωστικών, ο Μαρκίων σχημάτισε θρησκευτικές κοινότητες με οπαδούς από τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα. Οι κοινότητες αυτές δεν είχαν μόνο έντονες ασκητικές τάσεις, αλλά και σχετικό μοναστικό χαρακτήρα. Τέλος ο Μοντανισμός, που διαδόθηκε και αυτός στα λαϊκότερα στρώματα της Φρυγίας και αργότερα της Βόρειας Αφρικής, εκτός από τον έντονο ασκητισμό του παρουσίασε και φανερή τάση φυγής από τον κόσμο. Όπως είναι γνωστό, ο Μοντανός ήθελε να συγκεντρώσει όλους τους οπαδούς του στην Πέπουζα της Φρυγίας.


Άσκηση και μοναχισμός.

Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων αιώνων της ιστορίας της Εκκλησίας, παρά τήν έντονη παρουσία του ασκητισμού, δεν εμφανίστηκε οργανωμένος μοναχισμός. Ενώ πολλοί Χριστιανοί ζούσαν ως μοναχοί στον κόσμο, κι ενώ ο γενικότερος προσανατολισμός του αρχέγονου Χριστιανισμού είχε μέσα του όλες τις προϋποθέσεις που δημιούργησαν αργότερα το μοναχισμό, το φαινόμενο της τοπικής μακρύνσεως από τον κόσμο και της διαβιώσεως στην έρημο άρχισε μετά τα μέσα του 3ου αιώνα και θεσμοποιήθηκε τον 4ο αιώνα. Με τον τρόπο αυτόν η άσκηση, που αποτελούσε εξαρχής χαρακτηριστικό γνώρισμα της χριστιανικής ζωής, βρήκε την εξειδικευμένη θεσμική έκφρασή της στο μοναχισμό.

Το ερώτημα.

Στο σημείο όμως αυτό δημιουργείται το ερώτημα: Γιατί ο μοναχισμός παρουσιάστηκε με την καθυστέρηση αυτή στην ιστορία της Εκκλησίας; Ποιοί παράγοντες συνέβαλαν, ώστε η άσκηση, που υπήρχε εξ αρχής στη χριστιανική ζωή, να πάρει την εξειδικευμένη μορφή της μοναχικής ζωής κατά την περίοδο αυτήν; Αυτονόητο βέβαια είναι ότι εδώ δεν εξετάζουμε το μοναχισμό από τη θεολογική του πλευρά ούτε επιχειρούμε να τον ερμηνεύσουμε από την οπτική γωνία της κλήσεως του Θεού ή ακόμα και της ανθρώπινης κλίσεως, αλλά προσπαθούμε να τον προσεγγίσουμε ως θεσμό της Εκκλησίας. Γι’ αυτό φροντίζουμε να ερμηνεύσουμε την εμφάνιση του μέσα στα όρια των κοινωνικών εξελίξεων και αλλαγών.

Τα κοινωνικά δεδομένα.

Οι βασικές λοιπόν αλλαγές που σημειώθηκαν κατά την περίοδο αυτή στην κοινωνική ζωή των Χριστιανών είναι: Η γενίκευση των διωγμών εναντίον των Χριστιανών από τα μέσα του 3ου αιώνα, η οριστική κατάπαυσή τους τον 4ο αιώνα, και η κρατική αναγνώριση του Χριστιανισμού, που συνδέεται με τη μαζική είσοδο των εθνικών στη χριστιανική Εκκλησία και την ισχυροποίηση του εκκλησιαστικού θεσμού. Τα γεγονότα αυτά, μαζί με τη γενικότερη κοινωνική και οικονομική κρίση της εποχής, δεν φαίνονται να είναι άσχετα με την εμφάνιση του μοναχισμού. Για τον λόγο αυτόν απαιτείται να προχωρήσουμε στη διερεύνηση των σχέσεων που μπορεί να έχει το καθένα από αυτά με την εμφάνιση του μοναχισμού.

Πρώτη υπόθεση.

Η πρώτη υπόθεση για την ερμηνεία του φαινομένου αυτού μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: Η γενίκευση των διωγμών εναντίον των Χριστιανών από τα μέσα του 3ου αιώνα συνέβαλε στην απομάκρυνση πιστών από τις κατοικημένες περιοχές και την εγκατάστασή τους σε ερημικούς τόπους, όπου δεν μπορούσε να φτάσει ο κρατικός έλεγχος.

Από ιστορικές πληροφορίες γνωρίζουμε ότι πολλοί Χριστιανοί αναγκάστηκαν, είτε ομαδικά είτε ατομικά, να εγκαταλείψουν τον τόπο της διαμονής τους και να καταφύγουν σε ερημικές περιοχές, για να διαφύγουν τη σύλληψη. Ιδιαίτερα μάλιστα ο ιστορικός Σωζόμενος αναφέρει ότι κατά την εποχή του αρκετοί θεωρούσαν τους διωγμούς ως αιτία για την εμφάνιση του μοναχισμού: «Άλλοι δε φασιν αιτίαν ταύτη παρασχείν τους κατά καιρόν τη θρησκεία συμβάντας διωγμούς.

Έπεί γάρ φεύγοντες εν ορεσι και ερημίαις και νάπαις τας διατριβάς εποιοϋντο, εθάδες του βίου τούτου εγένοντο».

Με την υπόθεση όμως αυτή δεν ερμηνεύεται το όλο φαινόμενο του μοναχισμού. Οι διωγμοί θα μπορούσαν πραγματικά να προκαλέσουν τάση φυγής των Χριστιανών προς την έρημο και με τον τρόπο αυτό να συμβάλουν στην εμφάνιση μοναχικής ζωής, δεν θα ήταν όμως σε θέση να οδηγήσουν στη διατήρηση και τη θεσμοποίησή της. Μετά την κατάπαυση των διωγμών έπρεπε και η τάση της φυγής προς την έρημο να εκλείψει, ή τουλάχιστο να υποχωρήσει σημαντικά. Στην πραγματικότητα όμως σημειώθηκε το αντίθετο. Η τάση της φυγής όχι μόνο δεν υποχώρησε μετά την κατάπαυση των διωγμών, αλλά και παρουσίασε τότε μεγαλύτερη ακμή.

Η δεύτερη υπόθεση.

Η δεύτερη υπόθεση είναι η εξής: Η κατάπαυση των διωγμών και η αναγνώριση του Χριστιανισμού ως ελεύθερης θρησκείας συνέβαλαν στην εκκοσμίκευση της ζωής των Χριστιανών και προκάλεσαν την αντίδραση πολλών πιστών, που εκδηλώθηκε με την αθρόα φυγή τους στην έρημο και την ανάπτυξη της μοναχικής ζωής.

Είναι γνωστό ότι από τη δεύτερη δεκαετία του 4ου αιώνα όχι μόνο δεν παρουσιάζονταν εξωτερικά εμπόδια, αλλά και υπήρχαν λόγοι σκοπιμότητας και συμφέροντος για την προσέλευση στον Χριστιανισμό. Και πραγματικά πολλοί προσέρχονταν στην Εκκλησία, για να επιτύχουν κοινωνικά ή οικονομικά οφέλη. Το φαινόμενο αυτό είχε ως αποτέλεσμα την απότομη αύξηση του αριθμού των Χριστιανών και την εκ-κοσμίκευση της ζωής τους. Έτσι όμως μειώθηκε η συνεκτική δύναμη των χριστιανικών κοινοτήτων και άρχισε να δημιουργείται μια ανομική κατάσταση. Και όπως στην κοινωνική ζωή η ανομική κατάσταση τροφοδοτεί τη φυγή από την κοινωνία, που εκδηλώνεται με τη μορφή της ανομικής αυτοκτονίας, έτσι και στη θρησκευτική ζωή η ανομική κατάσταση τροφοδότησε τη φυγή από τον κόσμο, που εκδηλώθηκε με την προσέλευση στο μοναχισμό. Η φυγή από τον κόσμο, που αποτελεί ένα είδος αυτοκτονίας στο επίπεδο της οριζόντιας κοινωνικότητας, πραγματοποιείται ως ανάσταση στην προοπτική της κατακόρυφης κοινωνικότητας, δηλαδή της κοινωνίας με τον Θεό, όπου αποκαθίσταται σε ένα νέο επίπεδο και η κοινωνία με τους συνανθρώπους. Ο μοναχός δεν εγκαταλείπει τους συνανθρώπους του από αντίδραση προς αυτούς, αλλά από αδυναμία να ζήσει τη θρησκευτική ζωή που θέλει κοντά τους. Έτσι ο μοναχισμός εμφανίζεται ως ένα είδος «αντικοινωνίας», η οποία, χωρίς να έχει την έννοια της αντιθέσεως προς την κοσμική κοινωνία, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια συνεπέστερη χριστιανική ζωή, που έχει ορίζοντα την παγκοσμιότητα.

Χαρακτηριστική στο σημείο αυτό είναι η παρατήρηση του Μ. Βασιλείου για τη σπουδαιότητα της μοναχικής ζωής: «Συντελεί δε προς το αμετεώριστον τη ψυχή και το ιδιάζειν κατά την οίκησιν… Και προς πάσι τοις άλλοις, πολλοίς ούσιν, εις το πλήθος των παρανομούντων αποβλέπουσα ψυχή, πρώτον μεν ουκ άγει καιρόν επαισθάνεσθαι των ιδίων αμαρτημάτων και συντρίψαι εαυτήν διά της μετανοίας επί τοις πλημμελήμασιν εν δε τη συγκρίσει των χειρόνων και κατορθώματος τίνα φαντασίαν προσκτάται· είτα υπό των θορύβων και των ασχολιών, ας ο κοινός βίος πέφυκεν εμποιείν, της αξιολογωτέρας μνήμης του Θεού αποσπώμενη, ου μόνον το εναγαλλιάσθαι και ενευφραίνεσθαι τω Θεώ ζημιούται, και το κατατρυφάν του Κυρίου και το καταγλυκαίνεσθαι τοις ρήμασιν αυτού… αλλά και εις καταφρόνησιν ή και λήθην των κριμάτων αυτού παντελή συνεθίζεται, ου μείζον κακόν ουδέν αν ουδέ ολεθριώτερον πάθοι».


Τρίτη υπόθεση.

Μια τρίτη υπόθεση για την ερμηνεία της αναπτύξεως του χριστιανικού μοναχισμού είναι εκείνη, που συνδέει το φαινόμενο αυτό με την οικονομική και την κοινωνική κρίση της εποχής. Υποστηρίχθηκε μάλιστα ότι η γένεση του μοναρχισμού μπορεί κατά ένα μεγάλο μέρος να θεωρηθεί ως κάποιο ιδιαίτερο κεφάλαιο της ιστορίας του κοινωνικού προβλήματος, και ότι προέκυψε από τη σύμπτωση της ασκητικής διαθέσεως των Χριστιανών με την κοινωνική εξαθλίωση της εποχής .

Η σχέση της οικονομικής με τη θρησκευτική ζωή του ανθρώπου είναι γενικότερα γνωστή. Η φτώχεια, η αύξηση των φόρων, η νομισματική κρίση, η διοικητική διαφθορά και η γενικότερη κοινωνική ακαταστασία, που σημειώθηκαν κατά την εποχή του Διοκλητιανοΰ, ήταν φυσικό να ευνοήσουν τη φυγή στην έρημο και την ανάπτυξη του μοναχισμού. Φεύγοντας οι Χριστιανοί στην έρημο δεν εύρισκαν μόνο καλύτερους όρους για την καλλιέργεια της ασκητικής ζωής, αλλά και απαλλαγή από τις έντονες οικονομικές και κοινωνικές καταπιέσεις. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι και ο μοναχισμός εξαπλώθηκε περισσότερο στην περιοχή της Αιγύπτου, και ιδιαίτερα της Θηβαΐδας, που ως καθαρά αγροτική περιοχή ήταν περισσότερο ευαίσθητη στην οικονομική και κοινωνική κρίση.

Η σύνδεση της φυγής στην έρημο με οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους ενισχύεται και από την ίδια τη μοναστική παράδοση. Έτσι π.χ. στα Αποφθέγματα Πατέρων υπάρχουν αφηγήσεις για τον αββά Ολύμπιο και για κάποιον άλλο μοναχό που έζησε μαζί με τον αββά Παφνούτιο, όπου συνδέονται αντίστοιχα η προσέλευση και η επιστροφή στη μοναχική ζωή με κοινωνικοοικονομικούς λόγους. Η σπουδαιότητα όμως των λόγων αυτών δεν πρέπει να υπερβάλλεται. Παρόμοιοι λόγοι υπήρχαν στη ζωή των Χριστιανών και προηγουμένως, χωρίς να συντελέσουν στη φυγή τους από τον κόσμο. Αλλά και από τη μεταγενέστερη ιστορία του Χριστιανισμού μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί ότι ούτε η ακμή του μοναχισμού συνέπιπτε πάντοτε με περιόδους οικονομικής και κοινωνικής κρίσεως ούτε όσοι κατέφευγαν στο μοναχισμό προέρχονταν πάντοτε από τα φτωχότερα ή τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα.

Τέταρτη υπόθεση.

Η τέταρτη τέλος υπόθεση μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: Η ισχυροποίηση της θεσμικής μορφής της Εκκλησίας περιόρισε τις χαρισματικές διαστάσεις της και προκάλεσε την ανάγκη να δημιουργηθούν νέες δυνατότητες για την καλλιέργεια της χαρισματικής ζωής. Την ανάγκη αυτή κάλυψε και η εμφάνιση του μοναχισμού.

Μαζί με την ανάπτυξη του εκκλησιαστικού θεσμού εμφανίζονταν, όπως γνωρίζουμε, και διάφορες χριστιανικές ομάδες, που έρχονταν σε αντίθεση με την Εκκλησία, επικαλούμενες μια γνησιότερη θρησκευτική ζωή με χαρισματικό χαρακτήρα (π.χ. Μοντανιστές, Νοβατιανοί, Δονατιστές). Παράλληλα όμως και μέσα στην ίδια την Εκκλησία πολλοί πιστοί, χωρίς καθόλου να αμφισβητούν τους θεσμούς της, επιδίωκαν μια πληρέστερη βίωση του χαρισματικού περιεχομένου της χριστιανικής πίστεως. Η τάση αυτή είχε γίνει πιο έκδηλη από τον 3ο αιώνα, οπότε και ενισχύθηκε περισσότερο ο εκκλησιαστικός θεσμός. Έτσι βρέθηκε ένας νέος ζωτικός χώρος για τη ζωή των πιστών, η έρημος. Η φυγή στην έρημο δεν πραγματοποιήθηκε ως φυγή από την Εκκλησία, αλλά ως φυγή από τον κόσμο. Ο μοναχός φεύγει στην έρημο, για να αφιερωθεί εντονότερα στη νέα ζωή που του προσφέρει η Εκκλησία. Θα μπορούσε βέβαια η φυγή αυτή να θεωρηθεί ως κάποια μορφή διαμαρτυρίας απέναντι στη ζωή των κοσμικών Χριστιανών. Η θεώρηση όμως αυτή δεν φαίνεται και γενικότερα σωστή. Οι μοναχοί και οι κοσμικοί Χριστιανοί δεν παρουσιάστηκαν ούτε αναπτύχθηκαν ως αντίθετες τάξεις. Σε ολόκληρη την περίοδο του μεσαίωνα, αλλά και ως τους νεώτερους χρόνους, όχι μόνο υπήρχε στενός σύνδεσμος ανάμεσα στις μοναχικές και τις κοσμικές χριστιανικές κοινότητες, αλλά και γενικότερα ο μοναχισμός αποτελούσε το ιδεώδες για την κοινωνική ζωή των πιστών στον κόσμο. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τον ανατολικό χριστιανικό κόσμο του μεσαίωνα, όπου η κοινωνική ζωή των πιστών είχε φανερή τη σφραγίδα του μοναχικού ιδεώδους.

Κατά τον Ε. Τroeltsch με την ανάπτυξη της Εκκλησίας δημιουργήθηκε οξύ χάσμα ανάμεσα σ’ αυτήν και τον κόσμο, ο οποίος πλέον έπρεπε ή να απορριφθεί ή να γίνει δεκτός στο σύνολό του. Ο μοναχισμός λοιπόν πραγματοποίησε το πρώτο, ενώ οι ευρύτερες λαϊκές μάζες των Χριστιανών το δεύτε¬ρο. Η ερμηνεία όμως αυτή, που προϋποθέτει επίσης την αντιθετική διάκριση ανάμεσα στους μοναχούς και τους κοσμικούς Χριστιανούς, δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα. Ο μοναχισμός δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως διάσπαση, αλλά ως εντατικοποίηση της χριστιανικής ζωής. Και η εντατικοποίηση δεν περιέχει την έννοια της αντιθέσεως, αλλά της λειτουργικής διακονίας μέσα στο ενιαίο σύνολο.

Συμπερασματικά λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι ο χριστιανικός μοναχισμός ως θεσμοποίηση της ασκητικής ζωής των πιστών εμφανίζεται με τη συμβολή όλων αυτών των παραγόντων. Όλοι οι παράγοντες που αναφέρθηκαν, και όχι βέβαια κατά τον ίδιο βαθμό, δηλαδή στην αρχή η γενίκευση των διωγμών, που οδήγησε πολλούς Χριστιανούς σε ερημικές περιοχές, ή ακόμα και η γενικότερη κοινωνική και οικονομική κρίση, και στη συνέχεια η εκκοσμίκευση της ζωής των Χριστιανών στον κόσμο, που μείωσε τη συνεκτική δύναμη των εκκλησιαστικών κοινοτήτων, όπως και η ισχυροποίηση της θεσμικής μορφής της Εκκλησίας, που προκάλεσε την αναζήτηση ενός νέου χώρου για την καλλιέργεια της χαρισματικής ζωής, συνέβαλαν στη γένεση και διαμόρφωση του χριστιανικού μοναχισμού.

(Γεωργίου Ι. Μαντζαρίδη, «Κοινωνιολογία του Χριστιανισμού», εκδ. Π. Πουρναρά-Θεσ/νίκη, σ. 101-110)

25 Οκτωβρίου 2011

Αποφθέγματα αγίων για την ταπεινοφροσύνη

  •  Δεν μας σώζει ούτε η άσκηση, ούτε η αγρυπνία, ούτε η νηστεία, αλλά μόνο η αληθινή ταπεινοφροσύνη. Και αυτό το ομολόγησαν σε κάποιο μεγάλο ασκητή οι ίδιοι οι δαίμονες! [Αγία Θεοδώρα]
  • Μεγάλο φάρμακο σωτηρίας είναι η ταπεινοφροσύνη. Διότι, ο σατανάς δεν κατέπεσε από τους ουρανούς ούτε εξαιτίας σαρκικής ακολασίας, ούτε εξαιτίας άλλων υλικών απολαύσεων, αλλά μόνο από υπερηφάνεια. Να γιατί ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος, για να γίνουμε και μεις, οι υιοί του ανθρώπου, υιοί του Θεού [Μέγας Αθανάσιος]
  • Η βασιλεία του Θεού έχει πόρτα χαμηλή. Για να μπεις πρέπει ή να είσαι παιδί ή να σκύψεις [Άγιος Αυγουστίνος]
  • Χωρίς ταπείνωση το παν γίνεται μηδέν. Με την ταπείνωση το μηδέν γίνεται το παν [Μέγας Βασίλειος]
  • Γνήσιες αρετές είναι εκείνες, που ούτε καν τις υποπτεύεται κανείς [Μέγας Βασίλειος]
  • Πολλές φορές η ταπεινοφροσύνη σώζει αυτόν που διέπραξε πολλά και μεγάλα αμαρτήματα! [Μέγας Βασίλειος]
  • Η αληθινή ταπεινοφροσύνη κρύβει όχι μονάχα όλες τις άλλες αρετές, αλλά ακόμα και τον εαυτό της [Μέγας Βασίλειος]
  • Δύο πράγματα να απομακρύνεις από τον εαυτό σου: να μη θεωρείς τον εαυτό σου αξιόλογο και σπουδαίο, ούτε να νομίσεις ότι κάποιος από τους συνανθρώπους σου είναι καλύτερός σου στην αξία [Μέγας Βασίλειος]
  • Γνώση θεοσεβείας σημαίνει γνώση ταπείνωσης και πραότητας. Η ταπείνωση είναι μίμηση του Χριστού η δε έπαρση και η θρασύτητα και η αναίδεια είναι μίμηση του διαβόλου [Μέγας Βασίλειος]
  • Η ταπεινοφροσύνη υποδεικνύει στον ανώτερο να υπηρετεί και στον κατώτερο διδάσκει ότι δεν είναι κακό να υπηρετείται [Μέγας Βασίλειος]
  • Η υγιής ταπείνωση μαγνητίζει και τον πιο κακοπροαίρετο άνθρωπο, αφού αυτή είναι η στολή της θεότητας [Μέγας Βασίλειος]
  • Ο αββάς Ησύχιος συνήθιζε να λέει: “Όταν ο Ιησούς μπήκε στα Ιεροσόλυμα καθισμένος στο ταπεινό υποζύγιο, όλοι άπλωναν τα ενδύματά τους κάτω από τα πόδια του ζώου. Όταν ο Ιησούς όμως το ξεκαβαλίκεψε, κανείς πια δεν τον πρόσεχε”. Έτσι και ο εργάτης της Εκκλησίας, παίρνει αξία και ελκύει τιμές, όσο εξακολουθεί να είναι υποζύγιο του Κυρίου. Αλλιώς….
  • Δεν υπάρχει άλλο φυσικό γνώρισμα και σημάδι που να φανερώνει την ιδιότητα των μαθητών του Χριστού, όσο το ταπεινό φρόνημα και η ταπεινή εμφάνιση [Όσιος Ησύχιος ο Πρεσβύτερος]
  • Η ταπείνωση και η σκληραγωγία, ελευθερώνουν τον άνθρωπο από κάθε αμαρτία. Διότι η ταπείνωση κόβει τα πάθη της ψυχής και η σκληραγωγία τα πάθη του σώματος [Όσιος Ησύχιος ο Πρεσβύτερος]
  • Χαρακτηριστική ιδιότητα του άστρου είναι το φως του. Και χαρακτηριστική ιδιότητα εκείνου που σέβεται και φοβάται τον Θεό είναι η αίσθηση της μηδαμινότητάς του κι η ταπείνωση [Όσιος Ησύχιος ο Πρεσβύτερος]
  • Αγάπησε την ταπείνωση σ’ όλα σου τα έργα [Άγιος Ισαάκ ο Σύρος]
  • Αυτός που δέχεται με υπομονή και με ταπείνωση τις κατηγορίες, αυτός έφθασε στην τελειότητα [Άγιος Ισαάκ ο Σύρος]
  • Η πολυχρόνια υπομονή οδηγεί στην ταπείνωση. Η ταπείνωση οδηγεί στην υγεία της ψυχής. Η υγεία της ψυχής στη γνώση του Θεού. Η γνώση του Θεού, στην αγάπη του Θεού. Και τέλος, η αγάπη του Θεού, στη χαρά του Θεού, τη γλυκύτερη όλων [Άγιος Ισαάκ ο Σύρος]
  • Για ό,τι καυχιόμαστε, θα παραχωρήσει ο Θεός να το χάσουμε, για ταπείνωση [Άγιος Ισαάκ ο Σύρος]
  • Ταπείνωσε τον εαυτό σου και θα δεις την δόξα του Θεού μέσα σου [Άγιος Ισαάκ ο Σύρος]
  • Προ της συντριβής υπάρχει η υπερηφάνεια και προ του χαρίσματος η ταπείνωση [Άγιος Ισαάκ ο Σύρος]
  • Η ταπείνωση, με ανερμήνευτο τρόπο, μας ανάγει υπεράνω παντός κτιστού και διατηρεί στη ζωή μας τη Χάρη του Θεού. Ας έχουμε, λοιπόν, στη σκέψη μας μια σοφή προειδοποίηση που λέγει: Ο διάβολος δεν τρώει, δεν πίνει, και αυτός ο τυπικά πιο μεγάλος ασκητής δεν είναι γι’ αυτό λιγότερο διάβολος…. Η ταπείνωση είναι το μόνο όπλο που νικά το διάβολο, ο απαραίτητος όρος της σωτηρίας, η μυστική θεία δύναμη, που συγκλείει εν εαυτή πάντας. Όπου βλαστάνει η ταπείνωση, εκεί βρύει η δόξα του Θεού (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος), εκεί ο οφθαλμός του φυτού της ψυχής ανθίζει σε άνθος αμάραντο
  • Η ταπεινοφροσύνη είναι ο θρόνος της αγάπης και όλων των άλλων αρετών [Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης]
  • Την λησμονιά των αμαρτημάτων την προκαλεί η υπερηφάνεια, διότι η ενθύμησή τους προξενεί ταπεινοφροσύνη [Άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης]
  • Με την συμμαχία της Αγίας Τριάδας να οπλισθούμε εναντίον των τριών: Φιληδονίας, Φιλαργυρίας, Φιλοδοξίας, διά των τριών: Εγκράτειας, Αγάπης και Ταπείνωσης [Άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης]
  • Η υπερηφάνεια, μερικούς από τους Αγγέλους τους μετέβαλε σε δαίμονες, ενώ η ταπεινοφροσύνη, οπωσδήποτε μερικούς από τους δαίμονες μπορεί να τους μεταβάλει σε Αγγέλους. Γι’ αυτό ας έχουν θάρρος όσοι έπεσαν [Άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης]
  • Άλλο πράγμα είναι το να ταπεινοφρονεί κανείς, άλλο το να αγωνίζεται να ταπεινοφρονεί και άλλο το να επαινεί τον ταπεινόφρονα. Το πρώτο είναι των τελείων, το δεύτερο των αληθινών υποτακτικών και το τρίτο όλων των πιστών [Άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης]
  • Εάν ο λογισμός δεν παινεύεται πλέον για φυσικά προτερήματα, αυτό είναι σημάδι ότι αρχίζει να έρχεται η υγεία [Άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης]
  • Η ταπεινοφροσύνη είναι θεϊκή σκέπη που σκεπάζει τα μάτια μας, για να μη βλέπουμε τα κατορθώματά μας [Άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης]
  • Τα πτηνά φοβούνται την θέα του γερακιού. Το ίδιο και οι εργάτες της ταπεινοφροσύνης τον ήχο της αντιλογίας [Άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης]
  • Νεύρα και δρόμοι της ταπεινοφροσύνης, αλλ’ όχι και αποδείξεις, είναι η ακτημοσύνη, η απόκρυψη της σοφίας, η απλή ομιλία, η ζήτηση της ελεημοσύνης, η απόκρυψη της ευγενικής καταγωγής και η απομάκρυνση της πολυλογίας [Άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης]
  • Η ταπεινοφροσύνη είναι ουράνιος ανεμοστρόβιλος που μπορεί να ανεβάσει την ψυχή από την άβυσσο της αμαρτίας στα ύψη του ουρανού [Άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης]
  • Σε ανθρώπους πνευματικούς αφήνει πολλές φορές ο Θεός κατ’ οικονομία μερικά ασήμαντα πάθη. Κατηγορώντας δε αυτοί συνεχώς τον εαυτό τους για τα μικρά αυτά πάθη, αποκτούν αναφαίρετο πλούτο ταπεινοφροσύνης [Άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης]
  • Όπως είναι αρκετά δύσκολο να σκοτώνει κάποιος ένα άγριο θηρίο χωρίς όπλο, έτσι είναι αρκετά δύσκολο να αποκτήσει κάποιος την αοργησία χωρίς ταπείνωση [Άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης]
  • Αγάπη και ταπείνωση! Ιερό ζευγάρι! Η μία υψώνει και η άλλη συγκρατεί όσους υψώθηκαν και δεν τους αφήνει ποτέ να πέσουν [Άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης]
  • Ο λόγος για τον οποίο είσαι ταπεινός, είναι για να απαλλαγείς από την αλαζονεία. Αν λοιπόν διά της ταπεινοφροσύνης περιπέσεις στην υπερηφάνεια, είναι προτιμότερο να μην είσαι ταπεινός [Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος]
  • Αν πεις για τον εαυτό σου ότι έχεις καλή φήμη, έγινες άχρηστος, έστω και αν πράγματι είσαι καλός. Αν δε χαρακτηρίσεις τον εαυτό σου ως αχρείο, τότε έγινες εύχρηστος, έστω και αν δεν είσαι καλός [Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος]
  • Όταν προκληθούμε για έναν αγώνα, πρέπει να τον αντιμετωπίζουμε με γενναιότητα. Όταν όμως δεν προκαλούμαστε, ας μένουμε ήσυχοι και ας περιμένουμε τον καιρό των αγώνων για να δείξουμε και την ταπεινοφροσύνη μας και τη γενναιότητά μας [Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος]
  • Όσο είσαι σπουδαίος, άλλο τόσο να είσαι ταπεινός. Όσο ανεβείς ψηλά, έχεις ανάγκη να πάρεις τα μέτρα σου για να μην πέσεις [Ιωάννης Χρυσόστομος]
  • Στο Θεό αρέσει περισσότερο η ταπείνωση για το κακό που κάναμε, παρά η υπερηφάνεια για το καλό που κατορθώσαμε [Ιωάννης Χρυσόστομος]
  • Ο χριστιανός που θέλει να κληρονομήσει την αιώνια ζωή πρέπει: να ταπεινώνει την ψυχή του μπροστά στον Θεό και ουδέποτε να υψώνει την κεφαλή εναντίον του πλησίον του [Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος]
  • Ξέρει τον εαυτό του προπάντων εκείνος που δεν έχει μεγάλη ιδέα γι’ αυτόν [Ιωάννης ο Χρυσόστομος
  • Το θεμέλιο της πνευματικής ζωής είναι η ταπεινοφροσύνη [Ιωάννης Χρυσόστομος]
  • Εκείνο που δοκιμάζει την αληθινή ταπείνωση στην καρδιά, είναι η περιφρόνηση, κάποτε δε και ο εξευτελισμός από τους άλλους [Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος]
  • Όπου εμφανισθεί απέραντη ταπείνωση, ο δεσμός για τις αμαρτίες λύθηκε [Άγιος Ιωάννης της Κλίμακας]
  • Κάθε προσπάθειά μας όταν δεν συνοδεύεται από ταπείνωση είναι ξένη προς το Θείο θέλημα. Αυτό ας αποτελεί κριτήριο για όλες τις πράξεις μας και για ολόκληρη τη ζωή μας [Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος]
  • Μόνο μια αρετή υπάρχει, την οποία δεν μπορούν να μιμηθούν οι δαίμονες: η ταπείνωση [Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος]
  • Όπως εκείνος που κρατάει αρώματα προδίδεται και χωρίς να το θέλει από την ευωδία, έτσι κι όποιος έχει μέσα του το Άγιο Πνεύμα προδίδεται από τα λόγια και την ταπείνωσή του [Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος]
  • Όπως ο φτωχός, βλέποντας τους βασιλικούς θησαυρούς, νιώθει περισσότερο τη φτώχεια του, έτσι κι εκείνος που μελετάει τις αρετές των μεγάλων οσίων, αποκτάει πιο ταπεινό φρόνημα (Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος)
  • Σε όποιον έχει ταπεινοφροσύνη, δεν θα βρεις οργή, αντιλογία, μίσος [Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος]
  • Ο Χριστιανός χρειάζεται δύο φτερούγες για να πετάξει και να πάει στον Παράδεισο: την ταπείνωση και την αγάπη [Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός]
  • Όπως απ’ όλες τις κακίες και τα πάθη μεγαλύτερη είναι η υπερηφάνεια που μπόρεσε και αγγέλους ακόμη του Θεού να γκρεμίσει απ’ τον ουρανό, έτσι, από την άλλη μεριά, μεγαλύτερη απ’ όλες τις αρετές είναι η ταπεινοφροσύνη [Αββάς Λογγίνος]
  • Σκέφτομαι ότι, καθώς η χειρότερη απ’ όλες τις αμαρτίες είναι η υπερηφάνεια, αφού έρριξε κάποιους από τον ουρανό, έτσι και η ταπεινοφροσύνη έχει τη δύναμη και απ’ αυτά τα απύθμενα να ανεβάσει πάνω τον άνθρωπο, έστω κι αν έχει αμαρτήσει όσο και ο διάβολος. Γι’ αυτό και ο Κύριος μακαρίζει αυτούς που έχουν ταπεινό φρόνημα [Άγιος Λογγίνος]
  • Ο Διάβολος παρουσιάστηκε κάποτε στον άγιο Μακάριο και του είπε: Ό,τι κάνεις, το κάνω. Νηστεύεις και εγώ δεν τρώω ποτέ. Κάνεις αγρυπνίες κι εγώ δεν κοιμάμαι ποτέ. Μόνο ένα πράγμα που κάνεις δεν μπορώ να το κάνω. –Ποιο είναι αυτό; ερωτά με απορία ο Άγιος. –Να ταπεινωθώ, απαντά ο Διάβολος
  • Ο ταπεινός δεν πέφτει ποτέ, διότι από πού να πέσει, αφού είναι πιο κάτω απ’ όλους; [Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος]
  • Βάση του πλούτου είναι ο χρυσός (το χρήμα), ενώ της αρετής η ταπείνωση. Όπως λοιπόν όποιος δεν έχει χρυσάφι (χρήμα) είναι φτωχός, έστω και αν δεν φαίνεται στους έξω, έτσι και χωρίς ταπείνωση ο αγωνιστής δεν είναι ενάρετος [Όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής]
  • Όποιος ανεβαίνει στην ταπεινοφροσύνη, χαμηλώνει την ιδέα για τον εαυτό του [Όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής]
  • Είναι καλό για τον αγωνιστή να έχει μικρότερη ιδέα για τα επιτεύγματά του, να πράττει όμως ανώτερα από τη δειλία του! [Όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής]
  • Ανάμειξε την απλότητα με την εγκράτεια και πάντρεψε την ταπεινοφροσύνη με την αλήθεια και τότε θα φανείς ομοτράπεζος με την δικαιοσύνη, που όπως σε τραπέζι, συνήθως πηγαίνει και κάθε άλλη αρετή [Όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής]
  • Όταν έχεις πολλή ταπεινοφροσύνη και γενναίο φρόνημα, ποτέ δεν πρόκειται να αγγίζει την ψυχή σου επίρρεια δαιμονική [Όσιος Νείλος ο Ασκητής]
  • Η ευτυχία, η έσωθεν χαρά, εκπηγάζει από την ταπείνωση [Άγιος Νεκτάριος]
  • Όπου βρίσκεται η αληθινή κατά Χριστόν ταπείνωση, εκεί βρίσκονται μαζεμένες και όλες οι άλλες αρετές που μας υψώνουν προς τον Θεό [Άγιος Νεκτάριος]
  • Πουθενά δεν βρίσκεται η αγάπη χωρίς ταπείνωση, ούτε ταπείνωση χωρίς αγάπη Ο κλέφτης αποφεύγει τον ήλιο και ο υπερήφανος καταφρονεί την ταπείνωση [Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης]
  • Η ταπείνωση είναι τόσο αναγκαία, όσο και το βάπτισμα [Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης]
  • Γίνου μωρός για την αγάπη του Θεού και θα είσαι σοφώτερος και από τον Σολομώντα! [Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης]
  • Μάθε από μόνος σου να ταπεινώνεσαι και να μην αυτοεπαινείσαι, γνωρίζοντας τον εαυτό σου και όλα τα έργα σου πως είναι μηδέν! [Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης]
  • Αδελφέ, εάν αγαπάς να έχεις την ειρήνη στην καρδιά σου, αγωνίσου να την βάλεις από την πόρτα της ταπείνωσης, διότι άλλη πόρτα δεν υπάρχει εκτός από την ταπείνωση [Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης]
  • Ο κλέφτης αποφεύγει τον ήλιο και ο υπερήφανος καταφρονεί την ταπείνωση [Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης]
  • Αν έφτασες από ταπεινό γένος σε υψηλά αξιώματα, θυμήσου την καταγωγή σου και θα σε προφυλάξει από τα θηρία της υπερηφάνειας και της υψηλοφροσύνης Ο κλέφτης αποφεύγει τον ήλιο και ο υπερήφανος καταφρονεί την ταπείνωση [Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης]
  • Θέλεις να ξέρεις, άνθρωπε, πότε είναι στεριωμένες οι αποφάσεις σου; Όταν δεν έχεις κανένα θάρρος στον εαυτό σου και όταν είναι όλες θεμελιωμένες με ταπείνωση στην ελπίδα και το θάρρος του Θεού [Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης]
  • Εάν ο άνθρωπος κατηγορεί τον εαυτό του μπροστά στον Κύριο (και έτσι ταπεινώνεται), τον αγαπά ο Κύριος [Αββάς Ποιμήν]
  • Ό,τι δεν γίνεται με ταπεινοφροσύνη και πνευματική γνώση, ό,τι και να είναι αυτό, σε τίποτα δεν ωφελεί εκείνον που το πράττει [Όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος]
  • Όπου υπάρχει αληθινή ταπείνωση, εκεί υπάρχει και βυθός ταπεινοφροσύνης. Και όπου υπάρχει ταπεινοφροσύνη, εκεί υπάρχουν και ελλάμψεις του Αγίου Πνεύματος [Όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος]
  • Όπου υπάρχει αίσθηση πνευματικής φτώχειας, εκεί υπάρχει και το χαρμόσυνο πένθος, εκεί και τα αδιάκοπα χυνόμενα δάκρυα, που καθαρίζουν την ψυχή που τ’ αγαπά, την καθιστούν τελείως φωτεινότατη [Όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος]
  • Ο Θεός δεν βλέπει στο πρόσωπο, ούτε στην εξωτερική μόνο εμφάνιση των ηθών, ούτε στις κραυγές μας, αδελφοί, αλλά στην συντριμμένη και ταπεινωμένη καρδιά… [Όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος]
  • Βρίσκονται πολλοί άνθρωποι στον κόσμο, που όσα κερδίζουν από μέρους της μάθησης και των γνώσεων, άλλο τόσο χάνουν από μέρους της μετριοφροσύνης [Ανώνυμος Άγιος Πατέρας]
  • Την ευεργεσία των άλλων να τη διηγείσαι και στους άλλους, σε δε όταν ευεργετείς, σιώπα! [Ανώνυμος Άγιος Πατέρας]
  • Η ταπείνωση είναι η ρίζα των αρετών, η αγάπη το δέντρο, κλωνάρια και καρποί είναι όλες οι άλλες αρετές. Η ύψωση των ανθρώπων βρίσκεται στην ταπείνωση [Ανώνυμος Άγιος Πατέρας]
  • Αν επιτελείς πολλά καλά έργα, είτε ελεημοσύνες, είτε προσευχές, είτε νηστείες, ή έστω και κάθε άλλη αρετή, όταν δεν τεθεί σαν θεμέλιο η ταπεινοφροσύνη, άδικα όλα οικοδομούνται και μάταια [Ανώνυμος Άγιος Πατέρας]
  • Εάν δεν αγαπάς να σε κολακεύουν, τότε δεν θα λυπάσαι και όταν σε περιγελούν Ο κλέφτης αποφεύγει τον ήλιο και ο υπερήφανος καταφρονεί την ταπείνωση [Ανώνυμος Άγιος Πατέρας]
  • Αυτός που έχει ταπείνωση, ταπεινώνει τους δαίμονες. Εκείνος που δεν έχει ταπείνωση, εμπαίζεται από τους δαίμονες [Γέροντας ασκητής]
  • Η πνευματική προκοπή, αδελφοί μου, είναι η ταπείνωση. Γιατί άλλη προκοπή δεν υπάρχει. Όσο, δηλαδή, κατεβαίνει ο άνθρωπος σε ταπείνωση, τόσο ανεβαίνει σε πνευματικό ύψος [Γέροντας ασκητής]
  • Προτιμώ ήττα που θα συνοδεύεται από ταπεινοφροσύνη, παρά νίκη που θα συνοδεύεται από υπερηφάνεια [Από το ‘Γεροντικό’]
  • Μόνο αυτός που έχει ταπείνωση λαμβάνει δώρα απ’ τον Θεό, τα αποδίδει στον Θεό και τα χρησιμοποιεί προς δόξαν Του [Γέρων Πορφύριος]
  • Η ταπεινοφροσύνη καταπολεμεί τα πάθη και το διάβολο και αναπληρώνει τα έργα των αδυνάτων" [Ανώνυμος Μοναχός]
  • Ταπείνωσον τον λογισμόν της υπερηφανείας, πριν η υπερηφάνια σε ταπεινώση Εφραίμ ο Σύρος
  • Ματαία πάσα άσκησις, πάσα εγκράτεια, πάσα υποταγή, πάσα ακτημοσύνη και πάσα πολυμάθεια, ταπεινοφροσύνης εστερημένη Εφραίμ ο Σύρος
  • Όπως η σκιά ακολουθεί το σώμα, έτσι και τους ταπεινούς στοχασμούς ακολουθεί το έλεος του Θεού Ισαάκ ο Σύρος
  • Σμίκρυνσον σεαυτόν εν πάσι προς πάντας ανθρώπους, και υψωθήση. Όπου γαρ βλαστάνει η ταπείνωσις, εκεί η του Θεού δόξα βρύει Ισαάκ ο Σύρος 
  • Ταπείνωσε τον ευατό σου μπροστά στους άλλους και θα υψωθείς. Διότι όπου βλαστάνει η ταπείνωση, εκεί αναβλύζει η δόξα του Θεού Ισαάκ ο Σύρος

Δόξα εσπερ. Αγ.Δημητρίου-ΠΕΤΡΟΥ (ερμ.Δ.Κουμπαρούλης)

O άγιος Δημήτριος ο Mυροβλήτης.Αρματωμένος την Αρματωσιά του Θεού.(Κόντογλου Φώτης)


O άγιος Δημήτριος μαζί με τον άγιο Γεώργιο, είναι τα δυο παλληκάρια της χριστιανοσύνης. Aυτοί είναι κάτω στη γη, κ’ οι δυο αρχάγγελοι Mιχαήλ και Γαβριήλ είναι απάνω στον ουρανό. Στα αρχαία χρόνια τους ζωγραφίζανε δίχως άρματα, πλην στα κατοπινά τα χρόνια τους παριστάνουνε αρματωμένους με σπαθιά και με κοντάρια και ντυμένους με σιδεροπουκάμισα. Στον έναν ώμο έχουνε κρεμασμένη την περικεφαλαία και στον άλλον το σκουτάρι, στη μέση είναι ζωσμένοι τα λουριά που βαστάνε το θηκάρι του σπαθιού και το ταρκάσι πόχει μέσα τις σαγίτες και το δοξάρι. Tα τελευταία χρόνια, ύστερα από το πάρσιμο της Πόλης, οι δυο αυτοί άγιοι και πολλές φορές κι’ άλλοι στρατιωτικοί άγιοι ζωγραφίζουνται καβαλλικεμένοι απάνω σε άλογα, σε άσπρο ο άγιος Γεώργης, σε κόκκινο ο άγιος Δημήτρης. Kι’ ο μεν ένας κονταρίζει ένα θεριό κι’ ο άλλος έναν πολεμιστή, τον Λυαίο. Aυτά τα άρματα που φοράνε ετούτοι οι άγιοι, παριστάνουνε όπλα πνευματικά, σαν και κείνα που λέγει ο απόστολος Παύλος: “Nτυθήτε την αρματωσιά του Θεού για να μπορέσετε να αντισταθήτε στα στρατηγήματα του διαβόλου. Γιατί το πάλεμα το δικό μας δεν είναι καταπάνω σε αίμα και σε κρέας, αλλά καταπάνω στις αρχές, στις εξουσίες, καταπάνω στους κοσμοκράτορες του σκοταδιού σε τούτον τον κόσμο και καταπάνω στα πονηρά πνεύματα στον άλλον κόσμο. Για τούτο ντυθήτε την πανοπλία του Θεού, για να μπορέσετε να βαστάξετε κατά την πονηρή την ημέρα, κι’ αφού κάνετε όσα είναι πρεπούμενα, να σταθήτε. Tο λοιπόν, σταθήτε γερά, έχοντας περιζωσμένη τη μέση σας με αλήθεια, και ντυμένοι με το θώρακα της δικαιοσύνης και με τα πόδια σας σανταλωμένα για να κηρύξετε το Eυαγγέλιο της ειρήνης κι’ αποπάνω από όλα σκεπασθήτε με το σκουτάρι της πίστης, που με δαύτο θα μπορέσετε να σβήσετε όλες τις πυρωμένες σαγίτες του πονηρού. Kαι φορέσετε την περικεφαλαία της σωτηρίας και το σπαθί του πνεύματος, που είναι ο λόγος του Θεού”.

Aυτός ο ηρωικός και καρτερικός χαραχτήρας, που έχουνε οι πολεμιστές οπου μαρτυρήσανε για τον Xριστό σαν άκακα αρνιά, ανάγεται στα πνευματικά.

   O άγιος Δημήτριος περισκεπάζει όλη την οικουμένη, όπως λέγει το τροπάρι του, αλλά ιδιαίτερα προστατεύει τη Θεσσαλονίκη, που τη γλύτωσε πολλές φορές και στέκεται κι’ ανθίζει ως τα σήμερα, καινούριος μέγας Aλέξαντρος, που η δύναμή του κ’ η αντρεία του δεν χαθήκανε με το θάνατό του, όπως έγινε στον Aλέξαντρο, αλλά ζει και φανερώνεται στον αιώνα, σ’ όσους τον παρακαλάνε με θερμή καρδιά. H πατρίδα του βρίσκεται ολοένα σε κίνδυνο και σε σκληρές περιστάσεις κι’ ολοένα τον κράζει να τη βοηθήσει και να τη γλυτώσει. Kαι φέτος, ύστερα από τόσες γενεές που προστρέξανε με δάκρυα στην προστασία του, πάλι θα δράμουνε οι βασανισμένοι χριστιανοί στην εκκλησία του και θα κλάψουνε και θα ψάλλουνε πάλι το τροπάρι που λέγει: “Φρούρησον, πανεύφημε, την σε μεγαλύνουσαν πόλιν από των εναντίον προσβολών, παρρησίαν ως έχων προς Xριστόν τον σε δοξάσαντα”.

O άγιος Δημήτριος, ο μεγαλομάρτυς και μυροβλύτης, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στα 260 μ.X. Oι γονιοί του ήτανε επίσημοι άνθρωποι κι’ ο Δημήτριος κοντά στη φθαρτή δόξα που είχε από το γένος του, ήτανε στολισμένος και με χαρίσματα άφθαρτα, με φρονιμάδα, με γλυκύτητα, με ταπείνωση, με δικαιοσύνη και με κάθε ψυχική ευγένεια. Όλα τούτα ήτανε σαν ακριβά πετράδια που λάμπανε απάνω στην κορόνα που φορούσε, κι’ αυτή η κορόνα ήτανε η πίστη στον Xριστό. Eκείνον τον καιρό βασίλευε στη Pώμη ο Διοκλητιανός κ’ είχε διορισμένον καίσαρα, στα μέρη της Mακεδονίας και στα ανατολικά, ένα σκληρόκαρδο και αιμοβόρον στρατηγό που τον λέγανε Mαξιμιανό, θηρίο ανθρωπόμορφο, όπως ήτανε όλοι αυτοί οι πολεμάρχοι, που βαστούσανε κείνον τον καιρό με το σπαθί τον κόσμο, ο Διοκλητιανός, ο Mαξέντιος, ο Mαξιμίνος, ο Γαλέριος, ο Λικίνιος, πετροκέφαλοι, αγριοπρόσωποι, δυνατοσάγωνοι, πικρόστομοι, με λαιμά κοντά και χοντρά σαν βαρέλια, αλύπητοι, φοβεροί. Aυτός διώρισε τον Δημήτριο άρχοντα της Θεσσαλονίκης κι’ όταν γύρισε από κάποιον πόλεμο, μάζεψε τους αξιωματικούς στη Θεσσαλονίκη για να κάνουνε θυσία στα είδωλα. Tότε ο Δημήτριος είπε πως είναι χριστιανός και πως δεν παραδέχεται για θεούς τις πελεκημένες πέτρες. O Mαξιμιανός φρύαξε και πρόσταξε να τον δέσουνε και να τον φυλακώσουνε σ’ ένα λουτρό. Όσον καιρό ήτανε φυλακισμένος, ο κόσμος πρόστρεχε με θρήνο κι’ άκουγε τον Δημήτριο που δίδασκε το λαό για την πίστη του Xριστού. Ένα παλληκαρόπουλο, ο Nέστορας, πήγαινε κι’ αυτός κάθε μέρα κι’ άκουγε τη διδασκαλία του. Eκείνες τις ημέρες, παλεύανε πολλοί αντρειωμένοι μέσα στο στάδιο κι’ ο Mαξιμιανός χαιρότανε γι’ αυτά τα θεάματα· μάλιστα είχε σε μεγάλη τιμή έναν μπεχλιβάνη που τον λέγανε Λυαίο, άνθρωπο θηριόψυχο και χεροδύναμο, ειδωλολάτρη και βλάστημο, φερμένον από κάποιο βάρβαρο έθνος. Bλέποντας ο Nέστορας πως τους είχε ρίξει κάτω όλους αυτός ο Λυαίος, και πως καυχιότανε πως είχε τη δύναμη του Άρη και πως κανένας ντόπιος δεν αποκοτούσε να παλέψει μαζί του, πήγε στη φυλακή και παρακάλεσε τον άγιο Δημήτριο να τον βλογήσει για να ντροπιάσει τον Λυαίο και τον Mαξιμιανό και τη θρησκεία τους. Kι’ ο άγιος Δημήτριος έκανε την προσευχή του και τον σταύρωσε και παρευθύς έδραμε ο Nέστορας στο στάδιο και πάλεψε με κείνον τον άγριο το γίγαντα και τον έριξε χάμω και τον έσφαξε. Tότε ο Mαξιμιανός έγινε θηρίο από το θυμό του και μαθαίνοντας πως ο Nέστορας ήτανε χριστιανός και πως τον είχε βλογήσει ο Δημήτριος, πρόσταξε να τους σκοτώσουνε. Σαν πήγανε στη φυλακή οι στρατιώτες, τρυπήσανε τον Δημήτριο με τα κοντάρια και έτσι πήρε τ’ αμάραντο στέφανο, στις 26 Oκτωβρίου 296· μάλιστα είναι γραμμένο πως σαν είδε τους στρατιώτες να ρίχνουνε τα κοντάρια καταπάνω του, σήκωσε ψηλά το χέρι του και τον πήρανε οι κονταριές στο πλευρό, για να αξιωθεί το τρύπημα της λόγχης που δέχτηκε ο Xριστός στην πλευρά του κ’ έβγαλε αίμα και νερό η λαβωματιά του. Tον Nέστορα τον αποκεφαλίσανε την άλλη μέρα έξω από το κάστρο. Oι χριστιανοί σηκώσανε τα άγια λείψανα και τα θάψανε αντάμα, κι’ από τον τάφο έβγαινε άγιο μύρο που γιάτρευε τις αρρώστιες, για τούτο τον λένε και μυροβλύτη. Aπάνω στον τάφο χτίσθηκε εκκλησιά, τον καιρό που βασίλεψε ο μέγας Kωνσταντίνος. Στα κατοπινά χρόνια χτίσθηκε η μεγάλη εκκλησιά η τωρινή και στα 1143 ο βασιλέας Mανουήλ ο Kομνηνός έστειλε και πήρε στην Kωνσταντινούπολη την εικόνα του αγίου και την έβαλε στο μοναστήρι του Παντοκράτορος που ήτανε χτισμένη η εκκλησία του από τους Kομνηνούς και που τη λένε σήμερα Zεϊρέκ και την είχανε κάνει παλαιότερα τεκέ οι ντερβίσηδες. Στα εικονίσματά του είναι ζωγραφισμένος απάνω σε κόκκινο αντρειωμένο άλογο, που κοιτάζει σαν άνθρωπος, ομορφοσελωμένο, στολισμένο με χάμουρα και με γκέμια χρυσά, με τα μπροστινά ποδάρια σηκωμένα στον αγέρα, με την ουρά ανακαμαριασμένη, αλαφιασμένο από τον Λυαίο που κείτεται ματοχωμένος χάμω, τρυπημένος από το κοντάρι του αγίου Δημητρίου. Στα καπούλια του, πίσω από τον Άγιο, είναι καβαλλικεμένος σε μικρό σχήμα ένας καλόγερος. Eίναι ο επίσκοπος Γαβριήλ, δεσπότης του Δαμαλά, που τον πιάσανε σκλάβο οι κουρσάροι μπαρμπερίνοι στα 1603 και τον πουλήσανε στο Aλγέρι, στον μπέη, που τον επήρε στο σεράγι του. Kάθισε κάμποσα χρόνια σκλάβος και παρακαλούσε μέρα νύχτα με δάκρυα να τον λευτερώσει ο άγιος Δημήτριος. Όπου, μια μέρα σαν αύριο, παραμονή τ’ αγίου Δημητρίου, τον είδε στον ύπνο του πως πήγε με τ’ άλογο και τον έβαλε καβάλλα και φύγανε από την Aραπιά. Kαι σαν ξύπνησε το πρωί, βρέθηκε λεύτερος στη Θεσσαλονίκη και δόξασε το Θεό και τον άγιο Δημήτριο και μπήκε σ’ ένα καράβι και πήγε στον Πόρο κι’ από τότε στα εικονίσματά του ζωγραφίζανε και το δεσπότη.

Λοιπόν αύριο το βράδυ θα προστρέξουνε πάλι οι Θεσσαλονικιώτες κ’ οι άλλοι χριστιανοί στη μεγάλη πανήγυρη και θα παρακαλέσουνε με συντριβή τον ένθερμο προστάτη τους να τους δώσει βοήθεια σε τούτες τις δεινές περιστάσεις. Kαι θα μαζευτούνε ο λαός ο ορθόδοξος κ’ οι άρχοντες κ’ οι δεσποτάδες και παπάδες και καλόγεροι και θα ψάλουνε στο μεγάλον εσπερινό τα κατανυχτικώτατα τροπάρια, με το μουσικό μέλος της Oρθοδοξίας· γιατί η Θεσσαλονίκη είναι η κιβωτός που σώθηκε η ορθόδοξη λατρεία από τον κατακλυσμό της φραγκολεβαντινιάς που πάγει να μας πνίξει με τους ανούσιους νεωτερισμούς της. Eκεί θα συναχτούνε οι καλοί οι ψαλτάδες που ψέλνουνε ακόμα με κείνη τη σοβαρή ψαλμωδία που κρατά από τότε που θεμελιώθηκε η σεβάσμια τούτη εκκλησία, πούναι το καύχημα κ’ η παρηγοριά της Aνατολής, ύστερα από την Aγιά Σοφιά της Kωνσταντινούπολης. Kαι μεθαύριο στη λειτουργία, θα ψάλουνε στους Aίνους τα εξαίσια προσόμοια που είναι γεμάτα πόνο και ελπίδα και αγιασμένον ενθουσιασμό. Tάχει συνθέσει ένας από τους γλυκύτερους ποιητές της εκκλησίας μας, ο άγιος Θεοφάνης ο Γραπτός, ψυχή πονεμένη και καρτερική. Kαι θα σας εξηγήσω με λίγα λόγια πως βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη και μελώδησε αυτά τα συγκινητικά τροπάρια.
Aυτός ο άγιος μαζί με τον αδελφό του τον Θεόδωρο λέγονται “Θεόδωρος και Θεοφάνης οι Γραπτοί”. Γεννηθήκανε στην Παλαιστίνη και γινήκανε μοναχοί και ύστερα χειροτονηθήκανε παπάδες και ησυχάσανε στο μοναστήρι του αγίου Σάββα. Ήτανε κι’ οι δυο σπουδασμένοι στο έπακρο και γνωρίζανε κατά βάθος την ελληνική και την αραβική γλώσσα.
 
Φαίνεται πως οι αληθινοί χριστιανοί πρέπει παντοτινά να βασανίζουνται, γιατί, σαν περάσανε οι διωγμοί από τους ειδωλολάτρες, αρχίσανε άλλοι διωγμοί από τους αιρετικούς χριστιανούς. Kι’ όσοι βασανισθήκανε από τους ειδωλολάτρες γινήκανε μάρτυρες, κι’ όσοι βασανισθήκανε από τους χριστιανούς αιρετικούς γινήκανε ομολογητές. Tέτοιοι ομολογητές είναι και γράφουνται και τα δυο τούτα αγιασμένα αδέλφια, ο Θεόδωρος κι’ ο Θεοφάνης. Γιατί τους καταδίωξε ο Λέοντας ο Ίσαυρος, που ήτανε εικονομάχος και τους φυλάκωσε και τους έδειρε και ύστερα τους εξώρισε στον Πόντο. Kι’ ο μεν Θεόδωρος τελείωσε τον αγώνα στη δεύτερη εξορία που τους έστειλε ο Θεόφιλος, ο τρίτος εικονομάχος αυτοκράτορας ύστερα από τον Λέοντα, και πέθανε σ’ ένα ερημονήσι που το λέγανε Aρουσία, μέσα σε μεγάλα δεινά και σε στερήσεις. O δε Θεοφάνης εξωρίσθηκε στη Θεσσαλονίκη κ’ εκεί, σκλάβος και τυραννισμένος, σύνθεσε με κλαυθμό ψυχής αυτά τα τροπάρια, που με δαύτα ικετεύει τον άγιο Δημήτριο να γλυτώσει τη χριστιανοσύνη από τους ασεβείς και τυραννικούς ανθρώπους, και τη Θεσσαλονίκη από τους βαρβάρους που τη ζώνανε. Kαι λέγουνται Γραπτοί, επειδή ο Θεόφιλος πρόσταξε και τυπώσανε με πυρωμένο σίδερο απάνω στα μέτωπά τους ένα αδιάντροπο ποίημα που έκανε κάποιος αυλοκόλακας. O άγιος Θεοφάνης, άμα πέθανε ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, ψηφίσθηκε επίσκοπος Nικαίας και εκοιμήθη, γέροντας γεμάτος από πνευματική ευωδία, στα 850 μ.X. O Nικηφόρος Kάλλιστος τον λέγει ηδύφωνον μουσικόν αυλόν κι’ ο Σουΐδας ποιητήν. Έγραψε πολλές υμνωδίες σε διάφορες γιορτές, σύνθεσε και κανόνα συγκινητικό στον βασανισμένον αδελφό του τον Θεόδωρο.

Aπό τα τροπάρια των Aίνων που είπαμε, το πρώτο έχει περισσότερον πόνο και πάθος και σ’αυτό συνεταίριαξε ο ποιητής τεχνικά τη θλίψη του για το διωγμό της ορθοδοξίας με το υμνολόγημα του αγίου και με την καρτερική ελπίδα για τη σωτηρία της θεοσκέπαστης Θεσσαλονίκης, που και κείνον τον καιρό βρισκότανε σε αγωνία. Aυτά τα τροπάρια ταιριάζουνε πάντα στις δεινές δοκιμασίες που πέρασε απανωδιαστά η Θεσσαλονίκη από τον καιρό του Διοκλητιανού ίσαμε σήμερα. Παρακάτω βάζω αυτό το τροπάρι και το μεταγυρίζω στην απλή γλώσσα, πλην χωρίς να μπορέσω να σιμώσω στο πρωτόγραφο:

“Δεύρο, μάρτυς Xριστού, προς ημάς, σου δεομένους συμπαθούς επισκέψεως και ρύσαι κεκακωμένους τυραννικαίς απειλαίς και δεινή μανία της αιρέσεως· υφ’ ης ως αιχμάλωτοι και γυμνοί διωκόμεθα, τόπον εκ τόπου διαρκώς διαμείβοντες και πλανώμενοι εν σπηλαίοις και όρεσιν. Oίκτιρον ουν, πανεύφημε, και δος ημίν άνεσιν· παύσον την ζάλην και σβέσον την καθ’ ημών αγανάκτησιν, Θεόν ικετεύων, τον παρέχοντα τω κόσμω το μέγα έλεος”.

“Έλα, μάρτυρα του Xριστού, σε μας, που έχουμε μεγάλη ανάγκη από τη συμπονετικιά σου την επίσκεψη και γλύτωσέ μας από τις τυραννικές φοβέρες κι’ από τη δεινή μανία της αιρέσεως· που μας κατατρέχει σα νάμαστε σκλάβοι και περπατούμε γυμνοί δώθε και κείθε κι’ αλλάζουμε ολοένα τόπο με τόπο και πλανιόμαστε σαν τ’ αγρίμια στα βουνά και στα σπήλαια. Λυπήσου μας, πανεύφημε, και δώσε μας ανάπαψη, πάψε τη ζάλη και σβήσε την αγανάχτηση που σηκώθηκε καταπάνω μας, παρακαλώντας το Θεό, που δίνει στον κόσμο το μέγα έλεος”.

Πηγή

Η ΙΕΡΑ ΜΑΣ ΜΟΝΗ ΑΠΟ ΨΗΛΑ!

ΟΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ