23 Φεβρουαρίου 2012

Η δύναμη της προσευχής στη ζωή μας- Ιωάννου Κορναράκη


...Προχωρώντας βαθύτερα στην εξέταση του θέματος της δυνάμεως της προσευχής, πρέπει να σταματήσουμε ιδιαίτερα σ’ ένα βιωματικό γεγονός που είναι αντίθετο της εννοίας της δυνάμεως. Αυτός που ανα¬ζητάει σκόπιμα την δύναμη της προσευχής, πρέπει να ξεκινήσει από την συναίσθηση της βαθειάς και ολοκληρωτικής αδυναμίας του.
Την δύναμη της προσευχής μπορεί να καταλάβει μόνο αυτός που στέκεται γυμνός μπροστά στο χάος της αδυναμίας του. Αυτήν την βασική ιδέα την βλέπουμε μέσα στα πατερικά κείμενα, μέσα στην ίδια την Αγία Γραφή, αλλά και μέσα στην ζωή και την Παράδοση της Εκκλησίας.
Ο τύπος της προσευχής που μας έδωσε ο Κύριος στην εικόνα του Τελώνη και του Φαρισαίου δείχνει, ότι δεν μπορεί κανένας να ξεκινάει την προσευχή του μ’ ένα αίσθημα αυτάρκειας. Η προσευχή δεν μπορεί να είναι -αν όχι πάντοτε, τουλάχιστον τις περισσότερες φορές- μια εμπειρία επιβραβεύσεως των αισθημάτων ασφάλειας που έχει ο πιστός μέσα στον κύκλο της χριστιανικής ζωής.
Η δύναμη της προσευχής πηγάζει από την βαθειά συναίσθηση της αδυναμίας. Όταν κανείς απογυμνώνεται από τα προσωπικά του στοιχεία και απ’ ό,τι άλλο μπορεί να αποτελέσει γι’ αυτόν έρεισμα προσωπικής ασφάλειας, βρίσκει την πηγή από την οποία θα αντλήσει δύναμη. Έτσι, κατά την Αγία Γραφή και τα πατερικά κείμενα, ο πνευματικός άνθρωπος προχωράει στην πορεία της ζωής του συναισθανόμενος συνεχώς την αδυναμία του. Η εμπειρία της προσευχής του είναι μια συνεχής ή συνεχώς αυξανόμενη συναίσθηση της αδυναμίας του.
Ο πνευματικός άνθρωπος δεν συζητάει το θέμα της δυνάμεως της προσευχής, το αν δίνει ή δεν δίνει δύναμη η προσευχή του. Τον χριστιανό, όπως μας τον δίνει το Τριώδιο, αλλά και τα πατερικά πρότυπα και η Άγια Γραφή, δεν τον απασχολεί το αν είναι ή δεν είναι δυνατός. Τον απασχολεί το αν προσεύχεται αυθεντικά, αν βρίσκεται υπαρξιακά εντεταγμένος μέσα στην περιοχή της ζωής της προσευχής. Η σκέψη του πνευματικού αγωνιστή, όταν προσεύχεται, είναι προσηλωμένη στον Θεό και όχι στο αποτέλεσμα της προσευχής. Γιατί το αποτέλεσμα μπορεί, κατά την ανθρώπινη κρίση, να είναι αποτέλεσμα ανεπάρκειας της προσευχής, ενώ για την κρίση του Θεού να είναι αποτέλεσμα που δίνει δύναμη.
Θα αναφέρω μια πολύ χαρακτηριστική πατερική εικόνα, που δείχνει ακριβώς αυτήν την διαφορά της ανθρώπινης κρίσεως από την κρίση του Θεού.
Κάποτε ένας ασκητής θέλησε να ξεκουραστεί από την μοναξιά του κελλιού του, να βγει έξω και να έλθει σε επικοινωνία με άλλους μοναχούς. Πριν ξεκινήσει προσευχήθηκε ώστε ο Θεός να ευλογήσει αυτήν την έξοδο και να του δώσει μια ευκαιρία δυνάμεως, που θα προέρχονταν από τις διαπροσωπικές, όπως θα λέγαμε σήμερα, σχέσεις με αδελφούς. Κατόπιν ξεκίνησε για την πόλη, γιατί εκεί επρόκειτο να συναντήσει πνευματικούς ανθρώπους. Φθάνοντας όμως στην είσοδο της πόλεως συγκλονίστηκε. Είχε σταθεί εκεί μια πόρνη, η οποία προκλητικά του έκλεινε τον δρόμο. Αμέσως συλλογίστηκε την προσευχή που είχε κάνει και σκέφθηκε: «Εγώ ζήτησα από τον Θεό μια ευκαιρία πνευματικής δυνάμεως κι εκείνος παρουσιάζει μπροστά μου ένα τέτοιο πρόβλημα;» Κοίταξε την γυναίκα με οίκτο και περιφρόνηση και αυτή συνέχισε να τον κοιτάει προκλητικά. Οπότε, σε μια στιγμή της λέει: «Δεν ντρέπεσαι να προκαλείς έτσι έναν γέροντα μοναχό;» Κι εκείνη του απαντάει: «Εάν είσαι πραγματικός μοναχός, να σκέπτεσαι ότι είσαι γη και στην γη να κοιτάς, και όχι έμενα». Ο Γέροντας τότε κατάλαβε τι μάθημα του έδωσε ο Θεός, αντιλήφθηκε ότι από την προσευχή του πήρε δύναμη και έζησε την αναψυχή που ζητούσε.
Εκείνος που προσεύχεται δεν έχει τον νου του στο αποτέλεσμα της προσευχής, αλλά προσηλώνεται ολόψυχα στον Θεό, ο οποίος είναι η πηγή της ζωής, η πηγή της δυνάμεως, η πηγή κάθε αγαθού, και ο οποίος ξέρει πότε πρέπει να δίνει και πότε πρέπει να παίρνει και γιατί πρέπει να δίνει και γιατί πρέπει να παίρνει.
Έτσι λοιπόν βλέπουμε ότι το πρόβλημα της δυνάμεως της προσευχής δεν είναι από τα θέματα, που μπορεί να τα συζητάει κανείς για να εξασφαλίσει μια εσωτερική πεποίθηση ότι, αν τηρεί ορισμένους συγκεκριμένους όρους, η προσευχή του θά είναι πηγή δυνάμεως.
Από την άλλη πλευρά, βέβαια, ο άνθρωπος έχει ανάγκη από την δύναμη του Θεού, για να ενισχύεται και να πορεύεται τον δρόμο του, να ολοκληρώνεται και να πραγματώνει το ιδεώδες που, σύμφωνα με την χριστιανική διδασκαλία, είναι η ομοίωσή του με τον Θεό, η μέθεξή του στην παρουσία και στην ζωή της θεότητας.
Ο δρόμος επομένως, που καλείται να ακολουθήσει ο άνθρωπος, είναι ίσως αυτός που έδειξε ο Χριστός στον Γέροντα Σιλουανό, σ’ ένα όραμά του – όπως το περιγράφει ο ίδιος ο γέροντας: «Τήρει τον νουν σου εις τον Άδη, του είπε ο Κύριος, και μη απελπίζου». Να προσεύχεσαι, δηλαδή, και να έχεις τον νου σου στον Άδη, στα όσα υποφέρουν οι άνθρωποι που βρίσκονται εκεί. Και από εκεί και πέρα μην απελπίζεσαι.
Αυτή είναι μια συγκεκριμένη υπόδειξη που απευθύνεται σ’ ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Σαν γενική ιδέα όμως δείχνει ότι κανένας πνευματικός άνθρωπος δεν εξαρτά την προσευχή του από το αποτέλεσμα. Βέβαια είναι καλό να γνωρίζει κανείς πως πρέπει να γίνεται η σωστή προσευχή. Εξ άλλου και οι μαθητές ζήτησαν από τον Κύριο να τους διδάξει, πως πρέπει να προσεύχονται. Έχει όμως μεγάλη σημασία να προσεύχεται κανείς αποδεσμευμένος από το αποτέλεσμα που θα έχει η προσευχή του. Γιατί πολλές απογοητεύσεις «καλών» χριστιανών προέρχονται ακριβώς από το, κατά τη γνώμη τους, «ατελεσφόρητον» της προσευχής.
Ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος προσευχήθηκε και ζήτησε από τον Θεό να τον θεραπεύσει από την ασθένεια που είχε. Και ύστερα από επίμονη προσευχή πηρέ την απάντηση: «αρκεί σοι η χάρις μου· η γαρ δύναμίς μου ρν ασθενεία τελειούται». Είχε την εντύπωση ο Παύλος, ότι η ασθένειά του ήταν πηγή αδυναμίας. Και προσευχόταν για να απαλλαγεί από αυτήν. Αλλά η δύναμις του Θεού «τελειούται εν τη ασθενεία».
Υπάρχει, όπως βλέπουμε, μια διαφορετική δομή σκέψεως στον άνθρωπο από την σκέψη του Θεού. Γι’ αυτό νομίζω ότι το πρόβλημα «η δύναμη της προσευχής» είναι ένα πρόβλημα καθαρά ανθρώπινο. Και ασφαλώς ο άνθρωπος που μπορεί να καταλάβει ότι έργο του είναι να προσεύχεται, έργο δε του Θεού είναι να δίνει αυτό που πρέπει να δίνει προς το συμφέρον του ανθρώπου, νομίζω ότι σκέφτεται σωστά. Οποιαδήποτε σ’ αυτόν τον άνθρωπο δίνονται πολλές ευκαιρίες να αντιληφθεί ότι πραγματικά η προσευχή αποτέλεσε πηγή δυνάμεως στην ζωή του. Αλλά τις πιο πολλές φορές θα το δει αυτό με μια αναδρομή που θα κάνει στο παρελθόν, δεν θα το δει σαν παρόν.
Οπωσδήποτε μέσα στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη υπάρχουν πολλές καταπληκτικές εικόνες της δυνάμεως της προσευχής. Επί παραδείγματι: «και δεηθέντων αυτών εσαλεύθη ο τόπος εν ω ήσαν συνηγ¬μένοι» (Πράξ. δ’ 31). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο κάθε πιστός πρέπει να περιμένει τόσο άμεσα αποτελέσματα από την προσευχή του.
Χρειάζεται μια ιδιαίτερη λογική, που είναι η λογική του Θεού, για να καταλάβει κανείς το πρόβλημα της δυνάμεως της προσευχής. Το πρόβλημα αυτό δεν μπορεί να εξετασθεί ή να αντιμετωπισθεί θεωρητικά. Μπορεί μόνο να βιωθεί σαν υπαρξιακή εμπειρία μέσα στα πλαίσια, όπως αναφέραμε προηγουμένως, του ανθρώπου του Τριωδίου. Όσο περισσότερο απελπίζεται κανείς από τον εαυτό του, τόσο περισσότερο τον ευλογεί ο Θεός. Όσο περισσότερο φορτίζεται με φαρισαϊκή συνείδηση και νοοτροπία, τόσο λιγότερο βρίσκεται κοντά στον Θεό.
Το βασικό λοιπόν πρόβλημα είναι πως μπορεί κανείς να ζήσει την δύναμη της προσευχής και όχι να την σκεφθεί ή να την επεξεργασθεί θεωρητικά.
Δεν θα ήθελα να προσθέσω τίποτε στο θέμα αυτό, όχι διότι εξαντλήθηκε, αλλά διότι πιστεύω ότι σε θέματα τόσο βασικά, μόνο σκιαγραφήσεις είναι δυνατόν να γίνουν και αφορμές να δοθούν για να σκεφθεί κανείς βαθύτερα, σε σχέση με την προσωπική του εμπειρία και τον προσωπικό του προβληματισμό.
Αν υπάρχει κάποια σκέψη ή κάποια απορία, πάνω στα όσα ελέχθησαν, παρακαλώ να την ακούσουμε.
Ερώτηση: Τί ακριβώς, εννοείτε, όταν λέτε: «να βιώσει κανείς υπαρξιακά»; Μήπως πρόκειται για ένα φιλοσοφικό σύστημα χριστιανοϋπαρξισμού;
Απάντηση: Ασφαλώς όχι. Απλώς μπερδεύουμε τους όρους. Νομίζω όμως ότι από καιρό έχει ξεκαθαρισθεί κάπως το θέμα. Όταν στον χώρο αυτό μιλάμε για υπαρξιακή θεώρηση ή βίωση, ξεχωρίζουμε το θέμα από τον υπαρξισμό με την γνωστή του θεωρία. Εδώ δίνουμε έμφαση, κατ’ αναλογία προς το υπαρξιακό σύστημα, στην όλη ύπαρξη του ανθρώπου, σαν μια ύπαρξη που προβληματίζεται και ζει μ’ έναν καθολικό τρόπο.
Όταν λέμε να ζήσουμε υπαρξιακά την προσευχή, εννοούμε να την ζήσει ο όλος άνθρωπος, μέσα σε όλα τα προβλήματα της ζωής. Η νοερά προσευχή, η οποία τελευταία προβάλλεται με διάφορα βιβλία, ή η Ευχή του Κυρίου, όπως την αναφέραμε προηγουμένως, η οποία είναι μια ασκητική προσευχή και συνίσταται στην επανάληψη της φράσεως: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν» (δυστυχώς δεν μπορούμε να ενδιατρίψουμε περισσότερο), είναι ακριβώς μια μορφή υπαρξιακής βιώσεως της προσευχής.
Ο ασκητής ή ο μοναχός, ο οποίος ζει σε μια Μονή, την ώρα που εργάζεται ή διακονεί ή κάνει το εργόχειρό του, λέει αδιάλειπτα αυτήν την προσευχή. Μάλιστα όσοι έχουν ασκηθεί επί χρόνια σ’ αυτόν τον τρόπο προσευχής, λένε την ευχή και κατά την διάρκεια του ύπνου τους· ενώ η ψυχή κοιμάται, ο νους λειτουργεί και λέει την ευχή αύτη. Έτσι οι άνθρωποι αυτοί έχουν την δυνατότητα, ακόμη και όταν διαβάζουν ή συνομιλούν, να προσεύχονται.
Αυτήν την μορφή της υπαρξιακής βιώσεως της προσευχής, μπορεί να την εγκολπωθεί και ο σύγχρονος χριστιανός που ζει μέσα στον κόσμο. Παντού και πάντοτε, στο λεωφορείο, στο πεζοδρόμιο, στην εργασία του, μπορεί να λέει την ευχή, οπότε σιγά-σιγά μυείται σ’ αυτήν και τότε η προσευχή του γίνεται ένα καθεστώς. Τότε διαπιστώνει ότι, όπως λένε και οι συγγραφείς οι οποίοι ασχολούνται με το θέμα αυτό, προσεύχεται χωρίς να το κάνει ο ίδιος σκόπιμα. Και τότε είναι σε Θέση να αντιμετωπίζει κάθε δυσκολία και κάθε πρόβλημα που παρουσιάζεται στην ζωή του, με την πνευματική αυτή λειτουργία.
Αντίθετα ο «καλός» χριστιανός, που θυμάται την προσευχή του το βράδυ πριν να κοιμηθεί και την Εκκλησία κάθε φορά που ακούει να κτυπάει η καμπάνα, ή αισθάνεται την ανάγκη να επικοινωνήσει με τον Θεό μόνο όταν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα, αντιλαμβάνεσθε ότι προσεύχεται αποσπασματικά. Ενώ αυτός που βιώνει υπαρξιακά την προσευχή δεν έχει πρόγραμμα, δεν έχει ωράριο, ακόμη δεν έχει ούτε λεξιλόγιο. Γιατί ίσως η καλύτερη έκφραση της υπαρξιακής βιώσεως της προσευχής είναι η σιωπή.

(«Προβληματισμοί» -5-. Εκδ. Χ.Φ.Ε., σ. 113-136)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Η ΙΕΡΑ ΜΑΣ ΜΟΝΗ ΑΠΟ ΨΗΛΑ!

ΟΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ